Legislator Case Law & Legislation
1245/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court decision regarding illegal employment and unjust enrichment claims.

Case Number 1245/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the second-instance labor court decision regarding the illegal employment of 16 individuals. The lower court had dismissed the claim based on unjust enrichment, but the Supreme Court found this interpretation erroneous. Consequently, the appeal was granted in part, and the case was remanded for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 904 and 908 of the Civil Code; Articles 1 of Law 1082/1980 and 19040/1981; Article 539/1945; Article 16 of Law 4504/1966; Article 133/1975: When an employer illegally employs workers, they are unjustly enriched and must pay the remuneration they would have paid to a qualified substitute, regardless of the inability to hire others or the existence of statutory benefits.

Keywords

AI generated
illegal employment unjust enrichment labor law remuneration statutory benefits civil code remand for trial

Cited Legislation

AI generated
Articles 904 and 908 of the Civil Code
Article 1 of Law 1082/1980
Article 1 of Decree 19040/1981
Article 539/1945
Article 16 of Law 4504/1966
Article 133/1975

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1245 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1245/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1) Μ. Σ. του Δ., … και 16)Σ. Κ. του Α., κατοίκων όλων ..., εκ των οποίων ο με α/α 14ος δεν παραστάθηκε, όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Σωτηρακόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Περιφέρεια Αττικής, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, η οποία υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ... (ΟΤΑ Β' Βαθμίδας) και της αυτοτελούς υπηρεσίας της Ν. ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Στεφανίδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1566/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6333/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-7-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, όπως η τελευταία παράγραφος τροποποιήθηκε με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017, 97 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η, προς τον οποίο, πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η, από αυτόν, επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Εξ άλλου κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 13/2008).

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολειπόμενου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ.

β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 7/2019, 39/2005, ΑΠ 794/2022, 721/2022, 544/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 001209 Ε'/27.4.2022, έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Ν. Ι.. Γ., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης των εναγόντων, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, δικάσιμο (1.11.2022), φέρεται να επιδόθηκε με επίσπευση όλων των αναιρεσειόντων, νομίμως και εμπροθέσμως προς την αναιρεσίβλητη Περιφέρεια Αττικής, ως καθολική διάδοχο της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ... (ΟΤΑ Β' Βαθμίδες) και της αυτοτελούς Υπηρεσίας της Ν. ..., ύστερα από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, Άγγελου Σ.

ΣΙΔΕΡΗ. Σύμφωνα με τα πρακτικά, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο 14ος αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, κατά τη δικάσιμο αυτή, ενώ παρέστησαν οι λοιποί δεκαπέντε (15) αναιρεσείοντες, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον έτερο πληρεξούσιο δικηγόρο τους, Νικόλαο Σωτηρακόπουλο, δια δηλώσεως του άρθ. 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (βλ.

εξουσιοδοτήσεις - ιδιωτικά έγγραφα αυτών με βεβαίωση αρμοδίως του γνησίου της υπογραφής τους). Κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως από το παρόν Τμήμα του Αρείου Πάγου έρευνα του φακέλου της δικογραφίας, ουδόλως προκύπτει η παροχή πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο Νικόλαο Σωτηρακόπουλο ή στον Άγγελο ΣΙΔΕΡΗ εκ μέρους του ως άνω απολειπομένου και φερομένου ως επισπεύδοντος 14ου αναιρεσείοντος, προκειμένου αυτός να επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και για λογαριασμό του έτσι ώστε ο ως άνω δικηγόρος να τον εκπροσωπήσει και αυτόν, εγκύρως, μαζί με τους λοιπούς (παριστάμενους) επισπεύδοντες - αναιρεσείοντες, κατά την παρούσα δικάσιμο κατά την οποία οι τελευταίοι παραστάθηκαν, όπως προαναφέρθηκε, δια του ως άνω δικηγόρου.

Επομένως, η επίσπευση της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης από τον απολειπόμενο ως άνω αναιρεσείοντα, κατά την παρούσα δικάσιμο δεν είναι έγκυρη και εν όψει της μη προκύπτουσας τυχόν κλητεύσεώς του από τους λοιπούς διαδίκους (αναιρεσίβλητη και παριστάμενους αναιρεσείοντες) για να παρασταθεί στη συζήτηση, εφόσον πρόκειται για απλή ομοδικία και απουσιάζει, πρέπει, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω μείζονα σκέψη, να χωρισθεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτόν και περαιτέρω να προχωρήσει η συζήτηση της, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, [ δεκαπέντε (15) πλέον, συνολικά], που παρίστανται νομίμως.

Διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος του 14ου απόντος αναιρεσείοντος ως προς τον οποίο κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης του και υπέρ της αναιρεσίβλητης Περιφέρειας Αττικής, δεν ορίζεται, διότι η απόφαση αυτή ως προς αυτόν δεν είναι οριστική (ΟλΑΠ 4/2013). Με την από 19.7.2021 και με αριθμό κατάθεσης 624/801/2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 6333/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 24.9.2019 και με αριθμ.

κατάθεσης 83617/2019 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων 1. Μ. Σ. κλπ (σύν. 14) κατά της υπ' αριθμ. 1566/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 30.1.2014 (αριθμ. εκθ. καταθ. 13488/352/2014) αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904 και 908 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οποιοδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου ή της από τον τελευταίο γνώσης της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας αυτού, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι των επιδομάτων (δώρων) εορτών και αδείας και των αποδοχών αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 907/2017, 879/2017, 509/2016, 131/2015, 1113/2013).

Επομένως, με την επιφύλαξη αυτή, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για οποιοδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζομένου λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη, δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός, αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.

ΑΚ (ΑΠ 509/2016, 933/2015, 126/2015, 885/2014) και, συγκεκριμένα, της ωφέλειας που αυτός αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία, αφού αυτή έγινε σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης και, επομένως, δεν υφίσταται νόμιμη αιτία, που να δικαιολογεί τη διατήρηση της ωφέλειας στο λήπτη της εργοδότη, στο βαθμό που αυτός έτσι καθίσταται πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του εργαζόμενου από αιτία μη αναγνωριζόμενη από το νόμο (ΑΠ 1690/2018).

Πλουτισμό δηλαδή του εργοδότη αποτελεί αυτή καθ' εαυτή η παρασχεθείσα από το μισθωτό εργασία, η οποία έχει οικονομική αξία, αποτιμώμενη κατά το χρόνο της παροχής της, είτε παρέχεται με έγκυρη είτε με άκυρη σύμβαση και μάλιστα ανεξάρτητα αν επέφερε το επιδιωκόμενο από τον εργοδότη επιθυμητό αποτέλεσμα.

Όπως δε αναφέρθηκε, η υποχρέωση του λήπτη συνίσταται, κατ' αρχήν, στην απόδοση αυτούσιου του (ενσώματου ή ασώματου) αντικειμένου που λήφθηκε αδικαιολόγητα. Επειδή, όμως, η εργασία του μισθωτού, ως περιουσιακή αξία, ενσωματώθηκε κατά τρόπο μη διακριτό στην περιουσία του εργοδότη, με αποτέλεσμα να μη μπορεί εξ αντικειμένου να αναζητηθεί, η ωφέλεια, την οποία ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο υπολογίζεται και είναι ίση με την αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος (ΑΠ 106/2020, 1766/2017).

Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις (ΑΠ 907/2017, 58/2015, 131/2015, 760/2003), σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ωφέλεια (πλουτισμός) του εργοδότη απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης εργασίας και, κατά συνέπεια, είναι αδιάφορο εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης από οικονομικούς ή άλλους λόγους δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλου μισθωτού με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 186/2019, 1242/2018).

Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επόμ. ΑΚ, ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του δημοσίου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 186/2019, 1387/2019, 131/2015, 1022/2015, 535/2014).

Εξαίρεση υπέρ αυτών δεν εισάγεται ούτε και με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση ή εκείνων των παρ. 7 και 8 του ιδίου άρθρου που προστέθηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος από 18.4.2001 με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ως και εκείνων του Ν. 2190/1994, που αφορούν το σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα ορίζοντας τους τρόπους πρόσληψης προσωπικού από τους εν λόγω φορείς, και παράλληλα αποκλείουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Και τούτο διότι, η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης κατά τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας και, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και γενικότερα ο φορέας του Δημοσίου, στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία του ακύρως προσληφθέντος μισθωτού, ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία, η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο, και δεν συνιστά αιτία αποκλεισμού αυτού που εργάστηκε από την αναζήτηση της ωφέλειας (ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 1242/2018, 578/2018, 41/2017, 131/2015, 1293/2015, 1022/2015, 535/2014) (Ολ.ΑΠ 4/2021, ΑΠ 106/2020, 1213/2019, 1063/2019).Εξ άλλου, ανεξαρτήτως των ανωτέρω (δηλαδή εάν οι ως άνω εργαζόμενοι δικαιούνται ή όχι τις διαφορές των νομίμων αποδοχών με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού), μετά την τυχόν παραδοχή ότι υπήρξε παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και για επίδομα άδειας (άρθρα 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ.16 του ν. 4504/1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 25/2018, 1805/2017).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την ένδικη αγωγή τους ισχυρίστηκαν ότι προσλήφθηκαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίστηκαν κατά τους αναφερόμενους σε αυτή χρόνους με τη "Ν.

Ε. Λ. Ε. ...", καθολικός διάδοχος της οποίας τυγχάνει η ήδη αναιρεσίβλητη Περιφέρεια Αττικής, η οποία υπεισήλθε από 1.11.2011 και εφεξής, ως καθολική διάδοχος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ... (ΟΤΑ Β' Βαθμίδας) και της αυτοτελούς Υπηρεσίας της Ν. .... Ότι μετά τη λήξη των αρχικών τους συμβάσεων, συνήφθησαν αλλεπάλληλες διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και προσέφεραν τις υπηρεσίες τους συνεχώς και αδιαλείπτως ως διοικητικοί υπάλληλοι, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες έως την 31η.12.2010, που έληξε η τελευταία σύμβαση.

Ζήτησαν, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε καθένα των εναγόντων τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2005 έως 31.12.2010, ως διαφορές αποδοχών και επιδόματα εορτών και αδείας, δεδομένου ότι τους κατέβαλε κατώτερες των προβλεπομένων από το νόμο και τις οικείες ΣΣΕ, και επικουρικά βάσει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 1566/2019 απόφασή του απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι αναιρεσείοντες με την από 30.1.2014 έφεσή τους ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσία.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση και όπως αυτό προκύπτει από αυτή, έκρινε μη νόμιμη την αγωγή, σε σχέση με αυτά που ενδιαφέρουν τον αναιρετικό έλεγχο, με το ακόλουθο σκεπτικό: " Ότι με βάση το εκτιθέμενο ιστορικό της αγωγής και αληθών υποτιθέμενων των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική της βάση, δηλαδή και αν ακόμα ήθελε θεωρηθεί ότι με τις παρεχόμενες υπηρεσίες τους οι ενάγοντες, στην πραγματικότητα κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της λειτουργίας των υπηρεσιών της εναγομένης, η αγωγή τυγχάνει μη νόμιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα.

Ειδικότερα ως προς τον πρώτο ενάγοντα, ο οποίος παρείχε τις υπηρεσίες του με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας από 1.9.2001 έως 31.3.2003 η επίδικη σύμβασή του δεν ήταν ενεργής την 19.7.2004, όταν και άρχισε η ισχύς του ανωτέρω ΠΔ 164/2004. Περαιτέρω ως προς τους δεύτερη, τέταρτο και πέμπτη των εναγόντων, η σύμβαση των οποίων ήταν μεν ενεργής στις 19.7.2004, ή τους τελευταίους τρείς μήνες πριν την ημεροχρονολογία αυτή, δεν συντρέχει όμως η απαιτούμενη κατ' άρθρο 11 παρ. 1 του ανωτέρω ΠΔ προϋπόθεση της ύπαρξης μέχρι την 19.7.2004 απασχόλησής τους με συνολική χρονική διάρκεια τουλάχιστον 24 μηνών και με μία τουλάχιστον ανανέωση της αρχικής σύμβασης ή απασχόληση με συνολική χρονική διάρκεια τουλάχιστον 18 μηνών και με τρείς τουλάχιστον ανανεώσεις μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση.

Περαιτέρω ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, οι εργασιακές σχέσεις των οποίων έληξαν αυτοδικαίως με την εναγομένη την 31.12.2010, ήτοι με την εκπνοή της τελευταίας συμβάσεως ορισμένου χρόνου, καταρτίστηκαν μετά την ισχύ του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος, που ισχύει από 18.4.2001 και απαγορεύει την, ακόμη και από το νόμο μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου καθώς και του Π.Δ/τος 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19.7.2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των, κατά την έναρξη της ισχύος του, ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, οι οποίες συνεχίζουν δε να είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του (...), προϋποθέσεις, που δεν συντρέχουν στο πρόσωπο τους.

Περαιτέρω με την υπ' αριθμ. 1851/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η με αριθμ. 78371/2011 αγωγή των εναγόντων κατά του εναγομένου με αίτημα την αναγνώριση των επίδικων συμβάσεων εργασίας τους με το εναγόμενο ως αορίστου χρόνου. Η ανωτέρω απόφαση κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 2911/2018 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την με αριθμ. 2738/2013 έφεση των εναγόντων.

Ενόψει των ανωτέρω έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου η επίδικη διαφορά αναφορικά με τη φύση των επίδικων συμβάσεων των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων, οι οποίες δεν δύνανται να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, απορριπτομένου του σχετικού λόγου εφέσεως ως αβάσιμου. Περαιτέρω, η εργασία που προσφέρεται κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων απαγορεύεται απόλυτα από το νόμο και ως τέτοια δεν δημιουργεί καμία αξίωση αμοιβής, αφού σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να είναι έγκυρη και ειδικότερα δεν δημιουργεί αξίωση ούτε από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού τέτοιος πλουτισμός δεν προκύπτει για τον εργοδότη (Δημόσιο, ΟΤΑ), ενόψει του ότι αυτός (εργοδότης) στη θέση του, παρά τις άνω διατάξεις, διατηρηθέντος προσωπικού, δεν θα προσλάμβανε άλλο, με έγκυρη σύμβαση εργασίας και δεν θα υποβαλλόταν έτσι αναγκαίως στις δαπάνες αμοιβής του (μισθούς κ.λπ.) με αντίστοιχη ωφέλεια, αφού μάλιστα ρητά προβλέπεται από το νόμο ότι τα καταβληθέντα στο προσωπικό αυτό, που διατηρείται παράνομα, ποσά, καταλογίζονται σε βάρος των αρμοδίων για την εκκαθάριση των αποδοχών τους οργάνων, απορριπτομένου συνακόλουθα και του σχετικού λόγου εφέσεως ως αβασίμου".

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αγωγή και κατά την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 904 και 908 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, καθ' όσον σύμφωνα με τις προρρηθείσες διατάξεις, η αναιρεσίβλητη ως καθιστάμενη αδικαιολόγητα πλουσιότερη, υποχρεούται στην απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισε από την εργασία των αναιρεσειόντων και η οποία συνίσταται στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα αυτών, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικά στην προσωπική κατάσταση των εργαζομένων και χωρίς η νομιμότητα της σχετικής αγωγής να επηρεάζεται από το γεγονός, ότι δεν υπήρχε δυνατότητα έγκυρης πρόσληψης άλλου μισθωτού στη θέση του ακύρως απασχοληθέντος καθώς και τα επιδόματα εορτών και αδείας, τα οποία δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου.

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβίασης των αμέσως πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αναίρεσης, παρελκούσης λόγω της αναιρετικής του εμβέλειας της έρευνας του δευτέρου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση δεδικασμένου) και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή εκτός του εκδόσαντος την εν λόγω απόφαση και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτών (άρθρα 176,180 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (Ν.3463/2006), ως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει τον χωρισμό της δίκης όσον αφορά τον 14ο αναιρεσείοντα.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση, ως προς αυτόν, της από 19.7.2021 και με αριθμό κατάθεσης 624/801/2021 αίτησης για αναίρεση της με αριθμ. 6333/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Αναιρεί την 6333/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη Περιφέρεια Αττικής στην πληρωμή δύο χιλιάδων (2000) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Αυγούστου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ