Legislator Case Law & Legislation
1247/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment regarding public grazing land ownership dispute.

Case Number 1247/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the final judgment of the Single Court of Appeal in Western Macedonia. The State argued that the lower court erred by failing to establish the private ownership of the disputed land, relying on conflicting reasoning and alleged procedural lapses. The court rejected these claims, finding that the appellate court correctly evaluated the evidence and did not commit the alleged legal errors under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appellate court's evaluation of evidence and rejection of ownership claims based on documentary proof does not constitute a legal error under Article 559, provided the court does not make unsupported factual assumptions or contradict its own reasoning.

Keywords

AI generated
appeal admissibility public grazing land ownership dispute legal error review evidence evaluation civil procedure code costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 144 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 12 of the Law on the Codification of the Legislation on Municipalities and Communities
Article 13 of the Law on the Codification of the Legislation on Municipalities and Communities
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 6 of Law 2664/1998
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1247 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1247/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Φ. του Χ., 2) Σ. συζ. Ι. Φ., το γένος Θ. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Πελεκούδα, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-2-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 287/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 66/2021 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-11-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Με την από 15-11-2022 και με αρ. καταθ. 23/17-11-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αρ. 66/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ ουσίαν την από 8-10-2019 έφεση, που άσκησε το εκκαλούν- εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον κατά της με αρ. 287/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, η από 21-2-2018 και με αρ. καταθ. ΤΜ46/18 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 17-11-2022 εμπρόθεσμα και νομότυπα, εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας της παρ. 1 του άρθρου 564 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ καθόσον ακριβές αντίγραφο αυτής επιδόθηκε στον αναιρεσείον στις 18-10-2022, όπως επικαλείται το αναιρεσείον, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσιβλήτους. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

2.α) Σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθρ.12 παρ.1, 4 σε συνδυασμό με αρθρ.13 παρ.7 του Β.Δ. της 17-4/31-7-1936 ("Περί Κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον της Νομοθεσίας περί Δήμων και Κοινοτήτων") προβλέπεται η περιουσιακή εξέλιξη των βοσκησίμων (χορτολιβαδικών) εκτάσεων που ανέκαθεν είχαν αφεθεί σε κοινή χρήση και η περιέλευσή τους ως περιουσιακό κεκτημένο υπέρ των κατοίκων των οργανωμένων κοινοτήτων από της συστάσεώς τους.

Περαιτέρω δάσος θεωρείται πάσα εδαφική έκταση, η οποία καλύπτεται εν όλω ή μερικώς από άγρια ξυλώδη φυτά οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται προς παραγωγή ξυλείας ή (και) άλλων προϊόντων (αρθρ.1 ν.ΑΧΝ/1888 "Περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", 57 ν. 3077/1924, "Περί δασικού κώδικος", 3 παρ.1, 2 ν.998/1979).

Συγκεκριμένα, κατά την ενδελεχή πρόβλεψη των διατάξεων του ν.998/1979, "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των άνω φυτών εξαγόμενα, ή να συμβάλει εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας, ή να εξυπηρετήση την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" (άρθρο 3 παρ.1).

Ως "δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, καλυπτομένη υπό αραιάς ή πενιχράς, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως, οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρετήση μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών" (άρθρο 3 παρ.2). Από τα ανωτέρω, σαφώς προκύπτει ότι δάσος είναι οργανικό σύνολο αγρίων φυτών με ξυλώδη κορμό επί της επιφανείας του εδάφους, τα οποία μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα αποτελούν, με την αμοιβαία αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδρασή τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασο-βιο-κοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές).

Προσέτι, δασική έκταση υπάρχει (και) όταν η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά. Η οργανική, επομένως, ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης (με την συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδος - πανίδος) είναι εννοιολογικό στοιχείο, κρίσιμα καθοριστικό, του δάσους και της δασικής εκτάσεως και προσδίδει την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος.

Ωσαύτως, στην έννοια του δάσους ή της δασικής εκτάσεως περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιασδήποτε φύσεως, ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και γενικώς ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλυτίες αυτών, ενώ δεν ασκεί επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση (ΑΠ 202/2016).

β) Με τις διατάξεις των άρθρων 13 έως 24 του N. 3889/2010, όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, καθορίζεται η διαδικασία κατάρτισης, ανάρτησης και κύρωσης του δασικού χάρτη. Ως δασικός χάρτης νοείται η απεικόνιση σε κατάλληλης κλίμακας αεροφωτογραφία ή χαρτογραφικό υλικό, αφού τούτο προηγουμένως έχει συμπληρωθεί με τα φωτοερμηνευτικά στοιχεία των αεροφωτογραφιών και τα διαθέσιμα στοιχεία της δασικής υπηρεσίας, των δασικών εν γένει εκτάσεων των παραγράφων 1, 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 3 του N. 998/1979, που διέπονται από τις προστατευτικές διατάξεις αυτού.

Με την ανάρτηση του δασικού χάρτη επιτρέπεται η υποβολή αντιρρήσεων κατά του περιεχομένου του, οι οποίες αφορούν αποκλειστικά και μόνο στην αμφισβήτηση του χαρακτήρα ή της μορφής των εμφανιζόμενων στο χάρτη εκτάσεων, χωρίς να εξετάζονται θέματα ιδιοκτησίας, ούτε να θίγονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα του Δημοσίου ή ιδιωτών.

Μετά την εξέταση των αντιρρήσεων από ειδική επιτροπή και τις ανάλογες διορθώσεις, ο δασικός χάρτης κυρώνεται από το Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης και από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καθίσταται οριστικός, με την έννοια ότι έχει πλήρη αποδεικτική ισχύ σε κάθε διοικητική ή δικαστική αρχή για τις εκτάσεις που αποτυπώνονται σε αυτόν ως δασικές αποκλειστικά για το δασικό χαρακτήρα αυτών.

Έτσι, ο οριστικός δασικός χάρτης δεν αφορά κατ' αρχήν το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εκτάσεων που περιλαμβάνονται σε αυτόν, πλην, όμως, ο οριστικός χαρακτηρισμός με αυτόν ορισμένης έκτασης ως δασικής ενεργοποιεί επ' αυτής το μαχητό τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου κατ' άρθρο 2 παρ. 3 του N. 998/1979, όπως ισχύει, περιπτώσεις εξαίρεσης από το οποίο προβλέπονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 10 του N. 3208/2003.

γ) Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. (Ολ.ΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως εδέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠΟλ 7/2006, ΑΠ 559/2020, Α.Π. 43/2013, 335/2012). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΑΠ 1293/2024, ΑΠ 1148/2023, ΑΠ 559/2020, ΑΠ1158/2015).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο απ' αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 242/2014, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 701/2008) χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 410/2024, ΑΠ 217/2016, 2031/2007, ΑΠ 499/2007).

Κατά τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης στοιχειοθετεί η παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).

Για τα αποδεικτικά μέσα που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο, ή δεν του απέδωσε αυξημένη δύναμη παρότι την είχε κατά νόμο (ΑΠ 616/2023, ΑΠ 348/2021).

Τέτοια περίπτωση συντρέχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 155/2021, ΑΠ 309/2020). Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο της ουσίας απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα, αφού τούτο ανήκει στην ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του. (ΟλΑΠ 11/2005, ΑΠ 103/2021, ΑΠ 1091/2019).

Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα, για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439, 440 και 441 ΚΠολΔ (ΑΠ 617/2023, ΑΠ 563/2020, ΑΠ 1409/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ίδιου Κώδικα τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτά την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 440 ΚΠολΔ είναι συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και πάλι πλήρης απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς να απαιτείται να προσβληθεί το έγγραφο για πλαστότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει επί ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που συνέταξε το έγγραφο ή περί γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιον του (ΑΠ 651/2024, ΑΠ 617/2023, ΑΠ 653/2023, ΑΠ 348/2021).

Στην περίπτωση αυτή είναι επιτρεπτή η ανταπόδειξη, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως μάρτυρες, ιδιωτικά έγγραφα, αλλά και δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 361/2004). Η ανταπόδειξη δεν συνιστά κύρια απόδειξη και, κατά συνέπεια, δεν απαιτείται να αποδειχθεί το αντίθετο του αποδεικνυόμενου με το δημόσιο έγγραφο, αλλά αρκεί να κλονισθεί η πεποίθηση του δικαστή για την αλήθεια του περιστατικού (ΑΠ 651/2024, ΑΠ 653/2023, ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 678/2022). 3.- Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 21-2-2018 αγωγή τους κατ άρθρο 6 του ν. 2664/1998, επικαλούμενοι ότι κατέστησαν κύριοι σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 270579013041/0/0 του Κτηματολογικού Γραφείου Κοζάνης, με παράγωγο (δυνάμει του από 1992 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου) αλλά και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία), ότι οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοί τους είχαν καταστεί κύριοι με παράγωγο αλλά και με πρωτότυπο τρόπο και ότι κατά την κτηματογράφηση της περιοχής για την κατάρτιση του Εθνικού Κτηματολογίου, το επίδικο ακίνητο καταχωρίστηκε εσφαλμένα ως χορτολιβαδική-δασική έκταση με ιδιοκτήτη το Ελληνικό Δημόσιο, ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου και να διορθωθεί η ανακριβής κτηματολογική εγγραφή.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αρ. 287/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Μετά από άσκηση της από 8-10-2029 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, εκδόθηκε η προσβαλλομένη με αρ. 66/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας που απέρριψε την έφεση.

Ειδικότερα η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε επακριβώς τα ακόλουθα: "Με το υπ' αριθμό ...-1992 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου της συμβολαιογράφου/Κοζάνης Α. Π. - Σ. (το οποίο μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Κοζάνης στον τόμο 715 με αριθμό 109) ο Γ. Β. του Ι. πώλησε στους ενάγοντες και κατ' αναλογία Υζ εξ αδιαιρέτου σε έκαστο, ένα αμπέλι, εμβαδού 3.800,00 τ.μ.

κατά τον τίτλο κτήσης και 1.845,45 τ.μ. μετά από νεώτερη καταμέτρηση, που βρίσκεται στη θέση "Άγιος Χαράλαμπος" της κτηματικής περιοχής Κοζάνης της Δημοτικής Ενότητας Κοζάνης του Δήμου Κοζάνης. Το ακίνητο αυτό αποτυπώνεται στο από 20-9-1989 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Κ. Ξ., που επισυνάπτεται στο προαναφερόμενο συμβόλαιο, με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν- Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Α και συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησία Ε.

Τ., με δημοτική έκταση, με ιδιοκτησία Γ. Κ. και με αγροτικό δρόμο. Το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει στην κυριότητα του δικαιοπαρόχου του εναγόντων, Γ. Β., κατόπιν μεταβίβασης του λόγω γονικής παροχής από τη μητέρα του Β. χήρα Ι. Β. το γένος Ι. Μ., δυνάμει του υπ' αριθμό ...-1984 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Κοζάνης Γ.

Π. (το οποίο μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών στον τόμο 497 με αριθμό 86). Στην ως άνω Β. χήρα Ι. Β. το γένος Ι. Μ., το εν λόγω ακίνητο είχε περιέλθει λόγω προίκας που συστήθηκε κατά το έτος 1932 από τον πατέρα της Ι. Μ. ή Μ. του Μ. και έκτοτε νεμήθηκε αυτό, αυτοπροσώπως ή δια του συζύγου της Ι. Β., για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας και, ειδικότερα, έως το έτος 1984 οπότε, όπως προαναφέρθηκε, το μεταβίβασε στον γιό της και άμεσο δικαιοπάροχο των εναγόντων Γ.

Β.

Περαιτέρω, στον ανωτέρω Ι. Μ. ή Μ. το παραπάνω ακίνητο είχε περιέλθει κατόπιν αγοράς του, με το υπ ' αριθμό ...-1921 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κοζάνης Κ. Τ. (το οποίο μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών στον τόμο 5 με αριθμό 1435), από τον Μ. Ι. που είχε αγοράσει το ακίνητο από τον δικό του πατέρα σαράντα έτη πριν από την ανωτέρω πώλησή του στον Ι.

Μ. ή Μ. δυνάμει εγγράφων που συντάχθηκαν κατά τα τότε κρατούντα και τα οποία είχαν απωλεσθεί κατά το χρόνο της συγκεκριμένης πώλησης. Το ως άνω ακίνητο καλλιεργούνταν πάντοτε ως αμπέλι και τόσο οι ενάγοντες (από το έτος 1992 και μετέπειτα) όσο και όλοι οι προαναφερόμενοι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι τους ως τέτοιο το καλλιεργούσαν ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής (πότισμα, κλάδεμα, ράντισμα, συλλογή καρπών) με συνέπεια οι ενάγοντες να έχουν αποκτήσει την κυριότητα αυτού και με τα προσόντα της τακτικής αλλά και της έκτακτης χρησικτησίας προσμετρουμένου και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους.

Ακολούθως κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης της πιο πάνω, περιοχής για την κατάρτιση του Εθνικού Κτηματολογίου το ανωτέρω ακίνητο έλαβε ΚΑΕΚ 270579013041/0/0 και εμβαδό 1.903,00 τμ. ενώ οι ενάγοντες υπέβαλαν εμπρόθεσμα δηλώσεις του ως άνω δικαιώματος συγκυριότητας τους πλην όμως το ακίνητο αυτό καταχωρίστηκε στα οικεία κτηματολογικά βιβλία ως αποκλειστική ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου (Γ.

Γ. Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου - Δυτικής Μακεδονίας) και χαρακτηρίστηκε ως χορτολιβαδική - δημόσια έκταση (βλ. το υπ' αριθμό ...-2018 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Κοζάνης), γεγονός που ισχυρίστηκε και το εναγόμενο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ισχυρίζεται και εν προκειμένω με την κρινόμενη έφεση του.

Ωστόσο, όπως ήδη εκτέθηκε, το επίδικο ακίνητο αποτελούσε ιδιωτική έκταση και καλλιεργούνταν από τους εκάστοτε ιδιοκτήτες του ως αμπέλι, γεγονός που προκύπτει: α) Από όλα τα προμνημονευθέντα συμβολαιογραφικά έγγραφα (...-1992 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ...-1984 συμβόλαιο γονικής παροχής ...-1921 συμβόλαιο αγοραπωλησίας) στα οποία το ανωτέρω ακίνητο αναφέρεται ως αμπέλι, β) Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Κ.

Π. ο οποίος κατέθεσε ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε πάντοτε ιδιωτική έκταση και καλλιεργούνταν ως αμπέλι όπως σχεδόν όλα τα παρακείμενα ακίνητα και ότι το Δημόσιο ουδέποτε αμφισβήτησε το χαρακτήρα αυτού ως ιδιωτικής έκτασης, γ) Από το αντίγραφο του Πίνακα Κτημάτων της Περιφέρειας Κοζάνης των ετών 1927 - 1949 στον οποίο το ως άνω ακίνητο εμφανίζεται ως αμπέλι ιδιοκτησίας του Ι.

Β. προερχόμενο από τον Ι. Μ. ο οποίος, όπως προεκτέθηκε, είχε παραχωρήσει το ακίνητο λόγω προίκας στην ανωτέρω σύζυγο του Ι. Β. δ) Από συμβολαιογραφικά έγγραφα που αφορούν σε μεταβίβαση όμορων ακινήτων στα οποία το επίδικο ακίνητο αναφέρεται ως αγρός ή άμπελος ιδιοκτησίας Β. (βλ. την υπ' αριθμό ...-2013 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Κοζάνης Ε.

Π. - Λ. και την υπ' αριθμό ...-1980 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Κοζάνης Α. Π. - Σ.). ε) Από το γεγονός ότι οι ιδιοκτήτες παρακείμενων ακινήτων τα οποία, όπως και το επίδικο, αποτυπώθηκαν ως δημόσιες χορτολιβαδικές εκτάσεις υπέβαλαν ενστάσεις στις αρμόδιες Επιτροπές του Κτηματολογίου, οι σχετικές αποφάσεις των οποίων δικαίωσαν τους ιδιοκτήτες χωρίς το εναγόμενο να ασκήσει αγωγές ενώπιον των δικαστηρίων (βλ.

τις υπ ' αριθμούς 07/01/ΚΤ210409/07 και 12/08/ΚΤ210408/12 αποφάσεις της Επιτροπής του Κτηματολογίου που δέχθηκαν ως βάσιμες τις ενστάσεις της Ε. Τ. αναφορικά με τα υπό ΚΑΕΚ 270579015001 και 270579013120/00/00 ακίνητα κρίνοντας ότι: "...το επίδικο ακίνητο δε γειτνιάζει με δάσος ή δασική έκταση και απουσιάζει κάθε μορφή βλάστησης που θα του προσέδιδε το χαρακτηρισμό του δάσους της δασικής έκτασης, ή χρρτολιβαδικής.

έκτασης.").

Περαιτέρω, σε σχέση με τον ισχυρισμό του εναγόμενου ότι το επίδικο ακίνητο έχει χαρακτήρα δασικής - χορτολιβαδικής έκτασης προκύπτει από το υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ...-2018 έγγραφο του Τμήματος Χαρτογραφήσεων της Διεύθυνσης Δασών Κοζάνης ότι με την υπ' αριθμό ...-2017 απόφαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου - Δυτικής Μακεδονίας κυρώθηκαν μερικώς οι δασικοί χάρτες όλων των προ-Καποδιστριακών Ο.Τ.Α.

των Δήμων Κοζάνης Εορδαΐας Σερβίων - Βελβενδού και Βοϊου της Περιφερειακής Ενότητας Κοζάνης και ότι από την ημερομηνία δημοσίευσης της ως άνω απόφασης περί μερικής κύρωσης οι ανωτέρω δασικοί χάρτες καθίστανται οριστικοί και έχουν πλήρη αποδεικτική ισχύ σε κάθε διοικητική ή δικαστική αρχή για όλα τα τμήματα που αποτυπώνονται σ' αυτούς με πράσινο περίγραμμα και πράσινη διαγράμμιση και τα οποία αποτελούν δασικές εν γένει εκτάσεις των παραγράφων 1, 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 3 του Ν. 998/1979 όπως ισχύει, στις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις της δασικής νομοθεσίας με την επιφύλαξη των προβλεπόμενων στην παράγραφό 5 του άρθρου 3 του ως άνω νόμου ως προς τις χορτολιβαδικές και τις πετρώδεις και βραχώδεις εκτάσεις των περιπτώσεων α' και β' της ως άνω παραγράφου.

Από το ίδιο ως άνω έγγραφο προκύπτει ότι τα λοιπά τμήματα των αναρτημένων δασικών χαρτών όλων των προ-Καποδιστριακών Ο.Τ.Α. των Δήμων Κοζάνης Εορδαΐας Σερβίων- Βελβενδού και Βοϊου για τα οποία ασκήθηκαν αντιρρήσεις είτε εξαιρέθηκαν κατά τα προβλεπόμενα στην υπ' αριθμό ...-2017 απόφαση θεώρησης, αποτελούν του προσωρινούς δασικούς χάρτες της παραγράφου 7 του άρθρου 17 του Ν. 3889/2010.

Επιπλέον, στο παραπάνω έγγραφο αναφέρεται ότι εντός των ανωτέρω προσωρινών δασικών χαρτών έχουν συμπεριληφθεί αρχικά ως ΑΑ μεταξύ άλλων και οι χορτολιβαδικές - βραχώδεις εκτάσεις των περ. 5α και 5β του άρθρου 3 του Ν. 998/1979 του προ-Καποδιστριακού Ο.Τ.Α. Κοζάνης και ότι για τις εκτάσεις αυτές που έχουν εξαιρεθεί της μερικής κύρωσης, προβλέπεται η μετέπειτα επικαιροποίηση - συμπλήρωση, θεώρηση, ανάρτηση και κύρωση του δασικού χάρτη του προ-Καποδιστριακού Ο.Τ.Α.

Κοζάνης που μπορεί να διενεργηθεί ξεχωριστά σε επόμενο στάδιο, η ολοκλήρωση του οποίου δεν δύναται να υπερβεί του τέσσερις μήνες από την ολική κύρωση του δασικού χάρτη ως προς τις δασικού χαρακτήρα εκτάσεις. Ακολούθως, στο ίδιο, ως άνω έγγραφο γίνεται αναφορά σε στερεοσκοπική ερμηνεία ζεύγους αεροφωτογραφιών του έτους 1945 (στις οποίες το επίδικο ακίνητο αποτυπώνεται ως χορτολιβαδική έκταση καλυπτόμενη από αραιή και άγρια ξυλώδη δασική βλάστηση κυρίως θαμνώδους περιοχής), του έτους 1960 (στις οποίες το επίδικο ακίνητο εμφανίζεται να καλύπτεται κατά βάση από αραιή και άγρια ξυλώδη δασική βλάστηση κυρίως θαμνώδους και δενδρώδους μορφής ενώ σε μικρό τμήμα του διακρίνονται αχνά ίχνη ανθρωπογενούς επέμβασης που υποδηλώνουν πιθανό υποτυπώδες αμπέλι), του έτους 1975 (στις οποίες το επίδικο ακίνητο εμφανίζεται και πάλι κατά ένα μέρος του με αραιή και άγρια ξυλώδη δασική βλάστηση και κατά έτερο μέρος του ως αμπέλι), του έτους 1995 (στις οποίες το ανωτέρω ακίνητο εμφανίζεται κατά ένα μέρος του με αραιή και άγρια ξυλώδη δασική βλάστηση και κατά το έτερο μέρος του ως διαμορφωμένη - οριοθετημένη καλλιεργούμενη έκταση) και των ετών 2007 και 2015 (στις οποίες το επίδικο ακίνητο αποτυπώνεται ως οριοθετημένη - καλλιεργούμενη έκταση και, ειδικότερα, ως κτήμα με αμπέλια και καρποφόρα δέντρα) χωρίς όμως να προκύπτει το συμπέρασμα του μη κατονομαζόμενου συντάκτη του εγγράφου αναφορικά με τον χαρακτήρα της επίδικης έκτασης.

Τέλος, στο παραπάνω έγγραφο επισυνάπτονται οι ως άνω αεροφωτογραφίες, φωτογραφίες του επίδικου ακινήτου από αυτοψία που διενεργήθηκε κατά το έτος 2018 και απόσπασμα του κυρωμένου δασικού χάρτη της συγκεκριμένης περιοχής από το οποίο προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στους κυρωμένους δασικούς χάρτες αφού δεν φέρει πράσινο περίγραμμα και πράσινη διαγράμμιση.

Αντίθετα, όπως συνάγεται από το προαναφερόμενο περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, το επίδικο ακίνητο φέρει την ένδειξη "ΑΑ" ("άλλης μορφής/κάλυψης έκταση στις αεροφωτογραφίες παλαιότερης λήψης" και "άλλης μορφής/κάλυψης έκταση στις αεροφωτογραφίες πρόσφατης λήψης και στις αυτοψίες") στους προσωρινούς δασικούς χάρτες για τους οποίους θα γίνει επικαιροποίηση, συμπλήρωση, θεώρηση, ανάρτηση και κύρωση σε μεταγενέστερο στάδιο, γεγονός που δεν προκύπτει ότι είχε συντελεστεί έως τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αλλά ούτε και κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου και ως εκ τούτου καταρρίπτεται ο ισχυρισμός του εναγομένου περί του χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου ως δασικής - χορτολιβαδικής έκτασης.

Τέλος, θα πρέπει να επισημανθεί ότι καθ' όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι ενάγοντες και οι ως άνω άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι τους νέμονταν το επίδικο ακίνητο, το εναγόμενο, δια των αρμόδιων δασικών οργάνων του, ουδέποτε αμφισβήτησε το δικαίωμα κυριότητας των εναγόντων ή των δικαιοπαρόχων τους ούτε και προκύπτει ότι προέβη σε ενέργειες για την προστασία του επικαλούμενου δικαιώματος του, όπως για παράδειγμα στην έγερση αγωγής ή την έκδοση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής.

Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη ο ισχυρισμός του εναγόμενου περί ιδίας κυριότητας του στο επίδικο ακίνητο λόγω του χαρακτήρα αυτού ως δασικής - χορτολιβαδικής έκτασης θα πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος και να αναγνωριστεί το δικαίωμα συγκυριότητας των εναγόντων στο επίδικο ακίνητο και να διαταχθεί η διόρθωση της αντίστοιχης ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία και, επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέληξε σε όμοια κρίση και δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, δεν έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου και ορθά εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό και ως εκ τούτου οι σχετικοί λόγοι της έφεσης και, συνακόλουθα, η κρινόμενη έφεση στο σύνολό της, θα πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα.".

Υπό τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε κατ ουσίαν την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον πλήττει την απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για τις εκ των αριθμών 1 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με το πρώτο σκέλος του ανωτέρω λόγου (αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) για ευθεία παραβίαση του άρθρου 17 του ν. 3889/2010 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του ν. 998/1979 και με το δεύτερο σκέλος ότι χωρίς να προσκομισθεί καμία απόδειξη και χωρίς να μνημονεύει από ποια αποδεικτικά στοιχεία κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Ειδικότερα το αναιρεσείον αιτιάται ότι το Εφετείο ενώ δέχεται ότι τυγχάνουν εφαρμογής οι ανωτέρω διατάξεις νόμων στην κρινόμενη υπόθεση, με τις παραδοχές του ότι με την με αρ. ...-2017 απόφαση του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου-Δυτικής Μακεδονίας, έχουν κυρωθεί μερικώς οι δασικοί χάρτες και από την κύρωσή τους καθίστανται οριστικοί και έχουν πλήρη αποδεικτική ισχύ σε κάθε διοικητική και δικαστική αρχή για τα τμήματα που αποτυπώνονται με πράσινο περίγραμμα και πράσινη διαγράμμιση, υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 για τις χορτολιβαδικές εκτάσεις, ότι εντός των ανωτέρω προσωρινών χαρτών έχουν συμπεριληφθεί ως ΑΑ (άλλης μορφής έκταση σε παλαιότερες αεροφωτογραφίες και άλλη μορφής κάλυψη σε νεότερες) μεταξύ άλλων και οι χορτολιβαδικές εκτάσεις του άρθρου 3 του ν. 998/1979 και στις οποίες συμπεριελήφθη και το επίδικο ακίνητο και ότι επίκειται επικαιροποίηση των προσωρινών χαρτών η οποία δεν έχει συντελεστεί μέχρι τον χρόνο συζήτησης της έφεσης, επικαλούμενο δε περαιτέρω ότι με την με αρ. 117804/11-10-2022 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δασών κυρώθηκε μερικώς ο δασικός χάρτης όλων των τοπικών δημοτικών κοινοτήτων των Δήμων Κοζάνης, Βοίου, Εορδαίας, Σερβίων και Βελβενδού της Π.Ε.

Κοζάνης και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 25-10-2022, διατείνεται α) ότι εσφαλμένα το Εφετείο δεν εφήρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί του χαρακτήρα του επιδίκου ως δασικής-χορτολιβαδικής έκτασης και β) ότι χωρίς αποδείξεις για το ζήτημα της συντέλεσης της επικαιροποίησης του δασικού χάρτη για τις χορτολιβαδικές εκτάσεις δέχθηκε ότι δεν είχε συντελεστεί αυτή.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, αιτιώμενο ότι το Εφετείο ενώ δέχθηκε ότι με την με αρ. ...-2017 απόφαση του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου-Δυτικής Μακεδονίας περί μερικής κύρωσης δασικού χάρτη, η επίδικη έκταση εμφανίζεται ως ΑΑ (άλλης μορφής έκταση σε παλαιότερες αεροφωτογραφίες και άλλη μορφής κάλυψη σε νεότερες) για την οποία επίκειται επικαιροποίηση κατέληξε στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι η επίδικη έκταση δεν συνιστά δασική χορτολιβαδική έκταση.

Όπως προκύπτει από τις παραδοχές του Εφετείου αλλά και από το περιεχόμενο του ανωτέρω λόγου της αίτησης, το επίδικο ακίνητο ως έκταση ΑΑ (άλλης μορφής έκταση σε παλαιότερες αεροφωτογραφίες και άλλη μορφής κάλυψη σε νεότερες) δεν είχε συμπεριληφθεί στους κυρωθέντες προσωρινούς δασικούς χάρτες, που κυρώθηκαν με την με αρ. ...-2017 απόφαση του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου-Δυτικής Μακεδονίας μέχρι τον χρόνο συζήτησης της έφεσης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Σημειωτέον ότι η οριστική κύρωση των δασικών χαρτών δεν αφορά κατ' αρχήν το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εκτάσεων που περιλαμβάνονται σε αυτόν, πλην, όμως, ο οριστικός χαρακτηρισμός με αυτόν ορισμένης έκτασης ως δασικής ενεργοποιεί επ' αυτής το μαχητό τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου κατ' άρθρο 2 παρ. 3 του N. 998/1979 και σε κάθε περίπτωση στην κρινόμενη υπόθεση, κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης στις 25-10-2021 δεν προκύπτει ότι έγινε οριστική κύρωση δασικών χαρτών.

Επομένως το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του ορθά ερμήνευσε και δεν εφήρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 3889/2010 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του ν. 998/1979 όσον αφορά τον χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου, το οποίο δεν περιλαμβάνονταν στους κυρωθέντες προσωρινούς δασικούς χάρτες και δεν κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα χωρίς αποδείξεις καθόσον το επίδικο ακίνητο, κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσης, εξαιρούνταν των κυρωμένων προσωρινών δασικών χαρτών και ο πρώτος λόγος και κατά τα δύο σκέλη του είναι αβάσιμος.

Επίσης η προσβαλλομένη απόφαση με πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα ότι κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσης, δεν είχε εκδοθεί απόφαση περί προσωρινής κύρωσης των δασικών χαρτών που αφορούσε τις εκτάσεις ΑΑ δηλαδή άλλης μορφής έκταση σε παλαιότερες αεροφωτογραφίες και άλλης μορφής κάλυψη σε νεότερες αεροφωτογραφίες καθόσον αυτές είχαν εξαιρεθεί από την προσωρινή κύρωση με την με αρ. ...-2017 απόφαση του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου-Δυτικής Μακεδονίας.

Επομένως και ο δεύτερος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος. Με το τρίτο λόγο της αίτησης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την εκ του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, προσδίδοντας σε αποδεικτικό μέσο μικρότερη αποδεικτική δύναμη με τις παραδοχές του Εφετείου ότι το με αρ. ...-2018 έγγραφο του Τμήματος Χαρτογραφήσεων της Διεύθυνσης Δασών Κοζάνης δεν περιέχει το όνομα του συντάκτη αυτού καθώς και το προκύψαν συμπέρασμά του, αν και κατονομάζεται στο ανωτέρω έγγραφο ο συντάκτης που είναι ο αναπληρωτής προϊστάμενος της Διεύθυνσης δασών Κοζάνης Σ.

Μ. καθώς και το συμπέρασμα ότι ".. η σημερινή μορφή της έκτασης είναι αποτέλεσμα παράνομης επέμβασης, επιχωμάτωσης, διαμόρφωσης, εκχέρσωσης, κατάληψης χορτολιβαδικής έκτασης... παρά τις επεμβάσεις δεν μπορεί να απολέσει τον χορτολιβαδικό της χαρακτήρα". Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όσον αφορά το με αρ. ...-2018 έγγραφο του Τμήματος Χαρτογραφήσεων της Διεύθυνσης Δασών Κοζάνης, το Εφετείο δέχθηκε ότι από το έγγραφο αυτό, το οποίο σημειωτέον αφορά την μορφή των σ αυτό περιλαμβανομένων εδαφικών εκτάσεων και όχι το ιδιοκτησιακό καθεστώς αυτών, προκύπτει ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στον κυρωθέντα μερικώς δασικό χάρτη αλλά εξαιρείται τούτου και ότι γι αυτό επίκειται επικαιροποίηση, δηλαδή όσα αναγράφονται στο εν λόγω έγγραφο.

Ερευνώντας δε κατ ουσίαν την υπόθεση δέχθηκε ότι η εν λόγω επικαιροποίηση δεν έχει πραγματοποιηθεί κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσης (22-9-2021) και συνεπώς ως προς τον χαρακτήρα της επίδικης έκτασης δεν είναι δεσμευτική και συνεκτιμώντας και τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, όπως συμβολαιογραφικά έγγραφα μεταβίβασης του επιδίκου ακινήτου των ετών 1992, 1984 και 1921 και μαρτυρικές καταθέσεις, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το επίδικο γεωτεμάχιο ήταν πάντοτε ιδιωτικό ακίνητο και ανήκει κατά κυριότητα στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους.

Εξάλλου το αναιρεσείον αβάσιμα ισχυρίζεται ότι κατονομάζεται στο ανωτέρω έγγραφο ο συντάκτης αυτού και περιέχεται συμπέρασμα του συντάκτη καθόσον από την επισκόπηση του προσκομισθέντος με επίκληση εγγράφου για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου του λόγου αυτού, προκύπτει ότι ο Σ. Μ. αναγράφεται στην αρχή του εγγράφου υπό την ένδειξη "πληροφορίες" και όχι ως ο συντάξας τούτο και στο έγγραφο αναφέρονται οι διαπιστώσεις του συντάκτη του ως προς την μορφολογία του εδάφους του επιδίκου ακινήτου και όχι ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς χωρίς να περιλαμβάνεται συμπέρασμα του συντάξαντος αυτό ως προς την κυριότητα του επιδίκου γεωτεμαχίου.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο συνεκτιμώντας τα προαναφερόμενα έγγραφα ισοδύναμα με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, έκρινε ότι αυτά δεν ήσαν ικανά να προσπορίσουν κυριότητα στο αναιρεσείον, δεν υπέπεσε στην εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, υπό τις αιτιάσεις ότι με την παραδοχή ότι το επίδικο γεωτεμάχιο αποτελεί ιδιωτική έκταση, χρησιμοποιώντας, μεταξύ άλλων, ως επιχείρημα και το ότι "....

οι ιδιοκτήτες παρακείμενων ακινήτων τα οποία, όπως και το επίδικο, αποτυπώθηκαν ως δημόσιες χορτολιβαδικές εκτάσεις υπέβαλαν ενστάσεις στις αρμόδιες Επιτροπές του Κτηματολογίου, οι σχετικές αποφάσεις των οποίων δικαίωσαν τους ιδιοκτήτες χωρίς το εναγόμενο να ασκήσει αγωγές ενώπιον των δικαστηρίων" κατέληξε στην κρίση ότι το Δημόσιο έχει απολέσει το δικαίωμα όπως εγείρει αγωγές του άρθρου 6 του ν. 2664/1998 κατά των ιδιοκτητών των ομόρων ακινήτων, δημιουργούνται αμφιβολίες αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου και κατ εκτίμηση της ανωτέρω διάταξης του ν. 2664/1998.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος αφενός μεν διότι το ανωτέρω επικαλούμενο από το αναιρεσείον περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αποτελεί παραδοχές αυτής αλλά επιχειρήματα προς στήριξη της παραδοχής της περί του ιδιωτικού χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου και αφετέρου διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση δεν περιέχει παραδοχή περί απώλειας της προθεσμίας άσκησης της αγωγής του άρθρου 6 του ν. 2664/1998 από το Ελληνικό Δημόσιο κατά των ιδιοκτητών ομόρων ακινήτων, γεγονός που σε κάθε περίπτωση δεν ασκεί και ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της προκείμενης δίκης.

Κατόπιν αυτών, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματος αυτών, στο αναιρεσείον, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-11-2022 και με αρ. καταθ. 23/2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της με αριθμ. 66/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ