Legislator Case Law & Legislation
1247/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on vague facts and insufficient evidence regarding property sales and rental completion.

Case Number 1247/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision regarding property sales and rental completion. The appellant argued the lower court ignored specific evidence proving financial capacity and property readiness between 2000 and 2001. The court rejected this, stating the lower court properly evaluated all evidence and the appeal lacked substantive grounds.

Legislator headnote

AI generated

Art. 216(1), Art. 559(1) & (11) c' of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the lower court's failure to consider evidence is inadmissible if the appellate court demonstrates it properly evaluated the weight of all submitted evidence.

Keywords

AI generated
vague complaint insufficient evidence appellate review property sales rental completion financial capacity dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 216(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(11) c' of the Code of Civil Procedure
Art. 495(4) of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1247 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1247/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Λ. του Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κυπριώτη.

Της αναιρεσίβλητης: Π. Κ. του Φ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο - Μάρκο Αχουζαρίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 113/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 162/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-7-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη, της παρ. 1 του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου κατά νόμο της αγωγής.

Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ) και συντρέχει, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 106/15).

Αν, λοιπόν, το δικαστήριο δεχτεί την αγωγή ως ορισμένη, μολονότι το δικόγραφό της σε ότι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία είναι αόριστο και προβαίνει στην κατ' ουσία εξέτασή της, κατά παράβαση της ως άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. και δεν κηρύσσει ακυρότητα του δικογράφου, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 851/2017, ΑΠ 458/2017).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1400 παρ. 1 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983, "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέστηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου: "Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων, που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια". Η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 ΑΚ είναι, κατ` αρχήν, ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου άμεση ή έμμεση.

Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της έγερσης της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας, κρίσιμος χρόνος θεωρείται στη μεν περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, στη δε περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), κρίσιμος είναι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1316/2017, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1566/2017, ΑΠ 1274/2007).

Από το ανωτέρω άρθρο 1400 Α.Κ. προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης του συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, αφότου τελέσθηκε ο γάμος και γ) η συμβολή, με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτής της περιουσίας του υπόχρεου.

Συνεπώς, για το ορισμένο της αγωγής αυτής, πρέπει να προσδιορίζονται στο δικόγραφό της, εκτός από τα κρίσιμα, κατά τη διάταξη, χρονικά σημεία, η πραγματική αυξητική διαφορά στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου, που συνιστά το απόκτημα με την ευρύτερη έννοια του όρου (θετική ή αρνητική με την αποφυγή μειώσεως) και περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν (ΑΠ 1357/2015).

Ωστόσο, η περιουσία του υπόχρεου κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) δεν αποτελεί στοιχείο της βάσεως της αγωγής (ΑΠ 825/2015), ώστε να καθίσταται αυτή αόριστη από την παράλειψη αναφοράς ύπαρξης τέτοιας περιουσίας και των στοιχείων της. Εάν, όμως, ο δικαιούχος σύζυγος εκθέτει στην αγωγή, ότι κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου ο υπόχρεος είχε περιουσία, αποτελούμενη από ακίνητα, είναι απαραίτητη η αναφορά της κατά το χρόνο αυτό αξίας τους, ανεξαρτήτως του αν αυτή είναι μεγάλη ή μικρή, καθόσον δεν νοείται "μηδενική" αξία αυτών (ΑΠ 1165/2015, ΑΠ 593/2008).

Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ενστάσεως, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο (ΑΠ 3/2016, ΑΠ 1357/2015, ΑΠ 566/2014). Έτσι, εάν μεν στην αγωγή αναφέρεται ότι δεν υπήρχε κατά την τέλεση του γάμου των διαδίκων αρχική περιουσία του υπόχρεου συζύγου, ή δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σχετικά με την αρχική περιουσία αυτού, ο τελευταίος, μπορεί κατ' ένσταση να επικαλεστεί την ύπαρξη περιουσιακών του στοιχείων κατά την τέλεση του γάμου, ώστε με τον υπολογισμό τους και την αφαίρεση από την τελική περιουσία, να εμφανιστεί μειωμένο ποσό διαφοράς των δύο περιουσιών και συνεπώς μικρότερο ποσό στο οποίο θα υπολογιστεί το τυχόν δικαίωμα αποκτημάτων.

Με τον ίδιο σκοπό, ο υπόχρεος, στην περίπτωση που ο δικαιούχος ενάγων αναφέρεται στην ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων του υπόχρεου τα οποία αποτελούν αρχική περιουσία αυτού, μπορεί να ισχυριστεί κατ' ένσταση, ότι αντικείμενα της αρχικής περιουσίας δεν είναι μόνο τα αναφερόμενα στην αγωγή, αλλά και άλλα τα οποία αυτός περιγράφει στον ισχυρισμό του.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, εάν ο δικαιούχος σύζυγος, στην περί αποκτημάτων αγωγή του, αναφέρει την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων στον υπόχρεο σύζυγο κατά την τέλεση του γάμου τους, ήτοι την ύπαρξη αρχικής περιουσίας, το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του ως προς το ζήτημα της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου κατά τη διάρκεια του γάμου, θα λάβει υπόψη την ύπαρξη της επικαλούμενης αρχικής περιουσίας αυτού, ανεξάρτητα από την προβολή ισχυρισμού από τον εναγόμενο υπόχρεο σχετικά με την ύπαρξη αρχικής περιουσίας, ή διαφοροποίησης των στοιχείων αυτής που περιλαμβάνονται στην αγωγή (ΑΠ 1841/2017).

Εξάλλου, ως προς το στοιχείο της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση αυτή είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου. Η συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να συνίσταται όχι μόνον στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ο υπόχρεος σύζυγος και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του.

Η αποτίμηση των υπηρεσιών του ενάγοντος, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, απαιτείται όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής, ενώ δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό.

Ειδικότερα, η σχετική αγωγική αξίωση είναι δυνατόν να στηρίζεται είτε κυρίως, είτε και επικουρικώς σε σχέση με τις αξιώσεις από την παρ. 1 του άρθρου 1400 ΑΚ και στην τεκμαρτή συμβολή από την παρ. 1 εδ. β' του άρθρου 1400 ΑΚ, δηλαδή στο νόμιμο τεκμήριο, οπότε μοναδική προϋπόθεση έχει την επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, την οποία και μόνον ο ενάγων οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει, προσδιορίζοντας την τυχόν αρχική κατά την τέλεση του γάμου περιουσία του εναγομένου και την τελική κατά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου ή την άσκηση της αγωγής επί τριετούς διάστασης περιουσία του, καθώς και την σε χρήμα αξία αμφοτέρων κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, οπότε η συμβολή του τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο 1/3 της περιουσιακής επαύξησης, που προκύπτει με την αφαίρεση της αρχικής περιουσίας από την τελική.

Άρα, στην περίπτωση αυτή ο ενάγων σύζυγος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη ούτε της συμβολής του καθ` εαυτήν, ούτε του ποσοστού της, ούτε της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της περιουσιακής επαύξησης του εναγομένου (ΑΠ 1155/2017, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1173/2012). Ο εναγόμενος, όμως, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου φέρεται η περιουσία ότι αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων και στις δύο περιπτώσεις του άρθρου 1400 του ΑΚ, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει κάποια συμβολή.

Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει, ότι ο φερόμενος δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ` αυτόν.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (ΑΠ 1037/2017, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1899/2014, ΑΠ 1357/2015, ΑΠ 1223/2007, ΑΠ 546/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της από 9-3-2012 αγωγής προκύπτει, ότι η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, α) ότι με τον εναγόμενο (αναιρεσείοντα) τέλεσε νόμιμο πολιτικό γάμο στις 30.3.2002, αλλά η έγγαμη συμβίωσή τους διασπάστηκε στις 19.7.2008 και συνεχίστηκε έκτοτε, συμπληρώθηκε δε η τριετία στις 19.7.2011, β) ότι κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους ο εναγόμενος είχε τα αναφερόμενα σ' αυτή κατά είδος και αξία περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα) συνολικής αξίας 200.000 ευρώ, και συγκεκριμένα είχε στην κυριότητα του το περιγραφόμενο κατά θέση, έκταση και όρια αγροτεμάχιο, στο οποίο κατά τη σύναψη του γάμου είχαν κατασκευαστεί δέκα (10) ενοικιαζόμενες γκαρσονιέρες, αξίας, κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου, 150.000 ευρώ, λειτουργώντας επί πλέον σε αυτό, από τετραετίας, ατομική επιχείρηση ενοικιαζομένων δωματίων, της οποίας η αϋλη αξία ανερχόταν σε 50.000 ευρώ, γ) ότι κατά τον ως άνω χρόνο όφειλε σε διάφορους εργολάβους, για την εκτέλεση διαφόρων οικοδομικών εργασιών στο ακίνητό του, το ποσό των 89.227,23 ευρώ και έτσι η αξία της καθαρής αρχικής περιουσίας του, κατά την τέλεση του γάμου, αλλά και κατά το χρόνο της συμπληρώσεως τριετίας από την διάσπαση της εγγάμου συμβιώσεώς και της ασκήσεως της αγωγής, ανερχόταν στο ποσό των 110.772,07 ευρώ (200.000-89.227,23), δ) ότι κατά την διάρκεια του γάμου τους και μέχρι τη συμπλήρωση της τριετίας από της διαστάσεώς τους, η περιουσία του εναγομένου αυξήθηκε με τις αναφερόμενες στην αγωγή προσθήκες και βελτιώσεις επί υφισταμένων, κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου, ακινήτων του και η αξία της, κατά το χρόνο συμπληρώσεως τριετίας από της διαστάσεως αλλά και κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, ανερχόταν στο ποσό των 2.200.000 ευρώ, μετ' αφαίρεση δε παθητικού ύψους 125.000 ευρώ, η καθαρή τελική περιουσία του ανερχόταν στο ποσό των 2.075.000 ευρώ, ε) ότι, συνεπώς, η περιουσία του εναγομένου αυξήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου τους κατά το ποσό των 1.964.227,07 ευρώ, που αποτελεί τη διαφορά ανάμεσα στην καθαρή τελική και την καθαρή αρχική περιουσία του και στ) ότι στην επαύξηση αυτή της περιουσίας του εναγομένου συνέβαλε και η ίδια κατά ποσοστό 1/3, με την παροχή προσωπικής εργασίας για την αποπεράτωση οικίας στο ως άνω ακίνητο του εναγομένου συζύγου της και για την ανάπτυξη της επιχείρησής του, με την παράλληλη ενασχόλησή της με την ανατροφή και φροντίδα των δύο τέκνων του συζύγου της από προηγούμενο γάμο του και την καλή λειτουργία του συζυγικού οίκου και ότι η συμβολή της αυτή, ξεπερνούσε την υποχρέωση συμβολής της στις οικογενειακές ανάγκες.

Ζήτησε, λοιπόν, η ενάγουσα, ύστερα από παραδεκτό περιορισμό των αγωγικών αιτημάτων κατ' άρθρο 223 ΚΠολΔ, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 389.966,90 €, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, αφού στο δικόγραφό της διαλαμβάνονται όλα, τα από τις διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ και 1400 ΑΚ απαιτούμενα για την πληρότητά του στοιχεία, και ειδικότερα η συμπλήρωση τριετούς διάστασης της εγγάμου συμβιώσεως των διαδίκων και η αύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά τη διάρκεια του γάμου και μέχρι τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης με προσδιορισμό αυτής (περιουσίας), κατά αντικείμενο και αξία, την οποία είχε κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) και εκείνης που υπήρχε κατά το χρόνο γένεσης της αξίωσης (τελική περιουσία).

Η κατά τα άνω λεπτομερής αναφορά των θεμελιωτικών της ασκουμένης από το άρθρο 1400 ΑΚ αξίωσης πραγματικών περιστατικών ανταποκρίνεται στην απαιτουμένη από τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ "ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς", αφού με τον τρόπο αυτό εξυπηρετείται ο επιδιωκόμενος από τις εν λόγω διατάξεις σκοπός, της παροχής, δηλαδή, της δυνατότητας στο μεν δικαστήριο να ερευνήσει τη νομική βασιμότητα της αγωγικής αξίωσης, στο δε εναγόμενο να αμυνθεί ικανοποιητικώς, και δεν απαιτείται ακριβέστερος προσδιορισμός της αρχικής περιουσίας του εναγομένου, όπως ο τελευταίος ισχυρίζεται, καθόσον, κατά τα ανωτέρω, εκτιθέμενα, η ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ενστάσεως, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο.

Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ομοίως, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συνεπώς ο αντίθετος πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη νοηματική του εκτίμηση, η πλημμέλεια από τον αρ. 14 (και όχι τον αρ. 1) του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποιες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει ή πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα.

Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1230/2014, 402/2014, 1586/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο... στις 30.3.2002 και συμβίωσαν στην κοινή συζυγική οικία τους... μέχρι και το τον Ιούνιο του 2008, οπότε και διακόπηκε η έγγαμη συμβίωση τους, έκτοτε δε αυτοί διαμένουν σε διαφορετικές οικίες (η μεν ενάγουσα στο ..., ο δε εναγόμενος στην...

πρώην συζυγική οικία στη ...). Τον Ιούνιο του 2011 συμπλήρωσαν τρία έτη που βρίσκονταν σε διάσταση. Κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου των διαδίκων, οι οποίοι δεν επέλεξαν το σύστημα της κοινοκτημοσύνης, η περιουσία του εναγομένου αποτελούνταν από ένα αγροτεμάχιο, που βρίσκεται στη θέση "..." στην περιοχή ... της ..., εμβαδού 4.596,80 τ.μ., εντός του οποίου αυτός είχε ανεγείρει δύο συγκροτήματα ενοικιαζομένων δωματίων, και συγκεκριμένα α) ένα συγκρότημα αποτελούμενο από 4 ενοικιαζόμενες γκαρσονιέρες, συνολικού εμβαδού 90 τ.μ., που ήταν ήδη αποπερατωμένο το έτος 2000 και β) ένα δεύτερο συγκρότημα, αποτελούμενο από έξι ενοικιαζόμενες γκαρσονιέρες (studios), συνολικού εμβαδού 160 τ.μ., που αποπερατώθηκε το καλοκαίρι του έτους 2001.

Κατά το χρόνο εκείνο, ο περιβάλλων χώρος του όλου ξενοδοχειακού συγκροτήματος ήταν αδιαμόρφωτος, η δε υπάρχουσα πισίνα δεν χρησιμοποιούνταν (ήταν άδεια). Το παραπάνω ξενοδοχειακό συγκρότημα, που βρισκόταν σε απόσταση 900 μέτρων από το γραφικό ψαροχώρι του ... και κοντά σε τρεις αμμουδερές παραλίες, εκμεταλλευόταν εμπορικά ο εναγόμενος διατηρώντας προς τούτο ατομική επιχείρηση ενοικιαζομένων δωματίων.

Εντός του ίδιου ως άνω οικοπέδου, πάνω από τις προαναφερόμενες έξι ενοικιαζόμενες γκαρσονιέρες, ο εναγόμενος είχε αρχίσει να ανεγείρει και μία οικία, που κατά την τέλεση του γάμου των διαδίκων, βρισκόταν στο στάδιο των μπετών, επιφάνειας 160 τ.μ.. Η αξία της... ακίνητης περιουσίας του εναγομένου, όπως είχε ήδη διαμορφωθεί κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου των διαδίκων, υπολογίζεται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας..., σε 800.000 € και συνολικά, συνυπολογιζομένης και της άυλης εμπορικής αξίας της επιχείρησης εκμετάλλευσης των παραπάνω ενοικιαζομένων δωματίων, σε 850.000 €, ενόψει των λίγων ετών λειτουργίας της και της συνακόλουθης περιορισμένης σταθερής πελατείας και φήμης που είχε αποκτήσει κατά το χρόνο εκείνο.

Ωστόσο, πριν την τέλεση του γάμου των διαδίκων, ο εναγόμενος είχε χρέη προς τρίτους συνολικού ύψους 90.322,2 ευρώ και ειδικότερα αυτός όφειλε: 1) 33.345,68 ευρώ προς τον Κ. Τ., 2) 1.094,97 € προς την εταιρία ..., 3) 43.907,23 € προς τρίτους (εμπόρους, εργολάβους, εργάτες κ.α.) για εκτέλεση εργασιών (υδραυλικών, ηλεκτρολογικών κ.α.) και αγορά διαφόρων υλικών για την ανεγειρόμενη κατοικία των διαδίκων και 4) 11.974,32 € για οφειλόμενη διατροφή των τέκνων που είχε αποκτήσει από τον προηγούμενο γάμο του.

Επομένως, πριν την τέλεση του γάμου των διαδίκων (2002), η παραπάνω αναφερθείσα αρχική περιουσία του εναγομένου ανερχόταν σε (850.000-90.322=) 759.678 ευρώ. Περαιτέρω,... κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων η ξενοδοχειακή επιχείρηση του εναγομένου, που έλαβε το διακριτικό τίτλο "...", διεύρυνε τον κύκλο των εργασιών της και αναπτύχθηκε εμπορικά, τούτο δε οφείλεται αφενός μεν στην ανακαίνιση των υφιστάμενων ενοικιαζομένων δωματίων, τη δημιουργία πρόσθετων χώρων και τη διαμόρφωση της πισίνας και εν γένει του περιβάλλοντα χώρου, με δαπάνες του εναγομένου και με προσωπική εργασία, μεταξύ άλλων, και αμφότερων των διαδίκων, όσο και στην απρόσκοπτη μακρόχρονη λειτουργία της επιχείρησης και την καλή εξυπηρέτηση των πελατών της, που της προσέθεσαν σε φήμη και σταθερή πελατεία.

Ειδικότερα, στο παραπάνω ξενοδοχειακό συγκρότημα κατασκευάστηκε αίθουσα υποδοχής και πρωινού, εμβαδού 50 τ.μ., αποθήκη, εμβαδού 10 τ.μ., κουζίνα εμβαδού 25 τ.μ. και λοιποί βοηθητικοί χώροι, επιφάνειας 60 τ.μ., ενώ επιπλέον ανακατασκευάστηκε η πισίνα, η οποία διαμορφώθηκε με πλακόστρωση και διαμορφώθηκε ο περιβάλλων χώρος του ξενοδοχείου, γενικά δε τα παραπάνω συγκροτήματα διαμορφώθηκαν κατά τρόπο ώστε να δίδεται πλέον η εντύπωση ότι πρόκειται για ένα πολυτελές ξενοδοχείο.

Ύστερα δε από τις παραπάνω κατασκευές και διαμορφώσεις, το ξενοδοχείο του εναγομένου προσφερόταν και για την πραγματοποίηση δεξιώσεων και εν γένει διαφόρων εκδηλώσεων. Αντίστοιχη της ανωτέρω ανάπτυξης της επιχείρησης του εναγομένου, ήταν και η αύξηση των τιμών των δωματίων που προσφέρονταν προς ενοικίαση, με ενδεικτική τιμή τα 110 ευρώ, στην οποία προσφέρονταν τα δίκλινα δωμάτια κατά την θερινή περίοδο του έτους 2013, ήτοι εν μέσω οικονομικής κρίσης, η δε αντίστοιχη τιμή εκμίσθωσης τους κατά το έτος 2001 ανερχόταν σε 60 ευρώ....

Περαιτέρω,... κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων αποπερατώθηκε και η παραπάνω... κατοικία, εμβαδού 160 τ.μ., που αποτέλεσε και τη συζυγική στέγη των διαδίκων. Η αξία του ως άνω ξενοδοχειακού συγκροτήματος του εναγομένου, συνυπολογιζομένης και της άυλης εμπορικής αξίας αυτής, υπολογίζεται σε 1.500.000 €, κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διαστάσεως των διαδίκων.

Ωστόσο, η αξία αυτή διαφοροποιήθηκε σημαντικά στο χρονικό διάστημα που πέρασε από τη συμπλήρωση της τριετούς διαστάσεως μέχρι το χρόνο συζήτησης της ένδικης αγωγής. Ειδικότερα,... από το έτος 2009 και εντεύθεν, η αξία των ακινήτων, ακόμα και εκείνων που προσφέρονται αποκλειστικά προς εκμετάλλευση, παρουσιάζει διαρκώς πτωτική τάση, συνεπεία της βαθιάς οικονομικής κρίσης που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία.

Με βάση τα δεδομένα αυτά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η αξία της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου, κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης αγωγής, υπολογίζεται συνολικά σε 1.200.000 €, συνυπολογιζομένης και της άυλης εμπορικής αξίας της επιχείρησης του, ύψους 150.000 €. Εντούτοις στην περιουσία του εναγομένου...

περιλαμβάνονται και χρέη, που μειώνουν τη ανωτέρω αναφερόμενη αξία της ατομικής του περιουσίας. Συγκεκριμένα... ο εναγόμενος, στο όνομα του οποίου λειτουργούσε η εν λόγω επιχείρηση, είχε αναλάβει και την οικονομική διαχείριση αυτής, κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διαστάσεως των διαδίκων, είχε χρέος προς την τράπεζα ..., ποσού 125.000 € λόγω στεγαστικού δανείου πού είχε λάβει, η τελική του περιουσία κατά τον κρίσιμο χρόνο συζήτησης της ένδικης αγωγής, ανήλθε σε (1.200.000 - 125.000=) 1.075.000 €.

Αφαιρουμένου δε από το ποσό αυτό του ποσού της ως άνω αρχικής περιουσίας του εναγομένου (759.678 € ), ή αύξηση της περιουσίας του τελευταίου, κατά την διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα, ανήλθε σε.... 315.322 €. Ωστόσο, στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου συνέβαλε και η ενάγουσα εν διαστάσει σύζυγός του τόσο με την παροχή εξωοικιακής εργασίας και στην ανατροφή των δύο τέκνων του συζύγου της από προηγούμενο γάμο, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του αντίθετου ισχυρισμού του εναγομένου.

Ειδικότερα, η ενάγουσα καθόλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων είχε ενεργή συμμετοχή στην ανακαίνιση του ξενοδοχείου όσο και τη διεύρυνση του κύκλου των έργασιών της εν λόγω επιχείρησης. Η τελευταία, πέρα από τη μεσολάβησή της για την κατάρτιση ξενοδοχειακών συμβάσεων, καθώς ερχόταν η ίδια σε επαφή με τουριστικούς πράκτορες για την εκμίσθωση των δωματίων σε οργανωμένους τουρίστες, απασχολούνταν η ίδια καθημερινά στην υποδοχή των πελατών και την εν γένει εξυπηρέτησή τους, ενώ επιπλέον με τη βοήθεια τρίτου προσώπου φρόντιζε και για ην καθαριότητα όλων των χώρων του ξενοδοχείου....

Επίσης, η ενάγουσα ανέλαβε, παρέχοντας μάλιστα και προσωπική εργασία, την αποπεράτωση της οικίας των διαδίκων. Ειδικότερα, πέρα από τη διακόσμηση της παραπάνω οικίας, έρραψε η ίδια τις κουρτίνες των δωματίων, έβαψε τους τοίχους και επιπλέον κατασκεύαζε τα ντουλάπια της κουζίνας και των υπνοδωματίων. Η προσφορά όλων των παραπάνω υπηρεσιών εκ μέρους της ενάγουσας - στην ανάπτυξη της επιχείρησης του συζύγου της και στην αποπεράτωση της οικίας τους - δεν αναιρείται ούτε αποκλείεται από το γεγονός ότι αυτή, παράλληλα με τις παραπάνω εργασίες, ασχολούνταν κατά περιόδους και με άλλες δραστηριότητες (λειτουργία καταστήματος λευκών ειδών, φωτογραφείο - ραφείο, κάμπινγκ), αφού τόσο η ίδια όσο και o σύζυγός της, ασχολούνταν κάθε φορά οι ίδιοι, προσωπικά, με τις υποθέσεις των καταστημάτων που λειτουργούσαν, με συνέπεια να έχουν τη δυνατότητα να ρυθμίζουν οι ίδιοι τις ώρες λειτουργίας των καταστημάτων τους ανάλογα με τον κύκλο των εργασιών τους.

Εξάλλου, τα τέκνα του εναγομένου, τη φροντίδα των οποίων είχε αναλάβει η ενάγουσα, φοιτούσαν στις τάξεις του γυμνασίου με συνέπεια να μην απαιτείται η πλήρης και αποκλειστική ενασχόληση της μ' αυτά. Περαιτέρω, η ενάγουσα καθόλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης φρόντιζε και περιποιόταν τον εναγόμενο ασχολούμενη καθημερινά με τις οικιακές εργασίες και διαχειρίζονταν με σύνεση τα έσοδα της οικογένειας.

Αυτή περαιτέρω, ενθάρρυνε και παρείχε αμέριστη συμπαράσταση στο σύζυγο της, με αποτέλεσμα να δημιουργεί ασφάλεια στο συζυγικό οίκο, αλλά και το κατάλληλο κοινωνικό και ψυχολογικό κλίμα για την απρόσκοπτη ενασχόληση του εναγομένου με την εργασία του. Οι υπηρεσίες αυτές υπήρξαν σημαντικές και υπερέβαιναν το μέτρο της υποχρέωσής της για συμβολή στις οικογενειακές ανάγκες, δεδομένου ότι ο εναγόμενος δεν συμμετείχε στη διαχείριση του κοινού οίκου, πλην της κάλυψης των οικονομικών αναγκών της οικογενείας.

Αντίθετα, ο εναγόμενος δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι η εφεσίβλητη είχε μηδενική συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του κατά την διάρκεια του γάμου τους, ούτε μπόρεσε να αποδείξει, ως όφειλε, ότι η αύξηση της περιουσίας του οφείλεται μόνο σε αυτόν, επειδή η εφεσίβλητη (ενάγουσα) δεν συνέβαλε στην αύξηση αυτή, επειδή δεν μπορούσε ή επειδή δεν ήθελε (απορριπτόμενης της ένστασης του εναγομένου περί μηδενικής συμβολής της ενάγουσας ως ουσία αβάσιμης).

Επομένως, στην ως άνω επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου της, που διατηρούνταν κατά τη συμπλήρωση του χρόνου της τριετούς διαστάσεως των συζύγων, συνέβαλε η ενάγουσα προσφέροντας τις ως άνω υπηρεσίες, η δε συμβολή της αυτή ανέρχεται στο αξιούμενο τεκμαρτό ποσοστό του 1/3, ήτοι στο ποσό των (315.322 Χ 1/3=) 105.107 €, καθόσον o εναγόμενος δεν απέδειξε ότι η ενάγουσα είχε μικρότερη του τεκμηρίου ή καμία συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τις εφέσεις των διαδίκων κατ' ουσίαν και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος - αναιρεσείων να καταβάλει στην ενάγουσα για τη συμμετοχή της στα αποκτήματα το ποσό των 105.107 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, διέλαβε δε επαρκείς, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν την συμβολή της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος κατά το τεκμήριο του 1/3 και την απόρριψη της, περί μηδενικής συμβολής της, ένστασης του τελευταίου.

Ειδικότερα, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της επαύξησης της περιουσίας του αναιρεσείοντος κατά τη διάρκεια του γόμου, η προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζει με επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, αφενός μεν την αρχική κατά την τέλεση του γάμου, αφετέρου δε την τελική κατά την άσκηση της αγωγής περιουσία του, καθώς και την σε χρήμα αξία αμφοτέρων κατά τον χρόνο άσκησης και συζήτησης της αγωγής, και επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσδιορίζει με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες την άυλη αξία της επιχείρησης του αναιρεσείοντος τόσο κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου όσο και κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης των διαδίκων και γέννησης της αξίωσης της ενάγουσας, αλλά και κατά το χρόνο άσκησης και συζήτησης της αγωγής, αναφέροντας τα επί μέρους στοιχεία, που προσδιορίζουν την αξία αυτή, επί πλέον της τρέχουσας συναλλακτικής αξίας των συγκροτούντων αυτήν επί μέρους υλικών περιουσιακών στοιχείων, και δη εκείνα που αναφέρονται στην καλή φήμη, την πελατεία και την καλή πορεία των υποθέσεων, σε συνδυασμό και με την επωνυμία της επιχειρήσεως.

Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα, η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.

Συνεπώς, οι από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ έκτος και τέταρτος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος ως άνω τέταρτος λόγος, καθό μέρος με αυτόν, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του όρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος.

Περαιτέρω, διδάγματα της κοινής πείρας, είναι γενικές αρχές που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, της συμμετοχής στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει πλέον κοινό κτήμα. Κατά την έννοια αυτή, χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή για την εκτίμηση της αξίας και των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νόμιμα προσκομίστηκαν.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνον, όμως, αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός, περί παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 752/2017, ΑΠ 43/2017, ΑΠ 1552/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας α) με το να δεχθεί ότι η αναιρεσίβλητη είχε τη δυνατότητα να προβεί σε όλες τις εργασίες που εντελώς καταχρηστικά περιγράφει στην αγωγή της, ήτοι στην ταυτόχρονη συνδρομή σε εργασίες δημιουργίας πρόσθετων χώρων και διαμόρφωση της πισίνας και του εν γένει περιβάλλοντος χώρου με προσωπική εργασία, στην εξυπηρέτηση των πελατών, στην προσωπική εργασία για την αποπεράτωση της οικίας, στη συνδρομή στις φωτογραφίσεις των γάμων, καθώς και στη φροντίδα των τέκνων του συζύγου και της οικίας, ενώ στην πραγματικότητα η όποια αύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος ήταν αποτέλεσμα της προσωπικής εργασίας αυτού, και β) με το να υπολογίσει την άυλη εμπορική αξία των ακινήτων και των ξενοδοχειακών δωματίων, χωρίς το δικαστήριο να έχει τις απαραίτητες ειδικές γνώσεις.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, όπως από το προδιαληφθέν περιεχόμενό του σαφώς προκύπτει, η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών γεγονότων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1795/2008).

Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ. Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002).

Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 2/1989, ΑΠ 1437/2017, ΑΠ 1143/15). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη, καίτοι παραδεκτώς προέβαλε ενώπιον του με λόγους έφεσης, α) την ένστασή του περί μηδενικής συμβολής της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας του και β) τον ισχυρισμό του περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης.

Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο μέρος αυτού, είναι αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη την προταθείσα από τον αναιρεσείοντα σχετική ένσταση, την οποία, μάλιστα, ευθέως απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, με την αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων "δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι η εφεσίβλητη είχε μηδενική συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του κατά τη διάρκεια του γάμου τους, ούτε μπόρεσε να αποδείξει, ως όφειλε, ότι η αύξηση της περιουσίας του οφείλεται μόνο σε αυτόν, επειδή η εφεσίβλητη (ενάγουσα) δεν συνέβαλε στην αύξηση αυτή, επειδή δεν μπορούσε ή επειδή δεν ήθελε".

Εξάλλου, ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν εξέτασε την προταθείσα από τον αναιρεσείοντα, από το άρθρο 281 Α.Κ., ένταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, καθόσον αυτή άσκησε την ένδικη αγωγή, καίτοι ουδόλως συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος και, επί πλέον, αυτή ήταν εκείνη που αποκόμισε όφελος ασκώντας τις επαγγελματικές δραστηριότητες κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης με τη συνδρομή του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος, αφού ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ανωτέρω ισχυρισμός δεν ήταν νόμιμος, ενόψει του ότι τα ως άνω εκτιθέμενα περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση της ένδικης αξίωσης της αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα ο εν λόγω ισχυρισμός να μην ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά.

Δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 451/2014). Εφόσον συνεπώς προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 516/2016).

Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνητικοί ισχυρισμοί ούτε τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου (ΑΠ 1202/2000). Ακόμη, δεν είναι πράγματα οι ισχυρισμοί που έχουν σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων και την απόκρουση των ισχυρισμών του αντιδίκου για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 719/2017, ΑΠ 486/2017, ΑΠ 244/2001).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το δικαστήριο χωρίς απόδειξη, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα, έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους επήλθε αύξηση της περιουσίας αυτού.

Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο στην ανωτέρω παραδοχή του και την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία νομίμως προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, δηλαδή των καταθέσεων των μαρτύρων, των εγγράφων, των φωτογραφιών, καθώς και των ενόρκων βεβαιώσεων.

Επομένως, στην παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο παραπάνω από τον αρ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Πρέπει, όμως, για την ίδρυση του προκειμένου λόγου, το αποδεικτικό μέσο να ήταν χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση διά τεκμηρίων απόδειξη (ΑΠ 1134/1993) γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 173/2015). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1349/2017, ΑΠ 516/2016, ΑΠ 1204/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η οικονομική δυνατότητα του αναιρεσείοντος κατά τα έτη 2000-2001 να ανεγείρει και να έχει αποπερατωμένα κατά την τέλεση του γάμου τα ενοικιαζόμενα δωμάτια και την οικία του και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη α) το υπ' αριθμ.

…89/2000 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ...Σ. Κ. και το υπ' αριθμ. ….35/2001 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Ε. Μ., από τα οποία προκύπτει ότι εκείνη την περίοδο ο αναιρεσείων είχε πωλήσει δύο ακίνητα του πραγματικής αξίας 35.000.000 δραχμών και 30.000.000 δραχμών, αντίστοιχα, προκειμένου να μπορέσει να αποπερατώσει τα ως άνω επίδικα, β) το ομόλογο της Εθνικής Τράπεζας, αξίας 15 εκατομμυρίων δραχμών, το οποίο είχε ρευστοποιήσει για τον ίδιο σκοπό, γ) την υπ' αριθμ.

…82/1997 άδεια οικοδομής (νομιμοποίησης ισογείου) και την υπ' αριθμ. …15/2000 άδεια οικοδομής (νέα ισόγεια οικοδομή με ισόγειο και πισίνα), από τις οποίες προκύπτει επακριβώς ο χρόνος αποπεράτωσης των ενοικιαζόμενων δωματίων και της οικίας και δ) τα βιβλία κινήσεως πελατών των ετών 2001 και 2002, από τα οποία προκύπτει αναμφίβολα, ότι το σύνολο των ενοικιαζόμενων δωματιών του ήταν αποπερατωμένα και έτοιμα να φιλοξενήσουν τουρίστες ήδη από τον μήνα Μάρτιο του έτους 2001.

Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι λήφθηκαν υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων και τα νομίμως και με επίκληση εκατέρωθεν προσκομιζόμενα δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα, άλλα προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα επικαλούμενα ανωτέρω και τα συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης.

Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αυτής παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-7-2018 αίτηση του Γ. Λ. για αναίρεση της 162/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ