Legislator Case Law & Legislation
1245/2020 AI generated

1245/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1245/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Καλλιόπη Πανά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1245/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εφόσον η τελευταία, δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, κατά την ως άνω δικάσιμο, όποτε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στην συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και τον προσθέτων λόγων της, παρά την απουσία αυτής.

Keywords

AI generated
unpaid work fixed-term work cessation of gainful employment redundancy piecework breach of employment obligations
AI generated
1507/2014
Από τις διατάξεις των άρθρ.
366/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/3/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 472/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6008/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/5/2005 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 1170/2006 απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως. Η υπόθεση επανέρχεται και πάλι για συζήτηση με την από 11/9/2006 κλήση του αναιρεσείοντος.
436/2010
Αναίρεση. Απαράδεκτη, ως προς τους διαδίκους για τους οποίους δε περιέχει λόγο αναιρέσεως. Εργασία τις Κυριακές. Καταβάλλεται, ανεξαρτήτως του κύρους για την απασχόληση, προσαύξηση του ημερομισθίου, η οποία υπολογίζεται επί του νομίμου μισθού και ισούται με το 75% ενός ημερομισθίου. Σε περίπτωση δε που στερείται και την εβδομαδιαία ανάπαυση ο εργαζόμενος αυτός δικαιούται και το 1/25 του καταβαλλομένου μισθού του ως αποζημίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
1210/2017
Με το άρθρο 559 αριθμ.
524/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1245 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1245/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Καλλιόπη Πανά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Βιοτεχνικές - Οικοδομικές - Εμπορικές Επιχειρήσεις Αρμόδιος ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Σάμο και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Χρήστου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ο. Σ. σύζυγος Ν. Σ., κατοίκου …, που δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-5-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν η 71/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 92/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-10-2018 αίτησή της και τους από 6-12-2019 πρόσθετους λόγους της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Καλλιόπη Πανά. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 εδ. α' και γ' του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στην συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ'αριθμ.11690/4-10-2019 και 11993Γ'/19-12-2019 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Σάμου Δ. Χ., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, και των προσθέτων λόγων αυτής, με πράξη ορισμού δικασίμου για την στην αρχή της παρούσης αναφερόμενη, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια αυτής (αναιρεσείουσας), στην αναιρεσίβλητη.

Εφόσον η τελευταία, δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, κατά την ως άνω δικάσιμο, όποτε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στην συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και τον προσθέτων λόγων της, παρά την απουσία αυτής.

Κατά το άρθρο 569 παρ.2 εδ. α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφου του οποίου επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.

Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 505/2018, 132/2004).

Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαια της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια, είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασης (βλ.

σχετ. 1265/2019, ΑΠ 1287/2019, 1473/2019, ΑΠ 505/2018, ΑΠ 684/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) με την από 23/5/2011 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, την οποία απήυθυνε κατά της αναιρεσείουσας, ζήτησε να υποχρεωθεί αυτή να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 25.543,17 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου και Μαϊου 2010, για αποζημίωση άδειας από 2003 - 2010, ειδικά για τα έτη 2003 - 2005 με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, επίδομα άδειας, δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα, για εργασία Σαββάτου για τα ίδια ως άνω έτη και με τις άνω βάσεις (από την σύμβαση και τον αδικαιολόγητο πλουτισμό) με την σ' αυτήν (αγωγή) διακρίσεις και συνολικά για όλες τις άνω αιτίες 25.543,17 ευρώ.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ.71/2015 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή (η αγωγή) ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα 6.685,93 ευρώ νομιμοτόκως, για τις δεδουλευμένες αποδοχές της, την αποζημίωση άδειας, το επίδομα άδειας των ετών 2009-2010, για δώρο Χριστουγέννων 2009 και για δώρο Πάσχα 2009-2010 απέρριψε δε τα υπόλοιπα κονδύλια ως αβάσιμα.

Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους της ενάγουσας (από 9-11-2016) στο Μονομελές Εφετείο Αιγαίου εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ'αριθμ. 92/2018 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε η εφεσίβλητη - εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα 12.727,2 ευρώ κάνοντας δεκτά όσα κονδύλια είχαν απορριφθεί ως αβάσιμα από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (εκτός των ετών 2003, 2004, 2005).

Κατά της απόφασης αυτής, η ενάγουσα εκκαλούσα, ήδη αναιρεσίβλητη, άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης (από 26-10-2018), η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ.1, 556 παρ.1, 558, 564 παρ.1 του ΚΠολΔ). Επί πλέον, η ίδια αναιρεσείουσα άσκησε με αυτοτελές δικόγραφο τους από 6-12-2019 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, που κατατέθηκαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου του στις 18-12-2019 και επιδόθηκαν στην αναιρεσίβλητη στις 19-12-2019, δηλαδή τριάντα (30) τουλάχιστον ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της αίτησης αναίρεσης και συνεπώς είναι παραδεκτοί (ΟλΑΠ 143/1984, ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 1396/2011).

Ειδικότερα, με την αίτηση αναίρεσης πλήττονται, υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορούν τις αξιώσεις της ενάγουσας από διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, επίδομα αδείας, δώρα εορτών, αμοιβή για εργασία κατά τα Σάββατα των ετών 2003-2005. Με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττονται τα κεφάλαια της ίδια απόφασης, τα οποία αφορούν ίδιες αξιώσεις των ετών 2006-2010.

Σύμφωνα, λοιπόν, με την παραπάνω νομική σκέψη, ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης πλήττει κεφάλαια που συνέχονται αναγκαστικά μ' αυτά της αίτησης αναίρεσης, ως προς τα οποία βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας και απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία. Πρέπει, επομένως, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 556 αρ.1 δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση....εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής. Νικήσας διάδικος είναι ο ενάγων, του οποίου έγιναν δεκτές οι αιτήσεις, με βάση το τυπικό κριτήριο ή ο εναγόμενος επί απόρριψης των αγωγικών αιτημάτων.

Ο νικήσας διάδικος ασκεί αναίρεση, εφόσον έχει έννομο συμφέρον η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 556 αρ.2 ΚΠολΔ), κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, πρέπει δε να αναφέρεται στο αναιρετήριο τούτο για τη νομιμοποίησή του (ΑΠ 1663/2010, 1850/2007). Το συμφέρον αυτό είναι δυνατόν να υπάρχει και όταν ο διάδικος που νίκησε βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και συγκεκριμένα, αν απ'αυτήν δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της απόφασης αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και στηρίζει το διατακτικό της, οπότε αυτός (νικήσας διάδικος) δικαιούται να ζητήσει την αναίρεσή της κατά την μη ορθή μόνο αιτιολογία της.

Τέτοιο έννομο συμφέρον δεν υπάρχει όταν η αγωγή απορρίπτεται ως μη νόμιμη ή ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ κατά τον αναιρεσείοντα εναγόμενο έπρεπε ν'απορριφθεί ως αόριστη ή απαράδεκτη, δεδομένου ότι η απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης είναι επωφελέστερη γι'αυτόν (ΑΠ 22/2020, 39/2020, 2315/2009). Η έλλειψη του εννόμου συμφέροντος, που ερευνάται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 ΚΠολΔ), συνεπάγεται την απόρριψη της αναίρεσης ως απαράδεκτης.

Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ. Ειδικότερα η αναιρεσείουσα - εναγομένη ισχυρίζεται ότι, ενώ με τις πρωτόδικες προτάσεις πρόβαλε ένσταση παραγραφής των αξιώσεων της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης για τα έτη 2003, 2004, 2005 και 2006 και την ένσταση αυτή επανέφερε με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου Αιγαίου (Μονομελούς) κατά την συζήτηση της έφεσης της ενάγουσας, παρ' όλ'αυτά το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί παραγραφής αναφορικά με τα έτη 2003, 2004, 2005 και απέρριψε σιγή την άνω ένστασή της.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 561 παρ.2), το Μονομελές Εφετείο Αιγαίου, εκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, μεταξύ άλλων, που ενδιαφέρουν στην προκείμενη περίπτωση, τα εξής ουσιώδη:

Ότι δυνάμει προφορικής συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε στη Σάμο στις 24-2-2003 μεταξύ των διαδίκων, η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη ως πωλήτρια άρτου και αρτοσκευασμάτων στα πρατήρια - καταστήματα που διατηρούσε η εναγομένη στην πόλη της Σάμου με ωράριο τέσσερις ώρες ημερησίως επί πέντε ημέρες εβδομαδιαίως, ενώ από τον Ιανουάριο του 2005 συμφωνήθηκε να παρέχεται εργασία έξι ώρες ημερησίως επί πέντε ημέρες εβδομαδιαίως, αντί νομίμου μισθού που προέβλεπαν οι εκάστοτε ΣΣΕ.....Ότι στις 28-6-2010 η ενάγουσα προσήλθε στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας Σάμου, στο οποίο δεν προσήλθε η εναγομένη, αν και κλήθηκε, και εκεί δήλωσε ότι δεν έχει λάβει από τον εργοδότη μέχρι εκείνη την ημέρα αποζημίωση άδειας, επίδομα άδειας, επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα για τα έτη 2006, 2007, 2008, 2009 και για το έτος 2010 (έως 24-5-2010), οπότε και αποχώρησε οικειοθελώς.

Ότι τα ίδια δήλωσε και στην υπεύθυνη δήλωσή της προς το Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Ν.Σάμου. Ότι, επομένως, από τις ανωτέρω δηλώσεις της ενάγουσας προκύπτει ότι αυτή έχει εισπράξει τα επιδόματα των ετών 2003, 2004 και 2005 και ως εκ τούτου η ένδικη αγωγή για τα κονδύλια αυτά είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.

Αφού, λοιπόν, η προσβαλλόμενη απέρριψε ως ουσία αβάσιμα τα άνω κονδύλια της αγωγής, δεχόμενη ότι είχαν εξοφληθεί εκ μέρους της εναγομένης, δεν υπήρχε λόγος να εξετάσει την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα - εφεσίβλητη ένσταση παραγραφής ως προς αυτά (η οποία ένσταση είχε απορριφθεί ως αβάσιμη με την απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου - Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου με αριθμό 71/2015) γιατί ως προς αυτό το μέρος της αγωγής η αναιρεσείουσα δεν είναι ηττηθείσα. Επίσης αυτή δεν είναι ηττηθείσα ως προς τα αυτά ανωτέρω κονδύλια της αγωγής (για τα επιδόματα των ετών 2003, 2004, 2005) σχετικά με την ένσταση εξοφλήσεως που έπρεπε, σύμφωνα με τον πρόσθετο λόγο, να κριθεί ορισμένη και όχι αόριστη, όπως κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης (με τον μοναδικό λόγο της, που αφορά την επικαλούμενη παραγραφή των αξιώσεων της ενάγουσας, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος στην άσκησή της, καθώς και ο πρόσθετος λόγος κατά το σχετικό μέρος του είναι επίσης απορριπτέος για τον αυτό λόγο.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δικαίωμα (ΟλΑΠ 1/2019, 2/2001). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 262 παρ.1 του ίδιου κώδικα, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή περιγραφή των γεγονότων που την θεμελιώνουν, διαφορετικά είναι αόριστη, η αοριστία δε αυτή εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης. Η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε έγγραφα ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, που ορίζει ότι η ενοχή αποσβέννυται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία της ένστασης εξόφλησης είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής. Επομένως, για να είναι ορισμένη ειδικότερα, η υποβαλλόμενη από τον εναγόμενο εργοδότη ένσταση εξόφλησης των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από την σχέση εργασίας, με την επίκληση σχετικής έγγραφης απόδειξης του μισθωτού περί πληρωμής όλων των απαιτήσεών του, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον μισθωτό για την παρεχόμενο εργασία του, εκτός αν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά και τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, διότι έτσι μόνο προστατεύεται ο εργαζόμενος από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελαχίστων ορίων αποδοχών (άρθρα 3, 174, 679, 8 ν.2112/1920 8 παρ.4 ν.4020/1959).

Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, με το άρθρο 18 παρ.1 του ν.1082/1980 επιβάλλεται στον εργοδότη η υποχρέωση να χορηγεί, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού του, εκκαθαριστικό σημείωμα ή σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος ανάλυση μισθοδοσίας που θ'απεικονίζουν αναλυτικά τις πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού και τις επ'αυτών κρατήσεις (βλ.

ΑΠ 602/2017, 447/2015, 1069/2014, 178/2010, 1332/2010, 1320/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αυτής (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι με την άνω ένδικη αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι η εναγομένη εταιρεία την προσέλαβε στις 24-2-2003 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως πωλήτρια άρτου και αρτοκατασκευασμάτων στα πρατήρια που διατηρούσε η εναγομένη στην Σάμο. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει για το χρονικό διάστημα από 24-2-2003 ως 23-5-2010, που αποχώρησε οικειοθελώς, για οφειλόμενες διαφορές αποδοχών μηνών Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου, Μαΐου 2010, αποζημίωση άδειας, επιδόματα άδειας, δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και Εργασία Σαββάτου από το έτος 2003-2009.

Με την απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (71/2015 Μον.Πρωτ.Σάμου) έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, ενώ απορρίφθηκαν ως ουσία αβάσιμα τα κονδύλια για αποζημίωση άδειας, επίδομα άδειας, δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα για τα έτη 2003-2008, κατά παραδοχή της ένστασης εξόφλησης που πρόβαλε η εναγομένη παραδεκτά προφορικά στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αλλά και με τις πρωτόδικες προτάσεις της.

Το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Μονομελές Εφετείο Αιγαίου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ) αλλά και δεχόμενο σχετικό λόγο της έφεσης της ενάγουσας, απέρριψε την σχετική ένσταση εξόφλησης ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, δεχόμενο τα εξής: "Η εναγόμενη με τις προτάσεις της στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προς απόκρουση της αγωγής, ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα έχει εξοφληθεί για όλα τα αιτούμενα επιδόματα των ετών 2003 έως 2009 και συγκεκριμένα ότι στις 3/12/2003 έλαβε 1500 ευρώ για επιδόματα άδειας και δώρο Χριστουγέννων 2003, στις 24/2/2005 έλαβε 1600 ευρώ για άδεια, επίδομα άδειας, δώρο Χριστουγέννων και δώρο Πάσχα 2004, στις 24/12/2005 έλαβε 2600 ευρώ για επίδομα άδειας, δώρο Πάσχα, δώρο Χριστουγέννων έτους 2005, στις 24/6/2006 έλαβε 1800 ευρώ για επίδομα άδειας και άδεια, στις 24-11-2007 έλαβε ποσό 2680 ευρώ για δώρο Πάσχα, άδεια, επίδομα άδειας και προκαταβολή δώρου Χριστουγέννων 2007, στις 24/1/2007 έλαβε ποσό 2680 ευρώ για δώρο Πάσχα, Χριστουγέννων, άδεια και επίδομα άδειας έτους 2006 και στις 21/11/2008 έλαβε 2830 ευρώ για δώρο Πάσχα, άδεια, επίδομα άδειας και δώρο Χριστουγέννων έτους 2008 και για το έτος 2009 έλαβε το ποσό των 2.800 ευρώ.

Η ένσταση όμως αυτή, υπό την ανωτέρω διατύπωσή της, είναι απαράδεκτη ως παντελώς αόριστη, αφού δεν αναφέρονται τα καταβληθέντα ποσά και ο χρόνος καταβολής αυτών για κάθε μία από τις ανωτέρω επίδικες αξιώσεις, τα απαιτούμενα δηλαδή κατά νόμο στοιχεία για τη θεμελίωσή της, η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί παραδεκτά από τις αποδείξεις.

Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε την ως άνω ένσταση ως ουσιαστικά βάσιμη, ενώ αυτή, σύμφωνα και με αυτεπάγγελτη έρευνα του παρόντος δικαστηρίου, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (ΚΠολΔ 522), είναι προδήλως αόριστη και απορριπτέα ως απαράδεκτη....." Κατόπιν αυτών το Εφετείο έκανε δεκτό τον σχετικό λόγο έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ως ουσία βάσιμο, με τον οποίο, διατυπώνονταν παράπονα ως προς την κατ'ουσίαν παραδοχή της εν λόγω ένστασης εξόφλησης από το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο και την απέρριψε (ένσταση) ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Αιγαίου, που δέχθηκε ότι έπρεπε ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας η ένσταση εξόφλησης, που είχε παραδεκτά προβάλλει στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και είχε επαναφέρει με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου η εναγομένη - εφεσίβλητη, ήδη αναιρεσείουσα έσφαλε κατά τον βάσιμο μοναδικό πρόσθετο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που αφορά τα έτη 2006-2009 στη σχετική ένσταση γιατί στην ένσταση αυτή προσδιορίζονταν πλήρως και με σαφήνεια τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών εκ μέρους της εναγομένης στην ενάγουσα. Συγκεκριμένα αναφέρονται κατά λέξη τα εξής που ενδιαφέρουν εν προκειμένω (για τα έτη 2006, 2007, 2008, 2009): "Επειδή η αντίδικος έχει λάβει όλα τα επιδόματα για το χρονικό διάστημα από το 2003 μέχρι το 2009 όπως αποδεικνύεται από τις παρακάτω αναφερόμενες αποδείξεις μου είσπραξης τις οποίες έχει και η ίδια υπογράψει και ειδικότερα.....την 24/6/2006 έλαβε το ποσό για δώρο Πάσχα 400 ευρώ. Επίσης, την 24/6/2006 έλαβε για επίδομα άδειας και άδεια το ποσό των 1.400 ευρώ και συνολικά για το έτος 2006 το ποσό των 1.800 ευρώ.

Την 24/11/2007 έλαβε το ποσό των 2680 ευρώ για Δώρο Πάσχα - άδεια, επίδομα άδειας και προκαταβολή Δώρου Χριστουγέννων 2007.

Την 24/1/2007 έλαβε η αντίδικος το ποσό των 2680 ευρώ για Δώρο Πάσχα, Χριστουγέννων, άδεια και επίδομα άδειας του έτους 2006. Την 21/11/2008 έλαβε η αντίδικος για Δώρο Πάσχα, άδεια, επίδομα άδειας - δώρο Χριστουγέννων (με απουσία έξι μηνών) για το έτος 2008 το ποσό των 2830 ευρώ και για το έτος 2009 έλαβε το ποσό των 2800 ευρώ. Από τα επί μέρους κονδύλια της υπό κρίση αγωγής της η αντίδικος αναφέρει ότι θα έπρεπε να έχει λάβει για τα κονδύλια αποζημίωση άδειας - επίδομα άδειας - δώρο Χριστουγέννων - δώρο Πάσχα και συνολικά αθροιζόμενα.....Για το έτος 2006 τα ποσά των 2013,24 ευρώ. Για το έτος 2007 τα ποσά των 2015 ευρώ. Για το έτος 2008 τα ποσά των 2081,86 ευρώ. Για το έτος 2009 τα ποσά των 2416.09 ευρώ. Επειδή από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η αντίδικος λάμβανε πολύ περισσότερα από όσα είχε δικαίωμα να λάβει τα οποία τόσο με την υπό κρίση αγωγή της...αναφέρει ότι δήθεν ουδέποτε δεν έλαβε".

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα κεφάλαια των ετών 2006-2009 να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ), πρέπει δε να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος απ'αυτή παραβόλου του άρθρου 495 ΚΠολΔ, στην καταβολή του οποίου δεν ήτο υπόχρεη σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 4 της άνω διάταξης, λόγω της φύσεως του αντικειμένου ως εργατικής διαφοράς του άρθρου 663 ΚΠολΔ (ΑΕΔ 2/2015 ΑΕΔ 34/2014) κατά το βάσιμα υποβληθέν με τις προτάσεις της αίτημα της, ως μη οφειλόμενο απ'αυτήν. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 92/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου κατά το στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος απ'αυτήν παραβόλου.

Και

Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη την δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ