Supreme Court allows appeal against insurance liability judgment due to insufficient evidence on corporate solvency and capital mix.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a second-instance insurance liability judgment, remanding the case for retrial. The insurers argued that the defendant's corporate solvency was insufficient to cover the claim, but the lower court failed to address specific financial details regarding the company's capital structure and funding sources. The court found the lower court's reasoning incomplete because it did not explain why the alleged mixing of personal and corporate assets did not constitute a valid defense against the liability claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; A judgment is voidable if the court fails to provide a reasoned explanation for rejecting a party's argument regarding corporate solvency and the distinction between personal and corporate assets when such facts are central to the liability determination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1245 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1245/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) εταιρείας με την επωνυμία "AMLIN CORPORATE INSURANCE", που εδρεύει στην Αμβέρσα του Βελγίου και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) εταιρείας με την επωνυμία "AXA CORPORATE SOLUTIONS", που εδρεύει στο Παρίσι της Γαλλίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Βερνίκο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι οι επωνυμίες των ανωτέρω εταιρειών έχουν τροποποιηθεί σε: "MS AMLIN INSURANCE S.E." από "AMLIN CORPORATE INSURANCE" η πρώτη και σε "AXA CORPORATE SOLUTIONS ASSURANCE" από "AXA CORPORATE SOLUTIONS" η δεύτερη.
Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Κ. του Θ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Παπανδρεόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 12-5-2021 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 966/2014 του ίδιου Δικαστηρίου, 600/2015 μη οριστική και 303/2017 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 10-6-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι οι ενάγουσες (ήδη αναιρεσείουσες) ασφαλιστικές εταιρείες άσκησαν την από 28-12-2012 αγωγή, επικαλούμενες ότι ασφάλισαν, για λογαριασμό της αναφερόμενης σ' αυτή αγοράστριας αλλοδαπής εταιρείας, φορτίο ζάχαρης έναντι παντός κινδύνου κατά τη διάρκεια της μεταφοράς του με πλοίο ιδιοκτησίας της πρώτης εναγόμενης αλλοδαπής εταιρείας (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), η οποία ανήκει στον δεύτερο εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) κατά τα περιστατικά που ειδικότερα εκθέτουν στην αγωγή, ότι έλαβε χώρα επιθαλάσσια αρωγή στο ανωτέρω πλοίο που κινδύνευσε από κακή λειτουργία των μηχανών του και ότι κατέβαλαν τη σχετική δαπάνη στη διασώστρια εταιρεία υποκαθιστάμενες στη θέση της εν λόγω ασφαλισμένης εταιρείας κατά τα στην αγωγή αναφερόμενα περιστατικά, ζήτησαν, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, ενόψει του ότι συνέτρεχε περίπτωση άρσης της νομικής αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της πλοιοκτήτριας εταιρείας, άλλως διότι πρόκειται για εταιρεία λειτουργούσα ως ομόρρυθμη "εν τοις πράγμασι" με ομόρρυθμο εταίρο τον δεύτερο εναγόμενο κατά τα μνημονευόμενα στην αγωγή περιστατικά, να τους καταβάλουν την εν λόγω δαπάνη νομιμοτόκως κατά τις στην αγωγή διακρίσεις.
Η αγωγή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν ως προς την πρώτη βάση της με την 966/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Επί της εφέσεως που άσκησαν οι εναγόμενοι μετά την έκδοση της με αρ. 600/2015 (κατ' αντιμωλία των διαδίκων) αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης κατ' αρθρο 254 ΚΠολΔ για την προσκόμιση συναφούς με την υπόθεση νομικής πληροφορίας, εκδόθηκε η 303/2017 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς που απέρριψε την έφεση ως προς την πρώτη εναγομένη - εκκαλούσα, δέχθηκε αυτήν ως προς τον δεύτερο εκκαλούντα - εναγόμενο και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση απέρριψε ως προς αυτόν την ως άνω αγωγή.
Την τελευταία αυτή απόφαση και κατά το κεφάλαιο που απέρριψε την αγωγή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο, πλήττουν οι ενάγουσες με την κρινόμενη από 10-6-2019 αίτηση και τους διατυπούμενους με αυτήν λόγους αναιρέσεως. Ζήτημα αμφιβολίας περί της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης δεν τίθεται εν προκειμένω, παρά την απουσία των εκκαλούντων εναγομένων κατά τη συζήτησή της και την εκ πρόδηλης παραδρομής αναφορά περί ερημοδικίας στο διατακτικό της, εφόσον αυτοί παραστάθηκαν νόμιμα στην αρχική συζήτηση, (που θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης, ώστε αμφότερες να συνιστούν τα στάδια μιας ενιαίας συζήτησης), θεωρούμενοι ως εκ των ανωτέρω ως κατ' αντιμωλία δικασθέντες (ΑΠ 1024/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 34 του ΑΚ, ικανότητα δικαίου είναι η ικανότητα του φυσικού προσώπου να έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις. Όμως και ενώσεις προσώπων για την επιδίωξη ορισμένου σκοπού, καθώς επίσης και σύνολα περιουσίας για την εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, μπορούν, κατά τη διάταξη του άρθρ. 61 του ΑΚ, να αποκτήσουν προσωπικότητα, αν τηρηθούν οι όροι που αναγράφει ο νόμος, δηλαδή να αποκτήσουν ικανότητα δικαίου, η οποία πάντως δεν εκτείνεται κατά τη διάταξη του άρθρ. 62 του ίδιου Κώδικα σε έννομες σχέσεις που προϋποθέτουν ιδιότητες φυσικού προσώπου.
Επομένως νομική προσωπικότητα είναι η ικανότητα δικαίου, που απονέμεται από το νόμο σε οργανισμούς που επιδιώκουν ορισμένο σκοπό, οι οποίοι ανάγονται έτσι σε αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δηλαδή σε νομικά πρόσωπα με χωριστή περιουσία απ' αυτή των μελών τους, που τους προσδίδει αυθύπαρκτη στο χώρο και συνεχή στο χρόνο οντότητα.
Η νομική λοιπόν προσωπικότητα είναι δημιούργημα του δικαίου, με την οποία εξυπηρετούνται οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες, όπως προπάντων είναι ο περιορισμός της ευθύνης και των κινδύνων κατά την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας με ανάλογη μείωση και του κόστους από τη συμμετοχή σ' αυτή. Η περιουσιακή αυτοτέλεια των νομικών προσώπων είναι συνεπώς το βασικότερο στοιχείο της ιδιοσυστασίας τους, που εκφράζεται και με τη διάταξη του άρθρ. 70 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο.
Απόρροια της ιδιαίτερης ικανότητας δικαίου των νομικών προσώπων είναι ακριβώς και η ιδιαίτερη ικανότητα ευθύνης τους, δηλαδή αποκλειστικής και χωριστής από την ευθύνη των μελών τους, που σημαίνει ότι υπέγγυα στους δανειστές του νομικού προσώπου είναι μόνον η δική του περιουσία και όχι και η περιουσία των μελών του, ενώ και αντιστρόφως η περιουσία του δεν είναι υπέγγυα στους ατομικούς δανειστές των μελών του.
Ωστόσο, ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός δικαιολογείται όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη του νόμου, όπως λ.χ. είναι η διάταξη του άρθρ. 83 §2 του κ.ν. 2190/1920, είτε κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρα 281, 288 και 200 του ΑΚ, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειας του.
Ειδικότερα, η εταιρεία, ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, οφείλει να υπηρετεί κοινωνικό κυρίως σκοπό στο πλαίσιο και των συνταγματικών διατάξεων των άρθρ. 5§1 και 12§§ 1, 3. Η χρησιμοποίηση έτσι της εταιρείας για την εξυπηρέτηση σκοπών αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας.
Η καταχρηστική συμπεριφορά, που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο. Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ και οι συνέπειες της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος. Κατά την έννοια αυτή δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρείας ή των μεριδίων εταιρείας περιορισμένης ευθύνης σε ένα μόνον πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά (ΟλΑΠ 5/1996), αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία (ανώνυμη, ναυτική ή Ε.Π.Ε., βλ.
άρθρ. 1 §3 κ.ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 3 του ν. 3604/2007, 41 §2 ν. 959/1979, 43α ν. 3190/1955, που προστέθηκε με το άρθρ. 2 του π.δ. 279/1993), η οποία και διατηρεί την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου, στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδια της. Δεν συνιστά επίσης καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν ή περισσότερους επιχειρηματίες με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορρόφησης των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητας τους, αφού το σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρεία.
Συνεπώς δεν λειτουργούν αθέμιτα οι διάφοροι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους προαναφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρείας για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, γι' αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτιση τους με την εταιρεία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.
Περαιτέρω, δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά κατά την παραπάνω έννοια ούτε η ταύτιση των συμφερόντων της εταιρείας με αυτά του βασικού μετόχου ή εταίρου της ή η συστηματική απ' αυτούς παροχή εγγυήσεων υπέρ της εταιρείας, ούτε η εμφάνιση τους ως των ουσιαστικών φορέων της ασκούμενης από την εταιρεία επιχείρησης, αφού η εταιρεία εξυπηρετεί σε τελική ανάλυση τα συμφέροντα των προσώπων αυτών, τα οποία με την παροχή από μέρους τους εγγυήσεων για λογαριασμό της εταιρείας διασφαλίζουν αντίστοιχα και τα δικά τους συμφέροντα κατά θεμιτό ασφαλώς τρόπο, ενώ αλληλένδετη με την ιδιότητα του βασικού μετόχου ή εταίρου είναι η εμφάνιση των προσώπων αυτών ως των ουσιαστικών φορέων της επιχειρηματικής εταιρικής δράσης.
Σε όλες λοιπόν τις περιπτώσεις αυτές, που δεν διαπιστώνεται κατάχρηση κατά τη λειτουργία του εταιρικού θεσμού, διατηρείται αναλλοίωτη και η αυτοτέλεια της εταιρείας ως νομικού προσώπου. Όμως, η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων ή των εταίρων της υποχωρεί όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητάς της χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, δηλαδή όταν οι πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της που σκόπιμα παραλλάσσονται ή αντιστρόφως όταν οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν.
Η μορφή αυτή κατάχρησης του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο (λ.χ. να παρακάμψει απαγόρευση που τον δεσμεύει ως φυσικό πρόσωπο) ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο (οπότε θα ανακύπτει και αδικοπρακτική ευθύνη του) ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση είτε εταιρικών είτε ατομικών υποχρεώσεων του, που δημιουργήθηκαν καθ' υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών ή ατομικών του δυνατοτήτων του, κριτήρια δε ενδεικτικά μιας τέτοιας κατάχρησης είναι προπάντων η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρείας και η σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία του, αφού εξ αιτίας μεν της ελλιπούς χρηματοδότησης ο επιχειρηματίας μεταφέρει αθέμιτα στους δανειστές της εταιρείας τους κινδύνους από τη δική του στην ουσία επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ αθέμιτα και στην περίπτωση της σύγχυσης των περιουσιών χρησιμοποιεί την εταιρική περιουσία για τις δικές του δραστηριότητες ή αντιστρόφως επωφελείται η εταιρεία σε βάρος των ατομικών του δανειστών.
Ασφαλώς καταχρηστική είναι και η συμπεριφορά του βασικού μετόχου ή εταίρου που συναλλάσσεται με παρένθετο πρόσωπο την εταιρεία, όταν η εταιρεία δεν έχει εταιρική οργάνωση ή δεν έχει αναπτύξει επιχειρηματική δράση και είναι αυτός στην ουσία που συναλλάσσεται υπό την εταιρική επωνυμία για δικό του όφελος.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της κατάχρησης προσήκει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας ή κατ' άλλη έκφραση η διείσδυση στο υπόστρωμα της και η επέκταση από την εταιρεία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή αντιστρόφως η επέκταση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρεία, ιδιαίτερα όταν οι τρίτοι, που συμβλήθηκαν με την εταιρεία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο της, οδηγήθηκαν στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξαιτίας της εμφανιζόμενης σ' αυτούς παραλλαγμένης κατάστασης (ΑΠ 537/2016, ΑΠ 149/2013, ΑΠ 905/2010, ΑΠ 5/2009).
Σε κάθε πάντως περίπτωση η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι προσωρινή και περιορισμένη, δηλαδή δεν καταλύεται η ίδια η νομική προσωπικότητα της εταιρείας, αλλά παραμερίζεται μόνο για τη συγκεκριμένη συναλλαγή η περιουσιακή αυτοτέλεια της, με την έννοια ότι η εταιρεία ή αναλόγως ο βασικός μέτοχος ή εταίρος της παραμένουν οφειλέτες, που ευθύνονται πλέον από κοινού και εις ολόκληρο (άρθρ. 481 ΑΚ) για τις ζημιογόνες συνέπειες (άρθρο 926 ΑΚ) της συναλλαγής τους, δηλαδή δημιουργείται ένας πρόσθετος οφειλέτης, στον οποίο επεκτείνονται (διαχέονται) οι συνέπειες αυτές με κατεύθυνση είτε από την εταιρεία προς το βασικό μέτοχο ή εταίρο είτε με αντίστροφη κατεύθυνση (0λΑΠ2/2013).Τέλος, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, ήτοι όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, ΑΠ 689/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...ο δεύτερος εκκαλών (ήδη αναιρεσίβλητος) ήταν ο αποκλειστικός και σε κάθε περίπτωση κύριος μέτοχος της πρώτης εκκαλούσας εταιρείας, της οποίας είχε διατελέσει και νόμιμος εκπρόσωπος αλλά και της διαχειρίστριας του πλοίου εταιρείας, με την επωνυμία "T.
SHIPPING COMPANY LIMITED", οι οποίες ανήκαν στον επιχειρηματικό όμιλό του και δια των οποίων ασκούσε την επιχειρηματική του δραστηριότητα. Ο σύνδεσμος του εν λόγω διαδίκου με τις ανωτέρω εταιρείες, οι οποίες σημειωτέον, στεγάζονταν σε χώρους κείμενους στην αυτή διεύθυνση (οδός ..., στον ….), δεν εξαντλούνταν μόνο στη συμμετοχή του στο εταιρικό τους κεφάλαιο, αλλά επιπλέον προκύπτει από τη συνεχή παρουσία του και την ανάμειξή του στις εταιρικές υποθέσεις σε βαθμό τέτοιο ώστε να αγνοείται η ύπαρξη των διοικήσεών τους με περαιτέρω συνέπεια να μην είναι νοητή στους συναλλασσόμενους με αυτές τρίτους η ύπαρξη των εταιρειών χωρίς την παρουσία του δεύτερου εκκαλούντος.
Ειδικότερα, ο δεύτερος εκκαλών, μέσω της ως άνω διαχειρίστριας εταιρείας, της οποίας ήταν αρχικός μέτοχος κατά ποσοστό 90% (κατά το λοιπό ποσοστό 10% ήταν η σύζυγός του Α. -Γ. Κ.) και στην πορεία αποκλειστικός μέτοχος, ήλεγχε πλήρως την πρώτη εκκαλούσα, η οποία καθ' όλη τη διάρκεια της λειτουργίας της, δεν είχε αναπτύξει οργανωτική και λειτουργική δομή, δεν διέθετε οργανωμένη επαγγελματική εγκατάσταση και ιδιαίτερο προσωπικό αλλά ήταν πλήρως εξαρτημένη από την διαχειρίστρια εταιρεία και κατά λογική αναγκαιότητα από τον δεύτερο εκκαλούντα.
Σημειώνεται ότι η πρώτη εκκαλούσα δεν είχε ιδιαίτερη χρηματοδότηση για το λόγο ότι η διαχείριση των ναύλων του πλοίου γινόταν από την διαχειρίστρια εταιρεία και εν τέλει, από τον δεύτερο εκκαλούντα, ο οποίος με τη σύζυγό του συμβλήθηκαν ως εγγυητές με τις ατομικές τους περιουσίες σε σύμβαση χορηγήσεως δανείου στην διαχειρίστρια του πλοίου προς το σκοπό της εξοφλήσεως των υποχρεώσεων της πρώτης εκκαλούσας.
Από τα ανωτέρω αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά, συνάγεται ότι η επίκληση της νομικής προσωπικότητας εκ μέρους του δεύτερου εκκαλούντος δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική, εφόσον η περιγραφόμενη συμπεριφορά του βρίσκεται εντός των συνήθων ορίων των ασχολούμενων επιχειρηματικά με τη ναυτιλία ενόψει του ότι ούτε εικονικότητα των ως άνω εταιρειών αποδείχθηκε, ούτε υποχρηματοδότηση της πρώτης εκκαλούσας εταιρείας διαπιστώθηκε, έστω κι αν η χρηματοδότησή της γινόταν μέσω της διαχειρίστριας εταιρείας του πλοίου, ούτε σύγχυση της ατομικής και εταιρικής περιουσίας προέκυψε αλλ' ούτε και κάποιο άλλο ιδιαίτερο περιστατικό από το οποίο να συνάγεται ότι ο δεύτερος εκκαλών χρησιμοποιούσε την πρώτη εκκαλούσα ως επιχειρηματικό και νομικό προκάλυμμα της ατομικής του επιχειρηματικής δραστηριότητας προς βλάβη των τρίτων δανειστών...".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση ως προς τον δεύτερο εναγόμενο και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως προς αυτόν κατ' ουσίαν. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της συνδρομής ή μη περίπτωσης άρσης της νομικής αυτοτέλειας της πλοιοκτήτριας εταιρείας και εντεύθεν της συνδρομής ή μη εις ολόκληρον ευθύνης του μοναδικού της μετόχου αυτής (αναιρεσιβλήτου), που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, α) ενώ δέχεται ότι "η συνεχής παρουσία του (δεύτερου εναγόμενου) και η ανάμειξή του στις εταιρικές υποθέσεις ήταν τέτοιου βαθμού ώστε να αγνοείται η ύπαρξη των διοικήσεών τους με περαιτέρω συνέπεια να μην είναι νοητή στους συναλλασσόμενους με αυτές τρίτους η ύπαρξη των εταιριών χωρίς την παρουσία του", στη συνέχεια δέχεται ότι δεν προέκυψε "κάποιο άλλο ιδιαίτερο περιστατικό από το οποίο να συνάγεται ότι ο δεύτερος εκκαλών χρησιμοποιούσε την πρώτη εκκαλούσα ως επιχειρηματικό και νομικό προκάλυμμα της ατομικής του επιχειρηματικής δραστηριότητας προς βλάβη των τρίτων δανειστών", χωρίς ωστόσο να διευκρινίζεται με αντίστοιχες παραδοχές, που αποσκοπούσε η τέτοιου βαθμού προσωπική ανάμειξη του αναιρεσιβλήτου, η οποία έφθανε στον πλήρη παραμερισμό των διοικήσεων των εταιριών του ομίλου και με ποιες συγκεκριμένες ενέργειες ελάμβανε αυτή χώρα, ούτε και πως λειτουργούσε η πρώτη εναγόμενη εταιρεία ενόψει της έντονης αυτής ανάμειξης του αναιρεσιβλήτου, δηλαδή με ποιόν συναλλάσονταν και στο πρόσωπο ποιου απέβλεπαν οι εκάστοτε συναλλασσόμενοι, αλλά και, στην προκείμενη περίπτωση, η αγοράστρια του μεταφερόμενου φορτίου εταιρεία για την κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης μεταφοράς, όπως και οι ενάγουσες ασφαλίστριες εταιρείες κατά τη σύναψη των επίδικων ασφαλιστικών συμβάσεων και, συγκεκριμένα, αν απέβλεπαν στο νομικό πρόσωπο της πλοιοκτήτριας ή προσωπικά στον μοναδικό της μέτοχο, β) ενώ δέχεται ότι "ο δεύτερος εναγόμενος ήλεγχε πλήρως την πρώτη εναγομένη, η οποία καθόλη τη διάρκεια της λειτουργίας της δεν είχε αναπτύξει οργανωτική και λειτουργική δομή, δεν διέθετε οργανωμένη επαγγελματική εγκατάσταση και ιδιαίτερο προσωπικό, αλλά ήταν πλήρως εξαρτημένη από την διαχειρίστρια και εν τέλει από τον δεύτερο εναγόμενο", στη συνέχεια δέχεται ότι "δεν αποδείχθηκε εικονικότητα των εταιρειών", χωρίς να διαλαμβάνονται παραδοχές που να προσδιορίζουν ποια ήταν η εξάρτηση της πλοιοκτήτριας από τον αναιρεσίβλητο και κατά ποίο τρόπο αυτή λάμβανε χώρα μέσω της εταιρείας που διαχειριζόταν το συγκεκριμένο πλοίο, και επίσης κατά ποίο τρόπο ανέπτυσσε την επιχειρηματική της δράση η πρώτη εναγόμενη, δεδομένης μάλιστα της παράλειψης προσδιορισμού των υποδομών που διέθετε ή όχι η διαχειρίστρια εταιρεία του στα γραφεία επί της οδού ... (π.χ των επί μέρους τμημάτων διευθύνσεως, τεχνικό, προμηθειών, πληρωμάτων, λογιστηρίου) και του υπάρχοντος ή μη για την λειτουργία της αναγκαίου υπαλληλικού προσωπικού, επί πλέον δε, δεν αναφέρεται ποία ήταν η περιουσία και τα στοιχεία του ενεργητικού της πρώτης εναγομένης, οι τηρούμενοι υπ' αυτής λογαριασμοί, τα διαθέσιμα κεφάλαιά της, οι υποχρεώσεις της και ο τρόπος εκπλήρωσής τους, γ) παρότι δέχεται ότι "δεν είχε ιδιαίτερη χρηματοδότηση γιατί η διαχείριση των ναύλων γινόταν από τη διαχειρίστρια και εν τέλει από τον δεύτερο εναγόμενο που εγγυήθηκε στην τράπεζα με τη σύζυγό του με τις ατομικές τους περιουσίες σε σύμβαση χορηγήσεως δανείου στη διαχειρίστρια με σκοπό την εξόφληση των υποχρεώσεων της πρώτης εκκαλούσας", εν συνεχεία δέχεται ότι "δεν διαπιστώθηκε υποχρηματοδότηση έστω κι αν η χρηματοδότησή της γινόταν μέσω της διαχειρίστριας ούτε ότι προέκυψε σύγχυση της ατομικής και της εταιρικής περιουσίας", χωρίς όμως να εξηγεί, ενόψει της αφαίρεσης των ροών χρήματος από τη συγκεκριμένη εταιρεία, σύμφωνα με την παραδοχή περί διοχέτευσης των ναύλων που εισέπραττε η διαχειρίστρια προς τον εναγόμενο, γιατί δεν συντρέχει ανάμιξη υπό τις προαναφερόμενες παραδοχές των περιουσιών εταιρείας και μετόχου, από ποιες πηγές χρηματοδότησης αντλούσε κεφάλαια η πρώτη εναγόμενη σε σχέση με την επιχειρηματική της δραστηριότητα, ποια η οικονομική της κατάσταση κατά το χρόνο της επίδικης συναλλαγής, ούτε και αν υπήρχαν ή όχι οικονομικές δυσχέρειες για την αντιμετώπιση των υποχρεώσεών της, ώστε από τη σχέση των δύο μεγεθών (διαθεσίμων κεφαλαίων και υποχρεώσεων) να προκύπτει το επαρκές ή μη της χρηματοδότησης της εταιρείας.
Έτσι, εξ αιτίας των ανωτέρω ελλείψεων δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των εφαρμοστέων ως άνω διατάξεων.
Συνεπώς ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι βάσιμος. Μετά ταύτα, κατά παραδοχή του άνω λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καλύπτει τους λοιπούς αναιρετικούς λόγους, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η εκδίκασή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στις αναιρεσείουσες (αρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 303/2017 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την εν λόγω απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στις αναιρεσείουσες.
Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ