Legislator Case Law & Legislation
1247/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal rejecting insurer's defense of non-liability due to pre-existing condition concealment.

Case Number 1247/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment ordering the insurance company to pay a death benefit. The insurer argued it was not liable because the insured concealed a pre-existing hypertension condition, which the court found sufficient to exempt it from payment under the Insurance Law. The court held that the insurer's failure to explicitly claim cancellation of the contract was irrelevant since the risk materialized before the insurer could discover the fraud.

Legislator headnote

AI generated

Articles 3(6)(b) and 3(7)(b) of Law 2496/1997; An insurer is exempt from liability if the insured concealed a pre-existing condition before the risk materialized, regardless of whether the insurer formally claimed contract cancellation.

Keywords

AI generated
Insurance Law Concealment of Facts Pre-existing Condition Non-Liability Defense Material Misrepresentation Insurance Contract Cancellation Risk Materialization

Cited Legislation

AI generated
Article 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 3(6)(b) and 3(7)(b) of Law 2496/1997
Article 147 of the Civil Code
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1247 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1247/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Σ. του Α., χήρας Δ. Π., κατοίκου …, ατομικά και ως έχουσας την γονική μέριμνα και επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της Δ. Π. του Δ. και Ε. Π. του Δ., μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Δ. Π. του Α., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τρίπλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "CREDIT AGRICOLE ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία - Μιχαήλ Μαρκόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο - Μάρκο Αχουζαρίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/1/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1003/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 733/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/6/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 733/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε την έφεση της πρώτης των αναιρεσιβλήτων κατά της 1003/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απέρριψε την πλαγιαστική αγωγή της αναιρεσειούσης, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η πρώτη των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στην δεύτερη των αναιρεσιβλήτων δανείστρια Τράπεζα το ποσό του ασφαλίσματος των 150.000 ευρώ, λόγω επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, του θανάτου του ασφαλισμένου δανειολήπτη συζύγου της. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553,556,558,564,566 παρ.1ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρθμ.3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αρθμ.11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια αυτής της διατάξεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (ΟλΑΠ 2/2008). Καμμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική αναφορά των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνον αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 1982/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση από τον αριθ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο ασφαλισμένος Δ. Π. έπασχε από αρτηριακή υπέρταση κατά το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως ασφαλίσεως, την οποία δεν γνωστοποίησε στην ασφαλιστική εταιρεία και ήδη αναιρεσίβλητη και απέρριψε την αγωγή περί καταβολής του ασφαλίσματος λόγω επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου ως αβάσιμη, δεν έλαβε υπόψη καίτοι είχε νομίμως επικαλεσθεί και προσκομίσει τα παρακάτω έγγραφα:

α] την από 8-4-2013 εισαγγελική παραγγελία προς την Ασφάλεια Θεσσαλονίκης, με την οποία ζητείται η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης για να επισυναφθούν τα πιστοποιητικά θανάτου που έχουν εκδώσει από 1/1/2012 έως 31/12/2012 οι ιατροί που αναφέρονται στην κατάσταση της Δ/σης Ληξιαρχείου του Δήμου Θεσσαλονίκης και να εξακριβωθεί ποιοι εκ των θανόντων ουδέποτε υπήρξαν ασθενείς αυτών και κατ' αποτέλεσμα οι ιατροί που πιστοποίησαν τον θάνατό τους, λαμβανομένης υπόψη και της ειδικότητάς τους, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν την αιτία πρόκλησης του θανάτου τους, β] το υπ'αρθμ…./…-11-2012 έγγραφο του Ληξιαρχείου Θεσσαλονίκης προς το Πταισματοδικείο Θεσσαλονίκης, στο οποίο αναφέρονται τα ονόματα των ιδιωτών ιατρών που έχουν πιστοποιήσει θανάτους το 2012, από το οποίο προκύπτει ότι ο Ρ.

Τ. πιστοποίησε 230 θανάτους κατέχοντας το ετήσιο ρεκόρ σε σχέση με άλλους συναδέλφους του και γ] το από 15/11/2013 έγγραφο της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, όπου αναφέρεται ότι με 55 ένορκες εκθέσεις εξέτασης μαρτύρων συγγενών θανόντων προκύπτει ότι σε 51 από 55 περιπτώσεις ο ιατρός Ρ.

Τ. κλήθηκε από τα γραφεία τελετών, χωρίς να τον γνωρίζουν οι οικείοι τους ή να έχει εξετάσει ουδέποτε στο παρελθόν τον θανόντα εν ζωή, ενώ σε μια περίπτωση δεν εξέτασε καθόλου τον θανόντα για να εκδώσει το πιστοποιητικό θανάτου, σε μια περίπτωση εξέτασε τον θανόντα στο νοσοκομείο και όχι στην οικία του, όπως αναφέρεται στο πιστοποιητικό θανάτου και σε μια περίπτωση είναι αδιευκρίνιστο αν εξέτασε τον θανόντα σε άλλο χώρο, ότι από τα έγγραφα αυτά προέκυπτε ότι ο ιατρός Ρ.

Τ., που πιστοποίησε τις αιτίες θανάτου του ασφαλισμένου Δ. Π., δεν ήταν ο θεράπων ιατρός του, δεν τον γνώριζε και δεν τον εξέτασε ποτέ και ότι αυτό το πραγματικό γεγονός ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, διότι αποδείκνυε το βάσιμο του ισχυρισμού της ότι ο ασφαλισμένος δεν έπασχε και ούτε απεβίωσε από αρτηριακή υπέρταση και θα είχε ως αποτέλεσμα την παραδοχή της αγωγής της.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι λήφθηκαν υπόψη "τα έγγραφα που με επίκληση νόμιμα και παραδεκτά προσκομίζουν οι διάδικοι, των οποίων δεν απαιτείται ειδική μνεία στην παρούσα, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά στη συνέχεια, χωρίς όμως να έχει παραληφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια", αλλά και από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία, αλλά αντίθετα καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τα παραπάνω έγγραφα.

Το άρθρο 3 του ν.2496/1997 ορίζει στις παραγράφους του 1 εδ. α', 6 εδ. α' και β' και 7 εδ.β' και γ' τα εξής: Κατά τη σύναψη της συμβάσεως ο λήπτης της ασφαλίσεως υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή (παρ.1 εδ.α').

Σε περίπτωση παραβάσεως από δόλο της υποχρεώσεως που προβλέπεται στην παρ.1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παραβάσεως. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρεώσεώς του προς καταβολή του ασφαλίσματος (παρ.6 εδ.α' και β').

Στην περίπτωση της παρ.6 του άρθρου αυτού, η καταγγελία επιφέρει άμεσα αποτελέσματα. Ο ασφαλιστής δικαιούται των ασφαλίστρων που ήταν ληξιπρόθεσμα κατά το χρόνο, κατά τον οποίο επήλθαν τα αποτελέσματα της καταγγελίας της συμβάσεως ή κατά το χρόνο επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, στην περίπτωση που κατά τις παρ.5 και 6 του άρθρου αυτού περιορίζεται η ευθύνη του ή απαλλάσσεται αυτής (παρ.7 εδ.β' και γ').

Από τις πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 36 παρ.24 περ.α' του ίδιου νόμου και των άρθρων 211 επ. και ιδίως 214 του ΑΚ, συνάγονται τα εξής: Κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής συμβάσεως μεταξύ αφενός του ασφαλιστή, μη δυνάμενου, σημειωτέον, εκ του νόμου να έχει ως άμεσο αντιπρόσωπό του κάποιον ασφαλιστικό σύμβουλο, ώστε η από τον τελευταίο γνώση περιστατικών και της επιδράσεώς τους στη σύμβαση να λογίζεται ως γνώση εκείνου, και αφετέρου του λήπτη της ασφαλίσεως, αυτός (ο δεύτερος) υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.

Σε περίπτωση δε παραβάσεως εκ μέρους του λήπτη της ως άνω υποχρεώσεως από δόλο, ο ασφαλιστής, λαμβάνοντας βέβαια γνώση της παραβάσεως και σταθμίζοντας τα συμφέροντά του, έχει δικαίωμα είτε να εμμείνει στη σύμβαση, δηλώνοντας ενδεχομένως τούτο ρητά στο λήπτη, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση, επιφέροντας ασφαλώς τη λύση της, και έτσι να απαλλαγεί, μάλιστα δε αμέσως μετά τη συντέλεση της καταγγελίας, της υποχρεώσεώς του προς καταβολή του ασφαλίσματος.

Ωστόσο το εν λόγω δικαίωμα για καταγγελία υπόκειται σε αποσβεστική προθεσμία, αφού ο ασφαλιστής δικαιούται να προβεί στην καταγγελία μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από τότε που έλαβε γνώση της παραβάσεως. Ευνόητο είναι ότι μετά την άπρακτη πάροδο αυτής της προθεσμίας ο ασφαλιστής τεκμαίρεται αμάχητα ότι εμμένει στη σύμβαση.

Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της μηνιαίας προθεσμίας, πριν, εννοείται, από την κατά τα ανωτέρω καταγγελία, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, της υποχρεώσεώς του προς καταβολή του ασφαλίσματος και, βέβαια, η εκ μέρους τούτου καταγγελία της συμβάσεως δεν απαιτείται πια για να επιφέρει την προαναφερόμενη απαλλαγή, αφού την απαλλαγή αυτή, ως κύρωση εις βάρος του λήπτη της ασφαλίσεως, για την από πρόθεση παράβαση της πιο πάνω υποχρεώσεώς του, απαγγέλλει ρητά ο νόμος, χωρίς να απαιτεί και τη συνδρομή οποιασδήποτε άλλης περαιτέρω προϋποθέσεως.

Η διάταξη δε του άρθρου 3 παρ.7 εδ. β' του ν. 2496/1997, που ορίζει ότι "στην περίπτωση της παρ.6 του άρθρου αυτού, η καταγγελία επιφέρει άμεσα αποτελέσματα", δεν υπονοεί ότι καταγγελία απαιτείται και στις δύο περιπτώσεις που ρυθμίζονται στο άρθρο 3 παρ.6 του νόμου αυτού, αλλά ρυθμίζει τα αποτελέσματα της καταγγελίας, από απόψεως χρόνου επέλευσεώς τους, εκεί όπου η παρ/φος 6 του άρθρου 3 την προβλέπει ως δικαίωμα του ασφαλιστή, χωρίς ακόμα να έχει επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση.

Περαιτέρω, το ποιες είναι οι έννομες συνέπειες, αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνώση της παραβάσεως δεν προβλέπεται ρητά στο νόμο. Ενόψει του ότι δεν εναρμονίζεται με τη λογική ούτε το να απαιτείται, προς επέλευση της προμνημονευόμενης απαλλαγής, η εμπρόθεσμη καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους του εν λόγω ασφαλιστή, τη στιγμή που αυτός αγνοεί την παράβαση, που αποτελεί την αιτία της καταγγελίας, ούτε το να προστατεύεται αυτός, ο μη γνώστης της παραβάσεως ασφαλιστής, μέσω των γενικών διατάξεων του αστικού δικαίου (περί απάτης κ.λ.π.) και έτσι ενδεχομένως να βρίσκεται αυτός, από άποψη έννομης προστασίας, σε χειρότερη θέση έναντι εκείνης του προβλεπόμενου στην τελευταία ως άνω διάταξη ασφαλιστή που γνωρίζει την παράβαση, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατά το πνεύμα και το σκοπό των προεκτιθέμενων διατάξεων, επιβάλλεται η αναλογική εφαρμογή της τελευταίας εκ τούτων των διατάξεων και γι' αυτό στην υπό εξέταση περίπτωση ο ασφαλιστής απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, της υποχρεώσεώς του προς καταβολή του ασφαλίσματος (ΑΠ 1450/2006, ΑΠ 1119/2003).

Κατά το άρθρο 559 αρθμ.8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. Πράγματα είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο. Ειδικότερα πράγματα αποτελούν οι διάφορες βάσεις της αγωγής, τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση των ενστάσεων ή αντεστάσεων, οι λόγοι εφέσεως, όχι όμως οι αιτιολογημένες αρνήσεις, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου [ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 650/2016].

Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι τον πραγματικό ισχυρισμό ότι η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία θα είχε προβεί σε καταγγελία της ασφαλιστικής συμβάσεως αν είχε λάβει γνώση της παραβάσεως πριν την επέλευση του κινδύνου, το οποίο θεμελιώνει την ένσταση απαλλαγής της, κατ' αναλογική εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 3 παρ.6 εδ.

β και παρ.7 εδ. β του Ν 2496/1997, ωστόσο, την εν λόγω ένσταση και κατά συνέπεια τον ως άνω ισχυρισμό που την θεμελιώνει, δεν τον προέβαλε η αναιρεσίβλητη ούτε με τις προτάσεις της κατά τη συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό, ούτε με την έφεσή της, ούτε με τις προτάσεις της κατά τη συζήτηση της εφέσεως, αλλά αντίθετα προέβαλε την ένσταση ακυρωσίας της ασφαλιστικής συμβάσεως λόγω απάτης, στηρίζοντας την απαλλαγή της από την καταβολή του ασφαλίσματος στη διάταξη του άρθρου 147 ΑΚ.

Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ] επισκόπηση των προτάσεων της πρώτης των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστικής εταιρείας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Μονομελούς Εφετείου και του δικογράφου της εφέσεώς της προκύπτει ότι αυτή ισχυρίστηκε πως κατά τη συμπλήρωση του σχετικού ερωτηματολογίου ο ασφαλισμένος δολίως απέκρυψε ότι έπασχε από αρτηριακή υπέρταση, για την οποία λάμβανε φαρμακευτική αγωγή, παραβιάζοντας έτσι το ασφαλιστικό βάρος του και ότι ο ασφαλιστικός κίνδυνος, δηλ.

ο θάνατος του ασφαλισμένου, επήλθε πριν αυτή πληροφορηθεί την γενόμενη παραπλάνησή της, η οποία συνεχίστηκε και από την αναιρεσείουσα, σύζυγό του, ζήτησε δε να απαλλαγεί από την υποχρέωσή της για καταβολή του ασφαλίσματος. Τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα θεμελιώνουν σαφώς την ένσταση της αναιρεσιβλήτου περί μη οφειλής του ασφαλίσματος και το αντίστοιχο αίτημά της περί μη υποχρεώσεώς της στην καταβολή αυτού, χωρίς να απαιτείται να ισχυριστεί ότι θα είχε προβεί σε καταγγελία της ασφαλιστικής συμβάσεως, αν είχε λάβει γνώση της παραβάσεως του ασφαλισμένου πριν την επέλευση του κινδύνου, αφού, όπως εκθέτει, η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε πριν αυτή λάβει γνώση της παραβάσεως, οπότε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, κατ' αναλογική εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 3 παρ. 6 εδ.β και 7 εδ.β του Ν 2496/1997, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται αμέσως, μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, της υποχρεώσεώς του προς καταβολή του ασφαλίσματος.

Επομένως ο ως άνω δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ] και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις [άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ], όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-6-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρθμ. 733/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια [2.700] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ