Legislator Case Law & Legislation
1246/2018 AI generated

1246/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1246/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1246/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): στο μισθολογικό καθεστώς των ν. 2470/1997 και 3205/2003, ενόψει του ότι δεν γίνεται μνεία, στην εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ. 14§2 ν. 3016/2002 ή στις σχετικές ΚΥΑ, ειδικής αιτιολόγησης της καταβολής της, συναρτωμένης με το είδος ή την ένταση ή τις εν γένει εργασιακές ιδιαιτερότητες των ρητά κατονομαζομένων ως δικαιούχων αυτής, ότι για το χρονικό διάστημα από 02.09.2002 μέχρι 30.06.2007 δικαιούται για την αιτία αυτή εκάστη το ποσό των 11.088 ευρω.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1246 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1246/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δημοτικός Οργανισμός Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Προστασίας και Παιδείας Μαλεβεζίου Δ.Ο.Κ.Α.Π.ΠΑ.Μ." ως καθολικού διαδόχου του τέως "Δημοτικού Παιδικού Σταθμού Κρουσσώνα" που εδρεύει στο Δήμο Γαζίου και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Κοκκινάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Α. Β. του Β., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/6/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 690/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 426/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την από 5/3/2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 3/11/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Aπό τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (βλ.

ΑΠ 142/2016 ΤΝΠ Νόμος). Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 11033 β/08.05.2017 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης Κ. Σ., που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση για συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 14.11.2017 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη.

Κατά την δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε ερήμην της αναιρεσίβλητης από το πινάκιο για την 13.02.2018 για την οποία δεν χρειαζόταν νέα κλήτευση αυτής. Επομένως, αφού η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατά την παραπάνω μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

Με την από 05.03.2012 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 426/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 690/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, με την οποία έγινε δεκτή έγινε δεκτή εν μέρει η από 28.06.2007 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης. Με την προσβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση του εναγομένου. Κατά της ως άνω τελεσίδικης αποφάσεως το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ, καθολικός διάδοχος του τέως "Δημοτικού Παιδικού Σταθμού Κρουσσώνα" και ήδη αναιρεσείον άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

Στο άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση (μεταξύ συγκεκριμένων περιπτώσεων) και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ( ΑΠ 84/2016 ΤΝΠ Νόμος).

Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ` αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, διότι εάν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι` αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη Διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.

Ειδικότερα, όταν παρέχεται από τον νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατ` αρχήν, δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για τον χρόνο έκδοσης αυτής, ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της Διοίκησης.

Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει, είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.

Εξάλλου, με τις διατάξεις του Ν. 2738/1999 (Κεφάλαιο Α`) εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού, η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.

Στο άρθρο 13 με τον τίτλο, "Συλλογικές συμφωνίες" προβλέπονται στις παρ.1 και 2 τα ακόλουθα: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού, κ.λ.π.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.

Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α., α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.

Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το άρθρο 14 με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" του ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις", ορίσθηκαν τα εξής: "1.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ` εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001.2.

Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση τους... 5. 6.

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός, δεν είχαν υποχρέωση, αλλ` απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις, εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.

Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω Υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ` εκτίμηση, επίσης, της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ.

Δηλαδή, προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ` εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14 του ν. 3016/20002 και του σκοπού της ρύθμισης, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.

Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό (των 176 ευρώ), ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ (Ολ.

ΣτΕ 95/2013). Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του Ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων, για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των 176 ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων, του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της Διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής, σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.

Εάν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ` αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια, υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις, να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγηση της.

Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α` 110) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ` εξουσιοδότηση του".

Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με τον νόμο αυτόν δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στον νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεων του και με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι, "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου.

Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου... Μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ` εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...".

Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, καθώς και των κατ` εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ, για να μη χειροτερεύσει η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων από 1-1-2004, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι την 31-12-2003 την ειδική παροχή των 176 ευρώ, με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή, ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των 176 ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημιώσεως ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 3336/2005, με τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005" που ορίζει ότι, "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 14 του Ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπική διαφοράς με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.

Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005", προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση ως προσωπικής διαφοράς, της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες που διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των 176 ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των Υπηρεσιών αυτών, καθώς και η νόμιμη χορήγηση της στο προσωπικό αυτό, διότι αν το τελευταίο λαμβάνει την προσωπική διαφορά χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψη της, μεταξύ των οποίων είναι να μη λαμβάνει άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ, που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις Υπηρεσίες αυτές δεν τη δικαιούνται από 1-1-2005, με βάση την αρχή της ισότητας, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.

Πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ενόσω ίσχυε, και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίωςγια το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου του Ελληνικού Δημοσίου των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, OTA και λοιπά ΝΠΔΔ., χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της παροχής αυτής από τη μη καταβολή πρόσθετων μισθολογικών παροχών(ΑΠ Ολομ. 16/2015, ΑΠ 356/2016 ΤΝ Νόμος).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ. 561 §2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής : Με την ένδικη από 28.06.2007 αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη εξέθεσε ότι είναι υπάλληλος του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Παιδικός Σταθμός Κρουσσώνα" με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, υπαγόμενη μισθολογικά αρχικά στο καθεστώς του ν. 2470/1997 και στην συνέχεια του ν. 3205/2003 και ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει 12.980 ευρώ, ως πρόσθετη μηνιαία ειδική παροχή του άρθ. 14§2 ν. 3016/2002 (συνυπολογιζομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας), για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην αγωγή, η οποία (παροχή), χορηγηθείσα, κατά τα περαιτέρω στην αγωγή διαλαμβανόμενα, με πληθώρα ΚΥΑ σε ετερόκλητες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου κλπ., που υπάγονται στο ανωτέρω μισθολογικό καθεστώς, αδιακρίτως του είδους, των συνθηκών εργασίας και της υπηρεσιακής κατάστασης αυτών έχουσα προσλάβει το χαρακτήρα "μιας γενικής, μη εξαρτώμενης από ουσιαστικές εργασιακές ιδιαιτερότητες αμοιβή, δηλαδή αύξηση των τακτικών μηνιαίων απολαβών των υπαλλήλων αυτού, ως αντιτίμου της παρεχόμενης εργασίας τους, εντός του ίδιου χρόνου απασχόλησης, λειτουργούσα αθροιστικά προς την ενιαία μισθολογική βάση του Ν. 2470/1997 και αποτελεί πλέον γενικό κανόνα για όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους που υπάγονται στις διατάξεις του Νόμου αυτού και προσαυξάνει τις αποδοχές τους, χωρίς άλλη προϋπόθεση και που, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας, δεν χορηγήθηκε και σε αυτή, αν και συντρέχουν στο πρόσωπό της οι προϋποθέσεις για την χορήγησή της, μη συμψηφιζομένη με άλλα επιδόματα που λαμβάνει, επικουρικά δε ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ να καταβάλει τα ποσά αυτά ως αποζημίωση κατά τις διατάξεις των άρθ.105 και 106 ΕισΝΑΚ.

Επί της παραπάνω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 690/2008 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, η οποία δέχτηκε εν μέρει, την αγωγή επιδικάζοντας στην ενάγουσα 11.088 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, κρίνοντας επί της αγωγής αυτής, ύστερα από έφεση του εναγομένου, με την προσβαλλομένη 426/2011 απόφασή του και όπως απ` αυτήν προκύπτει δέχθηκε ότι η ενάγουσα υπηρετούσε ως υπάλληλος του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ καθ` όλο το επίδικο χρονικό διάστημα από 02.09.2002 με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, υπαγόμενη στο μισθολογικό καθεστώς των εργαζομένων του Δημοσίου (ν. 2470/1997 και 3205/2003), και συνεπώς δικαιούται όλες τις σχετικές παροχές, που προβλέπονται και χορηγούνται με αυτούς, συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης του άρθ. 14§2 ν.3016/2002, ανεξάρτητα από το δικαίωμα προς απόληψη άλλων ειδικών επιδομάτων και λοιπών αμοιβών ή παροχών, που δικαιολογημένα καταβάλλονται σε αυτήν ως εργαζομένης στον εναγόμενο ΟΤΑ, ενόψει των ειδικών και ιδιαζουσών συνθηκών εργασίας , ότι παρά ταύτα η ενάγουσα καθ` όλο το ως άνω χρονικό διάστημα της απασχόλησής της δεν έλαβε την επίδικη μισθολογική παροχή, η χορήγηση της οποίας συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου κλπ., που υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο, και ως εκ τούτου η μη χορήγησή της συνιστά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, δεδομένου ότι έχει χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, υπηρετούντες σε πλείστες κατηγορίες υπηρεσιών της Δημόσιας Διοίκησης και νπδδ, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς την οποιαδήποτε συνάρτηση προς το είδος ή το εύρος της παρεχομένης εργασίας, με αποτέλεσμα η χορήγησή της να έχει προσλάβει λόγω και της εν γένει κανονιστικής αντιμετώπισης της εξαρχής χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας, δηλαδή γενικής προσαύξησης των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων, σωρευτικά με την ενιαία και απρόσβλητη μισθολογική βάση του ενιαίου μισθολογίου των ν.2470/1997 και 3205/2003, ότι κατά συνέπεια η εξαίρεση της ενάγουσας από την απόληψη της παροχής αυτής, ενώ τελεί υπό τις ίδιες μισθολογικές συνθήκες, συνιστά, ως στερουμένη αιτιολογικού ερείσματος αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση αυτών έναντι των αλλων υπαλλήλων και οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασίας, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να εφαρμοσθεί και για την ενάγουσα η διάταξη που ισχύει για τις κατηγορίες των εργαζομένων υπέρ των οποίων θεσπίσθηκε η ένδικη παροχή, εφόσον συντρέχει και ως προς αυτούς η μοναδική τιθέμενη προϋπόθεση για την καταβολή της, υπάγονται δηλ.

στο μισθολογικό καθεστώς των ν. 2470/1997 και 3205/2003, ενόψει του ότι δεν γίνεται μνεία, στην εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ. 14§2 ν. 3016/2002 ή στις σχετικές ΚΥΑ, ειδικής αιτιολόγησης της καταβολής της, συναρτωμένης με το είδος ή την ένταση ή τις εν γένει εργασιακές ιδιαιτερότητες των ρητά κατονομαζομένων ως δικαιούχων αυτής, ότι για το χρονικό διάστημα από 02.09.2002 μέχρι 30.06.2007 δικαιούται για την αιτία αυτή εκάστη το ποσό των 11.088 ευρω.

Κατόπιν αυτών, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση και απέρριψε την έφεση.

Με την κρίση αυτή, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με το να δεχθεί την αγωγή ως προς την παραπάνω ενάγουσα ως νόμιμη και βάσιμη, κατά το εκληθέν μέρος της, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 14 του Ν. 3016/2002, 24 παρ. 2, 3 του Ν. 3205/2003. Και τούτο διότι η παροχή των 176 ευρώ δεν συνιστά (προβλεπόμενη εκ του νόμου) ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ (απασχολουμένων με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου), ούτε έχει προσλάβει το χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας, δηλαδή γενικής προσαύξησης των τακτικών αποδοχών τους σωρευτικά με την ενιαία και απρόσβλητη μισθολογική τους βάση, ώστε κατ` εφαρμογή της ίδιας συνταγματικής αρχής να αξιώνεται κατά τούτο η επέκταση της και στην αναιρεσίβλητη, αλλ` αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό, και παρέχεται μόνο σε υπαλλήλους, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002, μία των οποίων είναι να μη λαμβάνει ο υπάλληλος άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ και τούτο προς ενίσχυση των χαμηλόμισθων.

Ούτε άλλωστε από τη συνταγματική αρχή της ισότητας απέρρεε αξίωση χορήγησης της παροχής αυτής στην αναιρεσίβλητη εκ του ότι η επίδικη παροχή έχει χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών, με σχέση ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, που υπηρετούν σε πλείστες κατηγορίες υπηρεσιών της δημόσιας διοίκησης και σε ΝΠΔΔ, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς την οποιαδήποτε συνάρτηση προς το είδος και το εύρος της παρεχόμενης εργασίας, ούτε εκ του ότι στην ρηθείσα ΚΥΑ δεν γίνεται καμία ειδική αιτιολόγηση της καταβολής της, αναγόμενη λ.χ στο είδος ή την ένταση ή τις εργασιακές ιδιαιτερότητες των δικαιούχων, που να δικαιολογούν την επιλεκτική καταβολή.

Και τούτο διότι, όπως εκτέθηκε, η εν λόγω ειδική παροχή χορηγείται μόνο υπό τις προεκτεθείσες προϋποθέσεις προς ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, η μη συνδρομή των οποίων αποκλείει τη χορήγηση της, ενώ, σε κάθε περίπτωση από την, κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών προς τη διοίκηση νόμων, χορήγηση της σε άλλες κατηγορίες μισθωτών, δεν θεμελιώνεται κατ` εφαρμογή της Συνταγματικής αρχής της ισότητας και της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία, αξίωση καταβολής της.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας του πρώτου λόγου αναιρέσεως.

Περαιτέρω, ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, αυτή πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το Δικαστήριο αυτό (580 άρθρο παρ. 3 εδ. α' Κ.Πολ.Δ.), να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η ασκηθείσα από το αναιρεσείον έφεση, να γίνει αυτή δεκτή, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί την αγωγή (κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη) ως ουσιαστικά βάσιμη, να ερευνηθεί η αγωγή και να απορριφθεί αυτή ως μη νόμιμη (ΑΠ 356/2016, ΑΠ 310/2017, 1238/2017). Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα του πρώτου και δεύτερου βαθμού και της παρούσας δίκης, κατ' άρθρο 179 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ (ΑΠ 356/2016, ΑΠ 1238/2017)..

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 426/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Δέχεται την έφεση του εναγομένου Εξαφανίζει την υπ' αριθμ.690/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη Δικάζει επί της αγωγής.

Απορρίπτει αυτήν.

Και Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά αυτών έξοδα του πρώτου και δεύτερου βαθμού και της παρούσας δίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2018 ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 3 Ιουλίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ