1248/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22-7-2002 και 9-8-2002 αντίθετες αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν.
Legislator headnote
AI generated1248/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκδόθηκε η 785/2003 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 22 Μαϊου 2003 αίτησή του.
Full text
Απόφαση 1248 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1248/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, που κατοικοεδρεύει στη Θεσσαλονίκη, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Αδαμαντία Καπετανάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Δήμου Μίκρας Ν. Θεσσαλονίκης, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22-7-2002 και 9-8-2002 αντίθετες αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκε η 785/2003 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 22 Μαϊου 2003 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 29 Μαρτίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, από την προσκομιζόμενη με επίκληση .... έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..... αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού της αναφερομένης στην αρχή της παρούσης δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτή έχει επιδοθεί νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο Δήμο Μίκρας Ν. Θεσσαλονίκης, ο οποίος όμως, δεν εμφανίστηκε στο δικαστήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο στη σειρά της, ούτε έχει καταθέσει δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν κι αυτός παρών, κατ' άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
ΙΙ. Επειδή, όπως προκύπτει από την 1072/2003 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η γνώμη αυτού ως προς τους δύο πρώτους λόγους της αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ (έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως) είναι αρνητική, ήτοι γνωμοδοτεί ότι οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι. Επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 εδ. τελευταίο του Ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του Ν. 2721/1999, η αίτηση αναιρέσεως, καθόσον αφορά τους πιο πάνω λόγους, θεωρείται ότι δεν έχει εισαχθεί.
ΙΙΙ. Επειδή κατά το άρθρο 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση κατά το άρθρο 29 παρ. 2 αυτού, η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο για την καταβολή της αποζημιώσεως και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, που καθορίζει την αποζημίωση.
Από τη διάταξη αυτή, που είναι σύμφωνη με το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι μέρος αυτής της αποζημιώσεως αποτελούν και τα δικαστικά έξοδα, στα οποία περιλαμβάνονται τα απαραίτητα έξοδα της δίκης (άρθρ. 189 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και η αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για παράσταση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ενώπιον του Εφετείου (άρθρ. 109 και 111 του Κωδ.
Δικ.), καθώς και η αμοιβή του πληρεξούσιου αυτού δικηγόρου (άρθρ. 189 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία αποτελούν παρακολούθημα της αποζημιώσεως, προσαυξάνουν το ποσό της και βαρύνουν, όπως και εκείνη, τον υπόχρεο στην καταβολή της. Προκύπτει, επίσης, ότι η δικηγορική αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημιώσεως, που επιδικάζεται και περιέρχεται σ' αυτόν, συνίσταται στο ποσό, που εξάγεται από την εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων (άρθρ. 190 επ.), αφού το ποσό αυτό αποτελεί τη νόμιμη αμοιβή του δικηγόρου και άρα, δαπάνη, στην οποία αναγκαίως ο διάδικος υποβάλλεται.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 114 παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 100 παρ. 1, 103, 107, 110 και 111 του ίδιου Κώδικα, προκειμένου για αιτήσεις προσδιορισμού αποζημιώσεως απαλλοτριουμένων για δημόσια ανάγκη ή ωφέλεια ακινήτων, το ελάχιστο όριο αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου του αιτούντος δικαιούχου της αποζημιώσεως κανονίζεται με βάση την καθορισθείσα αξία του ακινήτου σε ποσοστό αυτής, που ανέρχεται σε 2% για τη σύνταξη της αιτήσεως και σε 1% για τη σύνταξη προτάσεως (άρθρα 100 παρ. 1 και 107 παρ. 1 αντιστοίχως), ήτοι συνολικώς σε 3%.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, καταδίκασε το υπερού η απαλλοτρίωση αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του καθού αναιρεσιβλήτου, για τη δίκη του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και καθόρισε την αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου για τη σύνταξη της σχετικής αιτήσεώς του και των προτάσεων, που κατέθεσε στη δίκη εκείνη, σε συνολικό ποσοστό 4% επί της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου. Έτσι που έκρινε, παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, κατά τον βάσιμο τρίτο λόγο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτού, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί εν μέρει και συγκεκριμένα ως προς τη διάταξή της, με την οποία καθορίστηκε η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου Δήμου σε ποσοστό 4% του συνόλου της αποζημιώσεως, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω συζήτηση, ενώπιον του ίδιου Εφετείου, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 785/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης εν μέρει και συγκεκριμένα κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουνίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ