Legislator Case Law & Legislation
1248/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal against eviction order due to procedural defect in citing lower court submissions.

Case Number 1248/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a second-instance eviction order, ruling that the lower court committed a procedural error by failing to explicitly cite specific submissions from the first instance. The appellant argued the eviction was unjustified due to delayed rent payments, while the defendants contended the appeal lacked sufficient legal grounds. The court held that under Greek Civil Procedure Law, an appeal must clearly identify the legal error, and the lower court's failure to reference specific first-instance arguments constituted a valid ground for overturning the decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(4), 566(1), 577(3), 559(11)(b) of the Code of Civil Procedure; An appeal must explicitly identify the legal error, and failure to cite specific lower court submissions constitutes a procedural defect warranting the appeal's acceptance.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Law Appeal grounds Procedural defect Eviction proceedings Lower court submissions Legal error identification Rental arrears

Cited Legislation

AI generated
Articles 118(4), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Articles 648 onwards of the Code of Civil Procedure
Article 66 of the Introductory Law to the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 1225/2002

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1248 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1248/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γραμματικόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ...... και 2. ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «...... ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.», που εδρεύει στη Μύκονο και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο 1ος αναιρεσίβλητος για τον εαυτό του και ως νόμιμος εκπρόσωπος της 2ης αναιρεσιβλήτου και διόρισε στο ακροατήριο ως πληρεξούσιό του τον δικηγόρο Γεώργιο Γρέγο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Οκτωβρίου 2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4ΕΙΔ/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 146/2003 μη οριστική και 184/2004 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2 Νοεμβρίου 2004 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου, ανέγνωσε την από 1 Φεβρουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα.

Ειδικότερα ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠΟλΔ λόγο αναίρεσης για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει, για το ορισμένο αυτού, να αναφέρονται ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει, η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι κατέληξε, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, στην κατ΄ουσίαν απόρριψη της έφεσης της αναιρεσείουσας εκμισθώτριας κατά της πρωτόδικης απόφασης που κατά παραδοχή της ένστασης των αναιρεσιβλήτων συμμισθωτών περί εξόφλησης της δεύτερης δόσης του συμφωνημένου «αέρα» του μισθίου, απέρριψε κατ΄ουσίαν την αντένσταση πλαστογραφίας της έγγραφης βεβαίωσης εξόφλησης της δόσης αυτής και στη συνέχεια την αγωγή της, κατά το μέρος, που ζητούσε την απόδοση του μισθίου κατ΄άρθρο 361 ΑΚ, λόγω της παράβασης του σχετικού, περί καταβολής της παραπάνω δόσης, όρου της σύμβασης εμπορικής μίσθωσης.

Στο αναιρετήριο, όμως ενώ εκτίθεται το ιστορικό της υπόθεσης και παρατίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται το μεν η ανεπάρκεια των αιτιολογιών ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει το δε η αντιφατικότητα των αιτιολογιών. 'Ετσι, όμως, δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης από την άποψη της εκ πλαγίου παραβίασης του παραπάνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς ο προαναφερόμενους λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.β΄ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106,237 εδαφ.1 στοιχ.β 346 και 453 παρ.1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων, αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένο μέρος των επανυποβαλλόμενων πρωτοδίκων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (Ολ.ΑΠ 9/2000).

Τέλος δεν είναι νόμιμη η επίκληση αποδεικτικού μέσου που γίνεται με τις πρωτόδικες προτάσεις οι οποίες έχουν ενσωματωθεί σε φωτοτυπικό αντίγραφο, στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις, χωρίς ειδική μνεία στις τελευταίες του συγκεκριμένου μέρους των πρωτοδίκων όπου σαφώς και ορισμένως γίνεται επίκληση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 164/2003).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του περί απόρριψης της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή της κατά το μέρος που ζητούσε την απόδοση του μισθίου λόγω καθυστέρησης των μισθωμάτων από δυστροπία, κατά παραδοχή της ένστασης των αναιρεσιβλήτων περί πραγματικού ελαττώματος του μισθίου, έλαβε υπόψη τις προσκομιζόμενες από τους τελευταίους από 10-7-2000 και 15-7-2000, αντίστοιχα, βεβαιώσεις-προσφορές δύο τεχνικών από τις οποίες προέκυπτε ότι οι αντλίες του φρεατίου-βόθρου του μισθίου ήταν κατεστραμμένες (σάπιες) και έπρεπε να αντικατασταθούν, η δε δαπάνη αντικατάστασης ανήρχετο σε 680.000 έως 700.000 δραχμές.

Των δύο, όμως, αυτών εγγράφων και κατά τις δύο συζητήσεις ενώπιον του Εφετείου, μετά τις οποίες εκδόθηκαν η 146/2003 μη οριστική απόφαση και η προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχα, δεν έγινε νόμιμη επίκληση από τους αναιρεσιβλήτους, εφόσον στις ενώπιον αυτού προτάσεις τους της μεν πρώτης συζήτησης διαλαμβάνονται τα εξής:

«Επειδή περαιτέρω προσάγουμε και επικαλούμεθα όλα τα προσαχθέντα και επικληθέντα κατά την πρωτόδικη δίκη έγγραφα. Επειδή προσάγουμε και επικαλούμεθα τις προτάσεις α' βαθμού οι οποίες αποτελούν ενιαίο σύνολο με τις παρούσες» της δε δεύτερης συζήτησης διαλαμβάνεται η εξής φράση «επειδή αναφερόμεθα και πάλι στις προτάσεις μας της α' συζήτησης της ένδικης έφεσης καθώς και αυτών του α΄ βαθμού, μετά των οποίων προτάσεων α΄και β΄ βαθμού ενούμεθα και έχουν όπως ακολουθεί» χωρίς ειδική μνεία στις προτάσεις και των δύο, συζητήσεων των συγκεκριμένων μερών των, ενσωματωμένων σ' αυτές σε φωτοτυπικό αντίγραφο, πρωτοδίκων προτάσεων, όπου σαφώς και ορισμένως γίνεται επίκληση των δύο αυτών εγγράφων.

Επομένως το Εφετείο, με το να λάβει υπόψη τα πιο πάνω δύο έγγραφα υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 περ.β' ΚΠολΔ και συνεπώς ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

ΙΙΙ.Κατά το άρθρο 559 αριθ.10 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης «αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη». Ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται και συνεπώς είναι απαράδεκτος στις ειδικές διαδικασίες όπως είναι η διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 648 επ.

ΚΠολΔ), κατά την οποία εκδικάστηκε η προκείμενη υπόθεση, κατά τις οποίες το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να διατάξει απόδειξη (ΑΠ 1225/2002). Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι απέρριψε την ως άνω προβαλλόμενη από την αναιρεσείουσα αντένσταση πλαστότητας της από 14-2-2000 έγγραφης βεβαίωσης, χωρίς να διατάξει περί τούτο απόδειξη.

Με τη διατύπωση αυτή ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με όσα στην αρχή εκτέθηκαν, είναι απαράδεκτος ενόψει της διαδικασίας, κατά την οποία εκδικάστηκε η προκείμενη υπόθεση. Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε κατ΄ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που απέρριψε κατ΄ουσίαν την αγωγή της ως προς το αίτημα περί απόδοσης του μισθίου λόγω καθυστέρησης των μισθωμάτων από δυστροπία, κατ΄άρθρο 66 Εισ.Ν.ΚΠολΔ και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε και προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 184/2004 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαίου 2006.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 14 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ