Legislator Case Law & Legislation
1245/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against administrative compensation decision due to lack of evidence for res judicata.

Case Number 1245/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against a lower court's compensation decision regarding expropriated land. The State argued that the lower court erred in applying res judicata principles, but failed to provide the specific court decisions required to prove such a legal fact. Consequently, the court ruled that the appeal was unfounded and rejected the request for review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321, 322, 324 of the Code of Civil Procedure; The failure to produce specific judicial decisions establishing res judicata renders the appeal argument based on this legal fact inadmissible and unfounded.

Keywords

AI generated
res judicata appeal dismissal expropriation compensation procedural evidence administrative litigation legal fact proof court decisions

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 290, 292 of the Code of Civil Procedure
Articles 1846, 1847 of the Civil Code
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 19 of the decree of 26/6/10/7/1944
Article 36 of Presidential Decree 28/1931
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Decision 546/2003 of the Single District Court of Athens
Decision 351/2005 of the Single District Court of Athens
Decision 4521/2006 of the Plenary District Court of Athens
Decision 90/2018 of the Single District Court of Athens

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1245 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1245/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη- Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αντωνία Κυρίτση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Β. του Ι., κατοίκου ..., 2) Γ. Β. του Ι., κατοίκου ..., 3) Ε., χας Ι. Β., κατοίκου ..., 4) Ι. Β. του Ι., κατοίκου ..., 5) Α. - Α. Β. του Ι., κατοίκου ..., 6) Χ. Β. του Ι., κατοίκου ..., 7) Α. Β. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αντωνόπουλο, και κατέθεσαν προτάσεις, 8) Γ. Α. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των υπό στοιχεία 1 έως 7 αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 8 αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις ...-2023 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2023 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Παλαιού Φαλήρου, και την παρούσα δίκη συνεχίζει ο μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού Π. Α. του Γ., κάτοικος ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-9-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 474/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 903/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-10-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 290 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος μπορεί να δηλώσει την εκούσια επανάληψη της δίκης και εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς του ως κληρονόμου, η δίκη συνεχίζεται αμέσως. (ΑΠ 1023/2023, ΑΠ 882/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. πρωτ. .../2023 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Παλαιού Φαλήρου, στις 26.11.2023, δηλαδή μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, απεβίωσε ο όγδοος ενάγων και ήδη όγδοος αναιρεσίβλητος, Γ. Α. του Π., ο οποίος, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα α) του υπ' αριθ. πρωτ. 32754/2023 πιστοποιητικού εγγυτέρων συγγενών της προϊσταμένης Δημοτικής Κατάστασης του Δήμου Παλαιού Φαλήρου και β) της υπ' αριθ. 466/2024 διάταξης κληρονομητηρίου του Ειρηνοδίκη Αθηνών, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον υιό του Π. Α. του Γ. Ο τελευταίος, υπό την ιδιότητά του αυτή, για την οποία δεν υπήρξε αμφισβήτηση, νομίμως δήλωσε στο ακροατήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Αντωνόπουλου την εκούσια στο όνομα του ογδόου αναιρεσιβλήτου επανάληψη της διακοπείσας βιαίως, λόγω του θανάτου του, δίκης, η οποία πλέον νομίμως συνεχίζεται.

Με την κρινόμενη από 12.10.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 903/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και επικύρωσε την υπ' αριθ. 474/2020 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔικ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και, συνακόλουθα, το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία έχει αυτό παραχθεί δεν επιτρέπεται να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης.

Η απαγόρευση αυτή λειτουργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο, είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό δικαίωμα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Εξάλλου η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι από αυτό της αγωγής που κρίθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό, αφού δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένη απόφαση (Ολ.ΑΠ 1/2005, ΑΠ 218/2023, ΑΠ 1082/2020).

Επιπροσθέτως, με τον με αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο ελέγχεται η παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού δικαίου, όπως είναι οι διατάξεις περί δεδικασμένου των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ, η παραβίαση των οποίων δεν ιδρύει τον από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 λόγο αναίρεσης (ΑΠ 218/2023, ΑΠ 1578/2021, ΑΠ 1148/2020, ΑΠ 366/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή αφορά στο ουσιαστικό δεδικασμένο, δηλαδή, τη δεσμευτικότητα της δικαστικής διάγνωσης μιας έννομης σχέσης. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, προς εξακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους. Ο Άρειος Πάγος επισκοπεί και την απόφαση, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο, το οποίο λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (ΑΠ 1966/2022, ΑΠ 1082/2020, ΑΠ 1282/2018).

Συνεπώς, αν ο αναιρεσείων προβάλλει την ύπαρξη ή μη του δεδικασμένου, πρέπει ο ίδιος να προσκομίζει ενώπιον του Αρείου Πάγου την απόφαση από την οποία απορρέει το δεδικασμένο, προς απόδειξη του προτεινόμενου λόγου. Διαφορετικά ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος. (ΑΠ 420/2014, ΑΠ 152/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 παρ. 1, 324 ΚΠολΔ και 26 του ν. 2882/2001 και εσφαλμένα έκρινε μόνο μερικώς την αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου, ως προς το αίτημα της αναγνώρισης εκάστου εξ αυτών ως δικαιούχου κατά το αντίστοιχο ποσοστό της αποζημίωσης για το εμπεριεχόμενο στην ευρύτερη απαλλοτριωθείσα έκταση των 1.377,78 τ.μ.

εδαφικό τμήμα των 554,00 τ.μ., δεχόμενο μερικώς τον προβληθέντα ισχυρισμό του, ενώ θα έπρεπε να απορρίψει την αγωγή στο σύνολό της για τον ίδιο λόγο (απαράδεκτο λόγω δεδικασμένου) για όλη την απαλλοτριωθείσα έκταση των 1.377,78 τμ και να δεχτεί τον ισχυρισμό του περί δεδικασμένου καθ' ολοκληρίαν, διότι : α) με την 546/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου ότι το εμβαδόν της απαλλοτριούμενης έκτασης ανέρχεται σε 554 τ.μ.

και αναγνωρίσθηκαν οι δικαιούχοι είσπραξης της αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας τους, β) με την 351/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε αίτηση των αναιρεσιβλήτων περί αναγνώρισής τους ως δικαιούχων αποζημίωσης, λόγω δεδικασμένου απορρέοντος από την ως άνω 546/2003 απόφαση, γ) με την 4521/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε προηγούμενη αγωγή των αναιρεσιβλήτων με το ίδιο -με την κρινόμενη αγωγή- περιεχόμενο και δ) με την 90/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε προηγούμενη αίτηση των αναιρεσιβλήτων για τη μεταρρύθμιση της ως άνω 546/2003 απόφασης.

Ο λόγος αυτός, ορθώς εκτιμώμενος ως πλημμέλεια εκ του αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι και του αριθ. 1 του ιδίου άρθρου, δοθέντος του ότι οι περί δεδικασμένου διατάξεις των προαναφερθέντων άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου και ως εκ τούτου, η παράβαση αυτών δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι δεν προσκομίζονται από το αναιρεσείον οι ως άνω επικαλούμενες αποφάσεις, από τις οποίες φέρεται να απορρέει δεδικασμένο για την κρινόμενη υπόθεση, ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος της συνδρομής ή μη του λόγου αυτού αναίρεσης.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Επίσης, λόγω του προνομίου της ατέλειας που απολαμβάνει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, δεν υποχρεούται, κατ' άρθρο 19 παρ.1 του δ. της 26-6/10-7-1944 σε συνδυασμό με άρθρο 36 ΠΔ 28/1931 (ΦΕΚ Α' 239/1931), σε κατάθεση του προβλεπομένου από το άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ παραβόλου για την άσκηση αναίρεσης και τούτο δεν έχει κατατεθεί, ώστε να τίθεται θέμα απόδοσής του ή μη. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12.10.2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 903/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ