Supreme Court allows appeal in labor debt case, remanding for retrial due to misapplication of priority rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by the State against a lower court judgment in a labor debt dispute. The lower court had incorrectly applied priority rules regarding labor claims, granting them precedence over other debts based on the date of the auction rather than the specific statutory criteria. The court ruled that only labor claims arising within the two years preceding the auction date qualify for priority, not those generated up to the auction day itself. Consequently, the judgment was annulled and the case was remanded for retrial with a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 975(3) and 559(1) of the Code of Civil Procedure; Labor claims arising within the two years prior to the auction date enjoy priority status, whereas claims generated subsequently do not qualify for such preferential treatment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1246 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1246/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και από τον Προϊστάμενο της Γ' Δ.Ο.Υ. Λάρισας. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Νικολέτα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Β., 2) Α. Γ., 3) Ν. Γ., 4) Α. Γ., 5) Θ. Τ., 6) Α. Θ. 7) Ν. Κ., 8) Α. Κ., 9) Α. Κ., 10) Ν. Κ., 11) Λ. Κ., 12) Γ. Λ., 13) Β. Μ., 14) Χ. Ν., 15) Σ. Π., 16) Β. Σ., 17) Α. Σ., 18) Τ. Γ., 19) Τ. Γ., 20) Γ. Κ., 21) Π. Κ., 22) Ι. Μ. και 23) Π. Χ., άπαντες κάτοικοι Λάρισας, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τέσσερις ανακοπές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 327/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 7/2001 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-07-2001 αίτησή του .
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κυριάκος Μπαμπαλίδης ανέγνωσε την από 7-1-2019 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Θεοδώρου Κανελλόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ολΑΠ 14/2015).
Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ και δ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' αυτού, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της συζητήσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτήν και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση, ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο, και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 308/2019, ΑΠ 1038/2018, ΑΠ 1062/2017).
Περαιτέρω, στο άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020, που περιλαμβάνει διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων μετά την αναστολή λειτουργίας τους προς αντιμετώπιση του ιού COVID-19 κατά το διάστημα από 13.3. 2020 έως 31.5.2020, ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31.5.2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο...
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα.". Επίσης, στην ομοίου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021, που περιλαμβάνει διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων μετά την αναστολή λειτουργίας τους προς αντιμετώπιση του ιού COVID-19, ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.
Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".
Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι σε περίπτωση που η συζήτηση αίτησης αναιρέσεως ματαιώθηκε λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων εξαιτίας του ιού COVID- 19, με πράξη του προέδρου του αντίστοιχου τμήματος του Αρείου Πάγου ορίζεται νέα σύντομη δικάσιμος, χωρίς όμως να απαιτείται να επιδοθεί κλήση από τον έναν διάδικο στον άλλο για τη συζήτηση της υπόθεσης, καθώς η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο που γίνεται από τον γραμματέα, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατ` αναλογική δε εφαρμογή των όσων ισχύουν σε περίπτωση αναβολής της υπόθεσης με αίτημα των διαδίκων και εγγραφής της στο πινάκιο από το γραμματέα, προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής λόγω της εγγραφής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος, κατά τη νέα δικάσιμο, διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση δεν συζητήθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 16-7-2001 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά των Α. Β. κλπ... (συνολικά 23 αναιρεσιβλήτων), για αναίρεση της με αριθμ. 7/2001 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Από την υπ` αριθ. 2559/16-4-2018 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας Α.
Ν., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, επιμελεία του οποίου προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για τη δικάσιμο της 28-1-2019 ενώπιον του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, προκύπτει ότι, αντίγραφο της άνω αίτησης του αναιρεσείοντος Δημοσίου, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 28-1-2019, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους και δη στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητό τους Άγι Παπαστεργίου.
Κατά τη δικάσιμο εκείνη η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 11-5-2020, κατόπιν αιτήματος των αναιρεσιβλήτων και δη του άνω πληρεξουσίου δικηγόρου και αντικλήτου τους. Κατά την τελευταία ως άνω δικάσιμο η υπόθεση δεν εκφωνήθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων λόγω της πανδημίας COVID-19. Ακολούθως, δυνάμει του άρθρου 74 παρ. 2 του Ν. 4690/2020, εκδόθηκε η από 2-9-2020 Πράξη του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίστηκε αυτεπαγγέλτως ως νέα ημέρα συζήτησης της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως στο ακροατήριο η 22-2-2021 και με πρωτοβουλία του γραμματέα η υπόθεση ενεγράφη στο οικείο πινάκιο, η εγγραφή δε αυτή ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Όμως και κατά τη νέα αυτή δικάσιμο δεν εκφωνήθηκε η υπόθεση λόγω της εκ νέου αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων λόγω της πανδημίας COVID-19. Ακολούθως, δυνάμει του άρθρου 83 παρ. 2 του Ν. 4790/2021, εκδόθηκε η από 12-5-2021 Πράξη του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίστηκε αυτεπαγγέλτως ως νέα ημέρα συζήτησης της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως στο ακροατήριο η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (13-9-2021) και με πρωτοβουλία του γραμματέα η υπόθεση ενεγράφη στο οικείο πινάκιο, η εγγραφή δε αυτή ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο της υποθέσεως (13.9.2021), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ..
Επομένως, ενόψει του ότι η δυνάμει του προαναφερόμενου αυτεπάγγελτου προσδιορισμού της συζήτησης εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και οι ως άνω απολιπόμενοι αναιρεσίβλητοι είχαν κλητευθεί νομίμως για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 28-1-2019, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 975 παρ 3 ΚΠολΔ, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τα άρθρα 31 Ν. 1545/1985 και 6 παρ 16 Ν. 2479/97, στην τρίτη τάξη της προβλεπομένης απ` αυτήν προνομιακής κατάταξης, κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν ως βάση τους παροχή εξαρτημένης εργασίας, οι απαιτήσεις των δασκάλων, καθώς και οι απαιτήσεις από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις δικηγόρων, είτε αμείβονται κατά υπόθεση, είτε με πάγια περιοδική αμοιβή, εφ` όσον όλες αυτές προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού. Αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας κατατάσσονται από το χρόνο που προέκυψαν, στην τάξη αυτή. Ως ημερομηνία του πρώτου πλειστηριασμού νοείται εκείνη που αρχικά ορίστηκε, μετά την επιβολή της κατάσχεσης (ΑΠ 944/2018, ΑΠ 711/2016, ΑΠ 370/2014).
Συνεπώς, η αρχική ημερομηνία του πλειστηριασμού αποτελεί την αφετηρία αναδρομικού υπολογισμού της διετίας. Αν ο πλειστηριασμός έγινε αργότερα, λόγω αναβολής, αναστολής ή ματαιώσεώς του κατά την ημερομηνία που είχε αρχικά ορισθεί, του προνομίου απολαμβάνουν οι απαιτήσεις από την παροχή εξηρτημένης εργασίας, που προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν την ημέρα που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό, όχι δε και οι απαιτήσεις που προέκυψαν μετά την ημερομηνία που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό και έως και την ημέρα, που τελικά αυτός διενεργήθηκε (ΑΠ 1622/2018, ΑΠ 100/2017, ΑΠ 1050/15). Στην προνομιακή κατάταξη των απαιτήσεων των εργαζομένων περιλαμβάνονται και οι παρεπόμενες απαιτήσεις τους από τόκους, οι οποίες, αν μεν είναι παρεπόμενες της αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της εργασιακής σχέσης τους, δεν έχουν χρονικό περιορισμό, αν όμως είναι παρεπόμενες άλλων αξιώσεων από την εργασιακή σχέση, κατατάσσονται προνομιακά μόνον αν προέκυψαν την τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού (Ολ. ΑΠ 22/2000, ΑΠ 99/2017, ΑΠ 487/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζοντας επί εφέσεων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και των αναιρεσιβλήτων, καθώς και επί εφέσεων της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ E.F.G. EUROBANK ERGASIAS Ανώνυμη Εταιρία" (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη), δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την επίσπευση της....
α.ε., υπό την επωνυμίαν "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΑΛΑΔΟΣ" και εις εκτέλεση της υπ' αριθμ. M5.402/695/1996 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης, εξεπλειστηριάσθη την 29-10-1997, ενώπιον του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου Συμβ/φου Λαρίσης Νικολάου Κων/νου Νανά, επί τη βάσει της υπ' αριθμ. …/…-9-1997 δευτέρας επαναληπτικής περιλήψεως κατασχετηρίου εκθέσεως του Δικαστικού Επιμελητού του Πρωτοδικείου Λαρίσης Δ.
Κ., η ακίνητος περιουσία της οφειλετρίας Ο.Ε. υπό την επωνυμίαν "Α. Γ. Κ.-Ν. ΑΘ. Ε.- Α. Γ. Κ. Ο.Ε." και με τον διακριτικόν τίτλον "…", συνταχθείσης προς τούτο της υπ' αριθμ. …/…-10-1997 εκθέσεως δημοσίου αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακυρώσεως του ως άνω Συμβ/φου. Από τον πλειστηριασμόν αυτόν επετεύχθη πλειστηρίασμα 83.000.000 δραχμών, το οποίον και κατεβλήθη από τον υπερθεματιστήν.
Εξ άλλου, εις τον πλειστηριασμόν αυτόν ανηγγέλθησαν νομίμως, προκειμένου να ικανοποιηθούν από το πλειστηρίασμα, οι απαιτήσεις: Α) της επισπευσάσης την εκτέλεση Α.Ε., υπό την επωνυμίαν "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", συνολικού ποσού 13.703.685 δραχμών, ερειδομένη επί της υπ' αριθμ. Μ. 5.402/695/1996 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης .....
Β) της εκκαλούσης Α.Ε., υπό την επωνυμίαν "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ": α) εκ δραχμών 43.064.480, ερειδομένη επί της υπ' αριθμ. 350/1997 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης.... και β) εκ δραχμών 52.179.750 συνολικώς, ερειδομένη επί της υπ' αριθμ. 500/1997 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης.....
Γ) (απαίτηση) των ανακοπτόντων-εκκαλούντων Α. Β. κ.λ.π. που έχει ως βάση την παροχήν εξηρτημένης εργασίας, παρασχεθείσης εις την καθ' ης η εκτέλεση Ομόρρυθμον Εταιρείαν ή στις συσταθείσες από μέλη αυτής διάδοχες εταιρείες...., και η οποία αφορά αποδοχές τούτων από του μηνός Φεβρουάριου 1997 έως και Ιουλίου 1997, άδειαν, επίδομα αδείας, δώρον Χριστουγέννων 1997, αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως της εργασίας των, από 31-10-1997 και ειδικότερον: 1) η απαίτηση του εξ αυτών Α.
Β., εκ δραχμών 1.285.578, 2) του Α. Γ. εκ δραχμών 905.000, 3) του Ν. Γ. εκ δραχμών 1.286.729, 4) του Α. Γ., εκ δραχμών 906.366, 5) του Θ. Τ., εκ δραχμών 1.120.832, 6) του Α. Θ., εκ δραχμών 802.663, 7) του Ν. Κ., εκ δραχμών 783.365, 8) του Α. Κ. εκ δραχμών 1.653.271, 9) του Α. Κ., εκ δραχμών 726.035, 10) του Ν. Κ. εκ δραχμών 865.604, 11) του Λ. Κ., εκ δραχμών 1.279.214, 12) του Γ. Λ., εκ δραχμών 1.874.959, 13) του Β.
Μ., εκ δραχμών 868.725, 14) του Χ. Ν., εκ δραχμών 1.981.492, 15) του Σ. Π., εκ δραχμών 1.742.992, 16) του Β. Σ., εκ δραχμών 2.114.996, 17) της Α. Σ., εκ δραχμών 4.353.076, 18) της Τ. Γ., εκ δραχμών 871.822, 19) του Τ. Γ., εκ δραχμών 225.234, 20) του Γ. Κ., εκ δραχμών 96.038, 21) του Π. Κ., εκ δραχμών 320.692 και 23) του Π. Χ., εκ δραχμών 199.000, περί των οποίων η από 11-11-1997 αναγγελία τούτων.
Πλην των ανωτέρω απαιτήσεων ανηγγέλθη νομίμως, δια της από 3-10-1997 αναγγελίας του Προϊσταμένου της Γ' Δ.Ο.Υ. Λαρίσης, η οποία επεδόθη εις τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλον, Συμβ/φον Λαρίσης, Νικόλαον Νανάν, την 8-10-1997, ήτοι προ της διενεργείας του πλειστηριασμού (άρθρ. 972 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ....) και η απαίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της καθ' ης η εκτέλεση Ο.Ε.
συνολικού ποσού 33.167.010 δραχμών, εκ ληξιπροθέσμων χρεών - μετά των οικείων προσαυξήσεων, ...., η οποία όμως (απαίτηση) δεν ελήφθη παντάπασιν υπ' όψιν από τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλον. Περαιτέρω, συνεπεία μη επάρκειας του πλειστηριάσματος προς ικανοποίηση απασών των απαιτήσεων, συνετάγη από τον προαναφερόμενον επί του πλειστηριασμού υπάλληλον ο υπ' αριθμ.
…/…-12-1997 πίνακας κατατάξεως δανειστών, δια του οποίου, μετ' αφαίρεση ποσού 1.893.147 δραχμών, ως εξόδων εκτελέσεως, κατετάγησαν εις το υπόλοιπον ποσόν: α) η εκ των ανωτέρω εργαζομένων Α. Σ., δια την απαίτησή της εκ δραχμών 4.353.076, β) η επισπεύσασα την εκτέλεση Α.Ε "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", δια την απαίτησή της εκ δραχμών 13.613.435, ως ασφαλισμένην, κατά την σειράν εγγραφής της, δια β' προσημειώσεως υποθήκης και γ) Η Α.Ε. "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ", δια απαίτησή της εκ δραχμών 63.140.342, ως ασφαλισμένην δια Α' και Γ' προσημειώσεως υποθήκης, αμφότερες δε οι ανωτέρω Α.Ε., υπό την αίρεση της τελεσιδίκου επιδικάσεως των απαιτήσεών των.
Οι απαιτήσεις των λοιπών εργαζομένων - ανακοπτόντων - εκκαλούντων απερρίφθησαν εξ ολοκλήρου, ενώ εν σχέσει προς την απαίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, ουδεμία αναφορά γίνεται εις τον ανωτέρω πίνακα κατατάξεως δανειστών. Επί τη βάσει τούτων, πρέπει να λεχθούν τα κατωτέρω, εν σχέσει προς εκάστην των ενδίκων εφέσεων και ειδικότερον :
Α) Εν σχέσει προς την από 16-3-1999 έφεση του Ελληνικού Δημοσίου (του οποίου εγένετο εν μέρει δεκτή η από 12-2-1998 ανακοπή, δια της εκκαλουμένης αποφάσεως και κατετάγη εις τον προσβαλλόμενον πίνακα, κατά τροποποίηση αυτού, δια το ποσόν των 25.514.506 δραχμών): Δια του πρώτου λόγου της έφέσεώς του, το εκκαλούν διατείνεται, ότι η αναγγελία περί προνομιακής κατατάξεως της απαιτήσεως της ανωτέρω αναφερομένης δανειστρίας, Α.
Σ., είναι άκυρος, ως αόριστος, εφ' όσον δεν περιέχονται εις αυτήν τα αναγκαία προσδιοριστικά στοιχεία της τοιαύτης απαιτήσεως αυτής, με αποτέλεσμα την αδυναμίαν του ελέγχου της. Εν σχέσει προς τον ισχυρισμόν αυτόν (που αποτελεί και αντίστοιχον λόγον της ανακοπής του εκκαλούντος), από την προσκομιζομένην από 11-11-1997 αναγγελίαν προς τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλον ...., αποδεικνύεται, ότι δι' αυτής προσδιορίζεται επαρκώς η απαίτηση της ανωτέρω εφεσιβλήτου, εκ δραχμών 4.353.076, η οποία ερείδεται επί συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας αυτής μετά της καθ' ης η εκτέλεση.
Ειδικότερον, εις αυτήν προσδιορίζεται ότι η απαίτηση της ανωτέρω εφεσιβλήτου αποτελεί μη καταβληθείσες αποδοχές αυτής των μηνών Μαϊου, Ιουνίου και Ιουλίου 1997, μη καταβληθείσα αποζημίωση αυτής εκ της μη χορηγήσεως αδείας και επίδομα αδείας 1997, αποδοχές δι' επίσχεση εργασίας από 25-8-1997 έως 1-9-1997, δώρον Χριστουγέννων 1997 και αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της από 31-10-1997, ως λογίστριας, ενώ εις τον συνημμένον εις την αναγγελίαν αυτήν πίνακα, προσδιορίζεται και το ποσόν εξ εκάστης αιτίας.
Δια της τοιαύτης περιγραφής, από την οποίαν συνάγεται το προνόμιον της, κατά τα ανωτέρω, αναγγελθείσης απαιτήσεως, δύναται το εκκαλούν, όπως και οι λοιποί δανειστές, να αντικρούσει την αναγγελίαν, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται βλάβην, εν όψει του ότι εις την αναγγελίαν δεν είναι αναγκαία η εξειδίκευση που απαιτείται επί της αγωγής και της ανακοπής, .....
Επομένως, ο λόγος αυτός της ανακοπής και της ενδίκου εφέσεως πρέπει να απορριφθή. Εξ άλλου, το βάσιμον της απαιτήσεως της ανωτέρω εφεσιβλήτου, την οποίαν αμφισβητεί το εκκαλούν, αποδεικνύεται από την προσκομιζομένην και επικαλουμένην υπ' αριθμ. 262/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης, δια της οποίας επεδικάσθη εις αυτήν το ανωτέρω ποσόν των 4.353.076 δραχμών, εις βάρος της καθ' ης η εκτέλεση με το νόμιμον τόκον από της καθυστερήσεως πληρωμής (ήτοι τουλάχιστον από 1-11-1997).
Επομένως, ορθώς η τοιαύτη απαίτηση κατετάγη εις τον προσβαλλόμενον πίνακα προνομιακώς, εφ' όσον προέκυψε κατά την τελευταίαν διετίαν προ της ημέρας διενεργείας του πλειστηριασμού (29-10-1997), ενώ δεν ασκεί έννομον επιρροήν ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ρηθείσης εφεσιβλήτου εγένετο μετά την διενέργειαν του πλειστηριασμού, εντός όμως της προθεσμίας προς αναγγελίαν.
Ο επί μέρους, επομένως, αντίθετος ισχυρισμός του εκκαλούντος που περιέχεται εις τον πρώτον λόγον της ενδίκου εφέσεώς του πρέπει να απορριφθεί. Όμως, ενόψει του ότι η προαναφερομένη απόφαση, που επεδίκασε την απαίτηση της ρηθείσης εφεσιβλήτου, δεν αποδεικνύεται ότι κατέστη τελεσίδικος, εφ' όσον δεν γίνεται επίκληση ούτε προσκομίζεται απόδειξη περί αυτού, πρέπει η προνομιακή κατάταξη αυτής να γίνη τυχαίως, ήτοι υπό την αίρεση της τελεσιδίκου επιδικάσεώς της, κατά παραδοχήν του σχετικού ισχυρισμού του εκκαλούντος-ανακόπτοντος.......
Αποδεικνύεται, ότι ο διά την 29-1-1997 ορισθείς πλειστηριασμός, διά της προηγηθείσης υπ' αριθμ. …/…-11-1996 περίληψης κατασχετήριας έκθεσης ανεβλήθη κατόπιν συμφωνίας μεταξύ της επισπευσάσης την εκτέλεση... και της καθής η εκτέλεση..... Β) Εν σχέσει προς την από 22-4-1999 έφεση των ανακοπτόντων Β. Α. κ.λ.π. (των οποίων απερρίφθη η από 4-1-1998 ανακοπή δια της προσβαλλομένης αποφάσεως):
Οι εκκαλούντες - ανακόπτοντες (πλην της 17ns τούτων, περί της απαιτήσεως της οποίας εγένετο λόγος ανωτέρω, εν σχέσει προς την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου), δια της ενδίκου εφέσεώς των διατείνονται ότι εσφαλμένως, δια της εκκαλουμένης αποφάσεως απερρίφθη η από 4-1-1998 ανακοπή αυτών και επεκυρώθη ο προσβαλλόμενος πίνακας κατατάξεως δανειστών, δια του οποίου ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος απέρριψε τις αναγγελθείσες νομίμως απαιτήσεις των, ως αναπόδεικτες, εφ' όσον αυτές έχουν ως βάση την πράγματι παρασχεθείσαν από αυτούς εις την καθ' ης η εκτέλεση εργασίαν, η εξουσία δε διά την εκκαθάριση τούτων ανήκει εις το αρμόδιον δια την εκδίκαση της υποθέσεώς των δικαστήριον.
Εν σχέσει προς τον ισχυρισμόν αυτόν των εκκαλούντων και το βάσιμον της, ως άνω, ανακοπής των, από τα αυτά αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται τα κατωτέρω: Δια της από 11-11-1997 αναγγελίας των προς τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλον, οι ανωτέρω εκκαλούντες - ανακόπτοντες ανήγγειλαν νομίμως, προς προνομιακήν κατάταξη, τις απαιτήσεις των κατά της καθής η εκτέλεση Ο.Ε. ..., οι οποίες ερείδονται επί συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ αυτών και της τελευταίας, όπως αυτές κατά το είδος και το συνολικόν των ποσόν εξετέθησαν ανωτέρω, επικαλούμενοι την άσκηση περί αυτών της, εις την αναγγελίαν των αναφερομένης, αγωγής.
Πρόκειται, επομένως, περί αμφιβόλων απαιτήσεων, περί των οποίων εξεδόθη ήδη η υπ' αριθμ. 527/1999 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης, την οποίαν επικαλούνται και προσκομίζουν οι εκκαλούντες - ανακόπτοντες. Διά της αποφάσεως αυτής η αγωγή τούτων εγένετο εν μέρει δεκτή και υπεχρεώθη η καθ' ης η εκτέλεση να καταβάλη εις αυτούς τα ποσά δια τα οποία ανηγγέλθησαν, πλην αυτών που αφορούν εις αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας των (η οποία απερρίφθη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της), εντόκως νομίμως αυτών μεν που αφορούν εις δεδουλευμένες αποδοχές από της επομένης της δήλης ημέρας κατά την οποίαν έπρεπε να καταβληθούν, των λοιπών δε από 11-11- 1997 μέχρις εξοφλήσεως.
Ειδικότερον δι' αυτής εγένετο δεκτόν ότι άπαντες προσελήφθησαν από την καθ' ης η εκτέλεση, ήτοι ο 1ος τούτων την 21-11-1985, ο 2ος την 1-5-1988, ο 3ος την 2-5-1985, ο 4ος την 1-5-1990, ο 5ος την 25-2-1987, ο 6ος την 31-5-1994, ο 7ος την 31-12-1994, ο 8ος την 1-4-1977, ο 9ος την 1-9-1995, ο 10ος την 1-9-1991, ο 11ος την 1-4-1987, ο 12ος την 5-10-1979, ο 13ος την 17-9-1990, ο 14ος την 1-10-1972, ο 15ος την 13-1-1970, ο 16ος την 11-11-1975, η 18η την 13-7-1992, ο 19ος την 8-5-1989, ο 20ος την 29-12-1995, ο 21ος την 31-12-1994, ο 22ος την 22-3-1996 και ο 23ος την 31-12-1994, προκειμένου να εργασθούν εις το διατηρούμενον από αυτήν εις Λάρισα εργοστάσιον κατασκευής επίπλων, ως μηχανοξυλουργοί, πλην της 18ης τούτων, η οποία προσελήφθη προκειμένου να εργασθή ως σχεδιάστρια.
Αυτοί παρείχαν την εργασίαν των, δια λογαριασμόν της: ο 1ος τούτων μέχρι και τον 16ον μέχρι 31-10-1997, ο 20ος μέχρι την 21-5-1997, ο 21ος μέχρι την 31-3-1997, ο 22ος μέχρι την 20-6-1997 και ο 23ος μέχρι την 29-11-1996, ότε και απελύθησαν από αυτήν, η οποία δεν τους κατέβαλε το υπόλοιπον των αποδοχών των του μηνός Μαΐου, Ιουνίου, Ιουλίου 1997 (κατά τα ειδικότερον εκτιθέμενα εις την απόφαση δι' έκαστον), του επιδόματος αδείας και των αποδοχών αδείας 1997, του δώρου Χριστουγέννων 1997 και των αποδοχών λόγω επισχέσεως εργασίας από 25-8-1997 έως 1-9-1997.
Οι ανωτέρω, όμως, απαιτήσεις, δια τις οποίες ανηγγέλθησαν οι εκκαλούντες - ανακόπτοντες, δεν επεδικάσθησαν τελεσιδίκως και επομένως θεωρούνται τυχαίες.... Οι απαιτήσεις, όθεν, αυτές, ως ερειδόμενες επί συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας μετά της καθ' ης η εκτέλεση.... πρέπει να καταταγούν προνομιακώς προς ικανοποίησή των, προ της διαιρέσεως του (μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτελέσεως) προκύπτοντος ποσού του πλειστηριάσματος εις ποσοστά (1/3 και 2/3, περί της οποίας θα γίνει λόγος κατωτέρω), εφ' όσον προέκυψαν κατά την τελευταίαν διετίαν προ του χρόνου του ορισθέντος πρώτου πλειστηριασμού (εν όψει του ότι τελικώς αυτός διενεργήθη την 29-10-1997).
Όμως, η προνομιακή κατάταξη αυτών πρέπει να γίνη τυχαίως, ήτοι υπό την αίρεση της τελεσιδίκου επιδικάσεώς των...... Προνομιακώς δε, υπό την αυτήν αίρεση, πρέπει να καταταγούν και οι αντιστοιχούντες στις αυτές απαιτήσεις τόκοι, που περιέχονται εις την αναγγελίαν των εκκαλούντων - ανακοπτόντων, μέχρι της παρούσης αποφάσεως, τα ποσά των οποίων και ο υπολογισμός των μέχρι μεν την 11-11-2000, περιλαμβανόμενα εις τον περιεχόμενον, στις προτάσεις τούτων (εκκαλούντων), ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, πίνακα, δεν αμφισβητούνται από τις εφεσιβλήτους, δια δε το χρονικόν διάστημα από 12-11-2000 μέχρι της παρούσης αποφάσεως υπολογίζονται εις ποσοστόν: 14,75% επί της κυρίας απαιτήσεως μέχρι 28-11-2000, 14,25% από 29-11-2000 και 13,50% από 13-12-2000, συμφώνως προς τις υπ' αριθμ. 40/14-11-2000, 42/28-11- 2000 και 44/12-12-2000 Π.Σ.Ν.Π.
Η τοιαύτη προνομιακή κατάταξη καταλαμβάνει και τους αντιστοιχούντες εις την απαίτηση της 17ης εκκαλούσης, Α. Σ., τόκους, της οποίας η απαίτηση κατετάγη μεν προνομιακώς δια της προσβαλλομένης αποφάσεως, με τους νομίμους, όμως, τόκους μέχρι της συντάξεως του πίνακος κατατάξεως δανειστών. Ήτοι, έκαστος των εκκαλούντων - ανακοπτόντων πρέπει να καταταγή, υπό την ανωτέρω αίρεση, εις τον προσβαλλόμενον πίνακα: 1) ο 1ος τούτων, δια συνολικόν ποσόν 2.175.118 δραχμών (ήτοι 1.285.578 κυρ. . + (861.000 + 28.540 δρ.
τόκ.), 2) ο 2ος τούτων, δια συνολικόν ποσόν 1.528.085 δραχμών (ήτοι 905.000 δρ. κυρ. απαίτ. + (603.000 + 20.085 δρ. τόκ.), 3) ο 3ος τούτων, δια συνολικόν ποσόν 2.169.294 δραχμών (ήτοι 1.286.729 κυρ. απαίτ. + (854.000 + 28.565 δρχ. τόκ.), 4) ο 4ος τούτων, δια συνολικόν ποσόν 1.536.191 δραχ. (ήτοι 906.366 κυρ. απαίτ. + (609.700 + 20.125 δρ. τόκ.), 5) ο 5ος τούτων δια συνολικόν ποσόν 1.891.712 δραχμών (ήτοι (1.120.832 κυρ.
απαίτ. + (746.000 + 24.880 δραχμ. τόκ.), 6) ο 6ος τούτων δια συνολικόν ποσόν 1.365.483 δραχμών (ήτοι 802.663 δρ. κύρ. απαίτ. + (545.000 + 17.820 δρ. τόκ.), 7) ο 7ος τούτων, δια συνολικόν ποσόν 1.321.755 δραχμών (ήτοι 783.365 δρ. κύρ. απαίτ. + (521.000 + 17.390 δρ. τόκ.), 8) ο 8ος τούτων δια συνολικόν ποσόν 2.797.581 δραχμών (ήτοι 1.653.271 δρ. κύρ. απαίτ. + (1.107.600 + 36.710 δρ.τόκ.), 9) ο 9ος τούτων, δια συνολικόν ποσόν 1.233.160 δραχμών (ήτοι 726.035 κυρ.
απαίτ. + (491.000 + 16.125 δρ. τόκ.), 10) ο 10ος τούτων δια συνολικόν ποσόν 1.476.324 δραχμών (ήτοι 865.604 δρ. κύρ. απαίτ. + (591.500 + 19220 δρχ. τόκ.), 11) ο 11ος τούτων, δια συνολικόν ποσόν 2.168.614 δραχμών (ήτοι 1.279.214 δραχ. κυρ.απαίτ. + (861.000 + 28.400 δρ. τόκ.), 12) ο 12ος τούτων, δια συνολικόν ποσόν 3.181.589 δραχμών (ήτοι 1.874.959 δρ. κύρ. απαίτ. + (1.265.000 + 41.630 δρ.
τόκ.), 13) ο 13ος τούτων, δια συνολικόν ποσόν 1.509.090 δραχμών (ήτοι 868.725 δρ. κύρ. απαίτ. + 621.080 + 19.285 δρ. τόκ.), 14) ο 14ος τούτων, δια συνολικόν ποσόν 3.359.482 δραχμών (ήτοι 1.981.492 δρ. + 1.334.000 + 43.990 δρ. τόκ), 15) ο 15ος τούτων, δια συνολικόν ποσόν 2.940.687 δραχμών (ήτοι 1.742.992 δρ. κύρ. απαίτ. + (1.159.000 + 38.695 δρ. τόκ.), 16) ο 16ος τούτων δια συνολικόν ποσόν 3.591.956 δραχμών (ήτοι 2.114.996 δρ.
κυρ.απαίτ. + (1.430.000 + 46.960 δρ. τόκ.), 17) η 17η τούτων διά συνολικόν ποσόν 7.239.656 δραχμών (ήτοι 4.353.076 δρ. κύρ. απαίτ. + (210.259 δραχ. δια τόκους μέχρι της συντάξεως του προσβαλλομένου πίνακος κατατάξεως, που εγένοντο δεκτοί δια της προσβαλλομένης αποφάσεως + 2.886.580 δρ. δια μετέπειτα χρονικόν διάστημα μέχρι της παρούσης αποφάσεως), 18) Η 18η τούτων, δια συνολικόν ποσόν 1.022.177 δραχμών (ήτοι 871.822 δρ.
κύρ. απαίτ. + 131.000 + 19.355 δρ. τόκ.), 19) ο 19ος τούτων, δια συνολικόν ποσόν 371.234 δραχμών (ήτοι 225.234 δρ. κύρ. απαίτ. + 141.000 + 5.000 δρ. τόκ.), 20) ο 20ος τούτων, δια συνολικόν ποσόν 155.588 δραχμών (ήτοι 96.038 δραχ. κυρ. απαίτ. + 59.550 δραχ. τόκ.), 21) ο 21ος τούτων, δια συνολικόν ποσόν 645.850 δραχμών (ήτοι 335.400 δρ. κύρ. απαίτ. + 303.000 + 7.450 δρ. τόκ.), 22) Ο 22ος τούτων, δια συνολικόν ποσόν 535.992 δραχμών (ήτοι 320.692 δρ.
κύρ. απαίτ. + 215.300 δρ. τόκ.) και 23) Ο 23ος τούτων, δια συνολικόν ποσόν 383.420 δραχμών (ήτοι 199.000 δρ. κύρ. απαίτ. + (180.000 + 4.420 δρ. τόκ.). Ήτοι, το συνολικόν ποσόν των απαιτήσεων των ανωτέρω εκκαλούντων ανέρχεται εις 44.600.038 δραχμές. Επί τη βάσει τούτων, η ασκηθείσα από αυτούς ανακοπή παρίσταται ως κατ' ουσίαν βάσιμος, όπως και η έφεσή των.
Γ) Εν σχέσει προς την από 1-6-1999 έφεση που ησκήθη από την καθ' ης η ασκηθείσα, από το Ελληνικόν Δημόσιον, ανακοπή Α.Ε. "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και την από 2-6-1999 τοιαύτην, που ησκήθη από την καθ' ης η αυτή ανακοπή και συνάμα ανακόπτουσα Α.Ε "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε.": 1) κατά το μέρος που αμφότερες (οι εφέσεις αυτές) αφορούν εις την απαίτηση και την κατάταξη του Ελληνικού Δημοσίου, δια της προσβαλλομένης αποφάσεως, που αμφισβητούν οι εκκαλούσες:
Όπως και ανωτέρω εξετέθη, το Ελληνικόν Δημόσιον, δια της από 3-10-1997 αναγγελίας του Προϊσταμένου της Γ' Δ.Ο.Υ. Λαρίσης, που επεδόθη εις τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλον την 8-1-1997, ανήγγειλε απαίτησή του, συνολικού ποσού 33.167.010 δραχμών. Από δε τον από 3-10-1997 πίνακα χρεών τούτου, που συνοδεύει την ανωτέρω (υπ' αριθμ.
…/…/…-10-1997) αναγγελίαν του, αποδεικνύεται ότι οι απαιτήσεις τούτου, συνολικού ποσού 33.167.010 δραχμών έχουν προσδιορισθή κατά ποσόν, είδος εσόδου και αιτίαν και έχουν βεβαιωθή εις βάρος της οφειλετρίας Ο.Ε. "Α. Κ. - Ν.Ε. - Α. Κ. Ο.Ε.". Ειδικότερον, δια των υπ' αριθμ. …/…-10-1993, …/…-10-1993, …/…-10-1993 διπλοτύπων βεβαιώσεων, εβεβαιώθησαν εις βάρος αυτής φόροι εισοδήματος των οικονομικών ετών, 1992, 1991, 1990, 1989, 1988, 1993 και 1990 μετά των αναλογών προσαυξήσεων, δια των υπ' αριθμ.
…/….-11-1993 διπλοτύπων βεβαιώσεων, εβεβαιώθησαν εις βάρος αυτής Φ.Π.Α. μετά των αναλογών προσαυξήσεων και δια των υπ' αριθμ. …/…-9-1999 και …/…-5-1996 τοιούτων, εβεβαιώθησαν εις βάρος αυτής πρόστιμον Κ.Β.Σ. και έξοδα κατασχέσεως, αντιστοίχως. Παρελθούσης δε της υπό του άρθρου 5 του Ν.Δ. 356/1954 (ΚΕΔΕ), όπως αντικαταστάθηκε δια του άρθρου 50 του Ν. 1591/ 1986, προβλεπομένης προθεσμίας από της βεβαιώσεως, αυτές κατέστησαν ληξιπρόθεσμες .....
Επομένως, η ανωτέρω απαίτηση αυτού είναι προνομιακή, κατατασσομένη εις την 6ην τάξη των γενικών προνομίων του άρθρ. 975 Κ.Πολ.Δ.,.... 2) Κατά το μέρος που η δευτέρα των ανωτέρω εφέσεων αναφέρεται εις την απαίτηση και την κατάταξη της καθ' ης η από 20-1-1998 ανακοπή της ιδίας και ήδη β' εφεσιβλήτου Α.Ε. "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ".....
Επομένως, η από 12-2-1998 ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου πρέπει να γίνη δεκτή κατά ένα μέρος και να καταταγή αυτό οριστικώς δια το ανωτέρω ποσόν των 12.168.938 δραχμών. Κατ' ακολουθίαν..., το Πρωτόδικον Δικαστήριον, το οποίον δια της προσβαλλομένης αποφάσεώς του: α) έκρινε άλλως, εν σχέσει προς την κατάταξη των απαιτήσεων των εκκαλούντων-ανακοπτόντων Β.
Α., Γ. Α. κ.λ.π. (πλην της 17ης τούτων) και απέρριψε καθ' ολοκληρίαν την από 4-1-1998 ανακοπήν αυτών (επικυρώνοντας τον προσβαλλόμενον δι' αυτής πίνακα κατατάξεως δανειστών), έσφαλε περί την εφαρμογήν των προαναφερομένων διατάξεων, όπως έσφαλε και εν σχέσει προς την κατάταξη των τόκων που αντιστοιχούν εις την απαίτηση της 17ης τούτων.
Επομένως, πρέπει να γίνη δεκτή η από 22-4-1999 έφεση τούτων και να εξαφανισθή η προσβαλλομένη απόφαση κατά τις ανωτέρω διατάξεις της. β) έκρινε άλλως, εν σχέσει προς την προνομιακήν κατάταξη της 17ης των ανωτέρω εργαζομένων, Α. Σ., την απαίτηση της οποίας κατέταξε οριστικώς, αντί τυχαίως, υπό την αίρεση της τελεσιδίκου επιδικάσεώς της, έσφαλε περί την εφαρμογήν των αυτών διατάξεων και πρέπει να γίνη δεκτή η από 16-3-1999 έφεση του Ελληνικού Δημοσίου και να εξαφανισθή η προσβαλλομένη απόφαση κατά την ανωτέρω διάταξή της.
γ) έκρινε κατόπιν τούτων άλλως, εν σχέσει προς το ποσόν των προνομιακών απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου και την σειράν της εγγραφής των εμπραγμάτων ασφαλειών επί του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, έσφαλε ωσαύτως περί την εφαρμογήν των ανωτέρω διατάξεων και πρέπει να γίνουν δεκτές οι εφέσεις που ησκήθησαν από τις Α.Ε. "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και "Τράπεζα Εργασίας".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τις εφέσεις του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και των αναιρεσιβλήτων, καθώς και των μη διαδίκων στην παρούσα δίκη τραπεζικών εταιρειών, και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που είχε κρίνει αντιθέτως, ακολούθως δε, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε στο σύνολό της την ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων Α.
Β. κ.λ.π. και εν μέρει τις ανακοπές του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και της (μη διαδίκου) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε." και τροποποίησε τον προσβαλλόμενο με αυτές πίνακας κατατάξεως δανειστών, ορίζοντας τα εξής: 1) Στο εκ δραχμών 81.106.853 πλειστηρίασμα (που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτελέσεως εκ δραχμών 1.893.147) να καταταγούν:
α) οι ανακόπτοντες Β. Α. κ.λ.π. για τις ανωτέρω αναφερόμενες απαιτήσεις τους συνολικού ποσού 44.600.038 δραχμών τυχαίως, υπό την αίρεση της τελεσιδίκου επιδικάσεως αυτών. β) στο 1/3 του απομένοντος, μετά την κατάταξη των ανωτέρω απαιτήσεων, ποσού εκ δραχμών 36.506.815 (ήτοι 81.106.853 - 44.600.038), ήτοι στο ποσό των 12.168.938 δραχμών, να καταταγεί οριστικώς το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο και στο υπόλοιπο (από 2/3) ποσόν, εκ δραχμών 24.337.877, να καταταγεί η Α.Ε. "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ", τυχαίως, υπό την αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της απαιτήσεώς της (ήτοι υπό την αίρεση της τελεσιδικίας της υπ' αριθμ. 500/1997 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης).
Άλλως, στο ποσόν αυτό να καταταγεί: βι) Η Α.Ε. "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", για ποσό 13.703.685 δραχμών, τυχαίως, υπό την αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της απαιτήσεώς της (ήτοι υπό την αίρεση της τελεσιδικίας της υπ' αριθμ. Μ. 5402/695/1996 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης) και β2) η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε." οριστικώς για το υπόλοιπο ποσόν των 10.634.192 δραχμών. 2) Σε περίπτωση μη τελεσίδικης επιδίκασης των ανωτέρω απαιτήσεων των Β.
Α. κ.λ.π. (που ερείδονται επί συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας) να καταταγεί: α) στο ποσό των 7.239.656 δραχμών, που αποτελεί την απαίτηση της ανακόπτουσας - καθ' ης η ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου, Α. Σ., το Ελληνικό Δημόσιο, ως μόνον αυτό ασκήσαν ανακοπήν κατά της ανωτέρω δανειστρίας, επιδιώκοντας να καταλάβει τη θέση της και β) στο 1/3 του υπολοίπου ποσού, εκ δραχμών 12.453.460 να καταταγεί ωσαύτως, επικουρικώς, το Ελληνικό Δημόσιο [(44.600.037 - 7.239.656) : 3] και στα 2/3 αυτού, εκ δραχμών 24.906.922 να καταταγεί η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε.", υπό την αυτήν, ως άνω, αίρεση.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή ότι, καίτοι ως χρονολογία διενέργειας του πρώτου πλειστηριασμού ορίστηκε η 29-1-1997, οι εργασιακές απαιτήσεις των αναιρεσιβλήτων είναι προνομιακές, εφόσον προέκυψαν κατά την τελευταία διετία προ της ημέρας διενέργειας του πλειστηριασμού στις 29-10-1997 και ότι προνομιακές, επίσης, είναι και οι απαιτήσεις αυτών από τόκους, που αντιστοιχούν στις πιο πάνω απαιτήσεις τους μέχρις εκδόσεως της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την τροποποιηθείσα με το άρθρο 35 του ν. 1545/1985 ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 975 αρ. 3 ΚΠολΔικ, αφού σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, προνομιούχες, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι μόνον οι απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας που προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την αρχική ημερομηνία του πλειστηριασμού, έστω και αν έγινε αργότερα, λόγω αναβολής, αναστολής ή ματαίωσής του, και όχι και όσες προέκυψαν στη συνέχεια και μέχρι την ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού, όπως ακριβώς είναι οι απαιτήσεις των αναιρεσιβλήτων, και, επίσης, όσον αφορά τις παρεπόμενες απαιτήσεις από τόκους των εν λόγω αξιώσεων, πλην αυτών από αποζημίωση λόγω καταγγελίας, κατατάσσονται προνομιακά μόνον αυτές που προέκυψαν την τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού.
Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια αυτή στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι, που χάνουν τη δίκη, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 22 § 1 ν. 3693/1957, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ. 7/2001 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση δικαστές.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ