Legislator Case Law & Legislation
1246/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to late filing of supplementary grounds for review under Article 569 of Civil Procedure Code.

Case Number 1246/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by X1 and X2 against the Second Instance Court's decision to annul a property transfer. The appellants argued fraud and breach of promise, but the court found the lower court's reasoning sufficient regarding the victim's reliance on the defendants' assurances. The appeal was rejected because the supplementary grounds of review were filed late, violating the strict procedural timeline mandated by Article 569 of the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Article 569 paragraph 2 of the Civil Procedure Code; Supplementary grounds of review must be filed thirty full days before the hearing; Failure to comply renders them inadmissible.

Keywords

AI generated
supplementary grounds of review Civil Procedure Code inadmissibility procedural timeline appeal dismissal filing deadline supplementary arguments

Cited Legislation

AI generated
Article 569 paragraph 2 of the Civil Procedure Code
Article 147 of the Civil Code
Article 559 number 1 and 19 of the Civil Procedure Code
Article 176 of the Civil Procedure Code
Article 183 of the Civil Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1246 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1246/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, και 2. Χ2 συζ. Χ1, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, Σπυρίδωνα Τσαντίνη και Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα.

Της αναιρεσιβλήτης: Ψ1 χήρας Ζ, η οποία απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τον ..., κάτοικο ... που συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη και παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπανδρινόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-1987 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1884/1987 1582/1997 μη οριστικές, 1309/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1901/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-1-2008 αίτησή τους και τους από 29-1-2010 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 26-2-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, αντίγραφο δε του δικογράφου αυτού επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.

Η παράλειψη της καταθέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων προ της άνω προθεσμίας ή στη περίπτωση της εμπροθέσμου καταθέσεως, η παράλειψη της επιδόσεως του δικογράφου αυτών προ της αυτής προθεσμίας, επάγεται το απαράδεκτο αυτών για έλλειψη προδικασίας και εντεύθεν την απόρριψή τους και αυτεπαγγέλτως.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης (που ασκήθηκε παραδεκτά κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου, υπεισελθόντος στη θέση της αρχικά αναιρεσίβλητης μετά τον επελθόντα θάνατο αυτής, υπό την ιδιότητά του ως μόνου εκ διαθήκης κληρονόμου της) κατατέθηκε μεν εμπροθέσμως στη γραμματεία του Αρείου Πάγου την 1-2-2010, ήτοι τριάντα και πλέον ημέρες προ της 8-3-2010 που ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου ως ημέρα συζητήσεως της αναίρεσης, πλην όμως δεν αποδεικνύεται ότι επιδόθηκε αυτό στον επαναλαμβάνοντα τη διακοπείσα δίκη ήδη αναιρεσίβλητο εντός της ίδιας προθεσμίας, εφόσον οι αναιρεσείοντες δεν προσκομίζουν ούτε επικαλούνται με τις προτάσεις τους έκθεση επιδόσεως αυτού στον τελευταίο.

Επομένως οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 147 ΑΚ, όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βούλησης, έχει δικαίωμα να ζητήσει να ακυρωθεί η δικαιοπραξία. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως απάτη, που στοιχειοθετεί ελάττωμα της βούλησης, νοείται κάθε συμπεριφορά, με την οποία ενσυνείδητα και από πρόθεση δημιουργείται, διατηρείται ή ενδυναμώνεται σε άλλον κάποια πεπλανημένη παράσταση, με τον σκοπό να επηρεάσει την απόφασή του.

Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να συνίσταται είτε στην παράσταση ψευδών περιστατικών αναφερόμενων στο παρόν, το παρελθόν και στο μέλλον, ως αληθών, είτε στην απόκρυψη, ή την αποσιώπηση, ή την ατελή ανακοίνωση αληθινών γεγονότων. Στοιχείο δηλαδή του πραγματικού της απάτης αποτελεί ο δόλος, που υπάρχει όταν ο μετερχόμενος αυτήν επιδιώκει ή τουλάχιστον αποδέχεται να παρασυρθεί ο απατηθείς σε ορισμένη δήλωση βουλήσεως, στην οποία δεν θα προέβαινε χωρίς τη δόλια εξαπάτηση, ενώ δεν ενδιαφέρει αν η πλάνη που δημιουργήθηκε συνεπεία της απάτης είναι συγγνωστή ή όχι, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται στα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για την εφαρμογή της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, και, εξαιτίας αυτού, δεν είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο αν ορθά ή όχι εφαρμόστηκε η διάταξη αυτή.

Αντίθετα, ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, όταν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια, δε συνιστούν ανεπαρκή ή ασαφή αιτιολογία. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εν προκειμένω το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Η ενάγουσα (η οποία, όπως προαναφέρθηκε, απεβίωσε μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και στη θέση της υπεισήλθε ο ήδη αναιρεσίβλητος ως μόνος εκ διαθήκης κληρονόμος αυτής), δυνάμει του υπ' αριθμ. ...

πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Μιλτιάδη Τσαντίλα, που είχε μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ..., απέκτησε την κυριότητα ενός οικοπέδου κειμένου στην Κοινότητα ... τσυ Νομού ..., εκτάσεως 254,40 τ.μ.... Περί τα τέλη του έτους 1985 η ενάγουσα και ο σύζυγος της Ζ (ηλικίας τότε 52 και 56 ετών αντίστοιχα και στερούμενοι τέκνων), εξαιτίας της εύθραστης και κλονισμένης υγείας τους (αυτός, που είχε ήδη συνταξιοδοτηθεί, έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη, είχε υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο και ήταν ημιπαράλυτος, αυτή έπασχε από θυρεοειδή και από σοβαρή ασθένεια του ήπατος) αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την ..., όπου ζούσαν μέχρι τότε, και να εγκατασταθούν στο ..., από το οποίο καταγόταν η ενάγουσα.

Επιπλέον, με τη μετακίνηση αυτή η ενάγουσα προσδοκούσε στη στοιχειώδη συνδρομή για την κατάσταση της υγείας αυτής και του συζύγου της στους εγγύτερους συγγενείς της, οι οποίοι ζούσαν στο ... και την .... Ο πρώτος εναγόμενος (ήδη πρώτος αναιρεσείων), ο οποίος είναι ανεψιός της ενάγουσας (υιός της αμφιθαλούς αδελφή της ...) και επίσης βαπτιστικός της και με τον οποίο αυτή διατηρούσε σχέσεις στοργής, είχε ήδη μνηστευθεί τη δεύτερη εναγόμενη (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα).

Υπό τη συνδρομή των ειδικών περιστάσεων της απόλυτης εμπιστοσύνης της στο πρόσωπο του πρώτου εναγομένου και της δεύτερης εναγομένης μνηστής του καθώς και της ιδιαίτερης σχέσεώς της με τους δύο εναγόμενους, οι τελευταίοι, με δικαιοπρακτικό δόλο να αποκτήσουν εμπράγματο δικαίωμα (κυριότητας) επί του ως άνω ακινήτου της, από τις αρχές του έτους 1986 υποσχέθηκαν και διαβεβαίωσαν την ενάγουσα και τον σύζυγο της ότι θα τους περιποιούνταν ισοβίως, θα αναλάμβαναν κάθε φροντίδα τους και θα μεριμνούσαν για την ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη, αρκεί να τους μεταβίβαζαν ως αντάλλαγμα για την παροχή αυτών των υπηρεσιών το προαναφερόμενο ακίνητο της ενάγουσας στην Κοινότητα των ..., αξίας εκείνη τη χρονική περίοδο 5.000.000 δραχμών περίπου.

Η ενάγουσα, παραπλανηθείσα από την απατηλή συμπεριφορά των αντιδίκων της και υπό τη συνδρομή των προαναφερόμενων ειδικών περιστάσεων, πείσθηκε και δέχθηκε να προβεί στην ακόλουθη μεταβιβαστική πράξη, να καταρτίσει το υπ' αριθμ....συμβόλαιο του Συμβ/φου Αμαλιάδας, Πέτρου Τσάγκα, που νόμιμα μεταγράφηκε, δυνάμει του οποίου μεταβίβασε κατ' ισομοιρία στους εναγόμενους το προπεριγραφόμενο ακίνητο, αντί αναγραφόμενου τιμήματος 1.000.000 δρχ., η αξία του οποίου είχε εκτιμηθεί από την αρμόδια φορολογική αρχή στο ποσό του 1.225.000 δρχ.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά την υπογραφή του ως άνω συμβολαίου και τον γάμο των δύο εναγομένων (Ιούλιος 1986), οι τελευταίοι αδιαφορούσαν πλήρως για την περιποίηση της ενάγουσας και του συζύγου της, μολονότι ο πρώτος εναγόμενος εισέπραττε τις συντάξεις τους. Με την πάροδο δε του χρόνου η πλήρης αδιαφορία και η έλλειψη μέριμνας για την ενάγουσα και τον σύζυγο της μεταβλήθηκε σε κακομεταχείριση.

Συγκεκριμένα, περί τα μέσα Νοεμβρίου όταν ο πρώτος εναγόμενος μετέφερε την ενάγουσα και τον σύζυγο της στους γονείς του που κατοικούσαν έξω από το ... στη θέση "... παρουσία και της άλλης αδελφής της ..., αφού απομόνωσε την ενάγουσα την έπιασε απειλητικά από τον λαιμό, με επακόλουθο η ποθούσα να του υποβάλει μήνυση για έργω εξύβριση.

Με την υπ' αριθμ. 413/1990 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αμαλιάδας ο πρώτος εναγόμενος απαλλάχθηκε από την παραπάνω πράξη λόγω αμφιβολιών. Αργότερα, η δεύτερη εναγόμενη απευθυνόμενη στον σύζυγο της ενάγουσας, ο οποίος ήταν ημιπαράλυτος και κατάκοιτος σε αναπηρικό καροτσάκι, του είπε "καλά έκανε ο Θεός και σε έκανε έτσι ανάπηρο".

Συνεπώς, δέχεται το Εφετείο, βάσει των προεκτεθέντων, η επίμαχη μεταβιβαστική πράξη πρέπει να ακυρωθεί, καθόσον η ενάγουσα παρασύρθηκε στη δήλωση βουλήσεως από την προπεριγραφείσα απατηλή συμπεριφορά των εναγομένων, στη συνέχεια δε να αποδοθεί (το ακίνητο) στην ενάγουσα. Με βάση τις εκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της αρχικά αναιρεσίβλητης, ακυρώθηκε η ένδικη μεταβιβαστική της κυριότητας του ακινήτου δικαιοπραξία και υποχρεώθηκαν οι αναιρεσείοντες σε απόδοσή του.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 147 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ελλιπών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού διέλαβε σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε.

Ειδικότερα, οι εκτεθείσες αιτιολογίες στηρίζουν με επάρκεια και σαφήνεια το διατακτικό της αποφάσεώς του, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη εφαρμογής της άνω διατάξεως, κυρίως σε σχέση με την κρίση του για την πρόθεση των αναιρεσειόντων, πριν από την κατάρτιση της επίμαχης δικαιοπραξίας, για αθέτηση της υποσχέσεώς τους ισόβιας περιποίησης και φροντίδας της αρχικά αναιρεσίβλητης και του συζύγου της, εξαιτίας της οποίας η τελευταία παρασύρθηκε στην ζημιογόνο δήλωση βουλήσεως περί μεταβιβάσεως του ακινήτου της, περιεχόμενη στις παραδοχές της προσβαλλόμενης, ότι ενόψει της απόλυτης εμπιστοσύνης της στο πρόσωπο αμφοτέρων των αναιρεσειόντων και της ιδιαίτερης σχέσης τους με αυτούς, λόγω της ιδιότητας του πρώτου ως στενούς συγγενούς της και της δεύτερης ως μέλλουσας συζύγου του, οι τελευταίοι με δικαιοπρακτικό δόλο να αποκτήσουν δικαίωμα κυριότητας επί του ακινήτου της αναιρεσίβλητης, της υποσχέθηκαν και την διαβεβαίωναν ότι θα φρόντιζαν και θα επιμελούνταν ισοβίως την ίδια και το σύζυγό της, αρκεί να τους μεταβίβαζε ως αντάλλαγμα το ακίνητο αυτό.

Εξάλλου, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της ανωτέρω παραδοχής και των παραδοχών που αναφέρονται σε μεταγενέστερα της καταρτίσεως της επίδικης δικαιοπραξίας περιστατικά και αφορούν αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων έναντι της αρχικά αναιρεσίβλητης και του συζύγου της, περιστατικά που αναφέρει το Εφετείο, προκειμένου να καταδειχθεί το αληθές της απατηλής συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων.

Επομένως, οι περί του αντίθετου δύο συναφείς λόγοι του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα του ήδη αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5 Ιανουαρίου 2008 αίτηση και το από 1 Φεβρουαρίου 2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων των Χ1 και Χ2 συζ. Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1901/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου εκ δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ