Supreme Court dismisses appeal for lack of specific facts regarding abuse of right under Article 281 of the Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision rejecting the claimant's request for a lump sum pension. The appellant argued that the lower court failed to justify rejecting an abuse of right claim, but the court found the appeal vague and lacking specific factual allegations required by law. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible because it did not meet the procedural standards for reviewing such claims.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 and 562 of the Civil Code; An appeal alleging abuse of right must specify the factual circumstances constituting the abuse and the timeline of the claim's presentation to be admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1246 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1246/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Τσάκωνα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Χ. Π. του Κ. κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Σαρακενίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 706/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5369/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-12-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 18-12-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 123/11/12-01-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 1064/2022 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3 και 621 επ.
του ΚΠολΔ) με αριθμό 5369/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 24-05-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 48035/3711/30-05-2019 έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία " Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας " κατά της εκδοθείσας, κατά την ίδια διαδικασία, με αριθμό 706/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την από 07-12-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 607169/3085/13-12-2017 αγωγή της ενάγουσας - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης Χ.
Π. του Κ.. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της, κατά νόμο, διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση αυτή Δικαστηρίου στις 12-01-2021 και δεν προκύπτει, η, με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 16-09-2020, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 - όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015, με έναρξη ισχύος από 01-01-2016 άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 - 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Με την, 9/29.10.1926, απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Εθνικής Τραπέζης, συστήθηκε ύστερα από την, από 24 Απριλίου 1926, απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της Εθνικής Τραπέζης, το " Ταμείο Αυτασφαλείας Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης " (Τ.Α.Π.-Ε.Τ.Ε.), ως αυτοτελής και αυτόνομος Οργανισμός, διεπόμενος από τις διατάξεις του Κανονισμού του, ο οποίος εγκρίθηκε με την ίδια απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Εθνικής Τράπεζας και ανακοινώθηκε κατά τη συνεδρίαση 2 της 06.04.1927 του ιδίου Γενικού Συμβουλίου, με σκοπό την καταβολή εφάπαξ παροχής στους ασφαλιζόμενους σε αυτό.
Ακολούθως, με το άρθρο μόνο του ν. 3483/1928, κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου η από 23.02.1928 σύμβαση, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος " Περί διακανονισμού των μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος σχέσεων και περί της εφεξής λειτουργίας της Τραπέζης ταύτης ", το ως άνω δε Ταμείο, με την από 09.05.1928 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της ως ανωτέρω Τραπέζης μετονομάσθηκε και λειτούργησε ως κοινό " Ταμείο Αυτασφαλείας του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, της Τραπέζης της Ελλάδος και της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος ", ως αυτόνομος Οργανισμός, διοικούμενος σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού του.
Ακολούθως, με το ν.δ/μα 2626/1953, το Ταμείο αναδιοργανώθηκε, ως ειδικό " Ταμείον Αυτασφαλίσεως Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης " και μετατράπηκε από νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Περαιτέρω, στην παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 " Μεταρρύθμιση Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης" όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε διαδοχικώς με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 35 του ν. 3220/2004, της παρ. 7 του άρθρου 20 του ν. 3232/2004, της παρ. 3 του άρθρου 63 του ν. 3518/2006 και της παρ. 8 του άρθρου 138 του ν. 3655/2008 και ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι : " Οι αυτοτελείς κλάδοι ή Τομείς Πρόνοιας, που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, για τα οποία καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους, δύνανται να μετατρέπονται σε Ν.Π.Ι.Δ., με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, μετά από αίτηση, που υποβάλει προς αυτούς το Διοικητικό Συμβούλιο κάθε Ταμείου.
Κατά την ανωτέρω μετατροπή, η ακίνητη και κινητή περιουσία των υφιστάμενων ασφαλιστικών ταμείων, περιέρχεται αυτοδίκαια στο νέο Ν.Π.Ι.Δ. χωρίς την καταβολή φόρου μεταβίβασης... Με την ίδια κοινή απόφαση εγκρίνεται και το καταστατικό του Ν.Π.Ι.Δ. Τα εν λόγω ταμεία, με αποφάσεις των Διοικητικών τους Συμβουλίων, ύστερα από αναλογιστική μελέτη, η οποία και υποβάλλεται προς έγκριση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθορίζουν το ύψος των παρεχόμενων εφάπαξ βοηθημάτων για τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους τους, διασφαλίζοντας την αναλογιστική ισορροπία κάθε ταμείου...
Το εφάπαξ βοήθημα των Ταμείων αυτών, καθώς και οι όροι χρηματοδότησης δύνανται να ανακαθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από πρόταση των οργάνων διοίκησης των νέων Ταμείων και σύνταξη αναλογιστικής μελέτης, που υποβάλλεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και εγκρίνεται με την ίδια απόφαση.... ".
Κατ' επίκληση του πρώτου εδαφίου της ανωτέρω εξουσιοδοτικής διατάξεως, εξεδόθη η Φ.80000/30226/1366/14.01.2004 (ΦΕΚ Β' 27) κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την οποία το Ταμείο Αυτασφάλειας του Προσωπικού της Ε.Τ.Ε. μετατράπηκε σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, εγκρίθηκε η εκπονηθείσα, το Δεκέμβριο του έτους 2003, αναλογιστική μελέτη του Ταμείου και, τέλος, εγκρίθηκε και το καταστατικό αυτού.
Περαιτέρω, κατ' επίκληση του ως άνω τελευταίου εδαφίου της ίδιας εξουσιοδοτικής διάταξης της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, εκδόθηκε η Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας " Τροποποίηση του Καταστατικού του Ταμείου Αυτασφάλειας Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος " (ΦΕΚ Β' 3239/19-12-2013), με την οποία εγκρίθηκε η με ημερομηνία 18-11-2013 αναλογιστική μελέτη και αντικαταστάθηκε, αφού υιοθετήθηκε η απόφαση 23/16-12-2013 του Δ.Σ.
του Τ.Α.Π.Ε.Τ.Ε., το άρθρο 7 του Καταστατικού του Τ.Α.Π.Ε.Τ.Ε., στο οποίο καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της χορηγούμενης από το Ταμείο εφάπαξ παροχής και ορίστηκε ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος, εφαρμόζεται αναδρομικά και για όσους έχουν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία από 03.01.2012 και δεν έχουν λάβει το σύνολο του βοηθήματος αυτού, ήτοι εφαρμόζεται :
α) Για όσους έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία από τις 03.01.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψης της επίμαχης απόφασης του Δ.Σ. του Ταμείου (16.12.2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής και β) Για όσους θα αποχωρήσουν από την ως άνω ημερομηνία και στο εξής. Όπως συνάγεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, στους αυτοτελείς κλάδους ή Τομείς Πρόνοιας, που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα για τα οποία καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους (όπως είναι και το αναιρεσείον ν.π.ι.δ. " Τ.Α.Π.- Ε.Τ.Ε. "), παρέχεται μεν η δυνατότητα μεταβολής του τρόπου υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος, που χορηγούν στους ασφαλισμένους τους, αποφασιστική, όμως, αρμοδιότητα επί του ζητήματος τούτου έχουν οι αναφερόμενοι στη διάταξη Υπουργοί, που εκδίδουν τη σχετική εγκριτική απόφαση (Κ.Υ.Α.) και όχι το προτείνον προς αυτούς Δ.Σ.
του Ταμείου, του οποίου η απόφαση επί του θέματος έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα (κατά το νόμο " πρόταση ") και, συνεπώς, χωρίς τη σχετική εγκριτική Υπουργική απόφαση, είναι ανίσχυρη. Εξάλλου, από τις διατάξεις του Συντάγματος περί διακρίσεως των εξουσιών (άρθρο 26) και περί παροχής στα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας νομοθετικής εξουσιοδότησης (άρθρο 43) συνάγεται ότι δεν είναι επιτρεπτή η αναδρομική κανονιστική ρύθμιση, εφόσον τούτο δεν προβλέπεται ρητώς στην εξουσιοδοτική διάταξη (Ολομ.
ΣτΕ 1210/2010).
Εν προκειμένω, η ως άνω διάταξη της παρ. 20 εδ. τελ. του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, δεν παρέχει ρητή εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να ανακαθορίζουν αναδρομικώς το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος, που χορηγούν τα ως άνω νομικά πρόσωπα και, επομένως, και το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.
Με το δεδομένο αυτό, η Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 κοινή υπουργική απόφαση, που εκδόθηκε κατ' επίκληση της ως άνω διατάξεως, ως προς το μέρος της, με το οποίο ανακαθορίζεται αναδρομικώς το απονεμόμενο από το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος εφάπαξ βοήθημα και ορίζεται, ειδικότερα, ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού της εφάπαξ παροχής εφαρμόζεται και για όσους έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία από τις 03.01.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψεως της επίμαχης αποφάσεως του Δ.Σ.
του Ταμείου (16.12.2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής, δεν είναι νόμιμη, αφού εκδόθηκε χωρίς σχετικό εξουσιοδοτικό έρεισμα. Επομένως, είναι άκυρη και δεν ισχύει έναντι εκείνων, που εμπίπτουν στην αναδρομική περίοδο, ήτοι έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, λόγω συνταξιοδότησης από τις 03.01.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψης της 23/16-12-2013 απόφασης του Δ.Σ.
του " Τ.Α.Π.-Ε.Τ.Ε. " και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής, οι οποίοι έτσι εξακολουθούν να υπάγονται στην προηγούμενη ρύθμιση. Ήδη, με την απόφαση 1530/2018 του ΣτΕ, η ως άνω Κ.Υ.Α. κρίθηκε μη νόμιμη, ως προς την άνω αναδρομική της ρήτρα (Α.Π. 1695/2022, Α.Π. 900/2022, Α.Π. 829/2022, Α.Π. 1110/2022, Α.Π. 1579/2021). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ.
α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα : Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη στην από 07-12-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 607169/3085/13-12-2017 αγωγή της, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στρεφομένη κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία " Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας " (Τ.Α.Π.-Ε.Τ.Ε.), εξέθετε ότι προσλήφθηκε στις 16-03-1984 από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία " ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. " (εφεξής " Ε.Τ.Ε.
Α.Ε. "), στην οποία προσέφερε τις υπηρεσίες της από την πρόσληψή της έως τις 06-06-2012, οπότε και αποχώρησε, λόγω συνταξιοδότησης, αφού στο πρόσωπό της συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις λήψης κύριας σύνταξης. Ότι, από την ως άνω ημερομηνία πρόσληψής της, ήταν ασφαλισμένη στο εναγόμενο (τότε Ν.Π.Δ.Δ., ήδη Ν.Π.Ι.Δ.), καταβάλλοντας τις εκάστοτε αναλογούσες υπέρ του τελευταίου εισφορές υπέρ του Ταμείου, μέχρι την αποχώρησή της.
Ότι, κατά τη συνταξιοδότησή της, πληρούσε το σύνολο των προϋποθέσεων, για τη λήψη από το εναγόμενο της προβλεπόμενης εφάπαξ παροχής, που της αναλογούσε και δικαιούτο να λάβει, συνολικού ύψους ενενήντα χιλιάδων τετρακοσίων είκοσι ενός ευρώ και ενός λεπτού (90.421,01), κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 και 2 του Κανονισμού του εναγομένου Ταμείου όπως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο της συνταξιοδότησής της και κατά τον χρόνο υποβολής σχετικής αίτησής της για τη λήψη της παροχής αυτής.
Ωστόσο, μολονότι η ίδια υπέβαλε νομοτύπως τη σχετική αίτησή της για τη χορήγηση της ως άνω εφάπαξ παροχής, το εναγόμενο Ταμείο δεν της κατέβαλε το σύνολο της εφάπαξ παροχής που της αναλογούσε, κατά τον χρόνο που όφειλε να πράξει τούτο, ήτοι από την παρέλευση τριμήνου και, σε κάθε περίπτωση, από την παρέλευση εξαμήνου από την υποβολή της αίτησης αυτής, παρόλο που πληρούσε τις σχετικές προϋποθέσεις.
Στη συνέχεια η ενάγουσα εξέθετε ότι, λαμβανομένης υπόψη και της προκαταβολής που είχε λάβει, αλλά και τους υπολογισθέντες επ' αυτής τόκους, το εναγόμενο της έχει καταβάλει συνολικά μόνο το ποσό των εξήντα εννέα χιλιάδων εκατόν δέκα ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτών (69.110,75) και, ως εκ τούτου, εξακολουθεί να της οφείλει το υπόλοιπο, ήτοι ποσό τριάντα τεσσάρων χιλιάδων εκατόν δέκα ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτών (34.110,75), όπως ειδικότερα το ποσό αυτό αναλύεται στην αγωγή.
Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον, παραδεκτώς γενόμενο κατ' άρθρα 223 παρ. 1, 294, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 του ΚΠολΔ, περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής μόνο στο αναγνωριστικό της σκέλος, με σχετική προφορική δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις της, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσε, κατά την προφορική συζήτηση της αγωγής, ζήτησε, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Καταστατικού του εναγομένου, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο αποχώρησής της από την υπηρεσία, να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να της καταβάλει το χρηματικό ποσό των τριάντα τεσσάρων χιλιάδων εκατόν δέκα ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτών (34.110,75) που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της καταβλητέας και της καταβληθείσας εφάπαξ παροχής με το νόμιμο τόκο από την 06-09-2012, ημερομηνία παρέλευσης της τρίμηνης προθεσμίας από την, από 06-06-2012, αίτησή της προς λήψη της επίδικης εφάπαξ παροχής, άλλως από την 06-12-2012 ημερομηνία παρέλευσης της εξάμηνης προθεσμίας από την ως άνω αίτησή της, άλλως από την επίδοση της παρούσας και μέχρι την εξόφληση.
Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3 και 621 επ. του ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, μετά την τροποποίησή τους από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87 / 23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01.01.2016 κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 706/2019 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την ένδικη αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των είκοσι οκτώ χιλιάδων οκτακοσίων ογδόντα έξι ευρώ και ογδόντα εννέα λεπτών (28.886,89), με τον νόμιμο τόκο από την 07-12-2012, ήτοι την επομένη της παρέλευσης εξαμήνου από την από 06-06-2012 αίτηση της ενάγουσας προς το εναγόμενο για τη λήψη της εφάπαξ παροχής και μέχρι την εξόφληση.
Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 24-05-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 48035/3711/30-05-2019 έφεσης του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία " Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας ", εξέδωσε την προσβαλλόμενη, με αριθμό 5369/2020, τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δικάζοντας κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση αυτή.
Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς την ουσία της ένδικης υπόθεσης, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά : " Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη [ αναιρεσίβλητη ], προσλήφθηκε από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία " Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ", στις 16-3-1984, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως υπάλληλος.
Κατόπιν υπηρεσιακής της εξέλιξης και αφού είχε θεμελιώσει συνταξιοδοτικά δικαιώματα, στις 6-6-2012, αποχώρησε από (την) ενεργό υπηρεσία, λόγω συνταξιοδότησής της, με το βαθμό Μηχανικού Β', τον οποίο κατείχε ήδη πέραν της διετίας. Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας της στην " E.T.E. A.E. ", για τον κλάδο πρόνοιας ήταν ασφαλισμένη στο εναγόμενο και ήδη εκκαλούν [ αναιρεσείον ] Ταμείο με την επωνυμία "Tαμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος " (" T.A.Π. - Ε.Τ.Ε. ") καταβάλλοντας καθόλο το χρονικό διάστημα της εργασίας της, τις αναλογούσες στην ίδια εισφορές υπέρ του ταμείου και, συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού του τελευταίου, τύγχανε δικαιούχος της προβλεπόμενης σε αυτόν (κανονισμό) εφάπαξ παροχής η οποία υπολογιζόταν με τον τρόπο που προβλεπόταν στο άρθρο 7 παρ. 1 και 2 του κανονισμού και την οποία το εκκαλούν ταμείο ήταν υποχρεωμένο να της καταβάλει εντός τριμήνου και κατ' ανώτατο όριο εντός εξαμήνου, από την έξοδό της από την υπηρεσία, κατά το άρθρο 12 του Κανονισμού.
Πλην, όμως, το εκκαλούν δεν της κατέβαλε το σύνολο της εφάπαξ παροχής παρά κάποιες τμηματικές καταβολές έναντι, μέχρι το τέλος του έτους 2013, ενώ στις 19-12-2013 δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ η Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, η οποία εξεδόθη κατ' επίκληση της παρ. 20 του άρθρου 6 του Ν. 3029/2002, με την οποία εγκρίθηκε η αναλογιστική μελέτη, που είχε ανατεθεί από το εκκαλούν ταμείο, σύμφωνα με τις προβλέψεις του καταστατικού του, στην εταιρεία " ... " (σύμβαση με ημερομηνία 18-11-2013) αντικαταστάθηκε το άρθρο 7 του Καταστατικού του εκκαλούντος και ορίστηκε νέος τρόπος υπολογισμού της εφάπαξ παροχής, ο οποίος, όμως, οδηγούσε σε μείωση της παροχής αυτής σε σχέση με το προισχύον καθεστώς, ενώ με την ανωτέρω Κ.Υ.Α.
ορίστηκε ότι, ο νέος τρόπος υπολογισμού εφαρμόζεται και για όσους έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία από τις 3-12-2012 μέχρι την ημερομηνία λήψης της σχετικής αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου (16-12-2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής. Δηλαδή, το ρυθμιστικό πλαίσιο κατελάμβανε, αναδρομικά, και την εφεσίβλητη, μειώνοντας σημαντικά το ποσό της εφάπαξ παροχής της.
Ακολούθως, όμως, η ανωτέρω Κ.Υ.Α., ακυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 1530/2018 απόφαση του ΣτΕ, κατά το μέρος που με αυτήν προβλέπεται ότι, εφαρμόζεται αναδρομικά και για όσους έχουν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία από 3-1-2012 και δεν έχουν λάβει το σύνολο του βοηθήματος αυτού, αφού προηγουμένως κρίθηκε ότι " από τις διατάξεις του Συντάγματος περί διακρίσεως των εξουσιών (άρθρο 26) και περί παροχής στα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (άρθρο 43) συνάγεται ότι δεν είναι επιτρεπτή η αναδρομική κανονιστική ρύθμιση, εφόσον τούτο δεν προβλέπεται ρητώς στην εξουσιοδοτική διάταξη ...
εν προκειμένω, η .... διάταξη της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, δεν παρέχει εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να ανακαθορίζουν αναδρομικώς το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος, που χορηγεί το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.
Με το δεδομένο αυτό, η προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση, που εκδόθηκε κατ' επίκληση της ως άνω διατάξεως, ως προς το μέρος της, με το οποίο ανακαθορίζεται αναδρομικώς το απονεμόμενο από το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, εφάπαξ βοήθημα και ορίζεται, ειδικότερα, ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού της εφάπαξ παροχής εφαρμόζεται και για όσους έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία από τις 3-1-2012 μέχρι την ημερομηνία λήψεως της αποφάσεως του Δ.Σ.
του Ταμείου (16-12-2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής ... δεν είναι νόμιμη αφού εκδόθηκε χωρίς σχετικό εξουσιοδοτικό έρεισμα " [...]. Ακολούθως, όμως το εκκαλούν με το δεύτερο λόγο της εφέσεώς του, ισχυρίζεται ότι, η ανωτέρω απόφαση του ΣτΕ και η με αυτήν, λόγω τυπικής παραλείψεως, ακύρωση της ανωτέρω Κ.Υ.Α., δεν επηρεάζει την επίδικη ιδιωτικής φύσεως διαφορά, αφού η απόφαση της Συν. 23/16-12-2013 του Δ.Σ.
του Ταμείου, περί τροποποίησης του άρθρου 7 του Κανονισμού του Ταμείου, όσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού της εφάπαξ παροχής, ήταν καθόλα νόμιμη. Και αυτό διότι, για τη λήψη αυτής της απόφασης, τηρήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 3029/2002, ήτοι η εκπόνηση αναλογιστικής μελέτης, η έγκρισή της από την Αναλογιστική Αρχή, ο, με βάση τις παραδοχές της αναλογιστικής μελέτης, ανακαθορισμός της εφάπαξ παροχής, συμπεριλαμβανομένων και των αποχωρησάντων προ της 19-12-2013 - ήτοι και της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης - συνταξιούχων, στους οποίους γίνεται ρητή αναφορά στον ως άνω νόμο, απόφαση, όμως, που ουδέποτε προσεβλήθη από οποιονδήποτε, έχοντας έτσι καταστεί, πλέον, απρόσβλητη, λόγω της άπρακτης παρέλευσης της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας από τη λήψη της, με περαιτέρω συνέπεια η αγωγή να έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη και όχι να απορριφθεί η ένσταση του άρθρου 101 Α.Κ., που νομίμως προέβαλλε, ως μη νόμιμη, όπως εσφαλμένως έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση.
Ωστόσο, ο λόγος αυτός της εφέσεως κρίνεται απορριπτέος και τούτο διότι, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 20 του Ν. 3029/02 [...], την αποφασιστική, επί του επιδίκου ζητήματος της αναδρομικής μεταβολής του τρόπου υπολογισμού της εφάπαξ παροχής, αρμοδιότητα, την είχαν οι ανωτέρω συναρμόδιοι Υπουργοί, ενώ η επικαλούμενη απόφαση του Δ.Σ.
του εκκαλούντος, είχε απλώς γνωμοδοτικό χαρακτήρα. Το γεγονός άλλωστε αυτό, προκύπτει και από τον κανονισμό του εκκαλούντος, ο οποίος στο άρθρο 13 παρ. 1 αναφέρει ότι : " ο παρών Κανονισμός τροποποιείται με απόφαση του Δ.Σ., λαμβανομένη με πλειοψηφία 6 εκ των μελών του Δ.Σ., ευρισκόμενου σε απαρτία, παρισταμένων τουλάχιστον 6 εκ των μελών αυτού, μεταξύ των οποίων ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος.
Εάν η τροποποίηση αφορά τα άρθρα 4, 7, 8, 9 και 19 του παρόντος, απαιτείται να προηγείται η εκπόνηση σχετικής αναλογιστικής μελέτης, από την οποία να προκύπτει ότι, μετά την τροποποίηση, εξασφαλίζεται η αναλογιστική ισορροπία του Ταμείου ", ενώ στις τελικές διατάξεις του κανονισμού, υπό το στοιχείο Η αναγράφεται ότι : " Η εφάπαξ παροχή δύναται να ανακαθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από πρόταση της Διοίκησης του Ταμείου και σύνταξη αναλογιστικής μελέτης, που υποβάλλεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και εγκρίνεται με την ίδια απόφαση.
Αναλογιστική μελέτη εκπονείται υποχρεωτικά από το ταμείο ανά δύο χρόνια, για την διαπίστωση της οικονομικής πορείας του" Το εκκαλούν, δε, εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, με την επικαλούμενη υπ' αριθμ. 23/16-12-2013 απόφαση του Δ.Σ., συνοδευόμενη από την, με ημερομηνία σύμβασης 18-11-2013, σχετική αναλογιστική μελέτη, υπέβαλε πρόταση για ανακαθορισμό της εφάπαξ παροχής, που χορηγεί στους ασφαλισμένους του.
Ενόψει των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι το εκκαλούν είναι ενταγμένο στο συμβατικό καθεστώς επικουρικής κοινωνικής ασφαλίσεως, με σκοπό την παροχή επαγγελματικής ασφαλιστικής προστασίας, πέραν από εκείνη που παρέχει η υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση και λειτουργεί, ουσιαστικά υπό την εποπτεία του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και τον έλεγχο της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, ως προς την οικονομική λειτουργία και τη βιωσιμότητά του.
Στα πλαίσια του καθεστώτος λειτουργίας του, για τη χορήγηση των εφάπαξ παροχών και τη διακύμανση του ύψους αυτών, θεσπίστηκε μία σύνθετη διοικητική διαδικασία, για την οποία καθοριστική αρμοδιότητα έχει η απόφαση - έγκριση των αρμοδίων υπουργών, η οποία λαμβάνεται κατόπιν εκπόνησης της αναλογιστικής μελέτης και της γνώμης - πρότασης του Δ.Σ.
του ταμείου, η οποία ως τέτοια (γνώμη - πρόταση), δεν υπόκειται στην ακυρωτική αγωγή του άρθρου 101 Α.Κ., όπως εσφαλμένως και νομικά αβασίμως ισχυρίζεται το εκκαλούν με τον σχετικό λόγο της εφέσεώς του. Επομένως, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο, αν και με διαφορετική αιτιολογία, που επιτρεπτά αντικαθίσταται από το παρόν Δικαστήριο, κατά το άρθρο 534 ΚΠολΔ, απέρριψε την σχετική ένσταση του εκκαλούντος.
Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι το εκκαλούν, ενόψει της ακύρωσης της ανωτέρω Κ.Υ.Α., ως προς την αναδρομική μεταβολή του τρόπου υπολογισμού της εφάπαξ παροχής, υποχρεούται να καταβάλει στην εφεσίβλητη, την εφάπαξ παροχή, στο ύψος προ των αναδρομικών περικοπών ήτοι την εφάπαξ παροχή, με τον τρόπο υπολογισμού, που προβλεπόταν στο άρθρο 7 του Κανονισμού του Ταμείου, όπως αυτό ίσχυε πριν από την ημερομηνία αποχώρησης εκάστου (ενν.
της εφεσίβλητης) από την υπηρεσία της Ε.Τ.Ε., ήτοι προ της 19-12-2013 τροποποίησής του με την ανωτέρω Κ.Υ.Α., αφαιρουμένων των καταβολών, που είχαν ήδη γίνει για την αιτία αυτή, ήτοι υποχρεούται να καταβάλει στην εφεσίβλητη το χρηματικό ποσό των 28.886,89 ευρώ, το οποίο και επιδικάστηκε από την εκκαλουμένη απόφαση .... ".
Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 20 του ν. 3029/2002 " Μεταρρύθμιση Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης ", τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, αφενός ότι προβλέπεται δυνατότητα μεταβολής του τρόπου υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος, που παρέχει το αναιρεσείον " Τ.Α.Π.-Ε.Τ.Ε. ", μετά από απόφαση (πρόταση) του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, αποφασιστική, όμως, αρμοδιότητα, επί του ζητήματος τούτου, έχουν οι αναφερόμενοι στη διάταξη Υπουργοί, που εκδίδουν τη σχετική εγκριτική απόφαση και όχι το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου, του οποίου η απόφαση επί του θέματος έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα και αφετέρου ότι η εξουσιοδοτική διάταξη της παρ. 20 του άρθρου 6 εδ. τελ. του ν. 3029/2002, δεν παρέχει εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομίας, Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, να ανακαθορίζουν αναδρομικώς το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος, εφόσον δεν προβλέπει τούτο ρητά, σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος περί διάκρισης των εξουσιών (άρθρο 26) και περί παροχής στα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας νομοθετικής εξουσιοδότησης (άρθρο 43).
Συνεπώς, εφόσον το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου με την απόφαση 23/16-12-2013 πρότεινε την αντικατάσταση του άρθρου 7 του Καταστατικού του, στο οποίο καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της χορηγούμενης από το Ταμείο εφάπαξ παροχής και όρισε ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος εφαρμόζεται αναδρομικά και για όσους έχουν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία από 03.01.2012 και δεν έχουν λάβει το σύνολο του βοηθήματος αυτού, η Φ.80000/35187/1180/19.12.2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, που ενέκρινε την ως άνω, υπό του Διοικητικού Συμβουλίου, προταθείσα αναδρομική ρύθμιση είναι άκυρη, ως προς την αναδρομική αυτή ρήτρα, ως εκδοθείσα χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση και δεν ισχύει έναντι εκείνων, που εμπίπτουν στην αναδρομική περίοδο, όπως είναι η αναιρεσίβλητη, η οποία εξακολουθεί να υπάγεται στην προηγούμενη ρύθμιση του άρθρου 7 του Κανονισμού του " Τ.Α.Π.-Ε.Τ.Ε. ".
Εξάλλου, ενόψει του ότι η απόφαση αυτή (πρόταση) του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος (23/16-12-2013), έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα και όχι αποφασιστικό (δεσμευτικό), τον οποίο έχει η εγκριτική Κ.Υ.Α., είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι, λόγω του σωματειακού του χαρακτήρα, η άνω απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του είναι έγκυρη, ως μη προσβληθείσα εντός της αποκλειστικής 6μηνης προθεσμίας του άρθρου 101 εδ. 3 του Α.Κ.
και, ως εκ τούτου, δεσμεύει τα μέλη του. Ομοίως αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός του ότι, δεδομένου του ιδιωτικού χαρακτήρα της σχέσης του με την αναιρεσίβλητη και της, βάσει αυτής, τροποποιήσεως του Κανονισμού, η τροποποίηση αυτή χαρακτηρίζεται από νομιμότητα, είναι δε άλλο ζήτημα το θέμα της Διοίκησης να εγκρίνει ή να μην εγκρίνει την απόφαση αυτή, ούτως ώστε να πληροί τους όρους του Ν. 3029/2002, μέχρι δε τότε και δεδομένου του όλως προσφάτου της έκδοσης της ακυρωτικής απόφασης του ΣτΕ (1530/2018), ή μέχρι την τυχόν τροποποίηση του Κανονισμού, με νεώτερη άλλη απόφαση, ούτως ώστε να επέλθει " ισορροπία ", μεταξύ των δύο πράξεων, το όλο ζήτημα μένει και πρέπει να παραμείνει σε εκκρεμότητα, λαμβανομένου υπόψη ότι ο συνολικός αριθμός των αναλόγων με την αναιρεσίβλητη περιπτώσεων ανέρχεται σε 572 περίπου άτομα, η δε συνολική για το Ταμείο δαπάνη για την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους στο ύψος των 16.000.000 ευρώ περίπου, ποσό που προφανώς ανατρέπει την αναλογιστική ισορροπία του Ταμείου, κάτι που δεν συμβαδίζει με τη βούληση των μερών για τη λειτουργία της δικαιοπρακτικής τους σχέσης, καθότι το αναιρεσείον διέπεται από το ν. 3026/2002, δεν είναι αυτεξούσιο και οι κρίσιμες αποφάσεις του, που αφορούν το ύψος των παρεχόμενων παροχών τελούν υπό την έγκριση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Επομένως, οι ενιαία εξεταζόμενοι, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση, του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Κατά το άρθρο 340 του Α.Κ. ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή και κατά το άρθρο 345 εδαφ. α' του ίδιου Κώδικα, όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή, ο δανειστής σε περίπτωση υπερημερίας έχει δικαίωμα να απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ζημία.
Ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη αναγνωρίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 342 του Α.Κ. η έλλειψη υπαιτιότητάς του, που θεμελιώνει ένσταση καταλυτική της αγωγικής αξίωσης, την οποία οφείλει ο οφειλέτης να επικαλεσθεί και αποδείξει, οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία (Α.Π. 485/2020, Α.Π. 1951/2017, Α.Π. 1623/2014, Α.Π. 1427/2008) Επίσης, λόγο απαλλαγής του οφειλέτη από την υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας συνιστά και ο μεταξύ αυτού και του δανειστή συμβατικός αποκλεισμός των τόκων υπερημερίας, που επίσης συνιστά ένσταση καταλυτική της σχετικής αγωγικής αξίωσης, η οποία (ένσταση) ερείδεται στο άρθρο 361 του Α.Κ.
και την οποία ο (εναγόμενος) οφειλέτης οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει (Α.Π. 1579/2021). Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται : α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο τη ουσίας, β) για σφάλμα, που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, αν δεν συντρέχει μία από τις, στην ως άνω διάταξη, εξαιρετικές περιπτώσεις, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 911/2019, Α.Π. 179/2019).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του, ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ή οι λόγοι, που κατά νόμο δικαιολογούν την πρόταση αυτού το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ο σχετικός ισχυρισμός ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.
Α.Π. 15/2000, Α.Π. 450/2020, Α.Π. 1389/2018, Α.Π. 199/2017, Α.Π. 173/2016, Α.Π. 254/2016, Α.Π. 893/2015, Α.Π. 243/2015, Α.Π. 183/2014, Α.Π. 114/2009), αν δε το δικαστήριο εξέτασε τον σχετικό ισχυρισμό στην ουσία του, πρέπει επιπλέον, να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση (Α.Π. 199/2017).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα ", υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.
Α.Π. 25/2003, Α.Π. 12/2000). " Πράγματα ", επομένως, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Ολ. Α.Π. 14/2004 Α.Π. 87/2013, Α.Π. 180/2011, Α.Π. 1795/ 2008). Επομένως, αν ο αναιρεσείων - εναγόμενος που έχει ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, προσβάλλει με λόγο αναίρεσης την εφετειακή απόφαση για πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, απαιτείται να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων ότι ο αποτελών " πράγμα " ισχυρισμός, δηλαδή αυτός που τείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος, είχε προταθεί παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με δήλωση, ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά την προφορική συζήτηση της αγωγής και καταγραφής στα πρακτικά (ΚΠολΔ 591 παρ. 1δ'), αλλά και να επαναφέρθηκε νομότυπα (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτώς, κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (Α.Π. 900/2022, Α.Π. 1579/2021 Α.Π. 104/2020, Α.Π. 1439/2019, Α.Π. 1199/2018 Α.Π. 555/2019, Α.Π. 109/2019, Α.Π. 159/2018, Α.Π. 1207/2017, Α.Π. 605/2015) Τέλος, προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς εξομοιώνονται και εκείνοι που προτάθηκαν απαραδέκτως (Α.Π. 1382/2011, Α.Π. 728/2010, Α.Π. 130/2004), όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που ο προταθείς ισχυρισμός δεν είχε επαναφερθεί με νόμιμο τρόπο (άρθρο 240 του ΚΠολΔ) στο Εφετείο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τους ενιαία εξεταζόμενους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου τους, αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενο πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (όχι από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, αφού ως αίτηση, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ, νοείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης, όχι δε και οι ενστάσεις ή αντενστάσεις, οι οποίες εμπίπτουν στον από τον αριθμό 8 του ιδίου άρθρου λόγο αναίρεσης) οι οποίες συνίστανται στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι ότι παρέλειψε να απαντήσει στους παραδεκτώς προταθέντες ισχυρισμούς του περί απορρίψεως του αιτήματος επιδίκασης τόκων υπερημερίας, απορρίπτοντας σιωπηρά αυτούς, διότι, αφενός μεν, για την καθυστέρηση δεν υπέχει ευθύνη κατ' άρθρα 342 και 345 του Α.Κ., ενόψει της ισχύος της επίμαχης Κ.Υ.Α., πριν την ακύρωσή της με την υπ' αριθμ. 1530/2018 απόφαση του ΣτΕ, δεν υπήρχε νομική δυνατότητα εξόφλησης της απαίτησης της ενάγουσας, καθότι θα διέπραττε ποινικό αδίκημα, αποκλειομένης έτσι της επέλευσης υπερημερίας του (πρώτος λόγος), αφετέρου δε, λόγω συμβατικού αποκλεισμού των τόκων υπερημερίας, δυνάμει του άρθρου 7 παρ. 5 του συμβατικής ισχύος Κανονισμού του, σύμφωνα με το οποίο αποκλείεται η υποχρέωσή του για καταβολή τόκων για τυχόν μη έγκαιρη καταβολή της εφάπαξ παροχής (δεύτερος λόγος).
Ωστόσο, μη επικαλουμένης της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 527 ΚΠολΔ, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός του αυτός είχε νόμιμα προταθεί με προφορική δήλωση ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ή αν περιλήφθηκε στις κατατεθείσες προτάσεις στο πρωτόδικο δικαστήριο, ώστε να επαναφερθεί έτσι νομίμως στο Εφετείο, με λόγο έφεσης.
Ειδικότερα, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, στην οποία ο Άρειος Πάγος προβαίνει για την έρευνα της βασιμότητας των ως άνω αναιρετικών λόγων (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), οι αυτοτελείς αυτοί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, που συνιστούν ενστάσεις καταλυτικές του δικαιώματος καταβολής τόκων, ορθώς απορρίφθηκαν πρωτοδίκως, ως απαράδεκτοι, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι όφειλε να τους έχει προβάλει και προφορικά, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ώστε να καταχωριστούν στα πρακτικά (άρθρα 591 παρ. 1 περ.
δ ' ΚΠολΔ). Με τον τέταρτο λόγο της έφεσής του κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, το εναγόμενο - εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον επικαλέσθηκε, ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο έσφαλε (και) όσον αφορά το αίτημα της ενάγουσας περί τοκοδοσίας της οφειλομένης εφάπαξ παροχής, αφενός λόγω της ανυπαίτιας αδυναμίας του να καταβάλει την επιδικασθείσα χρηματική διαφορά, ενόψει της ισχύος της με αριθμό Φ 80000/35187/1180 Κ.Υ.Α.
και αφετέρου με βάση το άρθρο 7 παρ. 5 του Κανονισμού του, σύμφωνα με το οποίο αποκλείεται η υποχρέωσή του για καταβολή τόκων από την τυχόν μη έγκαιρη καταβολή της εφάπαξ παροχής. Όπως όμως ήδη εκτέθηκε, οι ως άνω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, τους οποίους προέβαλε με λόγο έφεσης, ως ενστάσεις καταλυτικές του δικαιώματος καταβολής τόκου που ασκείται με την αγωγή, προκειμένης διαφοράς εκδικαζομένης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, έπρεπε να προταθούν προφορικά, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και, επιπλέον, έπρεπε, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, να καταχωρηθούν στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (τα οποία, σημειωτέον, δεν προσκομίζονται στον Άρειο Πάγο από τους διαδίκους).
Εφόσον, λοιπόν, οι ισχυρισμοί του αυτοί ήταν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, απαράδεκτοι, η προβολή τους με λόγο έφεσης ήταν, επίσης, απαράδεκτη, και ως εκ τούτου, η παράλειψη του Εφετείου να αποφανθεί ειδικά επ' αυτών, δεν ιδρύει τους εκτιμώμενους από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης. Επομένως, αμφότεροι οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης, είναι απορριπτέοι, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως απαράδεκτοι.
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται, αυτεπαγγέλτως, ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 555/2019, Α.Π. 275/2017, Α.Π. 766/2017, Α.Π. 7/2017). Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.
α' του ΚΠολΔ), πρέπει στο δικόγραφο της αναίρεσης να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (Ολ.
Α.Π. 20/2005), ενώ αν η επικαλούμενη πλημμέλεια αφορά την απόρριψη ή μη της αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης, πρέπει να αναφέρεται με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, άλλως ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (Ολ. Α.Π. 28/1998, Α.Π. 651/2018, Α.Π. 1352/2017, Α.Π.131/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' εκτίμηση εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, το αναιρεσείον παραπονείται ότι η προσβαλλόμενη έσφαλε, επειδή απέρριψε, άνευ επαρκούς αιτιολογίας, την υποβληθείσα από αυτό ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (281 Α.Κ.), ως δήθεν θεμελιουμένης μόνο σε δυσμενείς για το Ταμείο επιπτώσεις και όχι στο σύνολο των ασφαλισμένων του, που προσδοκούν στη λήψη αξιοπρεπούς εφάπαξ παροχής, αφού είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που διανέμει εκ του κεφαλαίου του παροχές στους δικαιούχους, εάν δε θιγεί το κεφάλαιό του αυτό, είναι προφανές ότι θίγεται καταχρηστικώς το σύνολο των ασφαλισμένων του.
Ωστόσο, με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγος είναι αόριστος και συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το αναιρεσείον δεν αναφέρει στο αναιρετήριο δικόγραφο, κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, τα επικληθέντα, ενώπιον του Εφετείου, με τη σχετική ένσταση, πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος, κατά την έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ., ούτε τον χρόνο και τρόπο υποβολής του σχετικού ισχυρισμού (ένστασης) στο Πρωτοδικείο και επαναφοράς του στο Εφετείο, αλλά ούτε και το περιεχόμενο που δέχθηκε το Δικαστήριο ότι έχει η εν λόγω ένσταση, προκειμένου να κριθεί το παραδεκτό της προβολής του, ενώπιον των Δικαστηρίων της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ) και αν το Εφετείο, εκτιμώντας τη νομική βασιμότητα αυτής και κρίνοντάς την μη νόμιμη, παρέβη ή όχι την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία εκπροσωπήθηκε στη δίκη και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 18-12-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 123/11/12-01-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 1064/2022 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 5369/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Αυγούστου 2023.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ