Legislator Case Law & Legislation
1247/2009 AI generated

Appeal dismissed; partial refund ordered for court costs paid under mistaken legal advice regarding voluntary execution.

Case Number 1247/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to reinstate the case after voluntary payment of the full judgment amount, ruling that the payment did not constitute voluntary execution of the final appealable decision. However, the court ordered a partial refund of 2,400 euros representing court costs paid under a mistaken belief that the lower court's decision had been fully executed. The decision rests on the distinction between voluntary performance of a final judgment versus voluntary performance of a non-final, declaratory decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 297, 298, 299 of the Civil Procedure Code; Article 579, paragraph 2 of the Civil Procedure Code: Voluntary payment of a judgment amount does not constitute voluntary execution if the judgment is declaratory and does not order payment, but court costs paid under a mistaken belief regarding the execution status may be partially refunded.

Keywords

AI generated
voluntary execution declaratory judgment court costs refund mistaken payment civil procedure code appeal dismissal reinstatement of case

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 297, 298 and 299 of the Civil Procedure Code
Article 579, paragraph 2 of the Civil Procedure Code
Article 570, paragraph 1 of the Civil Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1247 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1247/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Αηδονά και Θεόδωρο Καμπέρη.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ναούμ Τζίφρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-11-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28132/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1560/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 14-9-2006 αίτησή του και τους από 17-2-2008 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 18-3-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή του πρώτου, δεύτερου και τέταρτου προσθέτων λόγων αναίρεσης και την απόρριψη του κυρίου και των λοιπών πρόσθετων λόγων αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Α. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο διάδικος που ηττήθηκε μπορεί να αποδεχθεί την απόφαση που εκδόθηκε σε βάρος του, είτε πριν από την άσκηση του ενδίκου μέσου, είτε μετά την άσκησή του κατ' αυτής. Η αποδοχή της απόφασης ενέχει παραίτηση από του δικαιώματος άσκησης ενδίκων μέσων κατ' αυτής και επάγεται το απαράδεκτο των ενδίκων αυτών μέσων, όταν γίνεται δε πριν από την άσκηση του ενδίκου μέσου, δεν υποβάλλεται σε κανένα τύπο και, συνεπώς, μπορεί να γίνει και σιωπηρά, με πράξεις από τις οποίες προκύπτει σαφώς η αποδοχή της απόφασης. Εξάλλου, για την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ενδίκου μέσου και, επομένως, για την ενέχουσα τέτοια παραίτηση αποδοχή της απόφασης, ρητή ή σιωπηρά, απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα του δικηγόρου που υπογράφει την ρητή αποδοχή της απόφασης ή που προβαίνει στην πράξη από την οποία συνάγεται η σιωπηρή αποδοχή της απόφασης, διαφορετικά η (ρητή ή σιωπηρά) αποδοχή της απόφασης και συνεπώς και η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ενδίκου μέσου κατ' αυτής είναι ανίσχυρη.

Εν προκειμένω, η αναιρεσίβλητη με τις εμπροθέσμως, κατ' άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατατεθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού προτάσεις της προέτεινε την ένσταση απαραδέκτου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κατά της 1560/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ισχυριζόμενη ότι ο αναιρεσείων, πριν από την άσκησή της, κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη, χωρίς επιφύλαξη, το αναγνωρισθέν ως οφειλόμενο σε αυτή με την προσβαλλόμενη απόφαση κεφάλαιο με τους οφειλόμενους από την επίδοση της αγωγής τόκους και την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη.

Προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού της επικαλείται και προσκομίζει α) την από 26-7-2006 απόδειξη της δικηγόρου Αικατερίνης Ζωγράφου, από την οποία προκύπτει ότι η δικηγόρος αυτή ενεργώντας κατά δήλωσή της για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, εισέπραξε από τον αναιρεσείοντα, δια χειρός του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Τζαβάρα, το ποσό των 368.000 ευρώ, δια της παραδόσεως οπισθογραφημένης της με αριθμό ...

ισόποσης τραπεζικής επιταγής της Τράπεζας EFG Eurobank Ergasias ΑΕ, εκδοθείσας σε διαταγή του, σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση για κεφάλαιο και έξοδα που επιδικάσθηκαν με την 28132/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης σε συνδυασμό με την 1560/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, β) την ανωτέρω με αριθμό ...

τραπεζική επιταγή και γ) το από 4-3-2008 έγγραφο (επιστολή) της Τράπεζας Eurobank (κατάστημα ...) προς τη δικηγόρο Αικατερίνη Ζωγράφου, από την οποία προκύπτει ότι η ανωτέρω υπό στοιχείο β' τραπεζική επιταγή έχει εξοφληθεί συμψηφιστικώς στις 28-7-2006 και ότι τελευταίος οποισθογράφος και πιθανός κομιστής στην Τράπεζα Citibank ήταν η ανωτέρω δικηγόρος.

Εφόσον όμως η αναιρεσίβλητη δεν επικαλείται, ούτε άλλωστε προκύπτει από τα υπάρχοντα στη δικογραφία στοιχεία, ότι ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος Δημήτριος Τζαβάρα, που προέβη στις ανωτέρω - δηλωτικές σιωπηρής αποδοχής της απόφασης - πράξεις, είχε προς τούτο πληρεξουσιότητα, οι εν λόγω πράξεις δεν καταφάσκουν την αποδοχή της απόφασης και συνακόλουθα το απαράδεκτο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ο δε περί του αντιθέτου ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης είναι αβάσιμος.

Β. Επειδή, από το άρθρο 1400 του ΑΚ (όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983), που έχει εφαρμογή κατά το άρθρο 54 παρ. 1 του ν. 1329/1983 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 1649/1986 και επί γάμων που τελέσθηκαν, καθώς και επί περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν και πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 1329/1983, συνάγεται ότι βασικές προϋποθέσεις της γέννησης της αξίωσης του ενός συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου, η οποία είναι καταρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υποχρέου συζύγου, που προέρχεται από την συμβολή του δικαιούχου (Ολ ΑΠ 28/1996), είναι:

α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υποχρέου κατά την διάρκεια του γάμου και γ) η συμβολή του άλλου συζύγου (δικαιούχου) στην αύξηση αυτή. Ως περιουσία λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν σε χρήμα και ως άυξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, δηλαδή κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννιέται η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα (τελική περιουσία).

Από την σύγκριση της αξίας της περιουσίας του υποχρέου στα δύο αυτά χρονικά σημεία, με αναγωγή σε τιμές του χρόνου που γεννήθηκε η αξίωση, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Περαιτέρω, η συμβολή του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμώμενων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στον συζυγικό οίκο, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στις οικογενειακές ανάγκες.

Στην σχετική αγωγή, αλλά και στην απόφαση, είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υποχρέου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νόμιμης βάσης για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, ήταν αναγκαία για την κρίση ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε η ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη του νόμου. Αφορά πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο γάμο στις 27 Δεκεμβρίου του έτους 1979 στον Ιερό Ναό της Μητροπόλεως της ... .

Κατά την τέλεση του γάμου τους ο εναγόμενος στερείτο οποιασδήποτε περιουσίας (πλην του μεταχειρισμένου επιβατηγού αυτοκινήτου του, ασήμαντης αξίας), είχε σπουδάσει Ιατρική σε πανεπιστήμιο της Ισπανίας και κατά τον ίδιο χρόνο (σε ηλικία 28 ετών γι' αυτόν και 23 ετών για την ενάγουσα) υπηρετούσε ως αγροτικός ιατρός στο ...

του Νομού ... και αργότερα στην ... του Νομού ... . Αντίθετα, η ενάγουσα διέθετε πριν από τον γάμο ικανή ακίνητη περιουσία, που απόκτησε από κληρονομιά του αποβιώσαντος πατέρα της και από δωρεές, ήταν δε ανεπάγγελτη και ασχολήθηκε αποκλειστικά με τα οικιακά. Ο εναγόμενος, κατά το θέρος του έτους 1980, μετέβη και πάλι στην Ισπανία και πραγματοποίησε σπουδές στην ειδικότητα της γυναικολογίας στο πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης, με υποτροφία του Ισπανικού Κράτους.

Στις σπουδές του αυτές τον ακολούθησε και η σύζυγος στην Ισπανία. Το ζεύγος επέστρεψε από την Ισπανία περί τα τέλη του έτους 1984 μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του εναγομένου, ο οποίος, με την επάνοδό του στη ..., άρχισε να ασκεί το ελεύθερο επάγγελμα του ιατρού και συγκεκριμένα του μαιευτήρα χειρουργού γυναικολόγου σε μίσθιο χώρο που βρίσκεται σε πολυώροφη οικοδομή της οδού ...

αριθμ. ... της ... . Η οικογένειά του εγκαταστάθηκε κατά τον ίδιο χρόνο (1985) σε διαμέρισμα, εμβαδού 80 τετραγωνικών μέτρων (ρετιρέ), που βρίσκεται σε πολυώροφη οικοδομή της οδού ... αριθμ. ... της ... . Συγκύριοι του διαμερίσματος αυτού τυγχάνουν η ενάγουσα και ο αδελφός της και κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό 50% ο καθένας τους.

Ο τελευταίος παραχώρησε στην ενάγουσα χωρίς αντάλλαγμα τη χρήση του μεριδίου του και έκτοτε το διαμέρισμα αυτό αποτελούσε τη μόνιμη συζυγική τους κατοικία, αφού προηγουμένως ανακαινίσθηκε ριζικά με δαπάνες της ενάγουσας. Από την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματός του ο εναγόμενος, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1985 μέχρι και το έτος 1999 (οικονομικά έτη 1986-2000), απόκτησε, βάσει των δηλώσεών τους, τα παρακάτω εισοδήματα, όπως προκύπτει από τα εκκαθαριστικά σημειώματα που προσκομίζονται νόμιμα, και συγκεκριμένα:

Οικονομικά έτη 1986 και 1987, μηδέν (0), οικονομικό έτος 1988, 57.056 δραχμές, οικονομικό έτος 1989, 48.000 δραχμές, οικονομικό έτος 1990, 397.802 δραχμές, οικονομικό έτος 1991 634.716 δραχμές, οικονομικό έτος 1992, 800.740 δραχμές, οικονομικό έτος 1993, 366.167 δραχμές, οικονομικό έτος 1994 2.792.812 δραχμές, οικονομικό έτος 1995, 7.618.784 δραχμές, οικονομικό έτος 1996, 8.861.208 δραχμές, οικονομικό έτος 1997, 7.608.648 δραχμές, οικονομικό έτος 1998, 11.646.901 δραχμές, οικονομικό έτος 1999, 12.897.660 δραχμές και οικονομικό έτος 2000, 11.083.344 δραχμές.

Τα ως άνω εισοδήματα όμως δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, διότι, ως ελεύθερος επαγγελματίας, δεν δήλωνε τα αληθή εισοδήματα, τα εμφαινόμενα δε στις φορολογικές του δηλώσεις και στα εκκαθαριστικά σημειώματα δεν αποτελούν αξιόπιστα στοιχεία για τον προσδιορισμό των εισοδημάτων του, πριν γίνει για τα έτη αυτά η επαλήθευση από την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία, ήσαν δηλαδή πολλαπλάσια των δηλωθέντων.

Γι' αυτό το Εφετείο έκρινε ότι τα εισοδήματά του ήσαν περίπου ισάξια με αυτά που δήλωνε η ενάγουσα σύζυγός του από τα μισθωμένα ακίνητά της. Από τα έσοδα αυτά ο εναγόμενος ένα μέρος το αποταμίευε σε κοινό λογαριασμό με την ενάγουσα, για να προβεί σε επενδύσεις. Η ενάγουσα σύζυγος, όπως προαναφέρθηκε, κατά το χρόνο της τελέσεως του γάμου τους είχε κατά κυριότητα και εκμεταλλεύετο με συμβάσεις μισθώσεως, επίσης, τα εξής ακίνητα:

α) ποσοστό 10/60 εξ αδιαιρέτου σε μια οικοδομή, κείμενη στο Δήμο ..., στην οδό ... αριθμ. ..., πλησίον του Λιμένα ..., περιλαμβάνουσα ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 614 τετραγωνικών μέτρων, με πατάρι, επτά κύριους ορόφους, εμβαδού του καθενός από αυτούς 220 τετραγωνικών μέτρων μικτού και έναν όροφο σε εσοχή, εμβαδού 180 τετραγωνικών μέτρων μικτού, όλοι δε οι χώροι της εκμισθώνοντο συνεχώς σε εταιρίες ή σε επαγγελματίες με ικανά μηνιαία μισθώματα, β) ποσοστό 5/24 εξ αδιαιρέτου ισόγειας αίθουσας κινηματογράφου με την επωνυμία "Κινηματογράφος ...", που βρίσκεται στον Δήμο ...

και στην διασταύρωση των οδών ... αριθμ. ... και ..., εμβαδού 473 τετραγωνικών μέτρων, που εκμισθώνονταν συνεχώς από την ενάγουσα και τους λοιπούς συνιδιοκτήτες μέχρι και τις 20 Μαρτίου του έτους 1997, οπότε το ακίνητο αυτό, με σύμβαση πωλήσεως και μεταβιβάσεως, πωλήθηκε και μεταβιβάσθηκε σε τρίτο με το υπ' αριθμ. ...

οριστικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Τσώνου, που μεταγράφηκε νόμιμα αντί του τιμήματος των 120.000.000 δραχμών, γ) ποσοστό 5/24 εξ αδιαιρέτου πέντε (5) αυτοτελών ισογείων καταστημάτων, καθαρού εμβαδού 13,38, 9,76, 9,76, 19,53, και 11,34 τετραγωνικών μέτρων αντίστοιχα, που βρίσκονται στην προαναφερόμενη οικοδομή της οδού ...

αριθμ. ... και τα οποία εκμισθώνοντο ανέκαθεν από την ενάγουσα και τους λοιπούς συνιδιοκτήτες σε τρίτους μισθωτές. Για τα ανωτέρω ακίνητα η ενάγουσα προσκομίζει νόμιμα τους τίτλους ιδιοκτησίας της (κατά τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά της), που έχουν νόμιμα μεταγραφεί.

Συνεπώς, από την χρονολογία τελέσεως του γάμου τους, η ενάγουσα είχε ικανά εισοδήματα από μισθώματα, τα οποία κατά το έτος 1979 άγγιζαν το ποσό των 1.000.000 δραχμών ετησίως και, έκτοτε αυξανόμενα, ανήλθαν κατά το έτος 2000 σε 16.000.000 δραχμές, όπως προκύπτει από τις φορολογικές δηλώσεις των διαδίκων και τα εκκαθαριστικά σημειώματα που προσκομίζονται νόμιμα.

Από τα έσοδα αυτά ένα μέρος διατίθετο για τις ανάγκες της οικογένειας και το υπόλοιπο αποταμιεύετο σε τραπεζική έντοκη κατάθεση σε κοινό λογαριασμό των διαδίκων και του ανήλικου υιού τους ... στην Citibank. Κατά τα τέλη του έτους 1993 ο εναγόμενος αγόρασε στο όνομά του το ακίνητο (διαμέρισμα), στο οποίο μέχρι τότε στεγάζετο το ιατρείο του (ως μισθωτή), η αγορά δε αυτή έγινε με βάση το υπ' αριθμ. ...

συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Ανδρέογλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αντί του φερόμενου τμήματος των 12.500.000 δραχμών. Την ίδια ως άνω ημερομηνία αναλήφθηκε από το Νο ... αριθμό του κοινού τραπεζικού λογαριασμού της Citibank το ποσό των 17.500.000 δραχμών, προκειμένου να πληρωθεί το τίμημα, οι φόροι και τα έξοδα του συμβολαίου, όπως τούτο προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση της τράπεζας αυτής, που προσκομίζεται νόμιμα.

Μετά ταύτα το ακίνητο ανακαινίσθηκε ριζικά με απαιτηθείσα δαπάνη πλέον των 10.000.000 δραχμών. Η κατά τον χρόνο της συμπληρώσεως της τριετούς διαστάσεως των διαδίκων αξία του ακινήτου αυτού (23 Φεβρουαρίου του έτους 2003) ανέρχονταν περίπου στο ποσό των 150.000 ΕΥΡΩ. Ο εναγόμενος, μεταγενέστερα και συγκεκριμένα τον μήνα Οκτώβριο του έτους 1999, αγόρασε καινούργιο επιβατικό αυτοκίνητο αξίας 8.235.000 δραχμών, μάρκας Audi, A3, 1.6 και, κατά τον χρόνο συμπληρώσεως της τριετούς διαστάσεως των διαδίκων συζύγων (23 Φεβρουαρίου του έτους 2003), αξίας 14.000 ΕΥΡΩ.

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος μετά την διάσπαση της έγγαμης σχέσεως του με την ενάγουσα απόκτησε μετοχές του ΟΤΕ, της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ και της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΕΧΝΟΔΟΜΙΚΗΣ Α.Ε. και συγκεκριμένα: α) στις 5 Νοεμβρίου του έτους 2001, 300 μετοχές του ΟΤΕ, αντί 18,86 ΕΥΡΩ την καθεμία από αυτές, τις οποίες πώλησε στις 23 Ιανουαρίου του έτους 2003, με χαμηλότερη τιμή, β) στις 5 Απριλίου του έτους 2002, 260 μετοχές της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, αντί 24,94 ΕΥΡΩ την καθεμία από αυτές, τις οποίες πώλησε στις 29 Οκτωβρίου του έτους 2002 με χαμηλότερη τιμή, γ) στις 5 Νοεμβρίου του έτους 2001, 800 μετοχές της εταιρίας ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΔΟΜΙΚΗ Α.Ε., αντί 6,98 ΕΥΡΩ την καθεμία από αυτές, τις οποίες όμως πώλησε στις 28 Ιουνίου του έτους 2002 με χαμηλότερη τιμή, όπως τούτο προκύπτει από το υπ' αριθμ. ...

έγγραφο της ΒΟΡΕΙΟΕΛΛΑΔΙΚΗΣ Α.Χ.Ε.Π.Ε., που προσκομίζεται νόμιμα. Οι μετοχές αυτές αποκτήθηκαν με κοινά χρήματα των διαδίκων που είχαν αποταμιεύσει κατά τη διάρκεια του γάμου τους. Η κρίση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι ο εναγόμενος στις προτάσεις του αναφέρει ότι τα χρήματα για την αγορά αυτών προήλθαν από ρευστοποίηση των χρηματογράφων που είχε αποκτήσει κατά τη διάρκεια του γάμου τους, έγινε δε για ανανέωση του χαρτοφυλακίου του, το οποίο όμως είχε αποκτηθεί με κοινά χρήματα των διαδίκων.

Τα χρηματικά ποσά που έλαβε ο εναγόμενος από την ρευστοποίηση των παραπάνω μετοχών, δηλαδή συνολικά 8.296 (2.904 ΕΥΡΩ + 4872 ΕΥΡΩ + 520 ΕΥΡΩ) ΕΥΡΩ, διατηρούσε αυτός τόσο κατά τον χρόνο συμπληρώσεως της τριετίας από την διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως τους, όσο και κατά τον χρόνο της ασκήσεως της κρινόμενης αγωγής, δεδομένου ότι δεν ισχυρίσθηκε ότι αναλώθηκε το παραπάνω ποσό.

Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος διατηρούσε σε τράπεζες έντοκες καταθέσεις, συγκεκριμένα : α) κατάθεση ταμιευτηρίου σε κοινό λογαριασμό των διαδίκων στην Citybank, Νο ..., από την οποίαν αυτός στις 8 Μαρτίου του έτους 2000 ανέλαβε ποσό 5.494.012 δραχμών, που αντιστοιχούσαν σε 16.123,29 ΕΥΡΩ, β) επίσης από έντοκη προθεσμιακή κατάθεση, σε κοινό λογαριασμό σε δολάρια ΗΠΑ στην ίδια τράπεζα (αριθμός λογαριασμού ...), ποσού 82.855 δολαρίων, στις 10 Μαρτίου του έτους 2000, ο εναγόμενος ανέλαβε ολόκληρο το ποσό του λογαριασμού, ισάξιο με 72.249,62 ΕΥΡΩ.

Ακόμη, διατηρούσε μερίδες αμοιβαίων κεφαλαίων σε κοινό λογαριασμό των διαδίκων στην ίδια ως άνω τράπεζα "Citybank" και ειδικότερα: γ) 1.185,162 μερίδια του αμοιβαίου κεφαλαίου Citiselect Balanced, τα οποία αγοράσθηκαν στις 17 Απριλίου του έτους 1998 αντί ποσού 127.084,98 δολαρίων ΗΠΑ, τα οποία ανέλαβε στις 9 Μαρτίου του έτους 2000, αξίας σημερινής σε ΕΥΡΩ 133.078,8 (ή σε δολάρια ΗΠΑ 152.613,31 ισοτιμία με ΕΥΡΩ = 0,872), δ) 18.074,847 μερίδια του ιδίου ως άνω (υπό στοιχείο γ) αμοιβαίου κεφαλαίου, που αγοράσθηκαν στις 17 Απριλίου του έτους 1998 αντί ποσού 228.767,51 γερμανικών μάρκων, τα οποία ανέλαβε στις 9 Μαρτίου του έτους 2000, αξίας σημερινής σε ΕΥΡΩ 146.587,01, ε) 9.284,79 μερίδια του αμοιβαίου κεφαλαίου Cityfund Equity, τα οποία αγοράσθηκαν στις 3 Μαΐου του έτους 1999 αντί του ποσού των 10.000.000 δραχμών, τα οποία ανέλαβε στις 7 Μαρτίου του έτους 2000, αξίας κατά τον χρόνο αναλήψεως 12.413.579 δραχμών και το ισόποσο σε ΕΥΡΩ 36.430, στ) 5.837,23 μερίδια του ιδίου, ως άνω (υπό στοιχείο ε) αμοιβαίου κεφαλαίου, τα οποία αγοράσθηκαν στις 15 Σεπτεμβρίου του έτους 1999 αντί του ποσού των 10.000.000 δραχμών, τα οποία αυτός ανέλαβε στις 26 Ιανουαρίου του έτους 2000, αξίας κατά τον χρόνο της αναλήψεως 7.755.169 δραχμών και το ισόποσο σε ΕΥΡΩ 22.759.

Η ύπαρξη και η λειτουργία - διακίνηση των άνω λογαριασμών και η ανάληψη εκ μέρους του εναγόμενου των προαναφερόμενων χρηματικών ποσών προκύπτουν ευθέως από τις επιστολές της τράπεζας Citybank, τις οποίες ζήτησε και έλαβε η συνδικαιούχος των λογαριασμών αυτών ενάγουσα. Οι αναλήψεις αυτές από τον εναγόμενο, όπως προαναφέρθηκε, έγιναν λίγες ημέρες πριν ή αμέσως μετά την διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως των διαδίκων.

Τα ποσά αυτά περιλαμβάνονται στην τελική περιουσία του εναγομένου, αφού κατά τον χρόνο της διασπάσεως της έγγαμης συμβιώσεως των διαδίκων, ο τελευταίος, χωρίς να ενημερώσει την ενάγουσα σύζυγο του, προέβη σε αναλήψεις των παραπάνω ποσών και τα μετέφερε σε ατομικούς λογαριασμούς του, υφίσταντο δε κατά τον χρόνο της συμπληρώσεως της τριετίας από την διάσπαση αυτής και έκτοτε μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, αφού ουδέν αντιλέγει επ' αυτού ο εναγόμενος.

Επίσης, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η περιουσία της ενάγουσας δεν αυξήθηκε, αλλά αντίθετα ελαττώθηκε με την πώληση εκ μέρους της και ύστερα από κοινή απόφαση των συνιδιοκτητών του παραπάνω ακινήτου (κινηματογράφου ...), από την οποία πώληση, που πραγματοποιήθηκε κατά το έτος 1997, έλαβε η ενάγουσα στην μερίδα της το χρηματικό ποσό των 25.000.000 δραχμών, όπως εκατέρωθεν ομολογείται.

Την συμβολή της στα ανωτέρω αποκτήματα του εναγομένου το Εφετείο εκτιμά σε ποσοστό 50%, λαμβάνοντας υπόψη: α) ότι ο εναγόμενος σύζυγος, ως αγροτικός ιατρός κατά την τέλεση του γάμου τους (1979) και στην συνέχεια ειδικευόμενος στην Ισπανία, στην μαιευτική - γυναικολογία, μόλις τον Ιούνιο του έτους 1985 άρχισε να ασκεί το επάγγελμα στην ειδικότητα του (βλ.

την με αριθμό 16 σελίδα των προτάσεων του εναγόμενου) δεν είχε τις σταθερές προσόδους, τις οποίες είχε ανέκαθεν η ενάγουσα, από την τέλεση του γάμου τους, αλλά και πριν από αυτόν, από μερίδιο μισθωμάτων, στα προαναφερόμενα, σε περίοπτη θέση στην ..., ακίνητα, αρχικά και συγκρίνοντας τις εκατέρωθεν ετήσιες προσόδους του καθενός των διαδίκων, β) οι δαπάνες της εν γένει διαβιώσεως των διαδίκων, με την συνεισφορά και της συζυγικής τους κατοικίας από την ενάγουσα σύζυγο (μισθωτικής αξίας κατά τα πρώτα έτη 200 ΕΎΡΩ μηνιαίως, μετά τετραετία 300 ΕΥΡΩ μηνιαίως και μετά το έτος 1992, 500 ΕΥΡΩ μηνιαίως) αντιμετωπίζονταν κυρίως από τις σταθερές προσόδους της ίδιας της ενάγουσας, δοθέντος ότι πέραν των συνήθων δαπανών για τις καθημερινές ανάγκες της διατροφής κ.λ.π., της κοινωνικής τους παραστάσεως με βάση την κοινωνική θέση τους, αλλά και τις δαπάνες της φοιτήσεως, απαρχής, του υιού της, ..., σε ιδιωτικά εκπαιδευτήρια και φροντιστήρια, σε σημαντικά ποσά.

Έτσι, κατά τα πρώτα έτη της έγγαμης συμβιώσεως τους, η ενάγουσα κάλυπτε κυρίως τις δαπάνες διαβιώσεως τους. Η ενάγουσα επίσης, όπως αποδείχθηκε, ασχολούνταν με τα οικιακά, με την φροντίδα της συζυγικής τους κατοικίας, με την παρασκευή φαγητού και με την φροντίδα και με την ανατροφή του τέκνου τους ..., πλην του χρονικού διαστήματος των ετών 1986 και 1987, που είχε πρόσκαιρα κλονισθεί η υγεία της.

Με βάση λοιπόν τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, η συμμετοχή της ενάγουσας στα ανωτέρω αποκτήματα του εναγομένου ανήλθε, κατά τον χρόνο της συμπληρώσεως της τριετίας από τη διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως αλλά και κατά τον χρόνο της ασκήσεως της κρινόμενης αγωγής (μη υπάρχουσας στο σημείο αυτό καμιάς διαφοροποιήσεως στο ποσοστό), σε ποσοστό 50%.

Δοθέντος ότι η επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβιώσεως τους ανήλθε, με βάση τους άνω γενόμενους μαθηματικούς υπολογισμούς (150.000 ΕΥΡΩ + 14.000 ΕΥΡΩ + 2.904 ΕΥΡΩ + 4.872 ΕΥΡΩ + 520 ΕΥΡΩ + 16.123 ΕΥΡΩ + 72.249,62 ΕΥΡΩ + 133.078,8 ΕΥΡΩ + 146.587,01 ΕΥΡΩ + 36.430 ΕΥΡΩ + 22.759 ΕΥΡΩ), στο ποσό των 597.723,53 ΕΥΡΩ, η επαύξηση αυτή προήλθε κατά ποσοστό 50% με την συμβολή της ενάγουσας, ήτοι κατά το ποσό των 298.861,76 ΕΥΡΩ.

Αντιθέτως, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δεν συνέβαλε καθόλου στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, ούτε ότι η ίδια κατέθετε τα χρήματα που εισέπραττε από την εκμετάλλευση των περιουσιακών της στοιχείων, που προαναφέρθηκαν, σε δικούς της ατομικούς λογαριασμούς, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, σύμφωνα με τις οποίες η ενάγουσα συνέβαλε κατά ποσοστό 50% στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου της και ότι ο τελευταίος οφείλει σ' αυτήν, ως συμμετοχή της στα αποκτήματα, το ποσό των 298.861,76 ΕΥΡΩ, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο στέρησε από νόμιμη βάση την απόφαση του και ειδικότερα περιέλαβε σ' αυτή ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα του προσδιορισμού της κατά τη διάρκεια του γάμου αύξησης της περιουσίας του εναγομένου (αναιρεσείοντος) και της συμβολής της αναιρεσίβλητης στην αύξηση αυτή, έτσι ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής του άρθρου 1400 ΑΚ.

Συγκεκριμένα, στην προσβαλλόμενη απόφαση περιέχονται ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα εάν κατά την τέλεση του γάμου τους ο αναιρεσείων διέθετε ή δεν διέθετε καθόλου περιουσία (αρχική περιουσία). Η παραδοχή ότι αυτός κατά τον άνω χρόνο στερείτο οποιασδήποτε περιουσίας πλην ενός μεταχειρισμένου αυτοκινήτου ασήμαντης αξίας, η οποία όμως δεν προσδιορίζεται, δεν καθιστά αναμφίβολο ότι το Εφετείο δέχθηκε πως ο ίδιος δεν είχε κανένα περιουσιακό στοιχείο, ότι δηλαδή δεν είχε "αρχική περιουσία", για τη διαπίστωση δε αν επήλθε αύξηση της περιουσίας κατά τη διάρκεια του γάμου δεν αρκεί να αποδειχθεί η κατά τη διάρκεια αυτής απόκτηση περιουσιακών στοιχείων, αλλά απαιτείται να διαπιστωθεί τόσο η αρχική περιουσία, από οποιαδήποτε στοιχεία και αν αποτελείται αυτή, όσο και η τελική περιουσία και από τη σύγκριση αυτών, μετ' αναγωγή στην αξία του χρόνου γέννησης της αξίωσης, να προκύψει η διαφορά, η οποία, εφόσον είναι θετική, συνιστά την αύξηση της περιουσίας.

Επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση περιέχονται ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα του προσδιορισμού των εισοδημάτων του αναιρεσείοντος. Η παραδοχή ότι τα εισοδήματα αυτού ήταν περίπου ισάξια με αυτά που δήλωνε η αναιρεσίβλητη σύζυγος του από μισθωμένα ακίνητα είναι ασαφής, η ασάφεια δε αυτή επιτείνεται στην προκειμένη περίπτωση από το γεγονός ότι, κατά τα προπαρατιθέμενα, το Εφετείο δέχθηκε ότι τα εισοδήματα του αναιρεσείοντος ήταν πολλαπλάσια των δηλωθέντων, πράγμα που σημαίνει ότι τα εν λόγω εισοδήματα υπερέβαιναν τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο εισοδήματα της αναιρεσίβλητης.

Τέλος, στην προσβαλλόμενη απόφαση περιέχονταν επαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα του προσδιορισμού της συμβολής της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος συζύγου της. Ειδικότερα, ενώ το Εφετείο δέχεται ότι στην επαύξηση αυτή η ενάγουσα συνέβαλε επιπλέον με την απασχόλησή της στα οικιακά, με τη φροντίδα της συζυγικής τους κατοικίας, με την παρασκευή φαγητού και με την ανατροφή του τέκνου τους, δεν εκθέτει εάν οι υπηρεσίες αυτές της ενάγουσας υπερέβαιναν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, αφού κατά το μέρος αυτό οι εν λόγω υπηρεσίες αποτελούν συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου, ούτε προέβη σε αποτίμηση αυτών, ενόψει μάλιστα του ότι η αναιρεσίβλητη στήριζε τη συμβολή της αυτή και στην παροχή υπηρεσιών στο συζυγικό οίκο πέραν του επιβαλλόμενου μέτρου, τις οποίες και αποτιμούσε στο ποσό των 380 ΕΥΡΩ.

Επομένως, είναι βάσιμοι οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι του πρόσθετου αναιρετηρίου, με τους οποίους ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο ότι διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες στα ζητήματα που αναφέρθηκαν. Κατ' ακολουθίαν πρέπει, παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Γ. Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 579 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν αναιρεθείν η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην πριν από την αναιρεθείσα απόφαση κατάσταση, αν αποδειχθεί δε προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως αυτής, διατάσσεται, ύστερα από αίτηση του αναιρεσείοντος, η επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση και ότι η πιο πάνω αίτηση μπορεί να υποβληθεί και με τις προτάσεις, αρκεί να κατατεθούν μέχρι και της προηγούμενης της συζήτησης ημέρας.

Τα ανωτέρω εφαρμόζονται και επί εκούσιας ή αναγκαστικής εκτέλεσης της επικυρωθείσας με την προσβαλλόμενη, απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τις από 20-1-2009 προτάσεις του, που κατέθεσε στις 27-1-2009 στον γραμματέα του ανωτέρω αρμοδίου Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, όπως από τη σχετική ενυπόγραφη επισημείωσή του προκύπτει, επικαλείται ότι συμμορφούμενος προς την προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία ενσωματώθηκε η 28132/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αναγνωρίσθηκε η υποχρέωσή του προς καταβολή στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη του ποσού των 298.861,76 ευρώ, εντόκως από την επίδοση της αγωγής και σε εκτέλεση (εκούσια) αυτής κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 368.000 ευρώ εκ των οποίων το ποσό των 298.861,76 αφορά την κυρία απάιτηση και το ποσό των 69.138,24 ευρώ, σε τόκους και επίσης κατέβαλε σε εκτέλεση (αναγκαστική) το ποσό των 2.440 ευρώ για δικαστικά δαπανήματα επιδικασθέντα με τις ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις.

Ζητεί δε ακολούθως να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη όπως επιστρέψει σ' αυτόν τα ποσά που κατέβαλε. Υπό τα εκτιθέμενα η αίτηση ως προς το ποσό των 368.000 ευρώ, είναι νόμω αβάσιμη διότι η επικαλούμενη εκούσια καταβολή του ποσού αυτού δεν είχε τον χαρακτήρα εκούσιας εκτέλεσης της απόφασης του Εφετείου και της ενσωματωθείσας σ' αυτή πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία, ούσα αναγνωριστική δεν διέτασσε την καταβολή του ποσού αυτού και συνεπώς δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, ακριβώς γιατί λείπει η εν λόγω βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή αυτής.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα από 21-7-2006 απόδειξη και συνομολογείται άλλωστε από την αναιρεσίβλητη, ο αναιρεσείων κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 3.000 προς εξόφληση των επιδικασθεισών δικαστικών εξόδων και δη το ποσό των 1200 ευρώ για επιδικασθείσα με τη 28312/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δικαστική δαπάνη και το ποσό των 1800 για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Δεδομένου όμως ότι ο αναιρεσείων αιτείται την επιστροφή του ποσού των 2400 ευρώ, πρέπει η αίτησή του να γίνει δεκτή για το ποσό αυτό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1560/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συνετιθέμενο από άλλους δικαστές.

Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ποσό των δύο χιλιάδων τετρακοσίων (2.400) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της απόφασης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ