Legislator Case Law & Legislation
1245/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in custody dispute where defendant was absent and facts were clearly stated.

Case Number 1245/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's custody decision. The defendant father was absent from the hearing, yet the lower court had fully examined the case and provided clear reasoning regarding the child's best interests. The Court ruled that the appeal arguments were inadmissible as they challenged the lower court's evaluation of evidence, which is not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561 and 576 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it challenges the lower court's evaluation of evidence, and the Supreme Court may proceed to the hearing even if a party is absent, provided they were legally summoned.

Keywords

AI generated
custody dispute best interests of child appeal inadmissibility evaluation of evidence absence from hearing legal summons Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Articles 124 and 126 of the Code of Civil Procedure
Article 128 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1245 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1245/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Χ. του Χ.. Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Γκλεγκλέ.

Του αναιρεσιβλήτου: Φ. Ο. του Χ., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30-8-2018 και 18-9-2019 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας και του ήδη αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 831/2021 του ίδιου Δικαστηρίου, 2124/2022 μη οριστική και 3598/2023 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-10-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί [ΑΠ 1355/2023, ΑΠ 1762/2022]. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 124 παρ. 2 και 126 παρ. 1 ΚΠολΔ, η επίδοση γίνεται προσωπικά σε εκείνον στον οποίο απευθύνεται το έγγραφο και στον τόπο κατοικίας του. Ως κατοικία του παραλήπτη, στην οποία μπορεί να γίνει η επίδοση, κατά το άρθρο 128 ΚΠολΔ, θεωρείται το σπίτι ή το διαμέρισμα που είναι προορισμένο για διημέρευση ή διανυκτέρευση του παραλήπτη, σύνοικοι δε θεωρούνται εκείνοι που διαμένουν στο ίδιο διαμέρισμα, προς τους οποίους εγκύρως γίνεται η επίδοση του εγγράφου, αν ο παραλήπτης δεν βρεθεί από το δικαστικό επιμελητή στην κατοικία του.

Ακόμη, η αναγραφόμενη στο προς επίδοση έγγραφο διεύθυνση του προσώπου, στο οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, δεν δεσμεύει το δικαστικό επιμελητή, που οφείλει εξ επαγγέλματος να ερευνήσει αν πράγματι αυτός προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση κατοικεί στη διεύθυνση αυτή και, αν διαπιστώσει ότι δεν κατοικεί εκεί αλλά σε άλλη διεύθυνση, να κάνει την επίδοση στην πραγματική κατοικία του και όχι στην αναφερομένη στο επιδοτέο έγγραφο [ΑΠ 477/2019].

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ' αριθ. Δ-8524/14-2-2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιώς Θ. Π., αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 11-10-2023 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α2 Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, την πράξη του Προέδρου του Α 2 Τμήματος περί ορισμού της 20-5-2024 ως δικασίμου της αίτησης και κλήση για συζήτηση στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στον αναιρεσίβλητο, με θυροκόλληση στην κατοικία του επί της οδού ...

Παπάγου - Αττικής, αφού η δικαστική επιμελήτρια διαπίστωσε ότι εκεί ήταν η πραγματική κατοικία του και όχι η οδός ... Παπάγου - Αττικής, που αναφερόταν στο επιδοτέο έγγραφο [βλ. την από14-2-2024 βεβαίωση της ως άνω δικαστικής επιμελήτριας]. Επομένως, αφού ο αναιρεσίβλητος κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα αλλά δεν εμφανίσθηκε στη δικάσιμο αυτή [20-5-2024], όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του [ άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ].

Με την από11-10-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 3598/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών και με την οποία ανατέθηκε η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων αποκλειστικά στον ενάγοντα - εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552,553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ]. Επομένως, είναι παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ].

Με το ν. 4800/2021 (ΦΕΚ Α' 81/21-5-2021) "Μεταρρυθμίσεις αναφορικά με τις σχέσεις γονέων και τέκνων, άλλα ζητήματα οικογενειακού δικαίου και λοιπές επείγουσες διατάξεις" και δη με τα Κεφάλαια Α και Β αυτού αντικαθίσταται ή τροποποιείται σειρά διατάξεων του ενδέκατου Κεφαλαίου του Αστικού Κώδικα για τις σχέσεις γονέων και τέκνων και ιδίως για τα θέματα της γονικής μέριμνας των ανήλικων τέκνων (άρθρα 1510-1541 του Αστικού Κώδικα), ως ίσχυαν, ιδίως μετά τη μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου, η οποία συντελέστηκε με το ν. 1329/1983 και εναρμόνισε τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα προς το άρθρο 4 παρ. 2 του Συντάγματος για την ισότητα των φύλων και προς το άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος για την προστασία της παιδικής ηλικίας.

Η ισχύς του νόμου αυτού, ως προς τα ανωτέρω Κεφάλαια, αρχίζει από τις 16-9-2021 (Κεφάλαιο Η' άρθρο 30), ενώ, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 18 (Κεφάλαιο Ε'), τα Κεφάλαια Β' και Γ' εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου, αμετάκλητη δικαστική απόφαση.

Το Κεφάλαιο Α, υπό τον τίτλο "Σκοπός και Αντικείμενο", ορίζει στο άρθρο Ι ότι "Ο παρών νόμος αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του βέλτιστου συμφέροντος το τέκνου δια της ενεργού παρουσίας και των δύο γονέων κατά την ανατροφή του και την εκπλήρωση της ευθύνης τους έναντι αυτού. Οι διατάξεις του ερμηνεύονται και εφαρμόζονται σύμφωνα με τις διεθνείς συμβάσεις, που δεσμεύουν τη Χώρα, ιδίως με τη Διεθνή Σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού, που κυρώθηκε με το ν. 2101/1992 και τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας (Σύμβαση Κωνσταντινούπολης), που κυρώθηκε με το ν. 4531/2018.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1513, 1514, 1518 και 1520 του Α.Κ., όπως αντικαταστάθηκαν ή τροποποιήθηκαν με τον ως άνω νόμο, συνάγεται ότι η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του (η οποία εμπεριέχει, ιδίως, την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του), επιπλέον δε, τη διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορά στο πρόσωπο ή στην περιουσία του.

Σε περίπτωση διαζυγίου, ακύρωσης του γάμου ή διακοπής της συζυγικής συμβίωσης, όταν ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος και δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση του καθενός από τους γονείς, ωστόσο, οι γονείς εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα.

Με την εν λόγω ρύθμιση, η οποία βρίσκεται σε αρμονία με τη διάταξη του άρθρου 1510 εδαφ. α' του Α.Κ., που αναφέρεται στην έγγαμη συμβίωση, καθιερώνεται εκ του νόμου η κοινή άσκηση της γονικής μέριμνας, στην περίπτωση διαζυγίου, ακύρωσης του γάμου ή διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, ακόμη και αν δεν υπάρχει συμφωνία των γονέων ή απόφαση του δικαστηρίου.

Με τη νέα ρύθμιση του άρθρου 1513 του Α.Κ., η συνέχιση της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας μπορεί να αποκλειστεί, εφόσον όμως συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1514 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και όχι σε κάθε περίπτωση. Με την έννοια αυτή, η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας, σύμφωνα με το νέο δίκαιο είναι υποχρεωτική, αφού ισχύει εκ του νόμου και ανεξάρτητα από το εάν τη θέλουν οι γονείς.

Με τον όρο "εξακολουθούν" καταφάσκεται η αναγκαιότητα αδιατάρακτης και αδιάκοπης διαβίωσης του ανηλίκου, υπό τις συνθήκες, υπό τις οποίες ζούσε πριν από το χωρισμό των γονέων του και, ιδίως, αυτές που αφορούν στις μεθόδους και στη φιλοσοφία ανατροφής, διαπαιδαγώγησης, εκπαίδευσής του, τις επιλογές ως προς τις εξωσχολικές του δραστηριότητες, την ψυχαγωγία του και τις κοινωνικές του συναναστροφές, αφού η διάσταση, το διαζύγιο, η διακοπή της συμβίωσης ή η ακύρωση του γάμου των γονέων του, δεν πρέπει να μεταβάλουν τον τρόπο άσκησης της γονικής μέριμνας του ανηλίκου τέκνου, η οποία πρέπει να ασκείται από κοινού και από τους δύο γονείς, καθόσον βασικός σκοπός είναι η ψυχική υγεία του ανήλικου τέκνου, η ομαλή ένταξή του στο κοινωνικό περιβάλλον και η ανάπτυξη της προσωπικότητάς του.

Με τον όρο "εξίσου" αποδίδεται η θεμελιώδης αρχή του οικογενειακού δικαίου, η οποία εισήχθη με το ν. 1329/1983 και εναρμόνισε, στο θέμα τούτο, τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα προς τα άρθρα 4 παρ. 2 και 21 παρ. 1 του Συντάγματος, περί της ισότιμης συμβολής και των δύο γονέων στην ανατροφή και τη διαπαιδαγώγηση του τέκνου και την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του.

Για τη λήψη της απόφασης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τους έως τότε δεσμούς του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, καθώς και τις τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του για την άσκηση της γονικής μέριμνας. Με βάση την ως άνω διάταξη του άρθρου 1514 του Α.Κ. συνάγεται ότι, σε περίπτωση που η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας των ανήλικων τέκνων δεν είναι δυνατή, εξαιτίας διαφωνίας των γονέων, η ρύθμιση αυτής γίνεται από το δικαστήριο, ενώ, ως περιπτώσεις διαφωνίας αναφέρονται, ενδεικτικά ("ιδίως"), οι περιπτώσεις που ο ένας γονέας αδιαφορεί ή δεν συμπράττει στη γονική μέριμνα ή δεν τηρεί την τυχόν υπάρχουσα συμφωνία για την άσκηση ή τον τρόπο άσκησής της, ή αν συμφωνία αυτή είναι αντίθετη προς το συμφέρον του τέκνου, ή αν η γονική μέριμνα ασκείται αντίθετα προς το συμφέρον του τέκνου.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι αρκεί, απλώς, η διαφωνία των γονέων για να απονείμει ο δικαστής την αποκλειστική επιμέλεια στον ένα γονέα. Πιο συγκεκριμένα, αν δεν συντρέξει σπουδαίος λόγος, που εγκυμονεί κινδύνους για το παιδί (περίπτωση κακοποιητικού, ψυχικά διαταραγμένου ή παντελώς αδιάφορου γονέα) ή αν δεν συντρέξει πραγματική αδυναμία άσκησης της συνεπιμέλειας από τον ένα γονέα, λόγω της μόνιμης μετεγκατάστασης του παιδιού σε άλλη πόλη ή χώρα, δεν νοείται ανάθεση της αποκλειστικής επιμέλειας στον άλλο γονέα ή έστω κατανομή της επιμέλειας, που μόνο κατ' επίφαση θα επέτρεπε την ουσιαστική συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή και φροντίδα του παιδιού, διότι, διαφορετικά, ο δικαστής θα υπερέβαινε τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και θα ερμήνευε ή και θα εφάρμοζε εσφαλμένα το άρθρο 1514 του Α.Κ.

Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας, στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων του τέκνου και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησής της είναι το "βέλτιστο συμφέρον του τέκνου", που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μια ανεξάρτητα και υπεύθυνη προσωπικότητα.

Ο όρος "βέλτιστο συμφέρον" κατ' ουσίαν αποδίδει την προϊσχύσασα έννοια του "συμφέροντος του τέκνου" και, επομένως, δεν εισάγεται διαφοροποίηση σε σχέση με το προϊσχύσαν δίκαιο, ως προς την έννοια και το περιεχόμενο της αόριστης νομικής έννοιας του συμφέροντος του παιδιού (ΑΠ 2096/2022). Ως τέτοιο (συμφέρον του παιδιού) νοείται το σωματικό, υλικό, πνευματικό, ψυχικό, ηθικό και γενικά κάθε είδους συμφέρον, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μια ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα.

Για την εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας παρέχονται, για πρώτη φορά, από το νομοθέτη, εκ των προτέρων, προσδιοριστικά στοιχεία, πέραν από το επιβαλλόμενο στο δικαστή καθήκον να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις, εξαιτίας του φύλου, του σεξουαλικού του προσανατολισμού, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή όποιων άλλων πεποιθήσεων, της ιθαγένειας, της εθνικής ή της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής - οικονομικής κατάστασής τους.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1511 παρ. 2 του Α.Κ. "η απόφαση του δικαστηρίου συνεκτιμά παραμέτρους, όπως την ικανότητα και πρόθεση καθενός εκ των γονέων να σεβαστεί τα δικαιώματα του άλλου, τη συμπεριφορά κάθε γονέα κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα και τη συμμόρφωσή του με τις νόμιμες υποχρεώσεις του, δικαστικές αποφάσεις, εισαγγελικές διατάξεις και προηγούμενες συμφωνίες που είχαν συνάψει με τον άλλο γονέα και αφορούν στο τέκνο".

Τα κριτήρια αυτά αναδεικνύονται από το νομοθέτη και ισχυροποιούνται έναντι άλλων, χωρίς, ωστόσο, να δεσμεύουν το δικαστήριο, ως προς την ιεράρχηση ή την υιοθέτησή τους, στο σύνολό τους. Το κανονιστικό νόημα της αόριστης νομικής έννοιας υπερτερεί έναντι άλλου έννομου συμφέροντος, κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας (λ.χ.

του συμφέροντος των γονέων, των απώτερων ανιόντων, τρίτων προσώπων που έρχονται σε επαφή με το παιδί). Γνώμονας για τη σχετική απόφαση του δικαστηρίου είναι μόνο το συμφέρον του ανήλικου παιδιού, όπως τούτο κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση χωριστά, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της κάθε υπόθεσης.

Η εξατομικευμένη κρίση συνιστά και εφαρμογή της επιταγής του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία αποκλείει τη στερεότυπη αντιμετώπιση, ως προς την αξιολόγηση ατόμων και προσωπικών σχέσεων. Έτσι, κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανηλίκου τέκνου, υπό καθεστώς ηρεμίας και ασφάλειας, καθώς και οι αναπτυχθέντες μέχρι τότε, με ανεπηρέαστη επιλογή, δεσμοί του διαθέτοντος ικανότητα διάκρισης τέκνου με τους γονείς του και τυχόν αδελφούς του, ενώ μεγάλης σημασίας είναι και η, κατά το δυνατό, μικρότερη διατάραξη του μέχρι τούδε τρόπου ζωής του παιδιού, έτσι ώστε να διαφυλαχθεί, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ο ψυχικός και συναισθηματικός κόσμος του, δεδομένου ότι η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των γονέων, με συνεπακόλουθο και τη διάσπαση της οικογενειακής συνοχής, έχει ήδη κλονίσει την ψυχική ισορροπία και την αίσθηση ασφάλειας του τέκνου.

Η μικρή ηλικία του ανήλικου τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο, κατά νόμο, στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του ανηλίκου, αναφορικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή επιμέλειας στον ένα από τους γονείς του, γιατί η άποψη ότι η γονική μέριμνα των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στη μητέρα τους, λόγω του ότι έχουν ανάγκη της μητρικής στοργής και ιδιαίτερων περιποιήσεων, εξακολουθεί να ισχύει, κατά τις νεότερες ιατρικές, παιδαγωγικές και ψυχολογικές έρευνες, μόνο για την πρώιμη νηπιακή ηλικία, για την οποία αναγνωρίζεται υπεροχή στη μητέρα, ενώ, για το μεταγενέστερο χρόνο, αναγνωρίζεται ο σοβαρός ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου.

Ουσιώδους σημασίας είναι και η επισημαινόμενη στο νόμο ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του και η περί αυτού ρητώς εκφραζόμενη προτίμησή του, την οποία συνεκτιμά το δικαστήριο, ύστερα και από τη στάθμιση του βαθμού ωριμότητάς του, εφόσον αυτή είναι προϊόν ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής του ανηλίκου.

Πρέπει, εξάλλου, να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη ότι ο ανήλικος, που έχει ακόμη ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη και την προσωπικότητά του υπό διαμόρφωση, υπόκειται ευχερώς σε επιδράσεις και υποβολές των γονέων ή άλλων, οι οποίες, έστω και χωρίς επίγνωση γενόμενες, οδηγούν ασφαλώς στο σχηματισμό της μονομερούς διαμόρφωσης και προτίμησης προς τον ένα από τους γονείς, οπότε η προτίμησή του δεν εξυπηρετεί πάντοτε και το βέλτιστο συμφέρον του (ΑΠ 2096/2022).

Έτσι, υπό το κράτος της κατάστασης αυτής, το συμφέρον του ανηλίκου μπορεί να επιβάλει να συμβιώνει τόσο με τη μητέρα του όσο και με τον πατέρα του και, ακολούθως, εφόσον έτσι προκαλείται η μικρότερη δυνατή διατάραξη του τρόπου ζωής του, να ανατίθεται η άσκηση της επιμέλειας αυτού από κοινού στη μητέρα και τον πατέρα του, δηλαδή, να γίνεται χρονική (ή εναλλασσόμενη) κατανομή αυτής ανάμεσα στους δύο γονείς ενώ και η γονική μέριμνα να ανήκει από κοινού και στους δύο, οι οποίοι θα οφείλουν να φροντίζουν για την ομαλή ανάπτυξη και το καλό του τέκνου τους από κοινού.

Η έλλειψη δε συνεργασίας των γονέων δεν πρέπει να συνιστά εμπόδιο επιλογής της χρονικής κατανομής της επιμέλειας. Επίσης, η τυχόν εξάρτηση της χρονικά κατανεμημένης γονικής μέριμνας ή επιμέλειας από τη διάθεση συνεργασίας των γονέων αποδυναμώνει τη συγκεκριμένη λύση, διότι αφήνει τη δυνατότητα στο γονέα, που είναι περισσότερο συναισθηματικά δεμένος με τα παιδιά, να τα επηρεάσει σε βάρος του άλλου γονέα και να επιτύχει, μέσω της άρνησής του να συνεργαστεί για μια τέτοια λύση, το μείζον, ήτοι να ασκεί αυτός αποκλειστικά τη γονική μέριμνα ή επιμέλεια των τέκνων, περιθωριοποιώντας τον άλλο γονέα.

Για το σκοπό αυτό, λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα και υπευθυνότητα κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων. Διάκριση πρέπει να γίνεται μεταξύ της χρονικής κατανομής της άσκησης της επιμέλειας μεταξύ των γονέων και της εναλλασσόμενης διαμονής (κατοικίας) του τέκνου.

Η πρώτη συνιστά μορφή κατανομής της άσκησης της γονικής μέριμνας με περιοδικότητα και συνεπάγεται ότι το παιδί έχει εναλλασσόμενη κατοικία στον τόπο κατοικίας του γονέα του, ο οποίος, στο πλαίσιο αυτό, ασκεί μόνος του, κάθε φορά, τις πράξεις επιμέλειας του παιδιού για όλα τα θέματα, με εξαίρεση εκείνα που αφορούν στον πυρήνα, κατ' άρθρο 1519 παρ. 1 του Α.Κ.

Αντιθέτως, η εναλλασσόμενη διαμονή μπορεί να διαταχθεί από το δικαστήριο αυτοτελώς, χωρίς την κατανομή της άσκησης της επιμέλειας, οπότε οι γονείς εξακολουθούν να ασκούν από κοινού την επιμέλεια του παιδιού (συνεπιμέλεια) (Α.Π. 535/2022, Α.Π. 1186/2021, Α.Π. 426/2021, Α.Π. 1135/2020, Α.Π. 358/2019). Εφόσον δε, ενόψει των ανωτέρω, το συμφέρον του τέκνου συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το ουσιαστικό δικαστήριο, η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε, για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1186/2021, Α.Π. 2096/2022, Α.Π. 426/2021, Α.Π. 1175/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν, εξαιτίας της, δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Α.Π. 1284/2018, Α.Π. 1132/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος αυτής, τα εξής: "Οι διάδικοι μεταξύ τους τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο στον Δήμο Παπάγου Αττικής, στις 16-2-2003.

Από τον γάμο τους αυτό, απέκτησαν ένα (1) τέκνο, την Α. - Ε., που γεννήθηκε στις 8-8-2015. Ο ανωτέρω γάμος τους λύθηκε, δυνάμει της ήδη αμετάκλητης υπ' αρ. 600/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Συναινετικών Διαζυγίων), η οποία επικύρωσε την από 1-12-2016 έγγραφη συμφωνία τους περί λύσης του γάμου τους με συναινετικό διαζύγιο και την από 1-12-2016 έγγραφη συμφωνία τους περί ρύθμισης της επιμέλειας, της επικοινωνίας και της διατροφής του ανωτέρω ανήλικου τέκνου τους.

Με την προαναφερόμενη απόφασή του, το παραπάνω Δικαστήριο αναθέτει την επιμέλεια του εν λόγω ανηλίκου στη μητέρα του (νυν εφεσίβλητη), με την οποία και θα διαμένει. Έκτοτε, το ως άνω ανήλικο διαμένει στην οικία της μητέρας του επί της οδού ... στο Χαλάνδρι Αττικής. Πρέπει να σημειωθεί ότι η μεν ανωτέρω διάδικος (νυν εφεσίβλητη - καθ' ής οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης) [ήδη αναιρεσείουσα] είναι παιδίατρος και από την αρχή της γνωριμίας της με τον ανωτέρω τέως σύζυγό της, διατηρούσε προσωπικό ιατρείο στην ίδια οικοδομή που βρίσκεται η πατρική της οικία, επί της οδού ...

στο Χαλάνδρι Αττικής και εργαζόταν παράλληλα, από το έτος 2012 στο ΙΚΑ και στο μαιευτήριο "...", ενώ από τον Νοέμβριο του έτους 2016, στο ..., o δε αντίδικός της (νυν εκκαλών - ασκών πρόσθετους λόγους έφεσης) [ήδη αναιρεσίβλητος] είναι οδοντίατρος και από την αρχή της γνωριμίας του με την ως άνω τέως σύζυγό του και μέχρι σήμερα διατηρεί προσωπικό οδοντιατρείο στην περιοχή Παπάγου Αττικής.

Στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2018, o εναγόμενος 1ης αγωγής - ενάγων 2ης αγωγής πληροφορήθηκε ότι η ενάγουσα 1ης αγωγής - εναγομένη 2ης αγωγής προτίθεται να μετακομίσει με το ανωτέρω τέκνο τους στην Ελβετία ή, κατά δεύτερη επιλογή, στη Γαλλία, χωρίς να ζητήσει τη σύμφωνη γνώμη του και χωρίς να τον ενημερώσει σχετικά με τις προθέσεις της και γι' αυτό της απέστειλε την από 12-1-2018 εξώδικη διαμαρτυρία και δήλωση με επιφύλαξη (που της επιδόθηκε στις 15-1-2018), στην οποία της ανέφερε ότι η μετεγκατάσταση του τέκνου τους στο εξωτερικό αντίκειται στο συμφέρον αυτού (του τέκνου) για τους λόγους που της εξέθετε αναλυτικά στο εν λόγω έγγραφο.

Κατόπιν αυτού, η ενάγουσα 1ης αγωγής - εναγομένη 2ης αγωγής του απέστειλε την από 22-1-2018 εξώδικη απάντηση - διαμαρτυρία - δήλωση και πρόσκληση (που του επιδόθηκε στις 24-1-2018), με την οποία του αρνείτο το περιεχόμενο της προαναφερόμενης εξώδικης διαμαρτυρίας του "ως απολύτως αναληθές, προσχηματικό και κατάφωρα συκοφαντικό" για το πρόσωπο της ιδίας και του ανέφερε σχετικά με τον ισχυρισμό του για μετεγκατάστασή της μαζί με το ανήλικο τέκνο τους στο εξωτερικό, ότι "ξεπερνά κάθε έννοια λογικής και αγγίζει τη σφαίρα της φαντασίας, αλλά, δυστυχώς, το παραλήρημα κακοπιστίας, που σας έχει συνεπάρει, δεν σας επιτρέπει να το κατανοήσετε." Κατόπιν αυτού, ο εναγόμενος 1ης αγωγής - ενάγων 2ης αγωγής άσκησε την από 29-1-2018 και με αρ.

κατάθ. 8989/963/2018 αίτηση περί λήψης ασφαλιστικών μέτρων, που συνεκδικάστηκε με την από 14-3-2018 και με αρ. κατάθ. 26002/2664/2018 αίτηση της ενάγουσας 1ης αγωγής - εναγομένης 2ης αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και δυνάμει της υπ' αρ. 4562/2018 απόφασης του τελευταίου, ανατέθηκε προσωρινά στη μητέρα η επιμέλεια της ανωτέρω θυγατέρας των διαδίκων, πλην του στοιχείου του προσδιορισμού της χώρας διαμονής της ανήλικης, ως προς το οποίο η επιμέλεια θα έπρεπε να ασκείται και από τους δύο γονείς της ανήλικης από κοινού και ρυθμίστηκε προσωρινά το δικαίωμα επικοινωνίας του πατέρα με το ως άνω ανήλικο τέκνο του, κατά τα ειδικότερα οριζόμενο τρόπο στην εν λόγω απόφαση.

Το ως άνω Δικαστήριο έκρινε ότι η επιμέλεια πρέπει να ασκείται και από τους δύο γονείς από κοινού, διότι πιθανολογήθηκε ότι η ενάγουσα 1ης αγωγής - εναγομένη 2ης αγωγής διατηρεί δεσμούς τόσο με τη Γενεύη της Ελβετίας, όπου έκανε την ειδικότητά της στην παιδιατρική και διέμεινε για πέντε έτη περίπου, όσο και με την Αγγλία, όπου είναι μόνιμα εγκατεστημένος ο αδελφός της και η οικογένειά του και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να θελήσει να μετοικήσει έστω και προσωρινά σε κάποια από τις δύο χώρες, "γεγονός που θα είχε δυσμενή επίπτωση στην ψυχολογία του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, καθόσον, θα το αναστάτωνε και θα το αποδιοργάνωνε, ενώ θα του στερούσε και την τακτική επικοινωνία με τον πατέρα του..., με τον οποίο έχουν αναπτύξει δεσμούς τρυφερότητας, στοργής και αγάπης." Στη συνέχεια, η ανωτέρω διάδικος (νυν εφεσίβλητη) άσκησε την από 15-7-2019 και με αρ.

κατάθ. 64584/8124/2019 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητούσε, επικαλούμενη τη συνεργασία της ιδίας με κλινική της Ελβετίας, να μεταρρυθμιστεί η ως άνω υπ' αρ. 4562/2018 απόφαση ως προς τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του παραπάνω ανήλικου τέκνου της και ως προς τον τρόπο επικοινωνίας του πατέρα με το τέκνο τους και κατά τη συζήτηση αυτής (της αίτησης), ο νυν εκκαλών άσκησε, προφορικά, ανταίτηση, με την οποία ζητούσε να μεταρρυθμιστεί η ως άνω απόφαση ως προς τον τρόπο επικοινωνίας του με το τέκνο του.

Με την υπ' αρ. 4566/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Ασφαλιστικών Μέτρων), απορρίφθηκε η ως άνω αίτησή της και έγινε δεκτή η ανταίτηση του αντιδίκου της. Επίσης, αποδείχθηκε ότι από τον Σεπτέμβριο του έτους 2019, η ενάγουσα 1ης αγωγής - εναγομένη 2ης αγωγής πηγαινοερχόταν Ελβετία - Ελλάδα και από τον Ιούνιο του έτους 2020, εγκαταστάθηκε οριστικά στην Ελβετία.

Δηλαδή, κατά τον χρόνο συζήτησης των ένδικων αγωγών επί των οποίων εκδόθηκε η εκκαλουμένη (5-10-2020), η ανωτέρω διάδικος (μητέρα της ως άνω ανήλικης) είχε ήδη μετοικήσει στην Ελβετία - όπου απασχολείται σε ιατρείο ως παιδίατρος, ελεύθερη επαγγελματίας συνεργάτης σε πολυιατρείο, εταιρεία στο ... του ... - και έκτοτε, η ανωτέρω ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων διαμένει στην Ελλάδα, με τους γονείς της ανωτέρω διαδίκου (ήτοι με τον παππού και τη γιαγιά, γεννηθέντες αμφότεροι το έτος 1942).

Ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι η απόφαση της εφεσίβλητης να μετοικήσει στην Ελβετία και η ανήλικη θυγατέρα τους, Α. - Ε., θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην ψυχολογία της τελευταίας και στη σωστή και ισορροπημένη ψυχοσωματική της ανάπτυξη, αφού θα έχει σαν αποτέλεσμα να αποκόψει βίαια τους στενούς δεσμούς του τέκνου τους με τον ίδιο (τον πατέρα), θα την αποξενώσει από τον ίδιο και το λοιπό συγγενικό της περιβάλλον χωρίς να συντρέχει απόλυτη ανάγκη γι' αυτό, ήτοι χωρίς να συντρέχει απόλυτη ανάγκη βιοπορισμού της εφεσίβλητης, αλλά λόγω προσωπικής φιλοδοξίας της.

Η εφεσίβλητη ισχυρίζεται ότι ο πραγματικός λόγος μετοίκησής της στην Ελβετία ήταν τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπισε, καθόσον η επαγγελματική της απασχόληση στην Ελλάδα δεν της απέφερε ικανοποιητικά εισοδήματα, ενώ απαιτούσε εξοντωτικά ωράρια εργασίας, που είχαν ως αποτέλεσμα τη στέρηση της παρουσίας της στη ζωή της ανήλικης θυγατέρας της, ενώ η εγκατάσταση της τελευταίας στην Ελβετία, μαζί της, θα είναι προς το συμφέρον της.

Επίσης, ισχυρίζεται ότι, από τον Ιούνιο του έτους 2020, οπότε και άρχισε να εργάζεται στην Ελβετία με ωράριο 08:00-12:00 και 14:00-18:00 και με απολαβές ποσού 12.000,00 ευρώ μηνιαίως, η ανωτέρω ανήλικη θυγατέρα της διαμένει με τους γονείς της στην Ελλάδα, ενώ η ίδια έρχεται (στην Ελλάδα) τα δύο Σαββατοκύριακα που ο εκκαλών δεν επικοινωνεί με τη θυγατέρα τους και για μεγάλα διαστήματα μέσα στο μήνα, προκειμένου να επικοινωνεί η ίδια μαζί της.

Τέλος, ισχυρίζεται ότι ο εκκαλών πάσχει από κρίσεις άγχους και πανικού και χρησιμοποιεί ως "αυτοθεραπεία" το αλκοόλ, κάνοντας σταθερή χρήση αυτού. Όπως προκύπτει από τη με ημερομηνία 21-11-2022 ιατρική γνωμάτευση πραγματογνωμοσύνης του διορισμένου από το Δικαστήριο τούτο πραγματογνώμονα Γ. Ζ. του Α., ψυχιάτρου παιδιών και εφήβων, η οποία συνεκτιμάται και με τα λοιπά ως άνω αποδεικτικά μέσα, ο ανωτέρω ιατρός αφού πραγματοποίησε αρκετές συναντήσεις με τους διαδίκους κατ' ιδίαν με αυτούς καθώς και με το ανήλικο τέκνο τους παρουσία αυτών, διαπίστωσε τα εξής: "16.1α) Οι προσωπικότητες και των δύο γονέων κρίνονται γενικότερα εντός των φυσιολογικών ορίων, χωρίς μείζονα ψυχοπαθολογία, ώστε να είναι ικανοί να ασκούν το γονεϊκό τους ρόλο, ο καθένας με το δικό του τρόπο, βασισμένοι στο αξιακό τους σύστημα που δεν διαφέρει το μέσο όρο των γονέων του κοινωνικού, οικονομικού και μορφωτικού επιπέδου τους. 16.1.β) Οι κρίσεις πανικού που αναφέρονται στο ψυχιατρικό ιστορικό του κ.

Φ. Ο. δεν αποδεικνύεται ότι συντρέχουν στον παρόντα χρόνο και μάλιστα τακτικά, ενώ οπωσδήποτε δεν αποδεικνύεται ότι τον έχουν παρεμποδίσει στην άσκηση του επαγγέλματος και του γονεϊκού του ρόλου. Είναι γνωστά άλλωστε από την κοινή πείρα, ότι πολλοί γονείς εμφανίζουν ανά διαστήματα επεισόδια κρίσεων πανικού και παραμένουν επαρκέστατοι ικανοί γονείς. 16.1.γ) Δεν προέκυψαν στοιχεία που να δείχνουν ότι η κ.

Σ. Χ. ενδιαφέρεται περισσότερο για την επαγγελματική της σταδιοδρομία έναντι των ψυχοσυναισθηματικών αναγκών του τέκνου της... 16.1.δ) Και οι δύο γονείς έχουν τρυφερό και ζεστό ψυχικό δεσμό με την κόρη τους και επιθυμούν να συμμετέχουν ενεργά στην καθημερινότητά της, πάντοτε μέσα στο πλαίσιο που επιτρέπει η επαγγελματική τους δραστηριότητα, του ελευθερίου ιατρικού επαγγέλματος... 16.2.α) Η ανήλικη Α.-Ε.

έχει αναπτύξει και με τους δυο γονείς, όπως και με τους παππούδες της, ισχυρούς και σταθερούς συναισθηματικούς δεσμούς, οι οποίοι συμβάλλουν εξίσου στη διαμόρφωση ενός οικογενειακού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο μπορεί να αναπτυχθεί ομαλά και ισορροπημένα. 16.2.β) Όλα τα πρόσωπα του στενού οικογενειακού της περιβάλλοντος συνεισφέρουν ουσιαστικά στην ανατροφή του, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, ανάλογα με τις δυνατότητες που επιτρέπει η ηλικία τους και σύμφωνα με το ρόλο που έχουν αναλάβει εκ των πραγμάτων και εκ της ιδιότητάς τους. 16.2.γ) Η Α.-Ε.

απολαμβάνει τη ζωή της στα δυο σπίτια και αναγνωρίζει τα οφέλη από αυτήν. 16.2.δ) ...Θεωρώ ότι και οι δυο γονείς σέβονται την ανάγκη της κόρης τους να αγαπά και να απολαμβάνει την αγάπη και φροντίδα και των δύο... 16.3.α) Από το σύνολο των πληροφοριών γίνεται εμφανές ότι στην περίπτωση που η Α. - Ε. Ο. μετοικήσει στην Ελβετία με τη μητέρα της, ενδέχεται να κερδίσει περισσότερο πραγματικό χρόνο με τη μητέρα της, αλλά θα βιώσει πολλές ταυτόχρονες απώλειες: 16.3.α.1) θα απωλέσει την ευκαιρία να απολαμβάνει την καθημερινότητα με τον πατέρα της, 16.3.α.2) θα απωλέσει την καθημερινότητα που έχει με τους παππούδες από τη μητρική γραμμή, 16.3.α.3) θα απωλέσει τη σχέση με τους συγγενείς με τους οποίους ήδη συναναστρέφεται, 16.3.α.4) θα απωλέσει την ευκαιρία να αναπτύξει περαιτέρω τις σχέσεις με τους συμμαθητές και φίλους στο σχολικό περιβάλλον, τις οποίες ήδη προσπαθεί να διαμορφώσει και 16.3.α.5) θα πρέπει να προσαρμοστεί σε νέο περιβάλλον, σε νέες συνήθειες χρησιμοποιώντας μια ξένη γλώσσα. 16.3.β) Οπωσδήποτε, η Α.-Ε.

διαθέτει τις ικανότητες να προσαρμόζεται σε νέες συνθήκες και είναι σχεδόν βέβαιο ότι το νέο περιβάλλον διαβίωσης θα της προσφέρει χρήσιμα ερεθίσματα και νέους ορίζοντες σκέψης. Ωστόσο, είναι απολύτως βέβαιο ότι οι πολλαπλές απώλειες που θα βιώσει, θα προκαλέσουν πολλούς συναισθηματικούς κλυδωνισμούς διαρκείας, συναισθηματικές παλινδρομήσεις (πισωγυρίσματα), τα οποία δεν αντισταθμίζονται με όσα υπόσχεται η διαμονή της στο ....

Ένα παιδί σχολικής ηλικίας έχει ανάγκη από τη σταθερότητα των συναισθηματικών δεσμών, πρώτα από όλα με τους γονείς του και ακολούθως, με τα άλλα πρόσωπα του περιβάλλοντός του (παππούδες, συνομήλικους, λοιπούς συγγενείς, σχολικό περιβάλλον, κοινωνικές ομάδες που συμμετέχει). 16.3.γ) Στην περίπτωση της μετοίκησης στην Ελβετία, η σχέση με τον πατέρα της θα αποδυναμωθεί από τα ουσιαστικά οφέλη που παρέχει σήμερα, περιοριζόμενη ποιοτικά στο να είναι μια σχέση ψυχαγωγίας και διακοπών παράλληλα, ενδέχεται να αναπτυχθούν σχέσεις εξάρτησης με τη μητέρα που θα περιορίσουν την πορεία του παιδιού προς την αυτονόμηση." Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα 1ης αγωγής - μητέρα, ακόμη και μετά τη δημοσίευση της απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεν επέστρεψε στην Ελλάδα, προκειμένου να ασκήσει την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου της, αλλά συνεχίζει να απουσιάζει στο εξωτερικό (στην Ελβετία) τις περισσότερες ημέρες του χρόνου, αφού έχει εγκατασταθεί εκεί μόνιμα, λόγω της εργασίας της, ενώ η ανήλικη διαμένει στη μητρική οικία, μαζί με τον παππού της (Χ.

Χ.) και τη γιαγιά της (Ε. Χ.), οι οποίοι έχουν ουσιαστικά αναλάβει τη φροντίδα της (βλ. ιδίως, την από 26-1-2021 έκθεση κοινωνικής έρευνας συνθηκών διαβίωσης του Ε. Σ., κοινωνικού λειτουργού της Κοινωνικής Υπηρεσίας Δήμου Χαλανδρίου). Η ανήλικη, δε, θυγατέρα των διαδίκων έχει αναπτύξει ιδιαίτερο συναισθηματικό δέσιμο με τον πατέρα της, o οποίος την περιβάλλει με στοργή, αγάπη, τρυφερότητα και φροντίδα, συμβάλλοντας θετικά στην ομαλή ψυχοσωματική και πνευματική της ανάπτυξη.

Αποδείχθηκε δε, ότι είναι ικανός και άξιος να τη διαπαιδαγωγήσει με ηθικές αρχές, καταβάλλοντας την αμέριστη αφοσίωσή του για τη σωστή διαμόρφωση του χαρακτήρα της και την ομαλή ανάπτυξη της προσωπικότητάς της, προς όφελος της εν λόγω θυγατέρας του. Άλλωστε, ο ισχυρισμός της ενάγουσας 1ης αγωγής - εναγομένης 2ης αγωγής ότι ο εναγόμενος 1ης αγωγής - ενάγων 2ης αγωγής πάσχει από κρίσεις άγχους και πανικού και για τον λόγο αυτό, κάνει σταθερή χρήση αλκοόλ, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος (βλ.

ιδίως, την προαναφερόμενη με ημερομηνία 21-11-2022 ιατρική γνωμάτευση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Γ. Ζ., την από 8-5-2018 ιατρική γνωμάτευση του ψυχιάτρου Θ. Σ., καθώς και τη με Α.Μ. 428/6-10-2020 ιατρική βεβαίωση του Π. Π., ειδικευόμενου ιατρού παθολογίας στο Παθολογικό Νοσοκομείο Αθηνών Σπηλιοπούλειο "Η ΑΓΙΑ ΕΛΕΝΗ"), αφού και η ίδια (η ενάγουσα 1ης αγωγής - εναγομένη 2ης αγωγής) προτείνει τη διανυκτέρευση του τέκνου τους στην οικία του πατέρα του, εφόσον επιτραπεί η μετοίκηση του εν λόγω ανηλίκου στην Ελβετία, υπολαμβάνοντας συνεπώς, ότι δεν υφίσταται κάποιος κίνδυνος για τη διασφάλιση της ψυχικής ηρεμίας αυτού (του τέκνου τους), ενώ και με το από 1-12-2016 ιδιωτικό συμφωνητικό που είχαν συνυπογράψει οι διάδικοι, είχαν συμφωνήσει, στη ρύθμιση της επικοινωνίας του πατέρα με το τέκνο του, τη διανυκτέρευση της θυγατέρας τους στην οικία του πατέρα της.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ανωτέρω διάδικος - πατέρας, στην οικία όπου διαμένει, παρέχει στο ανωτέρω τέκνο του, δικό του παιδικό δωμάτιο, πλήρως εξοπλισμένο. Στην προκειμένη περίπτωση, η συνεπιμέλεια δεν είναι εφικτό να λειτουργήσει, αφού η μεν μητέρα της ανήλικης έχει εγκατασταθεί μόνιμα στην Ελβετία, ο δε πατέρας της ανήλικης κατοικεί μόνιμα στην Ελλάδα.

Επομένως, με αποκλειστικό γνώμονα το αληθινό συμφέρον του ως άνω ανηλίκου, όπως το καθορίζουν οι βιοτικές και ψυχικές ανάγκες του, πρέπει να ανατεθεί οριστικά η άσκηση της αποκλειστικής επιμέλειας του προσώπου του, στον εναγόμενο 1ης αγωγής - ενάγοντα 2ης αγωγής - πατέρα. Συνακόλουθα, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναθέτει στην ενάγουσα 1ης αγωγής - μητέρα την επιμέλεια του ανωτέρω ανηλίκου, πλην του στοιχείου του προσδιορισμού του τόπου διαμονής του, ως προς το οποίο η επιμέλεια θα ασκείται από κοινού από τους διαδίκους γονείς του, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων της ένδικης έφεσης (ήτοι του 1ου και του 2ου) και του μοναδικού πρόσθετου λόγου αυτής (της έφεσης).".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος - εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία είχε ανατεθεί η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων στην ενάγουσα - εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, εκτός από τον προσδιορισμό της κατοικίας του, που ανατέθηκε στη συνεπιμέλεια των διαδίκων, ακολούθως δίκασε τις αντίθετες αγωγές των διαδίκων και αφού απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας και έκανε δεκτή την αγωγή του αναιρεσιβλήτου ανέθεσε την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους αποκλειστικά στον αναιρεσίβλητο.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1510,1511,1513 και 1514 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκαν και ισχύουν, μετά τη δημοσίευση του Ν 4800/2021, κατά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του "βέλτιστου συμφέροντος" του τέκνου των διαδίκων, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά και δη το ότι α] μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και του ανηλίκου τέκνου των διδίκων υφίσταται σχέση αγάπης, ιδιαίτερης στοργής, αφοσίωσης και τρυφερότητας, β] αυτός είναι ικανός και άξιος να διαπαιδαγωγήσει το ανήλικο τέκνο του με ηθικές αρχές, συμβάλλοντας θετικά στην ομαλή ψυχοσωματική και πνευματική του ανάπτυξη, καθώς και στην κοινωνική του καταξίωση, έχοντας αναπτύξει μαζί του ιδιαίτερο συναισθηματικό δεσμό, γ] αυτός είναι πλέον κατάλληλος για την ανάληψη της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου, ως έχων τη δυνατότητα να ασκήσει αποτελεσματικότερα τη διαπαιδαγώγησή του και να επιδράσει ωφέλιμα επ' αυτού, σε σχέση με την αναιρεσείουσα μητέρα του, η οποία είναι μεν κατάλληλη γι' αυτό, πλην όμως με την μετοίκησή της στην Ελβετία για επαγγελματικούς λόγους από τον Ιούνιο του 2020 και τις επισκέψεις της στην Ελλάδα δύο Σαββατοκύριακα κάθε μήνα για την επικοινωνία της με το ανήλικο τέκνο της δεν μπορεί να ασκήσει εν τοις πράγμασι την επιμέλειά του την οποία ουσιαστικά ασκούν οι γονείς της με τους οποίους εξακολουθεί να διαμένει το ανήλικο μετά την αναχώρηση της μητέρας του για την Ελβετία και δ) ότι η μετοίκηση του τέκνου στην Ελβετία θα του προκαλέσει συναισθηματικούς κλυδωνισμούς και παλινδρομήσεις δικαιολογούν το αποδεικτικό του πόρισμα ότι το "βέλτιστο συμφέρον" του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων επιβάλλει να ανατεθεί η άσκηση της επιμέλειας του προσώπου του αποκλειστικά στον αναιρεσίβλητο πατέρα του.

Εξάλλου, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις ως άνω παραδοχές αυτής, με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έτσι, εκτίθενται όλα τα επωφελή για το ανήλικο τέκνο στοιχεία και οι παράμετροι, που δικαιολογούν την κρίση ότι το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου επιβάλει την ανάθεση της επιμέλειάς του αποκλειστικά στον αναιρεσίβλητο πατέρα του και όχι στην αναιρεσείουσα μητέρα του ή και στους δύο διαδίκους γονείς του, με χρονική μεταξύ αυτών κατανομή της, όπως προβλέπεται πλέον μετά το Ν.4800/2021, με τις υποστηρίζουσες την κρίση του παρακάτω παραδοχές:

α] ότι ο αναιρεσίβλητος μπορεί να ασκήσει με αφοσίωση, επάρκεια και πληρότητα την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου του, με το οποίο έχει αναπτύξει ιδιαίτερο συναισθηματικό δεσμό και το περιβάλλει με στοργή, αγάπη, τρυφερότητα και φροντίδα, συμβάλλοντας έτσι στην ομαλή σωματική και ψυχοπνευματική του ανάπτυξη, β] ότι ο αναιρεσίβλητος είναι ικανός και άξιος να διαπαιδαγωγήσει το ανήλικο τέκνο του με ηθικές αρχές, καταβάλλοντας την αμέριστη αφοσίωσή του για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα του και την ομαλή ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και γ] ότι η αναιρεσείουσα είναι μεν κατάλληλη για την άσκηση της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου της, πλην όμως λόγω της εγκατάστασής της στην Ελβετία δεν μπορεί να ασκήσει την επιμέλεια αυτή ή την συνεπιμέλεια, ενόψει και του ότι η μετοίκηση του ανηλίκου τέκνου στην Ελβετία δεν εξυπηρετεί το βέλτιστο συμφέρον του, αφού θα προκαλέσει σε αυτό πολλούς συναισθηματικούς κλυδωνισμούς διαρκείας και συναισθηματικές παλινδρομήσεις [πισωγυρίσματα].

Επομένως, είναι αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Κατά το λοιπό τους περιεχόμενο οι ίδιοι ως άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτούς αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο [άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ].

Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Τέλος, δεν θα επιβληθούν δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας, αφού ο αναιρεσίβλητος, που νίκησε, δικάστηκε ερήμην και δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), ενώ, ακόμη, λόγω της φύσεως της διαφοράς, νομίμως κατά το άρθρο 495 παρ. 3 εδ. τελευτ. ΚΠολΔ δεν έχει κατατεθεί παράβολο, ώστε να τίθεται θέμα εισαγωγής του στο Δημόσιο Ταμείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-10-2023 αίτηση της Σ. Χ. του Χ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 3598/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ