Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague arguments lacking specific factual basis under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' judgment. The appellant raised multiple grounds for annulment, but the court found several arguments vague and lacking the specific factual details required by law. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19), 559(11)(c), 559(12), 559(14) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it is vague, fails to specify the evidence or error, or does not demonstrate how the lower court's decision was affected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1246 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1246/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Αλεξανδράκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ,κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κουτσονάσιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 99/2007 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 28-9-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 28-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος πρέπει να προκύπτει είτε από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, είτε από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε ή η με αυτήν πρόκληση στον υπόχρεο επαχθών, όχι δε κατ' ανάγκη και αφόρητων, συνεπειών θα πρέπει, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμισή τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή τω επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιωμένου δικαιώματος.
Συνεπώς, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος μόνη η υπό τις προϋποθέσεις του νόμου άσκηση αυτού και η επέλευση των δυσμενών συνεπειών που αναγκαίως, κατά το νόμο, αυτή συνεπάγεται, χωρίς τη συνδρομή και άλλων, κατά τ' ανωτέρω προϋποθέσεων. Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται αν από τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, οι οποίες συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της, αν δηλαδή γεννώνται αμφιβολίες για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου από το δικαστήριο της ουσίας.
Για το ορισμένο και παραδεκτό του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, πλέον των άλλων, η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία της έλλειψης και αν πρόκειται για ανεπάρκεια αιτιολογιών, ποίες είναι οι ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια αυτών και τι θα έπρεπε να διαλαμβάνεται στην απόφαση για την επάρκειά της (Ολ.ΑΠ 32/1996, 27/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις αληθώς από τον αριθμό 19 (όχι από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι μέμφεται το Εφετείο ότι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού χωρίς αιτιολογία απέρριψε τον παραδεκτώς προβληθέντα και επαναφερθέντα ενώπιόν του με τον τέταρτο λόγο έφεσης αυτοτελή ισχυρισμό του περί καταχρηστικής ασκήσεως εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου της αγωγικής αξίωσής του.
Επίσης, με τον όγδοο λόγο προβάλλει ομοίως αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ίδιου ως άνω Κώδικα, προσάπτοντας στο Εφετείο ότι απέρριψε τον προαναφερθέντα εκ του άρθρου 281 ΑΚ αυτοτελή ισχυρισμό του με ανεπαρκείς αιτιολογίες. Οι λόγοι αυτοί είναι, ο μεν πρώτος αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή έχει αιτιολογίες, ο δε δεύτερος αόριστος, αφού δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ποιες είναι οι ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια αυτών και τι θα έπρεπε να διαλαμβάνεται στην απόφαση για την επάρκειά τους, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής της ανωτέρω διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου.
Επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον προταθέντα από τον αναιρεσείοντα αυτοτελή ισχυρισμό του, περί κτήσεως ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία λόγω άσκησης επ' αυτού διακατοχικών πράξεων επί είκοσι επτά έτη και τον απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο.
Συνεπώς, ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη κατά την διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματός του, τον ανωτέρω ισχυρισμό, είναι αβάσιμος. Ως προς το δεύτερο μέρος του, ο ίδιος λόγος, ο οποίος κατ' εκτίμηση υπάγεται στη ρύθμιση του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι του αριθμού 8) και κατά τον οποίο το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε τον περιεχόμενο στον δεύτερο λόγο έφεσης, αυτοτελή ισχυρισμό περί αοριστίας της ένδικης αγωγής και δεν την κήρυξε απαράδεκτη, ως εκ του ότι δεν αναφερόταν σε αυτή η διεύθυνση κατοικίας στην αλλοδαπή του, κατοίκου τότε ..., αντιδίκου του, είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος σε ανακριβή προϋπόθεση. Και τούτο διότι, όπως από το εφετήριο προκύπτει, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του προέβαλε αοριστία της αγωγής λόγω μη προσδιορισμού του επιταχθέντος επιδίκου ακινήτου και των επ' αυτών κτισμάτων και όχι λόγω μη αναγραφής της διεύθυνσης της κατοικίας των αντιδίκων του στην αλλοδαπή, η έλλειψη της οποίας σε κάθε περίπτωση δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο της αγωγής ως διαδικαστικής πράξης, αλλ' έχει μόνο τις ειδικές από το άρθρο 121 ΚΠολΔ οριζόμενες συνέπειες, οι οποίες περιορίζονται σε συμπληρωματικούς τρόπους επίδοσης.
Επειδή, ως "αίτηση" την οποία το δικαστήριο άφησε αδίκαστη, ώστε να ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 9 του ΚΠολΔ, θεωρείται και εκείνη με την οποία ζητείται η επίδειξη εγγραφών (άρθρα 450, 451 ΚΠολΔ και 902 ΑΚ). Για τη διαδικαστική πληρότητα αυτού του λόγου πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο - μεταξύ άλλων - τα στοιχεία που καταφάσκουν την παραδεκτή υποβολή της σχετικής αιτήσεως, καθώς και τα συγκεκριμένα έγγραφα, την επίδειξη των οποίων ο αναιρεσείων είχε ζητήσει κατά την εκδίκαση της διαφοράς στο δικαστήριο της ουσίας.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο, κατ' εκτίμηση, η αιτίαση ότι παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματος του αναιρεσείοντος, περί προσκομιδής από τον αναιρεσίβλητο εγγράφων, που να αποδεικνύουν την εκ μέρους του τελευταίου άσκηση διακατοχικών πράξεων επί του επιδίκου ακινήτου και τη συμμετοχή στις δαπάνες για την ανέγερση των κτισμάτων επί του εν λόγω ακινήτου και για τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου. Δεν αναφέρεται όμως στο αναιρετήριο ο τρόπος υποβολής ή επαναφοράς της άνω αιτήσεως στην έκκλητη δίκη, ούτε προσδιορίζονται τα σχετικά με την αίτηση αυτή έγγραφα. Επομένως, ο λόγος αυτός ενέχει αοριστία και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτος. Επειδή εκ του άρθρου 559 αριθμός 10 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ότι το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του ως προς την ύπαρξη της αγωγικής αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου, έλαβε υπόψη τα μνημονευόμενα σε αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 559 αριθμός 10 του ΚΠολΔ απορρέων τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά άρθρο 559 αριθ. 11 περιπτ. β' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ.
β', 346 και 453 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ως αποδείξεις μη προσκομισθείσες θεωρούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφείς και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις στη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 του ΚΠολΔ.
Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου (Ολ. ΑΠ 9/2000, 14/2005, 23/2008). Είναι συνεπώς νόμιμη η επίκληση εγγράφων με τις προτάσεις που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση στην οποία εκδόθηκε η απόφαση του Εφετείου, όταν σε αυτές γίνεται μνεία των εγγράφων, ως μέσων απόδειξης ή ανταπόδειξης των αποδεικτέων γεγονότων και προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, προκύπτει δε σαφής η βούληση του διαδίκου για την εκτίμηση των συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να απαιτείται και η χρήση πανηγυρικών φράσεων ή λέξεων, όπως "επικαλούμαι" ή "γίνεται επίκληση", ή μετά τη μνεία αυτή και η αναφορά σε συγκεκριμένα μέρη των προσκομιζομένων προτάσεων στις οποίες γίνεται επίκλησή τους.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος περί του κατ' ουσίαν βασίμου της ένδικης αγωγής του αντιδίκου του, έλαβε υπόψη α) το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Μπορνόβα β) παραστατικά αποστολής από τον αναιρεσίβλητο προς αυτόν διαφόρων χρηματικών ποσών και γ) το ...
πληρεξούσιο ενώπιον του γενικού προξένου της Ελλάδος στη ..., δηλαδή έγγραφα των όποίων δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση από τον αναιρεσίβλητο στο Εφετείο, εφόσον στις ενώπιον αυτού έγγραφες προτάσεις του διαλαμβάνεται μόνη η, μη συνιστώσα νόμιμη επίκληση των εγγράφων αυτών, φράση "επειδή προσκομίζω και επικαλούμαι όλα τα έγγραφα που προσκόμισα στην πρωτόδικη δίκη".
Ο λόγος αυτός, αναφορικώς με τα υπό στοιχείο β' έγγραφα, ήτοι τα παραστατικά αποστολής χρημάτων, είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα προσδιοριστικά της ταυτότητας των εν λόγω παραστατικών στοιχεία. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αντιγράφου των από 26-1-2006 ενώπιον του Εφετείου προτάσεων του αναιρεσιβλήτου, ειδικώς μνημονεύονται σ' αυτές τα ανωτέρω υπό στοιχεία α' και γ' έγγραφα, ήτοι το ...
συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Μπορνόβα και το ... πληρεξούσιο ενώπιον του γενικού προξένου της Ελλάδος στη ..., αναλύεται δε το περιεχόμενό τους και διατυπώνονται επιχειρήματα για την αποδεικτική τους αξία. Η ειδική αυτή μνεία και ανάλυση του περιεχομένου τους συνιστά νόμιμη επίκληση των άνω εγγράφων με τις προτάσεις που κατέθεσε ο αναιρεσίβλητος στο Εφετείο, χωρίς να προκύπτει αντίθετο συμπέρασμα από το γεγονός ότι στις προτάσεις αναφέρεται και η φράση "προσκομίζω και επικαλούμαι όλα τα έγγραφα που προσκόμισα στην πρωτόδικη δίκη", αλλ' ούτε και από το γεγονός ότι στον περιεχόμενο στις προτάσεις αυτές κατάλογο εγγράφων που επικαλείται ο αναιρεσίβλητος δεν περιλαμβάνονται τα έγγραφα αυτά.
Επομένως, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που αναφέρεται στα ανωτέρω υπό στοιχεία α' και γ' έγγραφα, είναι αβάσιμος. Ο λόγος αυτός, ως προς την εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ απορρέουσα αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα εκ μέρους του αναιρεσείοντος με επίκληση προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζονται τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 12 ΚΠολΔ, για τη διαδικαστική πληρότητα του προβλεπόμενου από τη διάταξη αυτή λόγου αναίρεσης απαιτείται να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο α) ο συγκεκριμένος ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο, καθώς και η επίδραση που αυτός ασκούσε στην έκβαση της δίκης, β) η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο εν λόγω μέσο από το δικαστήριο της ουσίας και γ) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης.
Αν λείπει έστω και ένα από τα στοιχεία αυτά, ο λόγος αναιρέσεως ενέχει αοριστία. Επομένως, ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο ότι, σχετικά με τα αναφερόμενα κατά την έρευνα του πέμπτου λόγου έγγραφα, "απέδωσε μεγάλη βαρύτητα στα αποδεικτικά μέσα που φέρεται ότι προσκόμισε ο αντίδικος", χωρίς όμως να διαλαμβάνονται σ' αυτόν τα αναφερόμενα πιο πάνω στοιχεία, είναι αόριστος κι εντεύθεν απαράδεκτος.
Επειδή, με το έβδομο λόγο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καταλογίζει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή, στην οποία δεν αναφέρεται αν η αξιούμενη επιστροφή του 1/3 του σχετικού με την επίταξη ποσού αντιστοιχεί στο ακίνητο ή στα κτίσματα, των οποίων η επιφάνεια επίσης δεν προσδιορίζεται.
Στο αναιρετήριο όμως δεν διαλαμβάνεται ότι η ως άνω αοριστία της αγωγής προτάθηκε στο Εφετείο και μάλιστα παραδεκτώς από τον αναιρεσείοντα (εκκαλούντα) με λόγο έφεσης ή με δικόγραφο προσθέτων λόγων έφεσης. Επομένως, ο λόγος αυτός ενέχει αοριστία και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτος.
Επειδή, ο όγδοος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ απορρέουσα αιτίαση της, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, απορρίψεως κατ' ουσίαν αβάσιμης της ερειδόμενης στο άρθρο 1045 ΑΚ ένστασής του, είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες είναι οι ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους και τι θα έπρεπε επιπλέον να διαλαμβάνεται στην απόφαση.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-9-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 99/2007 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ