Supreme Court allows partial appeal in labor dispute, overturning dismissal of unpaid holiday bonuses despite invalid contract.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a second-instance judgment that had dismissed the plaintiff's claims for unpaid holiday bonuses and severance pay. The plaintiff argued that these statutory benefits were due regardless of the invalidity of the employment contract, while the defendant contended the contract's invalidity barred all claims. The court ruled that specific laws mandate these payments independently of the contract's validity, thereby overturning the lower court's dismissal of these specific items.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 of Law 1082/1980; Article 1 of the 19040/81 Joint Ministerial Decision; Article 1 and Article 2 of AN 539/45; Article 3, paragraph 16 of Law 4504/1966; Article 2 of the 1975 EGSSE; Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure: The court must apply statutory provisions granting specific labor benefits independently of the validity of the employment contract.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1245 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1245/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Λ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Σοφούλη, που ανακάλεσε την από 23/4/2018 δήλωσή του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Γούμενο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/1/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 129/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 373/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/12/2017 αίτηση και τους από 25/1/2018 προσθέτους λόγους του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 19.12.2017 και με αριθ. κατάθεσης 92/20.12.2017 αίτηση αναίρεσης και τον από 25.1.2018 και με αριθ. κατάθ. 17/30.1.2018 δι' ιδίου δικογράφου ασκηθέντα πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 373/29.9.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 21.10.2015 και με αριθ. κατάθ. 92/22.10.2015 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, εξαφανίσθηκε η υπ' αριθ. 129/31.8.2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης που είχε δεχθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά βάσιμη την από 31.1. 2014 και υπ' αριθ.
κατάθ. 27/31.1.2014 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, και απορρίφθηκε η ως άνω αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία. Με την ίδια απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης και για τυπικούς λόγους ως απαράδεκτη την ασκηθείσα με τις πρωτόδικες από 14.1.2015 προτάσεις της εναγομένης - αντενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ανταγωγή αυτής, την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε προηγουμένως απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού η κατάθεσή αυτής στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου έλαβε χώρα στις 20 Δεκεμβρίου 2017, πριν την επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης στις 2 Ιανουαρίου 2018, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 11.385/2.1.2018 έκθεση επίδοσης της προσβαλλομένης απόφασης που συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής στο Πρωτοδικείο Ξάνθης Δημήτριος Καραμανάβης (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Επίσης ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης ασκήθηκε παραδεκτά με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 30 Ιανουαρίου 2018 και επίδοση αυτού στις 5 Φεβρουαρίου 2018 στην αναιρεσίβλητη εταιρεία, όπως προκύπτει από την με αριθμό 9015/5.2.2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ξάνθης Βασιλείου Βερβερίδη, ήτοι περισσότερες από τριάντα ημέρες πριν την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 24ης Απριλίου 2018 (άρθ. 569 παρ.2 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων στα άνω δικόγραφα λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Με την διάταξη του άρθρου 23 α παρ.2 του κ.ν. 2190/1920, όπως το άρθρο 23 α αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 του Ν. 3604/2007 "Αναμόρφωση και τροποποίηση του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 189) και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάρτισης της επίδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας (23.2.2011), ορίζεται ότι [εκτός από τις αναφερόμενες στην παρ. 1 του ως άνω άρθρου πιστωτικές συμβάσεις] απαγορεύεται και είναι άκυρη η σύναψη οποιωνδήποτε άλλων συμβάσεων της εταιρείας με τα πρόσωπα της παρ. 5 χωρίς ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης και ότι η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει, προκειμένου για πράξεις που δεν εξέρχονται των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρείας με τρίτους.
Με την παρ. 3 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι η άδεια της γενικής συνέλευσης κατά την προηγούμενη παράγραφο 2 δεν παρέχεται, εάν στην απόφαση αντιτάχθηκαν μέτοχοι εκπροσωπούντες τουλάχιστον το ένα τρίτο (1/3) του εκπροσωπουμένου στην συνέλευση μετοχικού κεφαλαίου. Με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου επιτράπηκε η άδεια της γενικής συνέλευσης να παρασχεθεί και μετά τη σύναψη της σύμβασης, υπό την προϋπόθεση ότι στην εν λόγω απόφαση δεν θα αντιταχθούν μέτοχοι εκπροσωπούντες τουλάχιστον το ένα εικοστό (1/20) του εκπροσωπουμένου στη συνέλευση μετοχικού κεφαλαίου, σε αντίθεση δηλαδή με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, όπου απαιτείτο η απόφαση της γενικής συνέλευσης να είναι πάντοτε προγενέστερη της σύναψης της σύμβασης, προκειμένου να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο η γενική συνέλευση να τεθεί προ τετελεσμένων γεγονότων (ΟλΑΠ 32/1975).
Μεταξύ των προσώπων της παρ. 5 του ιδίου άρθρου για τα οποία απαιτείται κατά προαναφερθέντα ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης των μετόχων της ανώνυμης εταιρείας προς σύναψη σύμβασης με τα πρόσωπα αυτά, στις οποίες περιλαμβάνεται και η σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, συγκαταλέγονται τα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου.
Οι διατάξεις αυτές θεσπίσθηκαν για την πρόληψη ενδεχομένων καταχρήσεων εκ μέρους των προσώπων αυτών, τα οποία λόγω της ιδιότητας και της θέσης των είναι δυνατόν να συντελέσουν αποφασιστικά στη σύναψη επιζήμιων για την εταιρεία συμβάσεων προς ίδιο όφελος (ΑΠ 1036/2017, ΑΠ 791/2015, ΑΠ 1512/2011, ΑΠ 1791/2006). Από την διατύπωση των ως άνω διατάξεων σε συνδυασμό με τον κατά τα άνω επιδιωκόμενο από αυτές σκοπό συνάγεται ότι τον κανόνα αποτελεί η ακυρότητα των οιωνδήποτε συμβάσεων, επομένως και της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, που συνάπτουν με την ανώνυμη εταιρεία τα αναφερόμενα στις διατάξεις αυτές πρόσωπα, στα οποία περιλαμβάνονται τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, και ότι κατ' εξαίρεση οι συμβάσεις αυτές είναι έγκυρες στις περιπτώσεις της χορήγησης ειδικής προς τούτο άδειας από τη γενική συνέλευση και υπό τον όρο ότι δεν θα αντιταχθούν μέτοχοι που συγκεντρώνουν ορισμένο ποσοστό του εκπροσωπουμένου στη γενική συνέλευση μετοχικού κεφαλαίου ή στις περιπτώσεις της ένταξης των συμβάσεων αυτών εντός των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρείας (ΑΠ 791/2015, ΑΠ 2182/2007).
Ως "τρέχουσα συναλλαγή της εταιρείας με τρίτους", όρος που χρησιμοποιείται στο νόμο όχι κυριολεκτικά, αλλά προς δήλωση του συνήθως συμβαίνοντος, θεωρείται εκείνη που βάσει του αντικειμένου της εμπίπτει στις συμβάσεις που καταρτίζονται στο πλαίσιο της καθημερινής δράσης της εταιρείας, ήτοι αυτή που οι όροι της είναι οι συνήθεις όροι των συμβάσεων που η εταιρεία συνάπτει με τους λοιπούς συναλλασσομένους με αυτή.
Επομένως σύμβαση το αντικείμενο της οποίας διαφέρει από εκείνο των συμβάσεων που καταρτίζονται στο πλαίσιο της καθημερινής δράσης της εταιρείας ή που κατά το περιεχόμενό του υπερβαίνει το συγκεκριμένο για τη συγκεκριμένη περίπτωση μέτρο, όπως αυτό προσδιορίζεται από τη δραστηριότητα της εταιρείας, την οικονομική της ευρωστία, τις ανάγκες της εταιρείας που ικανοποιούνται με τις συμβάσεις αυτές και τις συνήθειες που κρατούν στις συναλλαγές για συμβάσεις του αυτού είδους, εξέρχεται από τα όρια της τρέχουσας συναλλαγής και επομένως είναι άκυρη, εάν δεν παρασχεθεί η από τις διατάξεις αυτές προβλεπόμενη ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης (ΑΠ 791/2015, ΑΠ 452/2005, ΑΠ 1066/2002, ΑΠ 8/2001, ΑΠ 627/1974).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 58/2015). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Περαιτέρω προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση του από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης της παραμόρφωσης από το δικαστήριο του περιεχομένου εγγράφου είναι να πρόκειται για έγγραφο αποδεικτικό κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επόμ. του ιδίου Κώδικα, ως αποδεικτικό μέσο. Κατά συνέπεια δεν αποτελούν έγγραφα για την ίδρυση του λόγου αυτού τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όπως οι προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 1965/2014, ΑΠ 2013/2013, ΑΠ 1278/2008).
Λόγος αναίρεσης δε που στηρίζεται επί εσφαλμένης ή αναληθούς προϋπόθεσης, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν παραδοχές της, ενώ από την επισκόπηση αυτής προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όπου υπό την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της προσβαλλομένης απόφασης, απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με αναφορά στα επί μέρους αποδεικτικά μέσα δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση αυτού κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." [ήδη αναιρεσίβλητη] έχει ως αντικείμενο την επεξεργασία καπνού και την παραγωγή και διάθεση καπνικών προϊόντων.
Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος [ήδη αναιρεσείων], ο οποίος είναι απόφοιτος ΤΕΙ Μηχανολογίας, προσελήφθη από την εναγομένη την 7-1-1986 ως δόκιμος ρυθμιστής και στη συνέχεια απασχολήθηκε σε αυτήν με την ειδικότητα του εργοδηγού τσιγαροποίησης. Με την από 29-4-2010 αίτησή του προς την εναγομένη εταιρεία ζήτησε να εγκριθεί η αποχώρηση του από την εταιρεία λόγω συνταξιοδότησης από 30-4-2010.
Το Δ.Σ. της εναγομένης, με την υπ' αριθ. 455/29-4-2010 πράξη αυτού, αποφάσισε στα πλαίσια ανασυγκρότησης της εταιρείας και της προσπάθειας δραστικής μείωσης των λειτουργικών δαπανών για την επίτευξη της οικονομικής εξυγίανσης και της ανάκαμψης αυτής, μέσω της αύξησης της παραγωγικότητας και της ποιοτικής αναβάθμισης των παραγομένων προϊόντων με την εισαγωγή σύγχρονης τεχνολογίας και την απασχόληση εξαιρετικά εξειδικευμένου και εκπαιδευμένου ανθρώπινου δυναμικού (βλ.
την ...), την καταγγελία της σύμβασης εργασίας 32 εργαζομένων (υπαλλήλων γραφείου και εργατοτεχνιτών), μεταξύ των οποίων και του ενάγοντος. Λόγω δε της ως άνω καταγγελίας της σύμβασής του την 30-4-2010, όχι όμως λόγω συνταξιοδότησης, όπως είχε αιτηθεί, καταβλήθηκε σε αυτόν πλήρης αποζημίωση απόλυσης και όχι μειωμένη κατά τους όρους του άρθρου 8 του ν. 3198/1955.
Στις αρχές του έτους 2011 η εναγομένη εταιρεία διενήργησε διαγωνισμό για την πρόσληψη μηχανολόγων μηχανικών ΤΕΙ, ο οποίος απέβη άγονος, διότι οι υποψήφιοι δεν διέθεταν τα απαιτούμενα προσόντα, δηλαδή πτυχίο ΤΕΙ και εμπειρία σε ανάλογη απασχόληση. Συγκεκριμένα, με το υπ' αριθ. 4666/22.2.2011 πρακτικό του Δ.Σ. της εναγομένης, επιλέχθηκαν έξι από τους συνολικά είκοσι υποψηφίους, οι οποίοι διέθεταν κάποια από τα απαιτούμενα προσόντα, η δε λήψη οριστικής απόφασης αναβλήθηκε προκειμένου να διερευνηθεί περαιτέρω το θέμα από νομικής απόψεως.
Με το ίδιο πρακτικό το Δ.Σ. αποφάσισε ομόφωνα την πρόσληψη του ενάγοντος, ως εργοδηγού τσιγαροποίησης, ο οποίος δεν συμμετείχε στο διαγωνισμό, ούτε είχε υποβάλλει αίτηση πρόσληψης. Στη σύνθεση του ενδεκαμελούς Δ.Σ. της εναγομένης συμμετείχε ως μέλος και ο ίδιος ο ενάγων, διότι παρά την αποχώρησή του από την εταιρεία παρέμεινε ως πρόεδρος του σωματείου εργατοτεχνιτών και υπαλλήλων ΣΕΚΑΠ ΑΕ, το οποίο διαθέτει ποσοστό στη μετοχική σύνθεση της εταιρείας και εκπρόσωπο στο Διοικητικό Συμβούλιο αυτής.
Δυνάμει της ανωτέρω απόφασης του Δ.Σ. καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης η από 23-2-2011 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με την οποία ο ενάγων προσλήφθηκε με την ειδικότητα του εργοδηγού τσιγαροποίησης με μικτές μηνιαίες αποδοχές ποσού 2.956,40 ευρώ. Για την κατάρτιση της ανωτέρω σύμβασης δεν τηρήθηκε η προβλεπομένη από τον Εσωτερικό Κανονισμό Προσωπικού της εναγομένης διαδικασία (άρθρα 6 - 9, 64) και ειδικότερα ο ενάγων δεν υπέβαλε αίτηση, δεν συμμετείχε στον διαγωνισμό που προκηρύχθηκε, ούτε η υποψηφιότητα του αξιολογήθηκε από την Επιτροπή Προσλήψεων του άρ. 64.
Ο ενάγων ισχυρίζεται πως η διαδικασία αυτή δεν τηρήθηκε, διότι συνέτρεχαν επείγοντες λόγοι κάλυψης της θέσης (παραγγελίες από πελάτες που έπρεπε να ετοιμασθούν και δεν υπήρχε αρκετό προσωπικό να τις διεκπεραιώσει), ενώ η αξιολόγηση των προσόντων του από την ανωτέρω επιτροπή δεν ήταν απαραίτητη, διότι είχε εργασθεί με την ίδια ειδικότητα στην εταιρεία για πολλά χρόνια.
Η σύμβαση όμως αυτή που καταρτίσθηκε με τον ενάγοντα, κατά τον χρόνο που ο τελευταίος συμμετείχε ως μέλος στο Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης, σαφώς εξέρχεται των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρείας διότι: 1) δεν εμπίπτει στις συμβάσεις εργασίας που καταρτίζονται στα πλαίσια της καθημερινής δράσης της εταιρείας με άλλους εργαζομένους, αφού γι' αυτήν δεν τηρήθηκε η προβλεπομένη στον εσωτερικό κανονισμό προσωπικού της εταιρείας διαδικασία προσλήψεων προσωπικού (αίτηση, συμμετοχή σε διαγωνισμό, αξιολόγηση από την αρμόδια επιτροπή), χωρίς μάλιστα στο ανωτέρω πρακτικό Δ.Σ., με το οποίο αποφασίσθηκε αυτή, να περιλαμβάνεται οποιαδήποτε αιτιολόγηση της κατά τον ανωτέρω τρόπο πρόσληψης του ενάγοντος, ενώ προηγουμένως είχε αναβληθεί η λήψη απόφασης για τους έξι επιλεγέντες υποψηφίους προς περαιτέρω νομική διερεύνηση του θέματος, 2) Η πρόσληψη του ενάγοντος υπερβαίνει το συνηθισμένο για τη συγκεκριμένη περίπτωση μέτρο, διότι, κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα αυτή, η παραγωγή της εναγομένης καπνοβιομηχανίας είχε συρρικνωθεί και η εταιρεία αντιμετώπιζε τεράστια οικονομικά προβλήματα.
Συγκεκριμένα κατά τη συνεδρίαση του Δ.Σ. της εταιρείας της 22-2-2011 (πράξη 466) τα μέλη του Δ.Σ. που έλαβαν το λόγο, τόνισαν, σε δραματικό τόνο, την άσχημη πορεία της εταιρείας και την ανάγκη καταβολής προσπάθειας για την σωτηρία της : Ι. Μ. (Εντεταλμένος Σύμβουλος): [" ... "]. Ι. Ν. (Διευθυντής Οικονομικών Υπηρεσιών): ["..."].
Αποφασίσθηκε δε στην ίδια συνεδρίαση να αποσταλεί επιστολή στους τρεις βασικούς μετόχους της εταιρείας, όπου θα τονιζόταν η ανάγκη εξεύρεσης νέων μετόχων και κεφαλαίων, για την προσέλκυση των οποίων θα έπρεπε να επιτευχθούν οι στόχοι της διασφάλισης της λειτουργίας της εταιρείας, της συγκράτησης των πωλήσεων, της στροφής στις εξαγωγές και της μείωσης των σταθερών εξόδων (μισθοδοσίας και χρηματοοικονομικού κόστους).
Συνεπώς η σύμβαση εργασίας που καταρτίσθηκε με τον εναγόμενο [ενν. τον ενάγοντα] δεν απέβλεπε στην εξυπηρέτηση έκτακτης ανάγκης της εταιρείας για εξειδικευμένο προσωπικό, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η παραγωγή και οι πωλήσεις της εταιρείας είχαν συρρικνωθεί, ενώ στην εταιρεία απασχολούνταν ήδη με την ειδικότητα του εργοδηγού τσιγαροποίησης, όπως ο ίδιος ο ενάγων στις προτάσεις του εκθέτει, άλλοι δεκαπέντε (15) εργαζόμενοι.
Επομένως η κατάρτιση της επίδικης σύμβασης εργασίας δεν δικαιολογείται με βάση τη συρρικνωμένη παραγωγική δραστηριότητα και την εξαιρετικά κακή οικονομική κατάσταση της εταιρείας, ούτε εξυπηρετούσε έκτακτες και ιδιαίτερες ανάγκες αυτής σε προσωπικό, όταν μάλιστα κατά τον ανωτέρω χρόνο δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθεί στην καταβολή της μισθοδοσίας και των ασφαλιστικών εισφορών του προσωπικού που ήδη απασχολούσε και όταν με την ειδικότητα για την οποία προσλήφθηκε ο ενάγων απασχολούνταν ήδη δεκαπέντε άλλοι εργαζόμενοι.
Κατά συνέπεια, η επίδικη σύμβαση εργασίας εξέρχεται από τα όρια της τρέχουσας συναλλαγής και είναι άκυρη, διότι πριν την κατάρτιση αυτής δεν προηγήθηκε έγκριση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας. Κατόπιν τούτου ο ισχυρισμός της εναγομένης περί ακυρότητας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος που προτάθηκε από αυτήν κατ' ένσταση πρωτοδίκως και επαναφέρεται ενώπιον του Εφετείου με τον δεύτερο λόγο έφεσης, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος, απορριπτομένου του ισχυρισμού του ενάγοντος (δηλαδή ότι η επίδικη σύμβαση δεν εξέρχεται των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής), που προέβαλε κατ' αντένσταση με την προσθήκη στις πρωτόδικες προτάσεις του, ως ουσιαστικά αβάσιμου".
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού, κατά παραδοχή της έφεσης της εναγομένης και τότε εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας [ήδη αναιρεσίβλητης], εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε δεχθεί ότι η από 23.2.2011 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος ήταν έγκυρη, παρά την έλλειψη ειδικής αδείας της γενικής συνέλευσης των μετόχων της εναγομένης, διότι είχε καταρτισθεί στο πλαίσιο των τρεχουσών συναλλαγών της εναγομένης εταιρείας και είχε επιδικάσει στον ενάγοντα τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά δεδουλευμένων αποδοχών της περιόδου Μαρτίου 2011 έως και Μαρτίου 2012, περιλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας, συνολικού ύψους 34.803,18 ευρώ, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την αγωγή.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο [αν και με εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία συνισταμένη στο ότι για την εγκυρότητα της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εξαρτημένης εργασίας απαίτησε προηγουμένη έγκριση αυτής από τη γενική συνέλευση των μετόχων της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ μετά την εφαρμογή του Ν. 3604/2007 είναι επιτρεπτή η χορήγηση της ειδικής αδείας με σχετική απόφαση της γενικής συνέλευσης που λαμβάνεται και μετά την κατάρτιση της σύμβασης, υπό τους όρους της παρ. 4 του άρθρου 23 α του κ.ν. 2190/1920] διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, σχετικά με την ακυρότητα της πιο πάνω από 23.2.2011 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, με το να αποφανθεί ειδικότερα ότι η εν λόγω σύμβαση δεν εμπίπτει στο πλαίσιο των τρεχουσών συναλλαγών της αναιρεσίβλητης εταιρείας με τρίτους και επομένως δεν εξαιρείται από τον όρο της ειδικής άδειας για την κατάρτισή της, που λαμβάνεται από τη γενική συνέλευση των μετόχων της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας.
Κατά συνέπεια, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 23 α παρ.2 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 33 του Ν. 3604/2007 (σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 174, 180 και 648 επ. του ΑΚ), την οποία αντιθέτως ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι με βάση τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι συνθήκες υπό τις οποίες καταρτίσθηκε η από 23.2.2011 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων (παράλειψη τήρησης των ρυθμίσεων που προβλέπονται από τον εσωτερικό κανονισμό προσωπικού της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας για την πρόσληψη προσωπικού, σοβαρότατα οικονομικά προβλήματα αυτής που δεν δικαιολογούσαν την πρόσληψη νέου προσωπικού με βάση τη συρρικνωμένη παραγωγική της δραστηριότητα και τις δυσχέρειες πληρωμής της μισθοδοσίας και των ασφαλιστικών εισφορών του ήδη απασχολουμένου προσωπικού, έλλειψη εκτάκτων αναγκών λόγω της απασχόλησης στην αναιρεσίβλητη εταιρεία δεκαπέντε μισθωτών της αυτής ειδικότητας με τον αναιρεσείοντα) επάγονται ότι η σύμβαση αυτή εξερχόταν κατά το χρόνο κατάρτισής της των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της αναιρεσίβλητης εταιρείας με τρίτους και κατά συνέπεια την (απόλυτη) ακυρότητα αυτής, εφόσον ο αναιρεσείων ήταν κατά τη σύναψη αυτής μέλος του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας και για την κατάρτισή της σύμβασης ουδέποτε χορηγήθηκε ειδική άδεια από τη γενική συνέλευση των μετόχων της τελευταίας.
Επομένως, τα όσα αντιθέτως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα και ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Κατά το μέρος δε που, υπό την επίφαση συνδρομής του λόγου αυτού, πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της προσβαλλομένης απόφασης, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προτάσεων αυτού με το να δεχθεί ότι στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης απασχολούνταν δεκαπέντε εργοδηγοί της αυτής ειδικότητας (εργοδηγοί τσιγαροποίησης) με τον αναιρεσείοντα, όπως αυτός εξέθετε στις εν λόγω προτάσεις του, ενώ αυτός στο σημείο αυτό των προτάσεών του αναφερόταν σε εργοδηγούς γενικά διαφορετικών ειδικοτήτων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η παραμόρφωση διαδικαστικού εγγράφου, όπως οι προτάσεις των διαδίκων.
δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Περαιτέρω, με βάση τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι υπήρχαν οικονομικές ανάγκες της αναιρεσίβλητης εταιρείας που επέβαλαν την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας με τον αναιρεσείοντα ως εξειδικευμένο μισθωτό με σκοπό την ανάπτυξη της εταιρείας και τον εκσυγχρονισμό της, ως διαλαμβάνεται στον οικείο αναιρετικό λόγο, αλλά δέχθηκε το ακριβώς αντίθετο, με συνέπεια ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της συνδρομής αντίφασης μεταξύ της επικαλουμένης ως άνω παραδοχής και του συμπεράσματος ότι η επίδικη σύμβαση εξερχόταν των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της αναιρεσίβλητης, να στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και να είναι απαράδεκτος κατά το σκέλος αυτό.
Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αφορά ανεπάρκεια αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης, συνισταμένης στο ότι η μη τήρηση των προβλεπομένων από τον εσωτερικό κανονισμό προσωπικού διαδικασιών πρόσληψης, η συρρίκνωση των εργασιών και οι οικονομικές δυσχέρειες της αναιρεσίβλητης δεν αρκούσαν για τον χαρακτηρισμό της επίδικης σύμβασης ως εκτός των τρεχουσών συναλλαγών της αναιρεσίβλητης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον μάλιστα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν αρκέσθηκε στα κριτήρια αυτά, αλλά και στο κριτήριο της έλλειψης ανάγκης πρόσληψης του αναιρεσείοντος.
Η περαιτέρω δε αιτίαση της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας συνισταμένης στο ότι δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση πώς ο αναιρεσείων, ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσίβλητης, θα μπορούσε λόγω της ιδιότητάς του αυτής με την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης εργασίας να προβεί στην καταστρατήγηση των διατάξεων για την προστασία της περιουσίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας είναι αλυσιτελής, διότι τα ανωτέρω δεν συνιστούν κατά νόμο στοιχεία του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου και κατά συνέπεια στοιχεία και της αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης, αλλά το νομοθετικό σκοπό της θέσπισης της διάταξης του άρθρου 23 α παρ.2 του κ.ν. 2190/1920.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 232/2009).
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002 μετά την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" με το άρθρο 17 παρ.2 του Ν. 2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επόμ. του ΚΠολΔ συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά.
Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 237/2016, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 1935/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 273/1011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο και τελευταίο κατά το πρώτο αυτού σκέλος λόγο αναίρεσης του κυρίως δικογράφου από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτού ότι επρόκειτο για μία συνηθισμένη σύμβαση εργασίας για την οποία δεν απαιτείτο ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης και ότι δεν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του εσωτερικού κανονισμού προσωπικού της αναιρεσίβλητης και ειδικότερα εκείνες των άρθρων 6, 7, 8, 9, 10 και 64, αφού σε επείγουσες περιπτώσεις, όπως η συγκεκριμένη, σε συνδυασμό με την έλλειψη υποψηφίων, η αναιρεσίβλητη εταιρεία προέβαινε σε απ' ευθείας προσλήψεις.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αβάσιμος, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη τους εν λόγω ισχυρισμούς, τους οποίους απέρριψε εκ του πράγματος, κρίνοντας κατ' ουσία ότι η επίδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας εξερχόταν των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της αναιρεσίβλητης και κατά συνέπεια έκρινε ότι δεν επρόκειτο για μία συνηθισμένη σύμβαση εργασίας και ότι, λόγω της συρρίκνωσης των εργασιών της αναιρεσίβλητης, των οικονομικών της δυσχερειών και της απασχόλησης σε αυτήν και άλλων εργαζομένων της αυτής ειδικότητας με τον αναιρεσείοντα η συγκεκριμένη πρόσληψη δεν εξυπηρετούσε έκτακτες και ιδιαίτερες ανάγκες της αναιρεσίβλητης και κατά συνέπεια έκρινε εμμέσως ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση απ' ευθείας πρόσληψης, παρά τις σχετικές ρυθμίσεις του εσωτερικού κανονισμού προσωπικού της αναιρεσίβλητης.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο αυτού σκέλος από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δέχθηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι στην αναιρεσίβλητη απασχολούνταν δέκα πέντε εργοδηγοί της ιδίας ειδικότητας με τον αναιρεσείοντα, ενώ από τις προσκομισθείσες ένορκες ενώπιον συμβολαιογράφου βεβαιώσεις αποδείχθηκε ότι στην αναιρεσίβλητη εταιρεία απασχολούντο δεκαπέντε εργοδηγοί διαφόρων άλλων ειδικοτήτων, με συνέπεια να παρίσταται ανάγκη πρόσληψης του αναιρεσείοντος ως εργοδηγού τσιγαροποίησης, πλήττει την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και κατά το σκέλος αυτό είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Επισημαίνεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη τα αναλυτικώς αναγραφόμενα στο φύλλο 5ο αυτής αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων κατά την πρωτοβάθμια δίκη μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον συμβολαιογράφου των μαρτύρων Σ.
Χ. και Α. Κ.), με συνέπεια να μην ιδρύεται σε κάθε περίπτωση ο επικαλούμενος από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.
Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 2 της υπ' αριθ. 19040/81 Κοινής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας (ΦΕΚ Β 742), του άρθρου 1 παρ. 1 και του άρθρου 2 του ΑΝ 539/1945, του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 και του άρθρου 2 της κυρωθείσας με το Ν.133/1975 από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ προκύπτει ότι τα επιδόματα (δώρα) εορτών, το επίδομα αδείας και τις αποδοχές αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας με απλή σχέση εργασίας, οι σχετικές δε αξιώσεις τους θεμελιώνονται από το νόμο ευθέως στις ως άνω διατάξεις και όχι στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Τούτο καθίσταται σαφές τόσο από το περιεχόμενο όλων αυτών των διατάξεων που σε κανένα τους σημείο δεν θέτουν την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας ως προϋπόθεση για να δοθούν οι ανωτέρω παροχές προς τους εργαζομένους αλλά και από το ότι - αντιθέτως - στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/80 , του άρθρου 1 παρ. 2 της ΚΥΑ 19040/81 και του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 γίνεται ρητά λόγος για σχέση εργασίας ή εργασιακή σχέση και όχι για σύμβαση εργασίας.
Επομένως, και σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας ο μισθωτός δικαιούται ευθέως εκ του νόμου και όχι βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού τις αποδοχές και το επίδομα αδείας, καθώς και τα επιδόματα (δώρα) εορτών (ΑΠ 290/2017, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1113/2013, ΑΠ 206/2009, ΑΠ 859/2003) και κατά συνέπεια είναι νομικώς αδιάφορη η εγκυρότητα ή μη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για την επιδίκαση των πιο πάνω παροχών στο μισθωτό.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη από 31.1.2012 και με αριθ. κατάθεσης 27/31.1.2014 αγωγή, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, επικαλούμενος την παροχή της εργασίας του ως εργοδηγού τσιγαροποίησης στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, δυνάμει της από 23.2.2011 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έναντι μικτών αποδοχών ύψους 2.956,40 ευρώ μηνιαίως, ζήτησε, πέραν της καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών του της περιόδου Μαρτίου 2011 έως και Μαρτίου 2012, και την καταβολή των ποσών των 791,14 ευρώ για δώρο Πάσχα 2011, των 1.051,95 ευρώ για επίδομα αδείας έτους 2011, των 2.516,80 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων 2011 και των 1.004, 81 ευρώ για δώρο Πάσχα 2012, τα οποία δεν του κατέβαλε η εναγομένη, λόγω οικονομικών της δυσχερειών, με το νόμιμο τόκο αφότου καθεμία από τις αξιώσεις αυτές κατέστη απαιτητή.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας για τους προαναφερθέντες λόγους ότι η από 23.2.2011 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ήταν άκυρη, απέρριψε στο σύνολό της (και για τα κεφάλαια αυτά) την αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη, αφού εξαφάνισε την αντιθέτως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της υπ' αριθ. 19040/81 Κοινής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας (ΦΕΚ Β 742), 1 παρ. 1 και άρθρο 2 του ΑΝ 539/45, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 και 2 της κυρωθείσας με το Ν.133/1975 από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, οι οποίες δεν εξαρτούν τις παροχές αυτές από την εγκυρότητα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.
Επομένως, ο περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ μοναδικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της παρά το νόμο μη εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων με συνέπεια την απόρριψη των ως άνω αξιώσεών του, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και κατά παραδοχή του μοναδικού πρόσθετου λόγου αναίρεσης πρέπει να αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλομένη απόφαση και ειδικότερα κατά τα κεφάλαια που αφορούν αξιώσεις του αναιρεσείοντος για την καταβολή των επιδομάτων (δώρων) εορτών Πάσχα 2011 και 2012, Χριστουγέννων 2011 και επιδόματος αδείας 2011, απορριπτομένης της αίτησης αναίρεσης κατά τα λοιπά, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό, που χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη εταιρεία στη μερική πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το μέρος της ήττας αυτής (άρθρ. 178 παρ.1, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της την με αριθ. 373/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το παραπάνω μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη εταιρεία στη μερική πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ