1247/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/9/2009 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 220/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 40/2013 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25/10/2013 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1247/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 560/2013).
Full text
Απόφαση 1247 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1247/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Χαλκίδας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Εμμανουήλ Μουστάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μονοπρόσωπης Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "Ι. Β. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε." που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ν. Β. του Ι., 3) Κ. συζύγου Ν. Β., 4) Ι. Β. του Ν., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευανθία Στεφανέα με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/9/2009 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 220/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 40/2013 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25/10/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 23/4/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 40/2013 απόφαση του Εφετείου Ευβοίας, η οποία εκδόθηκε επί της από 25- 11-2010 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθμ. 220/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία έγινε δεκτή η από 29-6-2009 ανακοπή του αναιρεσιβλήτων.
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).
Περαιτέρω, ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 560/2013).
Εξάλλου, στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 § 1 ΝΔ 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται (και) κατά του "νομίμου τίτλου", ο μεν ανακόπτων επέχει κατ’ αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθού Δημόσιο θέση, ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων της ανακοπής, της οποίας το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 § 2 του ΚΕΔΕ νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου και εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με την συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων, που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση.
Στον νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση τον "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.
Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξοφλήσεως του δανείου από τον οφειλέτη (ΑΠ 175/2015).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Οι ανακόπτοντες είχαν λάβει από την "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε" 21 (μεσοπρόθεσμα και βραχυπρόθεσμα) δάνεια. Στη συνέχεια, με την υπογραφή της υπ’ αριθ. 4089/30-5-2002 πρόσθετης δανειστικής σύμβασης με την ως άνω τράπεζα, έγινε ρύθμιση των οφειλών τους σύμφωνα με τις υπ’ αριθμ. 4216/Β/269/7-2-2001 και 2/13584/0025/11-6-2001 αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, με την παροχή εγγύησης εκ μέρους του καθού Ελληνικού Δημοσίου.
Όμως, οι ανακόπτοντες δεν φάνηκαν συνεπείς προς τις υποχρεώσεις τους, με αποτέλεσμα κατά τα προβλεπόμενα από τις ως άνω υ. α., αλλά και τη σύμβαση ρύθμισης, αφενός μεν να καταστεί ληξιπρόθεσμο το σύνολο της οφειλής τους, αφετέρου δε να υποκατασταθεί στα δικαιώματα της Τράπεζας το καθού Ελληνικό Δημόσιο.
Κατόπιν αυτού βάσει καταστάσεων των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους, που απέστειλε η ΑΤΕ προς την Δ.Ο.Υ…., ο προϊστάμενος της τελευταίας εξέδωσε την επίδικη με αριθμό .../20-3-2009 ταμειακή βεβαίωση της Δ.Ο.Υ … για το ποσό των 74.373,82 €. Με τις υπ’ αριθμ. ... /1-4- 2009 ατομικές ειδοποιήσεις χρεών του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Χαλκίδας, που κοινοποιήθηκαν στους ανακόπτοντες, κλήθηκαν αυτοί να καταβάλουν στο καθού Ελληνικό Δημόσιο το ως άνω ποσό.
Ωστόσο στην ανωτέρω προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση, αλλά και στον αντίστοιχο χρηματικό κατάλογο, αναφέρεται ως είδος φόρου ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΧΚΕΕΔ και αναγράφεται μόνο το ανωτέρω συνολικό ποσό της οφειλής, χωρίς ουδεμία περαιτέρω εξειδίκευση, ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος της ύπαρξης και του ύψους της οφειλής.
Επομένως με την ανωτέρω εγγραφή ως είδος φόρου δεν προσδιορίζεται η αιτία της οφειλής, ενώ με την αναγραφή του συνολικά οφειλόμενου ποσού δεν εξειδικεύεται ο τρόπος υπολογισμού της. Από την έλλειψη των παραπάνω στοιχείων στη βεβαίωση αυτή, οι ανακόπτοντες, οι οποίοι αρνούνται το ύψος της οφειλής, δεν μπορούν να ελέγξουν αυτήν, υφιστάμενοι βλάβη η οποία δεν μπορεί να καλυφθεί με άλλον τρόπο παρά με την ακύρωση της εν λόγω αόριστης ταμειακής βεβαίωσης.
Το καθ’ ου η ανακοπή ισχυρίζεται ότι το ύψος της οφειλής, που βεβαιώθηκε σε βάρος των ανακοπτόντων με την εν λόγω ταμειακή βεβαίωση προσδιορίζεται αναλυτικά κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα στη κατάσταση ληξιπρόθεσμων οφειλών της ΑΤΕ, που μετ’ επικλήσεως προσκομίζει, στην οποία αναγράφεται το συνολικό ποσόν του δανείου, ο χρόνος λήξης της δόσης, το χρεολύσιο, οι τόκοι της δόσης, το σύνολο της δόσης, οι τόκοι υπερημερίας και οι λοιπές επιβαρύνσεις, και το σύνολο της βεβαιωμένης οφειλής.
Η κατάσταση δε αυτή, κατά τους ισχυρισμούς του, μαζί με την ταμειακή βεβαίωση συγκροτούν τον τίτλο, βάσει του οποίου το καθού η ανακοπή επέσπευσε την επίδικη διοικητική εκτέλεση σε βάρος των ανακοπτόντων, και ως εκ τούτου ο τίτλος ήταν πλήρως ορισμένος και νόμιμος. Ωστόσο, όπως το ίδιο το καθού η ανακοπή ισχυρίζεται στις προτάσεις του, την ως άνω κατάσταση ληξιπρόθεσμων οφειλών με αντίγραφα της σχετικής καρτέλας του δανείου, απέστειλε η ΑΤΕ, με περιληπτική κατάσταση βεβαίωσης της οφειλής, προς τη Δ.Ο.Υ Χαλκίδος, προκειμένου να πληρωθεί το ποσόν αυτής από το καθ’ ου η ανακοπή, Ελληνικό Δημόσιο, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης που είχε παράσχει.
Το καθ’ ου η ανακοπή δε, δεν επικαλέσθηκε ούτε προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι είχε κοινοποιήσει ή γνωστοποιήσει με άλλο νόμιμο τρόπο στους ανακόπτοντες τα ως άνω έγγραφα, που επικαλέσθηκε". Ακολούθως και με βάσης τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθμ. 220/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη ανακοπή των αναιρεσιβλήτων.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, ορθά εφάρμοσε το νόμο και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.
Ειδικότερα την κρίση του αυτή δικαιολογούσαν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι α) το αναιρεσείον δεν επικαλέσθηκε ούτε προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι είχε κοινοποιήσει ή γνωστοποιήσει με άλλο νόμιμο τρόπο στους αναιρεσιβλήτους την κατάσταση ληξιπρόθεσμων οφειλών με αντίγραφα της σχετικής καρτέλας του δανείου, που του απέστειλε η ΑΤΕ, με περιληπτική κατάσταση βεβαίωσης της οφειλής, προς τη Δ.Ο.Υ Χαλκίδος, προκειμένου να πληρωθεί το ποσόν αυτής από αυτό, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης που είχε παράσχει, β) στην προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση, αλλά και στον αντίστοιχο χρηματικό κατάλογο, αναφέρεται ως είδος φόρου "ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΧΚΕΕΔ" και αναγράφεται μόνο το συνολικό ποσό της οφειλής, χωρίς ουδεμία περαιτέρω εξειδίκευση, ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος της ύπαρξης και του ύψους της και γ) από την έλλειψη των παραπάνω στοιχείων στη βεβαίωση αυτή, οι ανακόπτοντες, οι οποίοι αρνούνται το ύψος της οφειλής, δεν μπορούν να ελέγξουν αυτήν, υφιστάμενοι βλάβη η οποία δεν μπορεί να καλυφθεί με άλλον τρόπο παρά με την ακύρωση της εν λόγω αόριστης ταμειακής βεβαίωσης.
Κατόπιν τούτων ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του και ο τρίτος λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι.
Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΝΔ 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον από τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης και την υπαγωγή τους στους παραπάνω κανόνες δεν καθίσταται φανερή οποιαδήποτε παραβίαση.
Ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με τον οποίο το αναιρεσείον αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ειδικότερα ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι, υπό την επίφαση της σχετικής πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης (ΚΠολΔ 561 § 1), τα όσα δε επικαλείται το αναιρεσείον, ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν πλήρη γνώση των εγγράφων που συγκροτούσαν το νόμιμο τίτλο, ήτοι των συναφθεισών συμβάσεων και της πρόσθετης πράξης, που προβλέπουν, κατ’ εφαρμογή των υπ’ αριθμ. 4216/Β/269/7-2-2001 και 2/13584/0025/11-6- 2001 αποφάσεων των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, την υποκατάσταση του στα δικαιώματα της ΑΤΕ, των καταστάσεων αναλυτικής κίνησης των δανείων και όλων των συνοδευτικών εγγράφων, στα οποία είχαν άμεση πρόσβαση, δεν στηρίζονται στην ένδικη ταμειακή βεβαίωση και τα έγγραφα που τη συνόδευαν, αλλά σε έγγραφα, ενέργειες και πράξεις, που δεν σχετίζονται με τον προσβαλλόμενο νόμιμο τίτλο, που είναι η ταμειακή βεβαίωση, από την οποία και μόνον, μαζί με τους χρηματικούς καταλόγους που την συνοδεύουν, θα έπρεπε να προκύπτει η ακριβής αιτία της οφειλής, που αναφέρεται στη βεβαίωση αυτή.
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Τέλος, το αναιρεσείον πρέπει να καταδικαστεί λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (ΚΠολΔ 176 και 183), που θα επιβληθούν όμως μειωμένα (άρθρο 5 Ν. 3210/1955 και 22 § 1 του Ν.3693/1957, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την υπ’ αριθμ. 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 § 12 του Ν.1738/1987), κατά οριζόμενα στα διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Οκτωβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ