Supreme Court partially allows appeal against labor court judgment regarding unpaid wages and severance pay.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a single-member court of appeals decision regarding unpaid wages and severance pay. The appellant argued the employer failed to pay wages and benefits between June and October, while the employer contended the claim was abusive due to the employee's long-term receipt of unemployment benefits. The court found the employer had misinterpreted Article 281 of the Civil Code, ruling the claim abusive only regarding specific wage and allowance chapters, and remanded the case for further trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code; Article 559(1)(a)(i) of the Code of Civil Procedure: The court may partially allow an appeal when a lower court misinterprets statutory provisions regarding the abuse of right, remanding the case for further trial on the specific contested chapters.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1246 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1246/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Θ. Π. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Χαλκιά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 28/12/2012 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 448/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/3/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με την υπό κρίση από 6ης Μαρτίου 2018 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 448/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Αρχικώς η αναιρεσίβλητη άσκησε κατά του αναιρεσείοντος την από 22ας Δεκεμβρίου 2011 αγωγή, με την οποία, επικαλουμένη ότι από του σχολικού έτους 2004-2005 παρείχε τις υπηρεσίες της ως εκπαιδευτικός, πτυχιούχος Οικονομικών Επιστημών, υπό συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ωρισμένου χρόνου στο ιδιωτικό επαγγελματικό λύκειο "..." στην ...., ιδιοκτησίας του εναγομένου (αναιρεσείοντος), ότι κατά το σχολικό έτους 2010-2011 η σύμβαση αυτής μετετράπη σε αορίστου χρόνου, ότι την 22α Αυγούστου 2011 απελύθη λόγω αναστολής της λειτουργίας του Επαγγελματικού Λυκείου, ότι ο εναγόμενος κατά την διάρκεια εκάστου σχολικού έτους της κατέβαλλε ελάσσονες των νομίμων αποδοχές, ενώ εντός του μηνός Ιουνίου εκάστου έτους υπέβαλλε βεβαίωση στον Ο.Α.Ε.Δ.
περί λήξεως της συμβάσεώς της εργασίας και τον μήνα Οκτώβριο υπέβαλλε βεβαίωση περί προσλήψεώς της, χωρίς να της καταβάλλει αποδοχές κατά το ενδιάμεσο διάστημα, εζήτησε την επιδίκαση των αποδοχών των μηνών Ιουνίου - Οκτωβρίου, της διαφοράς των δεδουλευμένων αποδοχών, των επιδομάτων αδείας και της διαφοράς των επιδομάτων εορτών των ετών 2006-2011 ως και της αποζημιώσεως απολύσεως.
Ο εναγόμενος - αναιρεσείων άσκησε κατά της εναγούσης, του Ελληνικού Δημοσίου, του Ο.Α.Ε.Δ. και του Ι.Κ.Α. την από 28ης Δεκεμβρίου 2012 παρεμπίπτουσα αγωγή, αιτούμενος την επίδειξη εγγράφων. Μετά συνεκδίκαση της αγωγής και της παρεμπιπτούσης αγωγής εξεδόθη η υπ' αριθμόν 1/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, με την οποία απερρίφθη ως απαράδεκτη η παρεμπίπτουσα αγωγή και έγινε δεκτή η αγωγή ως προς όλες τις ως άνω αξιώσεις.
Κατά της εν λόγω αποφάσεως ο αναιρεσείων άσκησε την από 12ης Μαΐου 2014 έφεση. Εξεδόθη αντιμωλία του αναιρεσείοντος και της αναιρεσιβλήτου η προαναφερομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία η έφεση εθεωρήθη ως μη ασκηθείσα ως προς την παρεμπίπτουσα αγωγή και απερρίφθη κατ' ουσίαν ως προς την αγωγή.
Εν συνεχεία, ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήσαν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήσαν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα εν λόγω περιστατικά δεν υπήγοντο, η εν λόγω δε παραβίαση ελέγχεται αποκλειστικώς βάσει των παραδοχών της αποφάσεως, των πραγματικών δηλονότι περιστατικών, τα οποία εδέχθη το δικαστήριο ότι απεδείχθησαν ή δεν απεδείχθησαν.
Αφ' ετέρου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή και ωρισμένο η αποδιδομένη στο δικαστήριο της ουσίας νομική πλημμέλεια, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί εάν η προβαλλομένη αιτίαση θεμελιώνει λόγον αναιρέσεως και ποίον συγκεκριμένως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στην διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους, άλλως ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος, η αοριστία δε δεν δύναται να συμπληρωθεί με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος ούτε με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 20/2005).
Προκειμένου να είναι ωρισμένος συμφώνως προς τα ανωτέρω ο προαναφερόμενος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το συγκεκριμένο σφάλμα, το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ως προς την εφαρμογή ουσιαστικής διατάξεως νόμου, και να αναφέρεται η συγκεκριμένη φερομένη ως παραβιασθείσα διάταξη, ώστε να εξειδικεύεται το αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου, καθ' όσον μάλιστα ο 'Αρειος Πάγος, κατ' αρχήν, με την εξαίρεση της διατάξεως του άρθρου 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση των αναιρετικών λόγων βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία.
Υπό αντίθετη εκδοχή, θα είχε ανατεθεί στον Άρειο Πάγο, όχι απλώς η κρίση περί του παραδεκτού και της βασιμότητος των λόγων αναιρέσεως, αλλά και η υποχρέωση της ανασύρσεως και διατυπώσεως αυτών, μετά από αναζήτηση των σφαλμάτων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά παράβαση της απορρεούσης από την διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ βασικής δικονομικής αρχής της διαθέσεως, κατά την οποία, το δικαστήριο ενεργεί μόνον κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων και αποφασίζει βάσει των πραγματικών ισχυρισμών και των αιτήσεων αυτών.
Επίσης, εάν το δικαστήριο προέβη στην κατ' ουσίαν έρευνα της υποθέσεως, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, αλλά πάντως όχι αποσπασματικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, υπό τα οποία συνετελέσθη η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, αφού οι εν λόγω παραδοχές συνιστούν κατά τούτο στοιχεία του ως άνω λόγου αναιρέσεως (ΑΠ 259/2019, 70/2019).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ισχυριζόμενος ο αναιρεσείων ότι από λανθασμένη ερμηνεία του νόμου το Μονομελές Εφετείο απέρριψε την έφεση αυτού κατ' ουσίαν, εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έπρεπε να δεχθεί το Μονομελές Εφετείο, επικαλούμενος ότι οι μέχρι του έτους 2004 καταρτισθείσες ένδικες συμβάσεις εργασίας ήσαν άκυρες, διότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε εγγραφεί στην επετηρίδα των ιδιωτικών εκπαιδευτικών ως στερουμένη πτυχίου παιδαγωγικών σπουδών, ως επίσης ότι δεν εδικαιούτο αποζημιώσεως απολύσεως κατ' άρθρο 30 παρ. 5 Ν. 682/1977. Όμως δεν εκθέτει παντάπασι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη το Μονομελές Εφετείο, ούτε ποίες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου παρεβίασε, ούτε ποίο συγκεκριμένως υπήρξε το σφάλμα αυτού περί την ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων.
Συνεπώς, ο ως άνω λόγος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ως αόριστος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, κατά την οποία, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό αυτού, συνάγεται ότι καταχρηστικότης υπάρχει, όταν από την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου ή την διαμορφωθείσα πραγματική κατάσταση η άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα, η οποία πρέπει να κρατεί στις συναλλαγές, ή τα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό αυτού, ώστε να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Η εν λόγω διάταξη ως έχουσα έντονο τον χαρακτήρα δημοσίας τάξεως εφαρμόζεται και επί ασκήσεως δικαιωμάτων απορρεόντων από άλλες επίσης δημοσίας τάξεως διατάξεις, ως είναι και οι αξιώσεις των εργαζομένων από την σύμβαση εργασίας περί καταβολής από τον εργοδότη των αποδοχών, τις οποίες δικαιούνται κατά τις οικείες διατάξεις.
Μόνη όμως η μακροχρόνια αδράνεια του εργαζομένου προς άσκηση των δικαιωμάτων αυτού, έστω και εάν εγέννησε την πεποίθηση στον εργοδότη ότι δεν υφίσταται ή δεν πρόκειται να ασκηθεί το εν λόγω δικαίωμα, δεν αρκεί να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας αυτού, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, να υπερβαίνει τα ως άνω όρια.
Εν προκειμένω, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προέκυψαν τα εξής. Ο αναιρεσείων με δήλωση της πληρεξουσίου του δικηγόρου καταχωρισθείσα στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου υπέβαλε ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, την οποία, όπως σημειώνεται στο περί δηλώσεων τμήμα των πρακτικών, η εν λόγω δικηγόρος ανέπτυξε και προφορικώς και ανεφέρθη στις προτάσεις, τις οποίες κατέθεσε.
Στις εν λόγω από 5ης Νοεμβρίου 2013 προτάσεις, αφού παρατίθεται η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και η ερμηνεία αυτής, εκτίθεται ότι το δικαίωμα της εναγούσης, η οποία προσελήφθη το έτος 1994, έχει αποδυναμωθεί μετά παρέλευση δέκα οκτώ ετών αδρανείας, ότι η Σχολή έπαυσε την λειτουργία της λόγω κακής οικονομικής καταστάσεως μη οφειλομένης σε κακή διαχείριση του εναγομένου, ο οποίος θα υποστεί δυσβάστακτες και επαχθείς οικονομικές συνέπειες από την ικανοποίηση των ενδίκων αξιώσεων, ότι η ενάγουσα ουδέποτε προηγουμένως διεμαρτυρήθη ως προς το μισθολογικό της καθεστώς, ενισχύσασα κατ' αυτόν τον τρόπο την εμπιστοσύνη του εναγομένου ότι δεν θα προέβαλλε οιαδήποτε αξίωση στο μέλλον, και ότι κατά μήνα Ιούνιο εκάστου έτους η ενάγουσα επεδίωκε η ιδία την απόλυσή της, προκειμένου να εισπράττει από τον Ο.Α.Ε.Δ.
επίδομα ανεργίας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ανωτέρω ένσταση ως μη νόμιμη. Κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ο αναιρεσείων άσκησε την προαναφερομένη από 12ης Μαΐου 2014 έφεση, με τον δεύτερο λόγο της οποίας παρέθεσε τα ως άνω περιστατικά και εζήτησε να γίνει δεκτή η εν λόγω ένσταση.
Το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση απέρριψε τον ως άνω λόγο της εφέσεως κατ' επικύρωση της εκκαλουμένης αποφάσεως δεχόμενο ότι η ένσταση είναι μη νόμιμη. Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Εφετείο, καθ' ο μέρος αφορά τα κεφάλαια περί διαφοράς δεδουλευμένων αποδοχών, διαφοράς επιδομάτων εορτών και αποζημιώσεως απολύσεως, ορθώς ερμήνευσε την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού συμφώνως προς τα ανωτέρω η επί σειρά ετών αδράνεια της αναιρεσιβλήτου να προβάλει τις αξιώσεις της ή να επιφυλαχθεί ως προς αυτές δεν καθιστά καταχρηστική την επιγενομένη άσκηση των εν λόγω αξιώσεων.
Όμως, καθ' ο μέρος αφορά τα κεφάλαια περί αποδοχών υπερημερίας και επιδομάτων αδείας, τα οποία αφορούν τα διαστήματα, αφ' ότου ο αναιρεσείων υπέβαλλε εκάστοτε βεβαίωση στον Ο.Α.Ε.Δ. περί λήξεως της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσιβλήτου μέχρι του εκ νέου διορισμού αυτής, το Μονομελές Εφετείο ερμήνευσε εσφαλμένως την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού τα ως άνω παρατιθέμενα περιστατικά, εν συνδυασμώ προς το ότι η αναιρεσίβλητη εισέπραττε ανελλιπώς επί δεκαοκταετία το επίδομα ανεργίας από τον Ο.Α.Ε.Δ., καθιστούν καταχρηστική την άσκηση της αγωγής ως προς τις εν λόγω αξιώσεις.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παραβιάσεως του κανόνος δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός μόνον καθ' ο μέρος αφορά τα κεφάλαια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως περί αποδοχών υπερημερίας και επιδομάτων αδείας, ενώ κατά τα λοιπά ο εν λόγω λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, η αναίρεση αφορά τα προσβληθέντα κεφάλαια αλλά και τα τελούντα σε σχέση ουσιαστικής συναφείας προς αυτά κατά τρόπον ώστε να μην είναι δυνατό να αποχωρισθούν, όπως είναι το κεφάλαιο περί δικαστικών εξόδων, το οποίο έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, οπότε συναναιρούνται και αυτά. Εάν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση εξ οιουδήποτε άλλου λόγου εκτός της υπερβάσεως δικαιοδοσίας και της παραβιάσεως των περί αρμοδιότητος διατάξεων, δύναται συμφώνως προς τις διατάξεις του άρθρου 580 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ, να κρατήσει την υπόθεση και να επιληφθεί της εκδικάσεως αυτής, εάν κατά την κρίση του η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω διευκρινίσεως, άλλως παραπέμπει την υπόθεση, προκειμένου να συζητηθεί σε νέα δικάσιμο, και προκειμένου περί των υπ' αριθμ. 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων, δύναται να παραπέμψει την υπόθεση ενώπιον άλλου δικαστηρίου ισοβάθμου και ομοειδούς προς το εκδώσαν την αναιρεθείσα απόφαση ή ενώπιον του ιδίου, εάν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός των εκδωσάντων την αναιρεθείσα απόφαση.
Εν προκειμένω, εν όψει του κατά τα ανωτέρω εν μέρει δεκτού γενομένου δευτέρου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση μόνον ως προς τα κεφάλαια αυτής περί αποδοχών υπερημερίας, επιδομάτων αδείας και δικαστικών εξόδων και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση.
Επειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού, ως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμόν 448/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, καθ' ο μέρος αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος ποσού δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 8 Οκτωβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ