Legislator Case Law & Legislation
1245/2019 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on termination compensation exceeding statutory limits and remands case.

Case Number 1245/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's dismissal of his employment contract claims. The appellant argued that his termination violated established business practice by failing to pay full statutory severance, while the employer contended the dismissal was justified under specific legal grounds. The court ruled that the appeal was admissible regarding the compensation calculation and remanded the case for further examination by a newly constituted panel.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may partially allow an appeal and remand the case for further trial when the contested judgment violates specific legal provisions regarding the calculation of termination compensation based on established business practice.

Keywords

AI generated
termination compensation business practice statutory limits partial appeal remand for trial employment contract severance pay

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 672 of the Civil Code
Article 5 of the Law 3198/1955

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1245 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1245/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Παπασταύρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία ..." και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/12/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2442/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 3470/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/10/2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με την υπό κρίση από 17ης Οκτωβρίου 2017 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 3470/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αρχικώς ο αναιρεσείων άσκησε κατά της καθ' ης φαρμακευτικής εταιρίας "..." και του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνοντος συμβούλου αυτής Φ. Ν. την από 23ης Δεκεμβρίου 2010 αγωγή, με την οποία, επικαλούμενος ότι προσελήφθη από την εναγομένη την 3η Ιανουαρίου 2005 υπό σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου απασχολούμενος έκτοτε ως Διευθυντής Ανθρωπίνου Δυναμικού μέχρι της 30ής Ιουνίου 2010, οπότε η εναγομένη έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, εζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να απασχολεί αυτόν στην ιδία θέση και να του καταβάλει αποδοχές υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, επικουρικώς δε, υπό την εκδοχή ότι είχε καταγγελθεί εγκύρως η σύμβαση εργασίας αυτού, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει βάσει επιχειρησιακής συνηθείας την διαφορά της αποζημιώσεως απολύσεως υπολογιζομένης χωρίς το όριο του άρθρου 5 παρ. 1 Ν. 3198/1955 ποσού 203097,16 ευρώ, ως επίσης, ομοίως βάσει επιχειρησιακής συνηθείας, ως οικειοθελή παροχή τους μισθούς 14 άλλως 6 μηνών ποσού 155960 άλλως 66840 ευρώ αντιστοίχως.

Εξεδόθη η υπ' αριθμόν 2442/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή εθεωρήθη ως μη ασκηθείσα ως προς τον Φ. Ν., απερρίφθη δε ως προς την φαρμακευτική εταιρία, και δη απερρίφθησαν, το αίτημα επιδικάσεως μισθών υπερημερίας και υποχρεώσεως απασχολήσεως ως απαράδεκτο, το αίτημα συμπληρώσεως της αποζημιώσεως απολύσεως ως μη νόμιμο, το αίτημα επιδικάσεως των αποδοχών 14 άλλως 6 μηνών ως ουσία αβάσιμο και σιωπηρώς το αίτημα επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως.

Κατά της εν λόγω αποφάσεως ο αναιρεσείων άσκησε την από 21ης Μαρτίου 2014 έφεση, στρεφομένη κατά της φαρμακευτικής εταιρίας, εξεδόθη δε αντιμωλία των διαδίκων η προαναφερομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η έφεση ως προς το αίτημα επιδικάσεως μισθών υπερημερίας, ενώ απερρίφθη ως προς τα λοιπά αιτήματα, και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως ως προς το κεφάλαιο των μισθών υπερημερίας, απερρίφθη το σχετικό αίτημα κατ' ουσίαν, εν συνεχεία δε ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.

Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564, 566 και 569 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εάν όμως ο αναιρεσείων επικαλείται ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ από την εν λόγω απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν ερεύνησε τον ισχυρισμό, τον οποίον αφορά η παραβίαση, ο σχετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους. Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος αναφέρεται αποκλειστικώς στις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του κανόνος του ουσιαστικού δικαίου, επομένως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν ερεύνησε τον σχετικό ισχυρισμό ή απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 εδ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται και εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, οι οποίοι έχοντες αυτοτελή υπόσταση τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.

Εάν όμως το δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν τους εν λόγω ισχυρισμούς και απέρριψε αυτούς ρητώς ή σιωπηρώς, εκ του πράγματος, δεχόμενο ως αποδειχθέντα αντίθετα περιστατικά, ή οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ή δεν είχαν νομίμως προβληθεί, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, υπό το ισχύον επί αγωγών και ενδίκων μέσων κατατιθεμένων μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2015 δικονομικό καθεστώς (άρθρο ένατο παρ. 2 Ν. 4335/2015), συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 591 παρ. 1 εδ. β', 664 επ., 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1δ' ΚΠολΔ ότι επί υποθέσεων δικαζομένων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία ενώπιον του ειρηνοδικείου ή του μονομελούς πρωτοδικείου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, πρέπει οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων να προτείνονται προφορικώς κατά την συζήτηση και να καταχωρίζονται στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων, τα οποία τους θεμελιώνουν, εκτός εάν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες επ' ακροατηρίου προτάσεις, οπότε δεν απαιτείται η καταχώρισή τους στα πρακτικά αλλά μόνον η προφορική πρόταση και ανάπτυξή τους.

Ωσαύτως, υπό το προαναφερόμενο δικονομικό καθεστώς, συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ ότι δεν είναι παραδεκτή στην κατ' έφεση δίκη η προβολή πραγματικών ισχυρισμών, οι οποίοι δεν έχουν προταθεί παραδεκτώς πρωτοδίκως, εκτός εάν προτείνονται από τον εφεσίβλητο προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως και δεν μεταβάλλεται η βάση της αγωγής, ή έχουν γεννηθεί μετά την τελευταία συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπ' όψιν ή δεν έχουν προβληθεί από δικαιολογημένη αιτία ή αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου, και ότι την συνδρομή μιάς των εν λόγω περιπτώσεων οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο προτείνων τους νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, εκτός εάν πρόκειται περί ισχυρισμών λαμβανομένων αυτεπαγγέλτως υπ' όψιν, ενώ, εάν είναι εκκαλών, η εν λόγω επίκληση πρέπει να γίνει με το εφετήριο ή το δικόγραφο προσθέτων λόγων ή με τις προτάσεις, εφ' όσον η διαδικασία, κατά την οποία εκδικάζεται η υπόθεση, επιτρέπει να προτείνονται οι πρόσθετοι λόγοι και με τις προτάσεις, όπως η διαδικασία των εργατικών διαφορών συμφώνως προς την ισχύουσα υπό το προαναφερόμενο δικονομικό καθεστώς διάταξη του άρθρου 674 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Εξ άλλου, εάν ο εργαζόμενος αιτείται με την αγωγή την επιδίκαση μισθού υπερημερίας λόγω της μη αποδοχής από τον εργοδότη της προσφερομένης εργασίας αυτού και ο εργοδότης προβάλλει κατ' ένσταση ότι έχει καταγγείλει την σύμβαση εργασίας, ο ισχυρισμός του εργαζομένου ότι η εν λόγω καταγγελία είναι άκυρη συνιστά αντένσταση, η οποία δεν λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπ' όψιν, και συνεπώς, πρέπει κατά τα ανωτέρω να προταθεί παραδεκτώς κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή, εφ' όσον προταθεί το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, να επικαλεσθεί παραδεκτώς και να αποδείξει ο εργαζόμενος την συνδρομή μιάς των προϋποθέσεων παραδεκτής προβολής αυτής κατ' έφεση.

Εν προκειμένω, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο εδέχθη τα εξής: "Ο ενάγων προσλήφθηκε στις 17-12-2004 από την εναγομένη πολυεθνική ανώνυμη φαρμακευτική εταιρεία, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως Διευθυντής Ανθρώπινου Δυναμικού, ενώ του αναγνωρίσθηκε προϋπηρεσία από 1-6-1992, ημεροχρονολογία κατά την οποία ο ενάγων - εκκαλών είχε αρχικά προσληφθεί από τον Όμιλο Εταιρειών της εναγομένης...ως ιατρικός επισκέπτης, ενώ είχε εργαστεί και σε εταιρείες του Ομίλου στο εξωτερικό.

Πράγματι ο ενάγων - εκκαλών παρείχε τις υπηρεσίες του έκτοτε στην έδρα της εταιρείας στην Αθήνα, μέχρι την 30-6-2010, οπότε η εναγομένη εφεσίβλητη κατήγγειλε την ως άνω σύμβαση εργασίας εγγράφως με την κοινοποίηση προς αυτόν της προσκομιζόμενης από 30-6-2010 έγγραφης καταγγελίας. Κατά τον παραπάνω χρόνο επίσης, του κατέβαλε την αποζημίωση απολύσεως, η οποία ανήλθε στο ποσόν των 112.000 ευρώ την οποία ο ενάγων - εκκαλών και εισέπραξε.

Έκτοτε λύθηκε η σύμβαση εργασίας με την καταγγελία αυτή και έπαψε ο ενάγων να παρέχει τις υπηρεσίες του στην εναγομένη, όχι από λόγους που αφορούν τον εργοδότη, αλλά λόγω του ότι διεκόπη πλέον η συναλλακτική σχέση μεταξύ των μερών. Δεν αποδείχθηκε συνεπώς ότι η εναγομένη περιήλθε σε υπερημερία εργοδότη, σύμφωνα με τις διατάξεις που εκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη της παρούσας, και συνεπώς οι σχετικές αγωγικές αξιώσεις που συνδέονται με την εν λόγω βάση της αγωγής (υποχρέωση εναγομένης να απασχολεί τον ενάγοντα, μισθοί υπερημερίας κλπ.) πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμες.

Δέον εδώ να σημειωθεί ότι όσον αφορά τον πρώτο προβαλλόμενο επικουρικά στην αγωγή ισχυρισμό του ενάγοντα, σύμφωνα με τον οποίο, εφόσον η εναγομένη προβάλει τον ισχυρισμό περί καταγγελίας, επιφυλάσσεται ο ενάγων να προσβάλει αυτήν ως άκυρη, για τους λόγους που θα εκθέσει και αφορούν μεταξύ άλλων στην άρνησή του να συμμορφωθεί στις υποδείξεις ορισμένων σοβαρότατων ζητημάτων (αποθεμάτων, αντιμετώπισης νέων χαμηλών τιμών στην ελληνική αγορά, παράλληλων εξαγωγών κλπ) αλυσιτελώς προβάλλεται στο δικόγραφο, αφού δεν συνδέεται με συγκεκριμένο αίτημα (όπως αναγνώριση ακυρότητας, καταβολή μισθών υπερημερίας κλπ.).

Ομοίως αλυσιτελώς προβάλλεται με τον πρώτο λόγο έφεσης ο οποίος πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία". Yπό τις ως άνω παραδοχές το Μονομελές Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσείων δεν εδικαιούτο μισθών υπερημερίας, διότι η εργοδότις φαρμακευτική εταιρία είχε εγκύρως καταγγείλει την σύμβαση εργασίας αυτού, και, ως προανεφέρθη, αφού εδέχθη τον σχετικό λόγο της εφέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει το αίτημα επιδικάσεως μισθών υπερημερίας απαράδεκτο, και εξαφάνισε κατά το εν λόγω κεφάλαιο την εκκαλουμένη απόφαση, εν συνεχεία απέρριψε το εν λόγω αίτημα κατ' ουσίαν.

Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλονται οι αιτιάσεις, ότι το Μονομελές Εφετείο παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 656, 346 και 180 ΑΚ, καθ' όσον δεν έκρινε άκυρη την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος και δεν επιδίκασε υπέρ αυτού μισθούς υπερημερίας, επικουρικώς δε, ότι δεν έλαβε υπ' όψιν τον προταθέντα με την αγωγή, προφορικώς στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με τις προτάσεις ενώπιον αυτού, ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό περί ακυρότητος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος, και κατά πάσα περίπτωση, ότι διέλαβε σχετικώς με την εγκυρότητα της εν λόγω καταγγελίας ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής του αναιρεσείοντος, με την οποία διώκεται η επιδίκαση μισθών υπερημερίας, δεν περιέχεται ισχυρισμός ότι έχει καταγγελθεί η σύμβαση εργασίας αυτού και ότι η εν λόγω καταγγελία είναι άκυρη, αλλά απλώς διαλαμβάνεται η εξής περικοπή: "Ως εκ περισσού, διευκρινίζω ότι, αν οι αντίδικοι στο ακροατήριο προβάλουν κατ' ένσταση ότι δήθεν η παράνομη, αντισυμβατική και υπαίτια, από μέρους τους, απόκρουση και άρνηση αποδοχής των πραγματικώς και προσηκόντως προσφερόμενων υπηρεσιών μου και καταβολής των συμφωνημένων ανταλλαγμάτων της εργασίας μου συνιστά τάχα από μέρους τους καταγγελία της μεταξύ μας σύμβασης, επιφυλάσσομαι ρητώς του δικαιώματος να προβάλω κατ' αντένσταση ότι η καταγγελία αυτή είναι εξόχως άκυρη...".

Με την εν λόγω περικοπή γίνεται απλώς η υποθετική αναφορά ότι, εάν προβληθεί από την εναγομένη η ένσταση ότι κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας, επιφυλάσσεται ο αναιρεσείων να προτείνει τότε κατ' αντένσταση λόγους ακυρότητος της καταγγελίας. Την εν λόγω αντένσταση ισχυρίζεται με την υπό κρίση αίτηση ο αναιρεσείων ότι προέβαλε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αμέσως μετά την προβολή της ενστάσεως της εναγομένης ότι είχε καταγγείλει την σύμβαση εργασίας.

Όμως, δεν προσκομίζονται ούτε οι προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ούτε τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, ώστε να αποδεικνύεται η παραδεκτή προβολή του εν λόγω ισχυρισμού πρωτοδίκως, ούτε εκτίθενται στοιχεία δικαιολογούντα παραδεκτή προβολή αυτού το πρώτον κατ' έφεση.

Συνεπώς, εφ' όσον ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί ακυρότητος της καταγγελίας δεν προεβλήθη δια της αγωγής ούτε αποδεικνύεται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ορθώς το Μονομελές Εφετείο δεν ερεύνησε αυτόν και ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το σκέλος αυτού εκ του αριθμού 8 εδ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ωσαύτως απορριπτέος συμφώνως προς τα ανωτέρω είναι ο ίδιος λόγος ως απαράδεκτος κατά τα σκέλη αυτού εκ των αριθμών 1 εδ. α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού κατά τα ανωτέρω το δικαστήριο δεν ερεύνησε τον ισχυρισμό περί ακυρότητος της καταγγελίας.

Επειδή, η επί ικανό χρονικό διάστημα, κατά τρόπο γενικό, απρόσωπο και ομοιόμορφο, χωρίς επιφύλαξη, χορήγηση οικειοθελών παροχών προς το προσωπικό δεσμεύει τον εργοδότη να συνεχίσει την καταβολή αυτών και στο μέλλον, διότι η εν λόγω συμπεριφορά αποτελεί την βάση υποδηλουμένης συμφωνίας των μερών κατ' άρθρο 648 παρ. 1 ΑΚ ως γενεσιουργού λόγου αξιώσεως και απολήγει να δημιουργήσει επιχειρησιακή συνήθεια, η οποία αφαιρεί από την παροχή τον οικειοθελή και ελευθέρως ανακλητό χαρακτήρα αυτής.

Οι οικειοθελείς παροχές δυνατόν να αφορούν και στην καταβολή ποσού αποζημιώσεως κατά την αποχώρηση του μισθωτού μεγαλυτέρου του νομίμου. Δεν συνιστά όμως επιχειρησιακή συνήθεια ο τρόπος κατά τον οποίον ο εργοδότης αντιμετωπίζει ωρισμένα εξατομικευμένα περιστατικά. Αφ' ετέρου, η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία, ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψιν και τα συναλλακτικά ήθη, επιβάλλει στον εργοδότη την υποχρέωση ίσης μεταχειρίσεως πάντων των εργαζομένων, εφ' όσον παρέχουν εργασία ίσης αξίας, έχουν τα αυτά προσόντα και εργάζονται υπό τις αυτές συνθήκες, εκτός και συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι δικαιολογούντες διαφορετική ρύθμιση, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Συνεπώς, εάν ο εργοδότης νομίμως καταβάλλει οικειοθελώς σε ωρισμένους εργαζομένους ωρισμένη παροχή, δύνανται και οι άλλοι εργαζόμενοι, εφ' όσον ανήκουν στην αυτή κατηγορία και παρέχουν τις ίδιες υπό τις αυτές συνθήκες υπηρεσίες, να αξιώσουν την καταβολή της παροχής.

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο εδέχθη περαιτέρω τα εξής: "Η εναγομένη - εφεσίβλητη, κατά την αποχώρηση στελεχών της επιχείρησής της και προς αναγνώριση των υπηρεσιών που προσέφεραν ως υπάλληλοί της, κατά επιχειρησιακή συνήθεια προέβαινε στην καταβολή προς αυτούς χρηματικού ποσού επιπλέον της αποζημίωσης απολύσεως και δη "πακέτο αποχώρησης".

Όπως αποδείχθηκε στον ενάγοντα προέβη στην καταγγελία της σύμβασης χωρίς την καταβολή επιπλέον ποσού "πακέτου αποχώρησης" αν και κατά το χρόνο πριν την απόλυσή του, αλλά και μετά, ερχόταν σε επαφή και διαπραγματευόταν με τους υπαλλήλους που επρόκειτο να αποχωρήσουν αναφορικά με τις οικονομικές συνθήκες αποχώρησής τους προσφέροντάς τους ένα χρηματικό ποσόν το οποίο χαρακτήριζε "πακέτο αποχώρησης", πρακτική που λόγω της μακροχρόνιας εφαρμογής της, είχε καταστεί όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας.

Η Ι. Π., προκάτοχος του ενάγοντος στην Διεύθυνση Ανθρωπίνου Δυναμικού, προσλήφθηκε στις 1-10-2001 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και υπέβαλε την παραίτησή της κατόπιν διαπραγμάτευσης στις 1-6-2004, οπότε και της καταβλήθηκε πέραν της αποζημίωσης απολύσεως και το ποσό των 84.000 ευρώ ως "πακέτο απόλυσης" σε αναγνώριση των παρασχεθεισών υπηρεσιών και της προϋπηρεσίας της.

Ο Γ. Δ., Γενικός Διευθυντής στην εναγομένη. προσλήφθηκε στις 31-7-1967 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία διήρκεσε μέχρι την 6-6-2003, οπότε και καταγγέλθηκε λόγω συνταξιοδότησης, λαμβάνοντας πέραν της αποζημίωσης απολύσεως και το επιπλέον ποσό των 212.647 ευρώ, ως πρόσθετη οικειοθελή παροχή.

Επιπροσθέτως και για άλλους λόγους, οι υπάλληλοι που αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο, ήτοι οι: Γ. Π., ιατρικός επισκέπτης, Σ. Μ., ιατρικός επισκέπτης, Φ. Γ., ιατρικός επισκέπτης, Α. Σ. - Τ., Προϊστάμενος Πωλήσεων, Κ. Β., Προϊστάμενος Πωλήσεων, Γ. Μ., ταμίας - λογιστής, και Α. Θ., γραμματέας, απολύθηκαν από την εναγομένη λαμβάνοντας ένα επιπλέον ποσό, ως πρόσθετη αποζημίωση, ίσο με 6 μηνιαίους μισθούς συν επίδομα ανεργίας του ΟΑΕΔ προσαυξημένο κατά 45%.

Οι ως άνω καταβολές είχαν πράγματι διαμορφώσει επιχειρησιακή συνήθεια, υπό διαφορετικές όμως προϋποθέσεις, αφού όπως αποδείχθηκε οι ως άνω υπάλληλοι απεχώρησαν από την εταιρεία στα πλαίσια προγράμματος οικειοθελούς αποχώρησης, για λόγους ήτοι οικονομοτεχνικούς, που σχετίζονταν με την οικονομική πολιτική της εναγομένης - εκκαλούσας και τον ορθολογικότερο σχεδιασμό αυτής και συνεπώς αποτελούσαν στην πραγματικότητα κίνητρο για αποχώρηση και όχι επιβράβευση για την προσφορά υπηρεσιών.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη σε πολλές περιπτώσεις υπαλλήλων της, κατέβαλλε πράγματι ως οικειοθελή παροχή ένα πρόσθετο χρηματικό ποσό ως "πακέτο αποχώρησης", αυτό γινόταν όμως είτε σε ένδειξη αναγνώρισης της προσφοράς τους και της πολυετούς προϋπηρεσίας τους, όπως έπραξε με τον Γενικό Διευθυντή Γ.

Δ., είτε επειδή η σύμβαση λύθηκε νωρίτερα από ό,τι ανέμενε και είχε συμφωνηθεί με τον συγκεκριμένο υπάλληλο, χωρίς υπαιτιότητα του τελευταίου, όπως έπραξε στην περίπτωση της Ι. Π., είτε διότι κατά καιρούς ενέτασσε, κυρίως τους μη υψηλόβαθμους υπαλλήλους της, σε προγράμματα εθελούσιας εξόδου. Δεν αποδείχθηκε συνεπώς ότι σε όλες τις περιπτώσεις καταγγελίας της σύμβασης εργασίας με πρωτοβουλία της εναγομένης - εφεσίβλητης υπήρχε ομοιόμορφος χειρισμός, αναφορικά με την εν λόγω παροχή, αφού οι λόγοι που κάθε φορά το έπραττε ήταν διαφορετικοί - ανάλογα με το πρόσωπο του κάθε υπαλλήλου και την αιτία αποχώρησής του - και δεν είχαν ως μόνη αιτία και ως αποκλειστικό κριτήριο και προϋπόθεση την απόλυση του υπαλλήλου.

Δεν μπορεί συνεπώς να υποστηριχθεί βασίμως ότι η εναγομένη ακολουθούσε μια συμπεριφορά γενική και απρόσωπη καταβάλλοντας, ένα πρόσθετο ποσό αποζημίωσης με την απόλυση κάθε υπαλλήλου, αφού για να δεχθούμε την ύπαρξη μακροχρόνιου ομοιόμορφου χειρισμού, θα πρέπει αυτός να αφορά σε όμοιες περιπτώσεις.

Η περίπτωση του ενάγοντος διαφέρει από τις ανωτέρω αναφερόμενες, υπό την έννοια ότι και τα δύο διάδικα μέρη - και ανεξαρτήτως "υπαιτιότητας" του ενάγοντα εκκαλούντα που δεν ερευνάται ούτε και αποδείχθηκε, μετά βεβαιότητας από κάποιο ισχυρό αποδεικτικό στοιχείο - δέχονται ότι η απόλυση του ενάγοντος δεν ήταν αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης και δεν έγινε με την συναίνεσή του και υπό ομαλές συνθήκες.

Ομοίως δεν μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση της αρχής της ισότητας". Υπό τις ως άνω παραδοχές το Μονομελές Εφετείο απέρριψε τον λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει κατ' ουσίαν το επικουρικό αίτημα της αγωγής περί επιδικάσεως υπέρ αυτού του ποσού των 155960 άλλως των 66840 ευρώ, ως ισοπόσου 14 άλλως 6 μηνιαίων μισθών.

Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 288 και 648 παρ. 1 ΑΚ, δεχόμενο ότι ο αναιρεσείων δεν είχε βάσιμη σχετική αξίωση κατά της φαρμακευτικής εταιρίας ερειδομένη επί επιχειρησιακής συνηθείας ή της αρχής ίσης μεταχειρίσεως, καθ' όσον οι χρηματικές παροχές, τις οποίες επεκαλέσθη, είχαν δοθεί σε άλλους εργαζομένους της εταιρίας κατά σημαίνοντα λόγο ως κίνητρο εντός των πλαισίων προγραμμάτων οικειοθελούς αποχωρήσεως, ένεκα λόγων οικονομοτεχνικών σχετιζομένων με την οικονομική πολιτική της εταιρίας και τον ορθολογικό σχεδιασμό αυτής, προϋπόθεση, η οποία δεν συνέτρεχε ως προς τον αναιρεσείοντα, του οποίου η σύμβαση εργασίας κατηγγέλθη κατόπιν διαταράξεως των σχέσεων μεταξύ αυτού και της διοικήσεως της εταιρίας, εκτός τούτου δε, ως προς τις προαναφερόμενες χρηματικές παροχές δεν υπήρχε γενικός, απρόσωπος και ομοιόμορφος χειρισμός εκ μέρους της εταιρίας, αλλά ελαμβάνοντο εξατομικευμένως υπ' όψιν παράμετροι αναγόμενες στο πρόσωπο εκάστου υπαλλήλου και την αιτία αποχωρήσεως αυτού και δεν υφίστατο ως μόνη αιτία και προϋπόθεση η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας.

Διέλαβε δε το Μονομελές Εφετείο επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων και την πληρότητα του αποδεικτικού του πορίσματος.

Συνεπώς, ο σχετικός λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες εκ των αριθμών 1 εδ. α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παραβιάσεως των προαναφερομένων διατάξεων και της ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955, όπως έχει αντικατασταθεί με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 Ν. 2556/1997, προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας θεωρείται έγκυρη, εφ' όσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλομένη αποζημίωση, η οποία καθορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 Ν. 2112/1920, ενώ από την διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 Ν. 3198/1955 ορίζεται ότι ο υπολογισμός αυτής γίνεται βάσει των τακτικών αποδοχών του εργαζομένου του τελευταίου μηνός υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, όμως, προκειμένου περί υπαλλήλου, οι μηνιαίες αποδοχές αυτού δεν λαμβάνονται υπ' όψιν καθ' ό ποσόν υπερβαίνουν το οκταπλάσιον του ημερομισθίου ανειδικεύτου εργάτου, πολλαπλασιαζόμενο επί τον αριθμόν 30.

Ο ως άνω περιορισμός αφορά την νόμιμη αποζημίωση και δεν καταλαμβάνει και την συμβατική, αφού η σχετική συμφωνία απορρέει από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων και είναι σύμφωνη με την αρχή της ευνοίας υπέρ των εργαζομένων, αλλά και προβλέπεται ρητώς στο άρθρο 3 παρ. 1 Ν. 2112/1920, κατά το οποίο "Εργοδότης παραμελών την κατά τα ανωτέρω υποχρέωσιν καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως οφείλει να καταβάλη εις τον απολυόμενον υπάλληλον αποζημίωσιν ίσην προς το σύνολον των τακτικών αποδοχών, ας θα ελάμβανε κατά τον χρόνον προ του οποίου έδει να γίνη η καταγγελία, πλήν αν εκ συμβάσεως η εθίμου οφείλεται μεγαλυτέρα αποζημίωσις" (ΑΠ 1402/2017, 833/2015).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Μονομελές Εφετείο εδέχθη ότι το αίτημα της αγωγής περί συμπληρώσεως της καταβληθείσης στον αναιρεσείοντα αποζημιώσεως απολύσεως, ερειδόμενο επί του ισχυρισμού ότι βάσει επιχειρησιακής συνηθείας η εργοδότις φαρμακευτική εταιρία ώφειλε να καταβάλει αποζημίωση βάσει των πλήρων αποδοχών εκάστου απολυομένου υπαλλήλου, χωρίς τον περιορισμό του άρθρου 5 παρ. 1 Ν. 3198/1955, εστερείτο νομιμότητος και απέρριψε τον σχετικό λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου, το οποίο είχε αποφανθεί ομοίως. Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Εφετείο παρεβίασε την προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 Ν. 3198/1955, αφού συμφώνως προς τα ανωτέρω ο ως άνω περιορισμός αφορά την νόμιμη αποζημίωση και δεν καταλαμβάνει και την συμβατική.

Συνεπώς, ο σχετικός λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως εκ του αριθμού 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δια του οποίου προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της παραβιάσεως της εν λόγω διατάξεως, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Εν τούτοις, κατά την άποψη, την οποία υπεστήριξε ο Εισηγητής, η ως άνω διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 Ν. 3198/1955, η οποία, αποσκοπεί στον περιορισμό της αποζημιώσεως - και όχι των αποδοχών - των υψηλομίσθων υπαλλήλων, των οποίων η ανάπτυξη της προσωπικότητος και η συμμετοχή στην οικονομική ζωή της Χώρας δεν παρεμποδίζεται από την λήψη αναλογικώς μειωμένης αποζημιώσεως, και δεν είναι αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 5 παρ. 1, 22 παρ. 1β και 106 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, αποτελεί διάταξη αμφιμερώς αναγκαστικού δικαίου, έχουσα θεσπισθεί χάριν του γενικωτέρου κοινωνικού συμφέροντος και επομένως δεν είναι επιτρεπτή ρύθμιση ως προς την αποζημίωση απολύσεως καθ' υπέρβαση του οριζομένου ορίου βάσει είτε συλλογικής συμβάσεως εργασίας είτε επιχειρησιακής συνηθείας είτε ατομικής συμβάσεως (ΑΠ 673/2014, 1750/2008, 227/2006, 803/2003), ενόσω μάλιστα, η συνομολόγηση αποζημιώσεως απολύσεως καθ' υπέρβαση του ορίου του άρθρου 5 παρ. 1 Ν. 3198/1955, το οποίο ο νομοθέτης θεωρεί εύλογο, και η εντεύθεν υποχρέωση καταβολής λίαν υψηλής αποζημιώσεως δυσχεραίνει ουσιωδώς τον εργοδότη να προβεί στην απόλυση του εργαζομένου έστω και εάν συντρέχει σπουδαίος λόγος προς τούτο, αφού, με εξαίρεση τις περιπτώσεις υποβολής μηνύσεως - ασκήσεως ποινικής διώξεως κατά του μισθωτού (άρθρο 5 παρ. 1 Ν. 2112/1920), διακοπής της λειτουργίας της επιχειρήσεως λόγω ανωτέρας βίας (άρθρο 6 παρ. 2 εδ.

γ' Ν. 2112/1920) και πτωχεύσεως της επιχειρήσεως (άρθρο 34 παρ. 2 Ν. 3588/2007), κατά τις οποίες δεν καταβάλλεται αποζημίωση απολύσεως, αντιθέτως, καθ' όλες τις άλλες περιπτώσεις, δεν αρκεί να καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, αλλά, εάν έχει συμφωνηθεί η καταβολή μεγαλυτέρου ποσού, απαιτείται, προκειμένου να είναι έγκυρη η καταγγελία, να καταβληθεί το συμφωνηθέν μεγαλύτερο ποσόν, έστω και εάν συντρέχει άλλος σπουδαίος λόγος καταγγελίας της συμβάσεως (ΑΠ 341/2011), με συνέπεια να δεσμεύεται υπερμέτρως, και κατ' αντίθεση προς την καλή πίστη επί συνδρομής σπουδαίου λόγου, ο εργοδότης, εάν η συμφωνηθείσα αποζημίωση υπερβαίνει το προαναφερόμενο όριο της διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 1 Ν. 3198/1955.

Υπό αντίστοιχη δικαιοπολιτική θεώρηση, επί συμβάσεως ωρισμένου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 672 ΑΚ, κατά την οποία, δύναται ο εργοδότης να καταγγείλει οποτεδήποτε την σύμβαση ένεκα σπουδαίου λόγου χωρίς να καταβάλει αποζημίωση, είναι δημοσίας τάξεως και το δικαίωμα καταγγελίας ένεκα σπουδαίου λόγου δεν δύναται να αποκλεισθεί εκ των προτέρων με ατομική ή συλλογική σύμβαση, ούτε να περιορισθεί αμέσως ή εμμέσως με την πρόβλεψη προϋποθέσεων ή διατυπώσεων δυσχεραινουσών την άσκηση αυτού, αφού αντιβαίνει στην καλή πίστη και την οικονομική και επαγγελματική ελευθερία η εμμονή στην τήρηση των συμφωνηθέντων εάν συντρέχει σπουδαίος λόγος καταγγελίας της συμβάσεως.

Συνεπώς, κατά την εν λόγω μειοψηφήσασα άποψη ο ως άνω λόγος αναιρέσεως έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, η αναίρεση αφορά τα προσβληθέντα κεφάλαια αλλά και τα τελούντα σε σχέση ουσιαστικής συναφείας προς αυτά κατά τρόπον ώστε να μην είναι δυνατό να αποχωρισθούν, όπως είναι το κεφάλαιο περί δικαστικών εξόδων, το οποίο έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, οπότε συναναιρούνται και αυτά. Εάν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση εξ οιουδήποτε άλλου λόγου εκτός της υπερβάσεως δικαιοδοσίας και της παραβιάσεως των περί αρμοδιότητος διατάξεων, δύναται συμφώνως προς τις διατάξεις του άρθρου 580 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ, να κρατήσει την υπόθεση και να επιληφθεί της εκδικάσεως αυτής, εάν κατά την κρίση του η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω διευκρινίσεως, άλλως παραπέμπει την υπόθεση, προκειμένου να συζητηθεί σε νέα δικάσιμο, και προκειμένου περί των υπ' αριθμ. 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων, δύναται να παραπέμψει την υπόθεση ενώπιον άλλου δικαστηρίου ισοβάθμου και ομοειδούς προς το εκδώσαν την αναιρεθείσα απόφαση ή ενώπιον του ιδίου, εάν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός των εκδωσάντων την αναιρεθείσα απόφαση.

Εν προκειμένω, πρέπει, εν όψει του ανωτέρω δεκτού γενομένου λόγου, να γίνει εν μέρει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής το αφορών την συμπλήρωση της αποζημιώσεως απολύσεως του αναιρεσείοντος βάσει επιχειρησιακής συνηθείας ως και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση.

Επειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού, ως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμόν 3470/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, καθ' ο μέρος αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος ποσού δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 8 Οκτωβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ