1245/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Μπουρνάκα, Αγγελική Αλειφεροπούλου-Εισηγήτρια, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1245/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Άλλες ελλείψεις ή πλημμέλειες, που αφορούν την παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος, δεν ασκούν επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως της πολιτικής αγωγής και δεν επιφέρουν απόλυτη ακυρότητα, αφού οι ελλείψεις ή οι πλημμέλειες αυτές θίγουν απλώς το συμφέρον του δικαιούχου και όχι του κατηγορουμένου, ούτε πλήττουν τη δημόσια τάξη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1245 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1245/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Μπουρνάκα, Αγγελική Αλειφεροπούλου-Εισηγήτρια, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Β. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γλύκα, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 592α,636α,676α/2012 και 1,58,161,224 και 320/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς και με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK" ως καθολική διάδοχος, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, της πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αρτέμη Κυριαζή, 2) Κ. Π. συζ. Π., κάτοικο ... (διεύθυνση αντικλήτου δικηγόρου) και Ινδιάνα Η.Π.Α, η οποία δεν εμφανίστηκε και 3) Π. Π. του Θ. κάτοικο ... (διεύθυνση αντικλήτου δικηγόρου) και Ινδιάνα Η.Π.Α, ο οποίος δεν εμφανίστηκε,.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουλίου 2014, ασκηθείσα δια δηλώσεως, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 10 Ιουλίου 2014, αίτησή του αναιρέσεως και στον από 29 Δεκεμβρίου 2014 πρόσθετο λόγο αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 735/2014.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των παραστάντων διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αυτής,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η από 9-7-2014 αίτηση (ασκηθείσα δια δηλώσεως, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 10-7-2014) και ο επ’ αυτής από 29-12-2014 πρόσθετος λόγος, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 592α, 636α, 676α/2012, 1, 58, 161, 224 και 320/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, που πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ., απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου.
Τέτοια ακυρότητα υπάρχει μόνο όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του Κ.Ποιν.Δ., καθώς και όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία, που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής αυτής (πολιτικής αγωγής) κατά το άρθρο 68 του Κ.Ποιν.Δ., ο οποίος εξικνείται μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου ποινικού δικαστηρίου.
Άλλες ελλείψεις ή πλημμέλειες, που αφορούν την παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος, δεν ασκούν επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως της πολιτικής αγωγής και δεν επιφέρουν απόλυτη ακυρότητα, αφού οι ελλείψεις ή οι πλημμέλειες αυτές θίγουν απλώς το συμφέρον του δικαιούχου και όχι του κατηγορουμένου, ούτε πλήττουν τη δημόσια τάξη.
Έτσι, δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα, όταν ο παραστάς ως εκπρόσωπος ή αντιπρόσωπος άλλου, ως πολιτικώς ενάγοντος, δεν είχε την αναγκαία εξουσία εκπροσωπήσεως ή αντιπροσωπεύσεως, ούτε είναι παράνομη η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος για λόγο που αναφέρεται στη σχετική νομιμοποίηση του πληρεξούσιου δικηγόρου του.
Ακόμη, όπως προκύπτει από τα άρθρα 63, 64, 68, 82 και 87 του Κ.Ποιν.Δ., σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 και 932 του Α.Κ., στην άσκηση της πολιτικής αγωγής κατά την ποινική διαδικασία, για την επιδίκαση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, νομιμοποιείται ενεργητικά, ως παθών από το διωκόμενο έγκλημα, μόνο όποιος έχει ζημιωθεί αμέσως από αυτό, υπό την προϋπόθεση, ότι το δικαστήριο έχει επιληφθεί της εκδικάσεως της αξιόποινης πράξεως, από την οποία φέρεται ως αμέσως ζημιωθείς ο ίδιος.
Επομένως, δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνο ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί, οπότε και τα νομικά πρόσωπα, ως φορείς τέτοιου δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος, έχουν δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αφορά την πίστη και το κύρος τους έναντι τρίτων.
Η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής πρέπει, κατά το άρθρο 84 Κ.Ποιν.Δ., να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, για την οποία δηλώνεται η παράσταση και τους λόγους, στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παραστάσεως, δηλαδή, αν ζητείται αποζημίωση για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Για το νομότυπο της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης, η οποία είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφόμενων γεγονότων, που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο, που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία.
Η δήλωση δε παραστάσεως πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα πιο πάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Από τις αξιόποινες πράξεις της απάτης και της χρήσεως πλαστού εγγράφου υφίστανται άμεσα ηθική βλάβη και νομιμοποιούνται προς παράσταση πολιτικής αγωγής εκείνοι, κατά των οποίων στρέφονται οι εν λόγω πράξεις, ήτοι οι ζημιωθέντες από αυτές, ειδικότερα δε το δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής στο έγκλημα της απάτης έχει ο φορέας της περιουσίας που ζημιώθηκε, ο οποίος μπορεί να είναι διαφορετικό πρόσωπο από εκείνον που εξαπατήθηκε, (παραπλανήθηκε) ενώ στο έγκλημα της χρήσεως πλαστού εγγράφου, καθώς και της ηθικής αυτουργίας σε χρήση πλαστού εγγράφου, άμεσα ζημιούμενος, που έχει το ως άνω δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής, δεν είναι μόνο εκείνος, του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο, του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του.
Περαιτέρω, η προαναφερόμενη απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που δημιουργεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως (από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α’ Κ.Ποιν.Δ.) προκαλείται, όπως προεκτέθηκε, μόνο όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος ή, όταν δεν τηρήθηκε η επιβαλλόμενη από το άρθρο 68 του ίδιου Κώδικα διαδικασία ως προς τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της πολιτικής αγωγής και όχι για άλλες πλημμέλειες, μεταξύ των οποίων και εκείνη, που δημιουργείται στην περίπτωση, κατά την οποία η ασκούμενη αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αδίκημα έχει υποπέσει σε παραγραφή, εκτός αν ο κατηγορούμενος πρότεινε νομοτύπως και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου της ουσίας τη σχετική ένσταση, οπότε αυτό έχει υποχρέωση να την εξετάσει.
Εξάλλου, στο άρθρο 937 του Α.Κ. ορίζεται, ότι "(παρ. 1) Η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε την ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση ..... (παρ. 2) Αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης ".
Στην παραπάνω παραγραφή υπόκειται και η, κατ’ άρθρ. 932 Α.Κ., αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Για τη διαπίστωση, αν η ποινική παραγραφή της καλύπτουσας την αδικοπραξία κολάσιμης πράξεως είναι μακρότερη ή όχι της αστικής παραγραφής θα ληφθεί υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξεως, ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος και η προβλεπόμενη από τον ποινικό κώδικα ή άλλους ποινικούς νόμους παραγραφή, όπως αυτή, ως προς τη διάρκειά της, καθορίζεται στο άρθρο 111 του Π.Κ.
ή σε άλλο ειδικό ποινικό νόμο και η οποία, προκειμένου για τα κακουργήματα, πλην εκείνων, για τα οποία ο νόμος προβλέπει την ποινή του θανάτου ή της ισόβιας κάθειρξης, είναι δεκαπενταετής και, κατά τη διάταξη του άρθρου 17 Π.Κ., αρχίζει από το χρόνο, κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, δηλαδή η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από εκείνη της αστικής από αδικοπραξία απαιτήσεως κατά το άρθρο 937 παρ.1 Α.Κ.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 Α.Κ., την παραγραφή διακόπτει η έγερση αγωγής, η δε με τον τρόπο αυτό διακοπείσα παραγραφή αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ενώ κατά το άρθρο 270 παρ.1 Α.Κ., αν η παραγραφή διακόπηκε, ο χρόνος που πέρασε έως τότε δεν υπολογίζεται και αφότου περατώθηκε η διακοπή αρχίζει νέα παραγραφή.
Τέτοια άσκηση αγωγής, που διακόπτει την παραγραφή, συνιστά και η κατά την ποινική διαδικασία, με τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής, εισαγωγή προς δικαστική κρίση της αξιώσεως για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η παραγραφή της πολιτικής αγωγής δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, έστω και αν προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό, αλλά πρέπει να προβληθεί από τον κατηγορούμενο, αφού το ποινικό δικαστήριο ερευνά μεν την ενεργητική νομιμοποίηση του δικαιούχου, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, κατά το κεφάλαιο όμως της αποφάσεως, με το οποίο επιλαμβάνεται της πολιτικής αγωγής και επιδικάζει αυτήν ενεργεί ως πολιτικό δικαστήριο και δεν έχει εξουσία αυτεπάγγελτης ενεργείας, αλλά ενεργεί κατ’ ένσταση του υποχρέου.- Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του κύριου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τα οικεία σκέλη του, προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Α’ Κ.Ποιν.Δ., λόγω παράνομης και παράτυπης (μη νομότυπης) παραστάσεως της πολιτικής αγωγής στο ακροατήριο του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εξέδωσε την προσβαλλόμενη, υπ’ αριθ. 592α, 636α, 676α/2012, 1, 58, 161, 224 και 320/2013 απόφαση, με την οποία καταδικάστηκε ο ήδη αναιρεσείων για τις αξιόποινες πράξεις της κακουργηματικής απάτης κατά συναυτουργία σε βάρος ημεδαπής Τράπεζας με ζημία άνω των 50.000.000 δραχμών, καθώς και της, επίσης κακουργηματικής, ηθικής αυτουργίας σε χρήση πλαστού εγγράφου με σκοπό το όφελος, σε βάρος ημεδαπής Τράπεζας, με ζημία άνω των 50.000.000 δραχμών, για τους λόγους ότι:
α) αφενός μεν η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής για λογαριασμό της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. έγινε από πρόσωπο (Ι. Α.), που δεν είχε εξουσία εκπροσωπήσεως της εν λόγω Τράπεζας ούτε πληρεξουσιότητα προς τούτο, για τους αναφερόμενους στο (κυρίως) αναιρετήριο λόγους, και χωρίς να προσκομισθούν τα σχετικά με την εξουσία του αυτή νομιμοποιητικά έγγραφα, αφετέρου δε η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής για λογαριασμό των Π.
Π. και Κ. Π. έγινε από το δικηγόρο Αθηνών Χ. Σ. χωρίς νόμιμη πληρεξουσιότητα προς τούτο, εξαιτίας των αναφερόμενων ατελειών και ελλείψεων του ειδικού πληρεξουσίου, βάσει του οποίου παρατύπως αυτός τους εκπροσώπησε, β) δεν δόθηκε στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ο λόγος από τον Πρόεδρο του δικαστηρίου, προκειμένου να εκφράσει δια των συνηγόρων του τις αντιρρήσεις του κατά της παραστάσεως πολιτικής αγωγής της ανωτέρω Τράπεζας, γ) οι δηλώσεις παραστάσεως πολιτικής αγωγής της άνω Τράπεζας και του ζεύγους Π.
και Κ. Π. πάσχουν αοριστία περί τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ των κρινόμενων αξιόποινων πράξεων και της ηθικής βλάβης, που υπέστησαν αυτοί, δ) η ανωτέρω Τράπεζα δεν υπέστη "άμεση" ζημία από τις πράξεις, για τις οποίες κατηγορήθηκε ο αναιρεσείων, ούτε επικαλέσθηκε αυτή άμεση μείωση του κύρους, της φήμης και της αξιοπιστίας της, ε) οι πολιτικώς ενάγοντες απαραδέκτως δεν διόρισαν αντίκλητο στην έδρα του δικαστηρίου στον Πειραιά, ενόψει του ότι η μεν ανωτέρω Τράπεζα εδρεύει στην Αθήνα, το δε ζεύγος Π.
κατοικεί στις Η.Π.Α. και στ) πριν από την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του δευτεροβάθμιου ως άνω δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είχε ήδη από τις 20-12-2011 συμπληρωθεί η δεκαπενταετής νόμιμη παραγραφή των αστικών αξιώσεων των πολιτικώς εναγόντων για χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από τα κακουργηματικής φύσεως αδικήματα, που αποδίδονταν στον ήδη αναιρεσείοντα, χωρίς εκείνοι (πολιτικώς ενάγοντες) να επικαλεσθούν οποιοδήποτε διακοπτικό της παραγραφής αυτής γεγονός.
Επί του αναιρετικού αυτού λόγου πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Οι ανωτέρω υπό στοιχείο α’ αιτιάσεις, οι οποίες αναφέρονται στην έλλειψη εξουσίας εκπροσωπήσεως των πολιτικώς εναγόντων (εκτός των άλλων και με την επίκληση μη προσκομιδής στο ακροατήριο των σχετικών νομιμοποιητικών εγγράφων), καθώς και στην έλλειψη νόμιμης πληρεξουσιότητας των ανωτέρω φυσικών προσώπων, που προέβησαν στις δηλώσεις παραστάσεως αυτών στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μη αναγόμενες στην ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση των πολιτικώς εναγόντων ή στην τήρηση της διαδικασίας ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως της πολιτικής αγωγής, αλλά σε παρατυπίες περί την εκπροσώπησή τους, που δεν καθιστούν παράνομη την παράστασή τους με την ιδιότητα αυτή, είναι απαράδεκτες, αφού, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ακόμη και στην περίπτωση, κατά την οποία ο παρασταθείς ως εκπρόσωπος του ζημιωθέντος από το δικαζόμενο έγκλημα δεν έχει εξουσία να τον εκπροσωπήσει, δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.
Η υπό στοιχείο β’ ως άνω αναιρετική αιτίαση είναι αβάσιμη, διότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως (σελ. 7), αμέσως μετά την υποβολή των δηλώσεων παραστάσεως πολιτικής αγωγής, η τότε παριστάμενη συνήγορος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, Ε. Κ., δικηγόρος Πειραιώς, έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου και, αφού υπέβαλε αίτημα αποβολής των πολιτικώς εναγόντων Π.
και Κ. Π., "δήλωσε ότι επιφυλάσσεται ως προς την παράσταση πολιτικής αγωγής της Εμπορικής Τράπεζας", οι δε πληρεξούσιοι δικηγόροι και συνήγοροι αυτού κατά την περαιτέρω εξέλιξη της διαδικασίας, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των άνω πρακτικών, δεν ζήτησαν το λόγο επί του θέματος τούτου (για να προβάλουν αντιρρήσεις κατά της παραστάσεως πολιτικής αγωγής της παραπάνω Τράπεζας), όπως είχαν δικονομικό δικαίωμα, από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, ο οποίος δεν ήταν υποχρεωμένος να τους δώσει εκ νέου το λόγο συναφώς χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματός τους (άρθρ. 333 παρ.2 εδ.
β’ Κ.Ποιν.Δ.) και έτσι δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρ. 171 παρ.1 στοιχ. δ’ Κ.Ποιν.Δ., λόγω στερήσεως υπερασπιστικού του δικαιώματος. Περαιτέρω, όπως ειδικότερα προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως (σελ. 7), εμφανίστηκε ο Ι. Α., ως εκπρόσωπος της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ EΛΛΑΔΟΣ A.E. και δήλωσε, ότι η εν λόγω Τράπεζα παρίσταται "ως πολιτικώς ενάγουσα κατά του κατηγορουμένου" (ήδη αναιρεσείοντος) "για χρηματική ικανοποίηση 44 ευρώ, με επιφύλαξη, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από τις κρινόμενες πράξεις, από τις οποίες μειώθηκε το κύρος, η φήμη και η αξιοπιστία της", διορίζοντας και την αναφερόμενη στα πρακτικά αυτά πληρεξούσια δικηγόρο της, η οποία αποδέχθηκε το διορισμό, στη συνέχεια δε, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο ο δικηγόρος Αθηνών Χ.
Σ., ως πληρεξούσιος των 1) Π. Π. του Θ. και 2) Κ. Π. συζ. Π., κατοίκων ... Η.Π.Α., δυνάμει του αναφερόμενου πληρεξουσίου, δήλωσε ότι οι εντολείς του παρίστανται "ως πολιτικώς ενάγοντες κατά του κατηγορουμένου" (ήδη αναιρεσείοντος) "για χρηματική ικανοποίηση 44 ευρώ για τον καθένα, με επιφύλαξη, λόγω της ηθικής βλάβης, που αυτοί υπέστησαν από τις κρινόμενες πράξεις".
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Τριμελές Εφετείο Πειραιώς), όπως από την παραδεκτή, για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση της υπ’ αριθ. 515Α, 570/2007 αποφάσεώς του προκύπτει, είχε δεχθεί τις ίδιες ως άνω παραστάσεις πολιτικής αγωγής και επιδίκασε στον καθένα από τους πολιτικώς ενάγοντες για την πιο πάνω αιτία το ποσό των 44 ευρώ, ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ως νομιμοποιούμενη, την κατά τα άνω παράσταση πολιτικής αγωγής της Εμπορικής Τράπεζας στο σύνολό της (για αμφότερες τις πράξεις) και την παράσταση πολιτικής αγωγής του ζεύγους Π.
μόνο σε σχέση με το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε χρήση πλαστού εγγράφου (σελ.83). Οι παραπάνω δηλώσεις των παθόντων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά το μέτρο που έγιναν δεκτές από αυτό, είναι νομότυπες και αρκούντως ορισμένες, εκτίθεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της επικαλούμενης ηθικής βλάβης και των κρινόμενων πράξεων και δεν χρειαζόταν περαιτέρω εξειδίκευση των προβαλλόμενων αξιώσεων, εφόσον η πολιτική αγωγή κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό, ζητήθηκε εν προκειμένω λόγω των προαναφερθέντων αδικημάτων και δεν ήταν αναγκαίο, για το ορισμένο αυτής, να αναφέρονται άλλα επί πλέον στοιχεία και περιστατικά, αφού εκτέθηκε, ότι αφορά τις δικαζόμενες σε δεύτερο βαθμό αξιόποινες πράξεις, ενώ, όσον αφορά την παράσταση πολιτικής αγωγής της ανωτέρω Τράπεζας, με βάση τις αποδοθείσες στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κατηγορίες, όπως περιγράφονται και στο περί ενοχής διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, παθούσα από τις εις βάρος της εν λόγω Τράπεζας παραπάνω πράξεις, ως αμέσως ζημιωθείσα στην περιουσία της από αυτές, είναι η τελευταία (Εμπορική Τράπεζα), σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, οπότε νομίμως δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Και αυτό καθόσον νομιμοποιείται ενεργητικώς προς τούτο, κατά τα προαναφερθέντα, σαφώς δε και ρητώς επικαλέσθηκε αυτή, ως νομικό πρόσωπο, μείωση του κύρους, της φήμης και της αξιοπιστίας της για τη θεμελίωση της αξιώσεώς της για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, οπότε οι υπό στοιχεία γ’ και δ’ προπαρατεθείσες αναιρετικές αιτιάσεις, περί μη σύννομης παραστάσεως της πολιτικής αγωγής, από την οποία παράγεται απόλυτη ακυρότητα, είναι αβάσιμες.
Όσον αφορά την προεκτεθείσα υπό στοιχείο ε’ αναιρετική αιτίαση, περί απαραδέκτου και μη νομίμου παραστάσεως της πολιτικής αγωγής στο ακροατήριο, λόγω μη τηρήσεως της, τασσόμενης από το άρθρ. 84 Κ.Ποιν.Δ., προϋποθέσεως του διορισμού αντικλήτου στην έδρα του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, καίτοι η μεν πολιτικώς ενάγουσα Τράπεζα είχε την έδρα της εκτός της έδρας αυτού, οι δε λοιποί δύο πολιτικώς ενάγοντες διέμεναν ομοίως εκτός της έδρας αυτού, είναι αβάσιμη, καθόσον την υποχρέωση διορισμού αντικλήτου στην έδρα του δικαστηρίου έχει ο αδικηθείς, που δεν διαμένει μόνιμα εκεί, μόνο όταν προβαίνει στη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής στην προδικασία και όχι, όταν την υποβάλλει προφορικά, με το συνήγορό του, στο ακροατήριο του ποινικού δικαστηρίου, αφού στην τελευταία περίπτωση ο διοριζόμενος στο ακροατήριο δικηγόρος, όπως εν προκειμένω, είναι εκ του νόμου και αντίκλητος (βλ.
άρθρ. 84 εδ. τελευτ. Κ.Ποιν.Δ.). Τέλος, η υπό στοιχείο στ’ τελευταία εκ των ανωτέρω αναιρετικών αιτιάσεων, περί συμπληρώσεως, προ του χρόνου εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, της δεκαπενταετούς παραγραφής των αστικών αξιώσεων των πολιτικώς εναγόντων για χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από τα κακουργηματικής φύσεως αδικήματα, που αποδίδονταν στον ήδη αναιρεσείοντα, με αποτέλεσμα την έλλειψη ενεργητικής τους νομιμοποιήσεως ως πολιτικώς εναγόντων και, παρεπομένως, την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω παράνομης παραστάσεώς τους με την ιδιότητα αυτή, είναι απαράδεκτη, αφού, για τη θεμελίωση του σχετικού αναιρετικού λόγου, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε, άλλωστε, προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αυτός προέβαλε τέτοιον αυτοτελή ισχυρισμό (περί δεκαπενταετούς παραγραφής της αστικής αξιώσεως για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης των πολιτικώς εναγόντων), τον οποίο απαραδέκτως προτείνει το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, ενώ, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η παραγραφή εν προκειμένω δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά κατ’ ένσταση του κατηγορουμένου ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, οπότε, ελλείψει υποβολής της ενστάσεως αυτής και οι πολιτικώς ενάγοντες δεν είχαν υποχρέωση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να επικαλεσθούν, κατ’ αντένσταση, οποιοδήποτε διακοπτικό της εν λόγω παραγραφής γεγονός.
Η κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., ως κατωτέρω θέλει εκτεθεί. Ειδικότερα απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή, αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.
Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αποβολής της πολιτικής αγωγής πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτά και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία.- Στην προκειμένη περίπτωση, με τον προαναφερθέντα (πρώτο) λόγο του κύριου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, προβάλλεται η αιτίαση, ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκαν χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία οι γραπτώς υποβληθείσες και προφορικά αναπτυχθείσες στο ακροατήριο, δια των συνηγόρων του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, ενστάσεις αυτού περί αποβολής της πολιτικής αγωγής των Π.
και Κ. Π., ως προς το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε χρήση πλαστού εγγράφου. Όπως προκύπτει συναφώς από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τα σχετικά αιτήματα (ενστάσεις) με τις υπ’ αριθ. 1/2013 και 58/2013 παρεμπίπτουσες αποφάσεις του, με τις ακόλουθες αιτιολογίες: "Οι Π.
Π. και Κ. Π. δήλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, δια του πληρεξουσίου Δικηγόρου τους Χ. Σ., δυνάμει του αναγνωσθέντος υπ’ αρ. .../17-9-2012 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου. Με αυτό οι Π. Π. και Κ. Π. "... δήλωσαν ότι διορίζουν και καθιστούν ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητό τους τον Χ.
Σ. του Α., Δικηγόρο Αθηνών με ... του Δ.Σ.Α., στον οποίο δίνουν την εντολή, το δικαίωμα και την πληρεξουσιότητα όπως αντί για αυτούς και για λογαριασμό τους και ενεργώντας με βάση το παρόν πληρεξούσιο, να παραστεί και να εκπροσωπήσει αυτούς (εντολείς) ως πολιτικώς ενάγων ... ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς ...
στην κατ’ έφεση δίκη του κατηγορουμένου Ε. Β. του Ν. που θα λάβει χώρα την 21η Νοεμβρίου 2012 ...", ήτοι οι πρώτοι παρέχουν στον δεύτερο την εντολή και πληρεξουσιότητα να δηλώσει ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς παράσταση πολιτικής αγωγής στη συγκεκριμένη ερευνώμενη υπόθεση. Δεν μνημονεύονται μεν ευθέως οι πράξεις για τις οποίες ο πληρεξούσιος δικηγόρος εντέλλεται να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής, από το περιεχόμενο όμως του συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου συνάγεται με ευκρίνεια ότι η εντολή αφορά στις πράξεις για τις οποίες έγινε πρωτοδίκως δεκτή η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, ήτοι τις πράξεις της απάτης, από την οποία το όφελος που επεδίωξε ο δράστης και η ζημία που προξενήθηκε σε Τράπεζα εδρεύουσα στην ημεδαπή υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών, και της ηθικής αυτουργίας σε χρήση πλαστού εγγράφου με σκοπό οφέλους, δια βλάβης Τράπεζας εδρεύουσας στην ημεδαπή, που υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών, για τις οποίες και καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής που επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και κατά το μέρος που έγινε δεκτή από αυτό (σχετ.
ΑΠ 1505/2003 ΕλλΔνη 44.1438). Επομένως, η ένσταση του κατηγορουμένου περί αποβολής από την ποινική δίκη των πολιτικώς εναγόντων Π. Π. και Κ. Π., καθόσον η ένσταση αυτή αναφέρεται στο περιεχόμενο του ως άνω συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου (παράλειψη μνείας σ’ αυτό της πράξεως στην οποία αφορά η πληρεξουσιότητα) πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 63, 64, 68, 82, 84 και 87 του ΚΠΔ προκύπτει ότι την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος στην ποινική διαδικασία αποκτά εκείνος που δικαιούται κατά το αστικό δίκαιο να ζητήσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη. Τέτοιο δικαίωμα ειδικότερα για χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ έχει όποιος υπέστη αμέσως ηθική βλάβη από την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και όχι αυτός που ζημιώθηκε έμμεσα από την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε χρήση πλαστού εγγράφου άμεσα ζημιούμενος είναι εκείνος που μπορεί να υποστεί ή υπέστη τις παραγόμενες από το πλαστό έγγραφο έννομες συνέπειες, τέτοιος δε είναι πρωτίστως εκείνος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή αλλοιώθηκε το γραπτό κείμενο, αλλά και καθένας άλλους που ζημιώνεται από τη χρήση αυτού (σχετ.
ΑΠ 1715/2005, ΑΠ 498/2002 Ποιν.Δ.2002. 971, ΑΠ 1880/1997 Ποιν.Χρ. ΜΗ 629). Επομένως, νόμιμα παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες οι Π. Π. και Κ. Π. για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που τους προκάλεσε η εκδικαζόμενη ηθική αυτουργία σε χρήση πλαστού εγγράφου, ήτοι του υπ’ αρ. .../1996 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Β.
Α., στο οποίο φέρεται ότι πλαστογραφήθηκαν οι υπογραφές αυτών (Π. και Κ. Π.) εμφανιζομένων ψευδώς ως εντολέων. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η ένσταση του κατηγορουμένου περί αποβολής από την ποινική δίκη των πολιτικώς εναγόντων Π. Π. και Κ. Π., καθόσον η ένσταση αυτή αφορά στο έγκλημα της ηθικής αυτουργίας σε χρήση πλαστού εγγράφου. .........
Με το αναγνωσθέν και μνημονευόμενο στην προηγούμενη (υπ’ αρ. 1/2003) απόφαση του Δικαστηρίου τούτου υπ’ αρ. .../2012 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, οι Π. Π. και Κ. Π. παρέχουν στον Χ. Σ., Δικηγόρο Αθηνών, την πληρεξουσιότητα να δηλώσει ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς ότι παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες "...
στην κατ’ έφεση δίκη του κατηγορουμένου Ε. Β. του Ν. που θα λάβει χώρα την 21η Νοεμβρίου 2012 ...", ήτοι στη συγκεκριμένη ερευνώμενη υπόθεση, εννοείται δε να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής για την επιδικασθείσα με την πρωτοβάθμια δικαιοδοτική κρίση αξίωση, αφού πρόκειται για δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής που επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και δεν είναι αναγκαίο για την πληρότητα του περιεχομένου της, συνακολούθως δε και για την πληρότητα του περιεχομένου της πληρεξουσιότητας, να παρατίθενται εκ νέου τα νομιμοποιητικά στοιχεία των πολιτικώς εναγόντων, διότι η συμμετοχή τους στην κατ’ έφεση δίκη κρίνεται στο πλαίσιο των συναφών διατυπώσεων που έλαβαν χώρα πρωτοδίκως καις το μέτρο αποδοχής των υποβληθέντων αιτημάτων τους από την εκκαλουμένη απόφαση (βλ.
και Ν.Αποστολίδη, Το Δικαίωμα Παράστασης Πολιτικής Αγωγής στην Ποινική Δίκη, σελ. 413). Εν όψει των ανωτέρω, οι Π. Π. και Κ. Π. παραδεκτώς δήλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, δια του άνω πληρεξουσίου Δικηγόρου τους, δυνάμει του υπ’ αρ. .../2012 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, και η ένσταση του κατηγορουμένου περί αποβολής των ως άνω πολιτικώς εναγόντων λόγω παραλείψεως του εν λόγω συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου πρέπει ν’ απορριφθεί.
Όπως έκρινε, κατά τα άνω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τις ενστάσεις του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος περί αποβολής της πολιτικής αγωγής του ζεύγους Π., ως προς το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε χρήση πλαστού εγγράφου, αφού με σαφήνεια και πληρότητα παραθέτει τους λόγους, για τους οποίους οι ανωτέρω πολιτικώς ενάγοντες νομίμως εκπροσωπήθηκαν, βάσει συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, από τον παραστάντα πληρεξούσιο δικηγόρο τους, Χ.
Σ., καθώς και τους λόγους, για τους οποίους οι ίδιοι νομιμοποιούνταν να παραστούν με την ιδιότητα αυτή, ως άμεσα ζημιωθέντες από την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, που αποδιδόταν σ’ εκείνον. Η διατυπούμενη δε στις πιο πάνω αιτιολογίες νομική παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι από την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε χρήση πλαστού εγγράφου μπορεί να ζημιωθούν άμεσα περισσότερα του ενός πρόσωπα, ουδόλως αντιφάσκει με την επισημαινόμενη από τον αναιρεσείοντα σε άλλο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σχετικό με την υποβληθείσα εκ μέρους του ένσταση δεδικασμένου για την κατηγορία της απάτης, διατυπωθείσα κρίση του δικαστηρίου, ότι επ’ αυτής (απάτης) δεν υφίσταται ταυτότητα πράξεως, όταν το πρόσωπο του παθόντος είναι διαφορετικό, διότι οι εν λόγω παραδοχές, ως αναφερόμενες σε ανόμοια και διαφορετικά νομικά ζητήματα (και κεφάλαια της αποφάσεως) δεν αλληλοαναιρούνται, ούτε αποκλείουν, κατά τους κανόνες της λογικής, η μια την άλλη.
Επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα πρώτος λόγος του κύριου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το σκέλος του περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., σε σχέση με την απόρριψη των ενστάσεων του αναιρεσείοντος περί αποβολής της πολιτικής αγωγής των Π.
και Κ. Π., ως προς το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε χρήση πλαστού εγγράφου, είναι αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 παρ.1 και 369 Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει, ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου, το οποίο δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρ. 171 παρ.1 στοιχ.
δ’ Κ.Ποιν.Δ.), από την οποία ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως, γιατί έτσι στερείται ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει επ’ αυτού τις απόψεις του, να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο ή να αντιταχθεί στην ανάγνωσή του. Το περιεχόμενο του αναγνωσθέντος εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να καταχωρίζεται στα πρακτικά της αποφάσεως, ούτε να μνημονεύεται ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του.
Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία, για το ποίο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητος του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει (κατά το άρθρ. 358 Κ.Ποιν.Δ.) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του, δεδομένου, μάλιστα, ότι, εφόσον στην πραγματικότητα συντελέσθηκε η ανάγνωση του εγγράφου παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε σχετικές με το περιεχόμενό του δηλώσεις και εξηγήσεις, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο (πληρότητα ή μη του τίτλου), κατά τον οποίο αναφέρεται στα πρακτικά το αναγνωσθέν έγγραφο, αλλά από το αν αναγνώσθηκε πραγματικά ή όχι.
Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας.- Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων, που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του ήδη αναιρεσείοντος, περιλαμβάνονται και τα επισημαινόμενα από τον τελευταίο με αύξοντες αριθμούς 4, 5, 17, 21, 22, 23, 24, 25, 31, 32, 33, 34, 36, 37, 39, 44, 58, τα κατατεθέντα από τη συνήγορο της πολιτικώς ενάγουσας Εμπορικής Τράπεζας και αναγνωσθέντα με αύξοντες αριθμούς 3, 5, καθώς και τα κατατεθέντα από τους συνηγόρους του κατηγορουμένου και αναγνωσθέντα με αύξοντες αριθμούς 8, 9, 10, 11, 12, 14.
Όλα αυτά τα έγγραφα συγκεκριμενοποιούνται και έτσι δεν καταλείπονται αμφιβολίες για την ταυτότητά τους. Ειδικότερα, όσον αφορά τα άνω έγγραφα, που περιγράφονται, αντίστοιχα, ως "Η από 5-12-1995 Δήλωσις Εγγυητού, του Ε. Β." (έγγραφο υπ’ αριθ. 4), "Δήλωση εγγυητή, του Ε. Β." (έγγραφο υπ’ αριθ. 5), "Η από 4-7-1996 Σύμβαση αναγνωρίσεως και εγγυήσεως χρέους" (έγγραφο υπ’ αριθ. 17), "Το από 13-12-1995 έγγραφο του Γ.
Χ., Δ/ντή Πιστωτικής Πολιτικής, Τράπεζας Ναυτιλίας" (έγγραφο υπ’ αριθ. 21), "Η υπ’ αριθ. 320/95 Εισήγηση Ι.Σ. Μ." (έγγραφο υπ’ αριθ. 22), "Το από 27-10-95 Δελτίο Πληροφοριών Τράπεζας Ναυτιλίας" (έγγραφο υπ’ αριθ. 23), "Το από 5-12-1995 έγγραφο του Α. Γ.. Δ/ντή Δ/νσης Πελατείας, προς κ. Γ. Χ., Δ/ντή Πιστωτικής Πολιτικής" (έγγραφο υπ’ αριθ. 24), "Το από 5-12-1995 έγγραφο του Γ.
Χ., Δ/ντή Πιστωτικής Πολιτικής προς Α. Γ., Δ/ντή Δ/νσης Πελατείας Τράπεζας Ναυτιλίας" (έγγραφο υπ’ αριθ. 25), "Το από 27-10-95 Δελτίο Πληροφοριών της Τράπεζας Ναυτιλίας" (έγγραφο υπ’ αριθ. 31), "Το από 14-2-96 Δελτίο Πληροφοριών της Τράπεζας Ναυτιλίας, που αφορά την εταιρεία ..." (έγγραφο υπ’ αριθ. 32), "Το από 14-2-96 Δελτίο Πληροφοριών της Τράπεζας Ναυτιλίας, που αφορά την εταιρεία ..." (έγγραφο υπ’ αριθ. 33), "Το από 14-2-96 Δελτίο Πληροφοριών της Τράπεζας Ναυτιλίας, που αφορά την εταιρεία ..." (έγγραφο υπ’ αριθ. 34), "Το από 28-3-1996 έγγραφο της Τράπεζας Ναυτιλίας, από τη Δ/νση Πελατείας, Τομέα Πελατείας Ελλάδος προς Δ/ντή Δ/νσης Πιστωτ.
Πολιτικής Τράπεζας Ναυτιλίας" (έγγραφο υπ’ αριθ. 36), "Το από 27-10-95 Δελτίο Πληροφοριών της Τράπεζας Ναυτιλίας, που αφορά την εταιρεία ..." (έγγραφο υπ’ αριθ. 37), "Η Εισήγηση υπ’ αριθ. 103/96, του Ι.Σ. Μ." (έγγραφο υπ’ αριθ. 39), "Φωτοτυπία εφημερίδας, με δημοσίευμα "αθώος ο κ. Β., αβάσιμες οι κατηγορίες" (έγγραφο υπ’ αριθ. 44), "Η από 17-4-2000 Βεβαίωση της 19 Ανακρίτριας Αθηνών" (έγγραφο υπ’ αριθ. 58), τα ως άνω κατατεθέντα από τη συνήγορο της πολιτικώς ενάγουσας Εμπορικής Τράπεζας, που περιγράφονται, αντίστοιχα, ως "Τα από 7-6-1996 και 9-9-1998 δύο έγγραφα της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ" (έγγραφο υπ’ αριθ. 3), "Το από 18-12-1996 έγγραφο με θέμα "..." (έγγραφο υπ’ αριθ. 5) και τα κατατεθέντα από τους συνηγόρους του κατηγορουμένου, που περιγράφονται, αντίστοιχα, ως "Υπεύθυνη δήλωση (άρθρο 8 ν. 1599/1986) του Ε.
Β." (έγγραφο υπ’ αριθ. 8), "Το από 17-7-1997 έγγραφο της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (έγγραφο υπ’ αριθ. 9), "Το από 18-7-1997 έγγραφο της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ" (έγγραφο υπ’ αριθ. 10), "Το υπ’ αριθμ. …/31-7-1997 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως" (έγγραφο υπ’ αριθ. 11), "Το από 27-2-1997 έγγραφο της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ" (έγγραφο υπ’ αριθ. 12) και "..." (έγγραφο υπ’ αριθ. 14), δεν προκαλείται σύγχυση για την ταυτότητά τους, αφού αυτά φέρουν αρίθμηση, που επιτρέπει τον ακριβή προσδιορισμό τους και μάλιστα ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι ανεγνώσθησαν (και) άλλα έγγραφα με τον άνω προσδιορισμόν εκάστου ούτε προκύπτει κάποιο τέτοιο δεν ήταν δε εντεύθεν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, δοθέντος ότι και με την ανάγνωση των κειμένων τους κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο και τους συνηγόρους αυτού, οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού των εν λόγω εγγράφων στα πρακτικά, ενώ ο αναιρεσείων και οι συνήγοροί του, όπως επίσης προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν προέβαλαν καμιά αντίρρηση για την ανάγνωση των εγγράφων τούτων, οπότε ο αναιρεσείων δεν στερήθηκε του, απορρέοντος από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ., κατά τα άνω υπερασπιστικού του δικαιώματος, εφόσον είχε την ευχέρεια στο ακροατήριο να επιφέρει τις παρατηρήσεις του.
Και αυτά, πέραν του ότι ορισμένα από τα προαναφερόμενα έγγραφα προσκομίσθηκαν, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, από τους συνηγόρους του ίδιου του κατηγορουμένου, οπότε δεν νοείται άγνοια του περιεχομένου τους εκ μέρους του και παρακώλυση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων από τη μη λεπτομερή περιγραφή της ταυτότητάς τους στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Έτσι, με τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των πιο πάνω αναγνωσθέντων εγγράφων, δεν επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος του κύριου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμος. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 333 παρ.2 εδ.
β’ και 3 Κ.Ποιν.Δ., εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση, μεταξύ άλλων, δίνει το λόγο στους διαδίκους, όταν το ζητήσουν, για να κάνουν δηλώσεις, αιτήσεις ή ενστάσεις για οποιοδήποτε θέμα που αφορά την υπόθεση που συζητείται και, όταν λάβει το λόγο ο εισαγγελέας ή ένας από τους διαδίκους, έχουν δικαίωμα να λάβουν το λόγο και οι υπόλοιποι διάδικοι, ο δε κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχουν το δικαίωμα να μιλούν πάντοτε τελευταίοι.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρ. 369 παρ.1 του ίδιου κώδικα, όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο. Από τις διατάξεις αυτές ή άλλη διάταξη του Κ.Ποιν.Δ.
ή από το άρθρο 6 παρ.3 της Ε.Σ.Δ.Α. (Ν.Δ. 53/1974) και το άρθρο 14 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Ν. 2462/1997), που καθορίζουν τα δικαιώματα και τις εγγυήσεις, που προβλέπονται για τους κατηγορουμένους για ποινικά αδικήματα στα πλαίσια της κατοχυρούμενης από τις διεθνείς αυτές συμβάσεις δίκαιης δίκης, δεν προκύπτει υποχρέωση του διευθύνοντος τη συζήτηση να δίνει το λόγο στους διαδίκους αυτοβούλως και χωρίς αίτησή τους, για να κάνουν δηλώσεις, αιτήσεις ή ενστάσεις για οποιοδήποτε θέμα αφορά τη συζητούμενη υπόθεση (με εξαίρεση την περίπτωση του πέρατος της αποδεικτικής διαδικασίας, οπότε ο πρόεδρος έχει οίκοθεν την υποχρέωση να δώσει το λόγο σε όλους τους παράγοντες της δίκης και τελευταία στον κατηγορούμενο), εφόσον, όμως, ο κατηγορούμενος τον ζητήσει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας από τον Πρόεδρο και δεν του δοθεί (μετά από προσφυγή του σε ολόκληρο το δικαστήριο, κατ’ άρθρ. 335 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ.) δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρ. 171 παρ.1 στοιχ.
δ’ Κ.Ποιν.Δ., λόγω παραβιάσεως των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων, από την οποία ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α’ Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως. Αν, όμως, δεν ζητήσει αυτός το λόγο ουδεμία ακυρότητα δημιουργείται. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β’ Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.
Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 170 παρ.2 του άνω Κώδικα, και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Για να επέλθει, όμως, από την κατά τα άνω έλλειψη ακροάσεως, ακυρότητα της διαδικασίας απαιτείται να υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του σαφές και ορισμένο αίτημα, με όλα, δηλαδή τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του.- Με βάση τα προεκτεθέντα, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.
Α’ και Β’ Κ.Ποιν.Δ. τρίτος λόγος του κύριου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, άλλως έλλειψη ακροάσεως, διότι, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, στις αναφερόμενες στο αναιρετήριο τέσσερις περιπτώσεις, μετά από προτάσεις της Εισαγγελέως της έδρας για διακοπή της δίκης και συνέχιση αυτής σε άλλη συνεδρίαση, το δικαστήριο διέκοψε την εκδίκαση της υποθέσεως χωρίς να δοθεί ο λόγος στον κατηγορούμενο (ήδη αναιρεσείοντα) και τους συνηγόρους του επί του διαδικαστικού αυτού ζητήματος, εφόσον δεν εκτίθεται στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ότι είχε ζητηθεί σχετικά ο λόγος από την πλευρά του κατηγορουμένου, είναι απαράδεκτος, σε κάθε δε περίπτωση αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε εκ μέρους του η άσκηση τέτοιου δικαιώματος.
Κατά το άρθρο 57 παρ. 1 και 3 Κ.Ποιν.Δ., αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ’ αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός, αν δε παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ’ Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, πρέπει να συντρέχουν: α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα), που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου, ήτοι του κατηγορουμένου, που αμετακλήτως καταδικάστηκε ή αθωώθηκε ή έπαυσε η ποινική του δίωξη με την απόφαση (ή το βούλευμα), που στηρίζει το δεδικασμένο και γ) ταυτότητα πράξεως, ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκλήθηκε από αυτή.
Ως πράξη νοείται το ιστορικό γεγονός, δηλαδή η υλική πράξη και πνευματική κίνηση, με όλα τα αποτελέσματα στον εξωτερικό κόσμο καθόλη τη διαδρομή και καθόλες τις πραγματικές και νομικές όψεις της, τις οποίες ο δικαστής έχει δικαίωμα να ερευνήσει και αξιολογήσει αυτεπαγγέλτως. Ταυτότητα, δηλαδή, της πράξεως υπάρχει, όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία της και η προηγούμενη κατηγορία.
Ενόψει αυτών, το δεδικασμένο εξαντλείται όχι στην ταυτότητα του εγκλήματος, αλλά στην ταυτότητα της αξιόποινης πράξεως, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και δεν εμποδίζει νέα δίωξη για άλλη αξιόποινη πράξη, που δεν κρίθηκε, έστω και αν στα στοιχεία της πράξεως αυτής περιλαμβάνεται και εκείνο, που επίσης απετέλεσε στοιχείο του εγκλήματος, το οποίο έχει κριθεί.
Έτσι, όταν με την ίδια υλική πράξη του δράστη θίγονται έννομα αγαθά περισσότερων προσώπων, τελούνται περισσότερα εγκλήματα, όσα και τα θιγόμενα πρόσωπα, τα οποία είναι και παθόντες από την πράξη, η οποία έχει αυτοτελή υπόσταση έναντι καθενός εκ των παθόντων, ώστε η για ένα εξ αυτών καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση να μην επηρεάζει την κρίση ως προς τον άλλο, για τον οποίο δεν γεννάται δεδικασμένο, λόγω ελλείψεως ταυτότητας πράξεως.
Επομένως, δεν υφίσταται ταυτότητα πράξεως και, ως εκ τούτου, δεδικασμένο, οσάκις τα περισσότερα αποτελέσματα μιάς φυσικής πράξεως έχουν αυτοτελή υλική υπόσταση και αποτελούν εξωτερικά καθένα ίδιο έγκλημα, το οποίο δεν τέθηκε υπό την κρίση του δικαστηρίου. Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι παραβίαση δεδικασμένου υφίσταται, όταν ο αμετακλήτως καταδικασθείς ή αθωωθείς καταδικάζεται για την ίδια ακριβώς πράξη και τούτο (δεδικασμένο) δεν καταλαμβάνει άλλες πράξεις, για τις οποίες έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, έστω και αν ένα από τα περισσότερα στοιχεία της μιάς πράξεως αποτελεί στοιχείο και της άλλης, που κρίθηκε, οπότε δεν υπάρχει ταυτότητα πράξεως στην περίπτωση που υπάρχει διαφορά ως προς το πρόσωπο του παθόντος και, ως εκ τούτου, δεν νοείται δεδικασμένο χωρίς ταυτότητα του προσώπου του παθόντος.
Ο Άρειος Πάγος, για τον έλεγχο της παραβιάσεως του δεδικασμένου, εξετάζει και αντιπαραβάλλει τις αποφάσεις ή βουλεύματα, από όπου απορρέει αυτό, η δε ταυτότητα της πράξεως προκύπτει μόνο από το διατακτικό και όχι από τις αιτιολογίες τούτων. Εξάλλου, ο ισχυρισμός, με τον οποίο γίνεται από τον κατηγορούμενο επίκληση δεδικασμένου για την πράξη, για την οποία κατηγορείται, συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην κατηγορία (όπως ειδικότερα η έννοιαν του θα εκτεθεί κατωτέρω), αφού η αποδοχή του άγει στην κήρυξη της κατ’ εκείνου ποινικής διώξεως απαράδεκτης και, επομένως, περί αυτού πρέπει να διαλαμβάνεται στη δικαστική απόφαση ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., εφόσον, όμως, ο εν λόγω ισχυρισμός έχει προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή του.
Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα δεν είναι αυτοτελής υπό την ανωτέρω έννοια και, ως εκ τούτου, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αποφανθεί επ’ αυτού με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.- Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων προέβαλε, δια της συνηγόρου του Ε.
Κ., τον αυτοτελή ισχυρισμό της υπάρξεως δεδικασμένου για την εκδικαζόμενη κατηγορία της απάτης, που απορρέει από το υπ’ αριθ. 5371/2000 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο αυτός, κατά τους ισχυρισμούς του, απηλλάγη για την εν λόγω πράξη και, ως εκ τούτου, έπρεπε να παύσει οριστικά η εις βάρος του ποινική δίωξη για την εκδικαζόμενη αυτή πράξη της απάτης, περαιτέρω δε ισχυρίσθηκε, ότι, λόγω του ότι η επίσης αποδοθείσα σ’ αυτόν κατηγορία της ηθικής αυτουργίας σε χρήση πλαστού εγγράφου αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα μίας ενιαίας συμπεριφοράς, που περιελάμβανε τις πράξεις της απάτης, της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία μετά χρήσεως και της χρήσης υφαρπαγείσης ψευδούς βεβαίωσης, για τις οποίες αμετακλήτως απηλλάγη με το ίδιο βούλευμα, αναπτύσσεται και γι’ αυτήν (ηθική αυτουργία σε χρήση πλαστού εγγράφου) ουσιαστικό δεδικασμένο και πρέπει να αθωωθεί, λόγω ουσιαστικού δεδικασμένου, άλλως λόγω ελλείψεως δόλου.
Αναφορικά με τον προεκτεθέντα ισχυρισμό του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, από την επισκόπηση του ανωτέρω αμετάκλητου βουλεύματος προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία εναντίον του για την πράξη της απάτης, η οποία ταυτίζεται κατά τα υπόλοιπα στοιχεία της με την πράξη της απάτης, η οποία εισήχθη προς εκδίκαση ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, πλην του στοιχείου του προσώπου των παθόντων, καθόσον η πράξη της απάτης, που κρίθηκε με το άνω βούλευμα, φερόταν ως τελεσθείσα εις βάρος των Π.
Π. και Κ. Π., όπως ρητά διαλαμβάνεται και στο διατακτικό του, ενώ στην πράξη της απάτης, που εισήχθη ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, παθούσα είναι η Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος. Ενόψει τούτων, παρά το ότι τα λοιπά στοιχεία της πράξεως της απάτης, που εισήχθη ενώπιον του ως άνω δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ταυτίζονται με εκείνα της απάτης, που κρίθηκε με το προμνημονευόμενο βούλευμα, δεν υφίσταται ταυτότητα των εν λόγω πράξεων, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού διαφέρουν τα πρόσωπα των παθόντων και, εντεύθεν, από το ανωτέρω βούλευμα δεν απορρέει δεδικασμένο για την πράξη της απάτης, που εισήχθη ενώπιον του άνω δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να απορρίψει με την προσβαλλόμενη απόφασή του τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί δεδικασμένου για την πράξη της απάτης, με την αιτιολογία, ότι δεν υφίσταται ταυτότητα πράξεως, αφού διαφέρουν τα πρόσωπα των παθόντων, δεχθέν, ειδικότερα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της σχετικής υπ’ αριθ. 224/2013 παρεμπίπτουσας αποφάσεώς του, ότι <<...δεν υφίσταται δεδικασμένο αναφορικώς προς τα κριθέντα με το υπ’ αριθ. 5371/2000 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών για την πράξη της απάτης, αφού εκεί κρίθηκε η δράση του Ε.
Β. σε βάρος των τότε μηνυτών Π. και Κ. Π. και όχι η δράση του σε βάρος της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ στην υπό κρίση υπόθεση παθούσα είναι η ήδη μηνύτρια Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, την οποία δεν αφορούσε καθόλου το προαναφερθέν βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και δεν είναι παθόντες ο Π.
Π. και η Κ. Π.>>, παρά τα αντίθετα αβασίμως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραβιάσεως δεδικασμένου, ούτε στέρησε την απόφασή του κατά τούτο της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εξάλλου, από το πιο πάνω απαλλακτικό βούλευμα δεν απορρέει δεδικασμένο ούτε για την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας σε χρήση πλαστού εγγράφου, αφού αυτή αποτελεί διαφορετική πράξη, ως προς όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής της υποστάσεως, σε σχέση με τις επικαλούμενες από τον ίδιο, κατά τα άνω, και κριθείσες από το βούλευμα εκείνο κατηγορίες (της απάτης, της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία μετά χρήσεως και της χρήσης υφαρπαγείσης ψευδούς βεβαίωσης, που, κατά την άποψή του, συνιστούν μία ενιαία συμπεριφορά), ο δε ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι γι’ αυτήν έπρεπε να αθωωθεί, λόγω του ότι αναπτύσσεται ουσιαστικό δεδικασμένο, άλλως ελλείψει δόλου, αποτελεί άρνηση της κατηγορίας και δεν απαιτείτο να απαντήσει σ’ αυτόν το δικαστήριο ούτε να διαλάβει στην απόφασή του συναφώς ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού αυτή περιλαμβάνεται στην αιτιολογία περί της ενοχής του.
Επομένως, ούτε σχετική ακυρότητα (έλλειψη ακροάσεως) επήλθε από τη μη απάντηση στον αρνητικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί αναπτύξεως ουσιαστικού δεδικασμένου για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε χρήση πλαστού εγγράφου. Τέλος, το δικαστήριο της ουσίας, ενόψει των προεκτεθέντων, με το να μην παύσει οριστικά την εις βάρος του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για τις ανωτέρω πράξεις, λόγω δεδικασμένου (αφού δεν συνέτρεχε τέτοια περίπτωση) και με το να προχωρήσει στην περαιτέρω έρευνα της υποθέσεως, δεν υπέπεσε ούτε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας.
Μετά από αυτά, όλες οι αιτιάσεις, που περιλαμβάνονται στον τέταρτο λόγο του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες της παραβιάσεως δεδικασμένου, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της ελλείψεως ακροάσεως και της υπερβάσεως εξουσίας, από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ.
ΣΤ’ Δ’ , Β’ και Η’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμες. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 Π.Κ., "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να είναι αναγκαία η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά (πράξη, παράλειψη ή ανοχή) και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος.
Η περιουσιακή βλάβη, που υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της, θα πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απάτης, να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως, ήτοι της πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής, στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη.
Θα πρέπει να υπάρχει, δηλαδή, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης, που προκλήθηκε από αυτή, ως και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής του πλανηθέντος.
Από δε τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 2 Π.Κ. προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η οποία είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ’ Π.Κ.) από τον υπαίτιο, είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα είτε με τη θέση της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτη είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου, που φέρει μόνο την υπογραφή τρίτου), που να το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, με μεταβολή του τελευταίου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση (έστω και με την έννοια της αμφιβολίας) και θέληση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση.
Η χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο, ως επιβαρυντική περίσταση -σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 216 Π.Κ.- του εγκλήματος της πλαστογραφίας, συνίσταται σε κάθε ενέργεια περιλαμβάνουσα χρησιμοποίηση του εγγράφου κατά τον εν γένει προορισμό αυτού ή τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό.
Η χρήση του πλαστού εγγράφου καθιερώνεται από την παρ. 2 του προαναφερόμενου άρθρου και ως αυτοτελές έγκλημα, είναι δε δυνατό να διαπραχθεί και από τρίτον εκτός του πλαστογράφου, ενώ μπορεί να γίνει με τρόπο άμεσο ή έμμεσο ή και δια τρίτου προσώπου, που αγνοεί την πλαστότητα, δηλαδή από παρένθετο πρόσωπο.
Οι παραπάνω αξιόποινες πράξεις προσλαμβάνουν κακουργηματικό χαρακτήρα, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διατάξεως του άρθρου 1 παρ.1 εδ. α’ του Ν. 1608/1950 "για τους καταχραστές του Δημοσίου κ.λπ.", όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 4 παρ.5 Ν. 1738/1987 και 2 Ν. 1877/1990 και αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 36 Ν. 2172/1993 σε συνδυασμό με το άρθρ. 4 παρ.3 Ν. 2408/1996 (που δεν καθιερώνει αυτοτελώς το αξιόποινο ούτε μεταβάλλει τους όρους και τα στοιχεία των εγκλημάτων του Ποινικού Κώδικα, που αναφέρονται στο ανωτέρω άρθρο αλλά επαυξάνει απλώς, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τις ποινές και καθιστά τις πράξεις κακουργηματικές), σύμφωνα με την οποία στον ένοχο των αδικημάτων που διαλαμβάνονται στη διάταξη αυτή, μεταξύ των οποίων και εκείνα των άρθρων 216 και 386 Π.Κ., εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α Π.Κ., (μεταξύ των οποίων και οι εδρεύουσες στην ημεδαπή τράπεζες) και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών (ήδη 150.000 ευρώ, κατ’ άρθρ. 5 παρ.7 Ν. 2943/2001), επιβάλλεται η ποινή της καθείρξεως και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την τέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο αυτού είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας καθείρξεως.
Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή, που το όφελος ή η ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 150.000 ευρώ, αρκεί επιδίωξη οφέλους ή απειλή ζημίας, χωρίς να είναι αναγκαία και η επίτευξή τους. Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ. α’ του Π.Κ., η οποία ορίζει ότι "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται αντικειμενικώς μεν α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις, προτροπές (παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση), πειθώ, φορτικότητα, πίεση, απειλή, εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως, με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με την επιβολή λόγω υπηρεσιακής ή άλλης εξαρτήσεως ή την επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό κλπ και β) διάπραξη από τον άλλον (αυτουργό) της πράξεως αυτής, υποκειμενικώς δε δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με τη γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, όπως συμβαίνει στο προμνημονευόμενο έγκλημα της πλαστογραφίας (έγκλημα σκοπού), οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 Κ.Ποιν.Δ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Ειδικότερα δε, από τη διάταξη του άρθρου 211Α Κ.Ποιν.Δ., κατά την οποία μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου, συνάγεται ότι δεν απαγορεύεται η αξιοποίηση και του αποδεικτικού τούτου μέσου αλλά αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει το μοναδικό αποδεικτικό έρεισμα μιας καταδίκης, υποδεικνύεται, δηλαδή, στο δικαστή να μη θεμελιώνει την κρίση του για καταδίκη του κατηγορουμένου στην ύπαρξη μόνο μαρτυρικής καταθέσεως ή απολογίας συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, που θεωρείται διαβλητή και αμφιβόλου ειλικρινείας, έτσι ώστε, όταν η καταδικαστική απόφαση στηρίζεται αποκλειστικά σε τέτοια μαρτυρική κατάθεση ή απολογία να ελέγχεται αναιρετικά για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Για την κατά τα άνω πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως, ως προς την ηθική αυτουργία, αρκεί η μνεία του τρόπου ή του μέσου, δια των οποίων ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να διαπράξει ορισμένη πράξη, την οποία αυτός τέλεσε, όπως παραινέσεων, προτροπών, πειθούς, φορτικότητας κλπ, με την έννοια της πειστικότητας, χωρίς να απαιτείται αναφορά και άλλων πραγματικών περιστατικών ή περαιτέρω εξειδίκευση σε τί συνίστανται οι παραινέσεις, οι προτροπές, η πειθώ, η φορτικότητα κλπ.
Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Η κατά τα άνω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ., από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.
Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης (άρθρ. 30 Π.Κ.), αφού σε περίπτωση ουσιαστικής βασιμότητάς του έχει ως συνέπεια το μη καταλογισμό της πράξεως στο δράστη, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, εφόσον προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο.
Τέλος τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και εκείνος, που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 Π.Κ., αφού η παραδοχή της οδηγεί, σύμφωνα με την παράγρ. 1 του αυτού άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα.
Ως ελαφρυντική περίσταση, κατά το ανωτέρω άρθρο 84 παρ.2 Π.Κ., θεωρείται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη σ’ αυτό υπό στοιχείο δ’ , ήτοι το ότι ο υπαίτιος "επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του". Για να αναγνωρισθεί η συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως πρέπει η μετάνοια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά να συνδυάζεται με περιστατικά του τρόπου εκδηλώσεως αυτής και με περιστατικά, που να μαρτυρούν ειλικρινή προσπάθεια άρσεως ή μειώσεως των συνεπειών της πράξεως.
Περαιτέρω λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ Κ.Ποιν.Δ., και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο (από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ, Ε’ Κ.Ποιν.Δ.), συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το περί ενοχής σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ’ αριθ. 592α, 636α, 676α/2012, 1, 58, 161, 224 και 320/2013, αποφάσεώς του, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Στις 5-12-1995, η εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." (ονομαζομένη εφεξής "Εμπορική Τράπεζα"), μέσω του εις Πειραιά Καταστήματος Ναυτιλίας, και η εδρεύουσα εις Μονροβία της Λιβερίας και εγκατεστημένη στην Ελλάδα (ν.89/1967) εταιρεία με την επωνυμία "...", κύριος μέτοχος και πραγματικός διαχειριστής της οποίας ήταν ο κατηγορούμενος Ε.
Β., συνήψαν σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, δια της οποίας η πρώτη χορήγησε, με τους όρους που αναγράφονται στη σύμβαση αυτή, πίστωση με ανοικτό λογαριασμό στη δεύτερη ύψους 500.000 δολλαρίων ΗΠΑ. Την εκπλήρωση των εκ της συμβάσεως αυτής υποχρεώσεων της πιστούχου και την πληρωμή παντός καταλοίπου του επί τη βάσει αυτής ανοιγέντος λογαριασμού, ευθυνόμενοι ως πρωτοφειλέτες και παραιτούμενοι του ευεργετήματος της διζήσεως και των ενστάσεων και προθεσμιών των άρθρων 862 έως και 869 του ΑΚ εγγυήθηκαν προς την Εμπορική Τράπεζα ατομικά ο κατηγορούμενος Ε.
Β. με την από 5-12-1995 έγγραφη δήλωση εγγυητή, όπως επίσης και η εταιρεία "..." συμφερόντων του κατηγορουμένου Ε. Β., εκπροσωπουμένη από τον ίδιο, με την από 7-12-1995 έγγραφη δήλωση εγγυητή. Επακολούθησε η σύναψη μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων στις 7-6-1996, 16-8-1996 και 18-12-1996 αυξητικών συμβάσεων, με τις οποίες το ποσό της πίστωσης αυξήθηκε στα 700.000, 1.000.000 και 1.500.000 δολλάρια ΗΠΑ, αντιστοίχως, με τους ίδιους όρους της αρχικής από 5-12-1995 συμβάσεως.
Μετά την αύξηση του ποσού της πιστώσεως στο ποσό των επτακοσίων χιλιάδων (700.000) δολλαρίων ΗΠΑ, ο κατηγορούμενος Ε. Β., ως πρόσωπο που ουσιαστικά ασκούσε τη διοίκηση της εταιρείας "..." και με τον οποίο διαπραγματευόταν η Εμπορική Τράπεζα, ζήτησε περαιτέρω αύξηση της χρηματοδότησης από δολλάρια ΗΠΑ 700.000 σταδιακά σε δολλάρια ΗΠΑ 1.500.000 και η Εμπορική Τράπεζα προκειμένου να συμφωνήσει στην αύξηση αυτή ζήτησε πρόσθετη (εμπράγματη) εξασφάλιση που να κάλυπτε και τις προηγούμενες χρηματοδοτήσεις.
Κατόπιν αυτού, ο κατηγορούμενος Ε. Β. προσκόμισε στο εις Πειραιά Κατάστημα Ναυτιλίας της Εμπορικής Τράπεζας το υπ’ αρ. .../4-7-1996 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Α.. Με το πληρεξούσιο αυτό, "οι 1)Π. Π. του Θ. και της Δ., επιχειρηματίας που έχει γεννηθεί στη Φλώρινα, το 1935, κάτοικος Αθηνών, οδός ..., κάτοχος του υπ’ αρ. .../22-2-1985 δελτίου ταυτότητας του ΙΣΤ Τμήματος Ασφαλείας Αθηνών και 2)Κ.
σύζυγος Π. Π., το γένος Π. και Ε. Γ., οικοκυρά, που έχει γεννηθεί στη ..., το 1932, κάτοικος Αθηνών, οδός ..., κάτοχος του υπ’ αρ. .../10-2-1992 δελτίου ταυτότητας του ΙΣΤ Τμήματος Ασφαλείας Αθηνών" αφού "δήλωσαν ότι έχουν στην αποκλειστική αυτών κυριότητα, νομή και κατοχή τους και κατά το ήμισυ (1/2) εξ αδιαιρέτου καθένας απ’ αυτούς μία αγροτική έκταση -γήπεδο- εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών εξήντα χιλιάδων πεντακοσίων τριάντα οκτώ (60.538,00) που βρίσκεται στη θέση "..." της Κοινότητας Αυλώνας Αττικής και το οποίο περιήλθε σ’ αυτούς από αγορά με τα υπ’ αριθμούς ...
και ... του 1973 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Δημοσθένους Σγουμποπούλου, που έχουν μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία των μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ωρωπού στον τόμο … και με αύξοντες αριθμούς ... ... διορίζουν και αποκαθιστούν κοινούς πληρεξουσίους, αντιπροσώπους και αντικλήτους τους, τους α)Ε.
Β. του Ν., ... και β)Κ. Γ. του Ν., ... προς τους οποίους δίνουν την εντολή, το δικαίωμα και την πληρεξουσιότητα για λογαριασμό τους, από κοινού ή ο καθένας ξεχωριστά: Να παραχωρούν στο άνω ακίνητο προς οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, τράπεζα ημεδαπή ή αλλοδαπή προσημείωση υποθήκης ή υποθήκη για οποιοδήποτε ποσό λάβουν ως δάνειο οι ίδιοι προσωπικά ή παρ’ αυτών εκπροσωπούμενες εταιρείες.
Να πωλήσουν, μεταβιβάσουν, παραχωρήσουν και παραδώσουν κατά κυριότητα, νομή και κατοχή σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ημεδαπό ή αλλοδαπό και σ’ αυτούς τους ίδιους τους εντολοδόχους Ε. Ν. Β. και Κ. Ν. Γ. και με οποιουσδήποτε όρους, συμφωνίες και τίμημα εγκρίνουν αυτοί, τον παραπάνω αναφερόμενο αγρό (γήπεδο) με όλα τα δικαιώματα προσωπικά και εμπράγματα και τις σχετικές αγωγές και ενστάσεις των εντολέων τους.
Για τον σκοπό αυτό να υπογράφουν τα σχετικά συμβόλαια, προσύμφωνα, σχεδιαγράμματα, να παρίστανται στο αρμόδιο Δικαστήριο και να συναινούν στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης, να συναινούν για την παροχή υποθήκης και υπογραφή του σχετικού συμβολαιογραφικού εγγράφουν και γενικά να ενεργούν κάθε απαραίτητη πράξη και να υπογράφουν κάθε σχετικό έγγραφο.
Να εισπράττουν το τίμημα ...". Δήλωσαν επίσης οι εντολές ότι "η παρούσα εντολή ως αφορώσα αποκλειστικώς το συμφέρων των εντολοδόχων είναι ανέκκλητος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 218 του ΑΚ δοθέντος ότι αυτοί (εντολοδόχοι) έχουν καταβάλει προς τον Σ. Ν. Μ. κατά το χρονικό διάστημα από Οκτωβρίου 1995 μέχρι σήμερα διάφορα χρηματικά ποσά των οποίων την εξόφληση έχουν εγγυηθεί αυτοί (εντολείς) και έχουν αναλάβει την υποχρέωση να πληρώσουν μέχρι τέλους Ιουνίου 1997, εάν και εφόσον ο πρωτοφειλέτης Σ.
Ν. Μ., δεν την πληρώσει, παραιτουμένων επίσης των εντολέων και δια του παρόντος του δικαιώματος της ανακλήσεως". Την ίδια ημέρα (4-7-1996) "... αφ’ ενός οι α)Π. Π.ς του Θ. και της Δ. και β)η Κ. συζ. Π. Π. το γένος Π. Γ., κάτοικος ... και αφ’ ετέρου οι α) Ε. Β. του Ν., επιχειρηματίας και β) Κ. Γ. του Ν., κάτοικος ... οδός ..." με την υπό την αυτή ημερομηνία "σύμβαση αναγνωρίσεως και εγγυήσεως χρέους" "συνομολόγησαν και συναπεδέχθησαν τα εξής:
οι πρώτοι των συμβαλλομένων Π. Θ. Π. και Κ. συζ. Π. Π. έχουν εγγυηθεί και έχουν αναλάβει την υποχρέωση να πληρώσουν προς τους δεύτερους συμβαλλόμενους Ε. Ν. Β. και Κ. Ν. Γ. την οφειλή προς αυτούς του Σ. Ν. Μ., ανερχομένη στο ποσό των εκατόν είκοσι εκατομμυρίων (120.000.000) δρχ., το οποίο έχει λάβει κατά διάφορα χρονικά διαστήματα από του μηνός Οκτωβρίου 1995 μέχρι και σήμερα, το οποίο ο συμπαριστάμενος και συνυπογράφων την παρούσα σύμβαση πρωτοφειλέτης Σ.
Ν. Μ. και οι υπέρ αυτού εγγυημένοι την καταβολή πρώτοι συμβαλλόμενοι την καταβολή πρώτοι συμβαλλόμενοι αναγνωρίζουν κατ’ εφαρμογή του άρθρου 813 ΑΚ ότι πράγματι και τη αληθεία οφείλεται και υπόσχονται να το εξοφλήσουν μέχρι και τις 30 Ιουνίου 1997, είτε εφ’ άπαξ είτε δια τμηματικών καταβολών, παραιτούμενοι του ευεργετήματος της διζήσεως και διαιρέσεως.
Εάν το άνω οφειλόμενο ποσό των δραχμών εκατόν είκοσι εκατομμυρίων (120.000.000) πληρωθεί μέχρι και τις 31 Ιουνίου 1997 παύει η ισχύς του υπ’ αριθμ. ... πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Α. ...". Η πιστώτρια Εμπορική Τράπεζα πείσθηκε στο εν λόγω πληρεξούσιο και στις σχετικές διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου Ε.
Β. και έτσι προχώρησε στις αυξήσεις της πιστώσεως προς την πιστούχο εταιρεία με τις από 16-8-1996 και 18-12-1996 πράξει "μεταβολής ύψους πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό" και δη συμφώνησε, όπως προαναφέρθηκε, με την πρώτη την αύξηση της πιστώσεως από δολλάρια ΗΠΑ επτακόσιες χιλιάδες (700.000) σε δολλάρια ΗΠΑ ένα εκατομμύριο (1.000.000) και με τη δεύτερη από δολλάρια ΗΠΑ ένα εκατομμύριο (1.000.000) σε δολλάρια ΗΠΑ ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες (1.500.000).
Εν όψει δε του ανωτέρω πληρεξουσίου, η Εμπορική Τράπεζα με την από 18-2-1996 αίτησή της, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς (Τμήμα Ασφαλιστικών Μέτρων) ζήτησε να διαταχθεί, ως ασφαλιστικό μέτρο, η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί του αναφερομένου στο εν λόγω πληρεξούσιο ακινήτου των Π. και Κ. Π. για την εξασφάλιση των απαιτήσεών της κατά της οφειλέτριας εταιρείας "...", προερχομένων εκ της συμβάσεως πιστώσεως δι’ ανοικτού λογαριασμού υπό ημερομηνία 5-12-1995 και των αυξητικών αυτής πράξεων α)υπό ημερομηνία 7-6-1996, β) υπό ημερομηνία 16-8-1996, και γ) υπό ημερομηνία 18-12-1996, ενώ οι καθ’ ων η αίτηση Π.
Π. και Κ. συζ. Π. Π. (τους οποίους εμφάνισε στην Εμπορική Τράπεζα ο κατηγορούμενος) είχαν εγγυηθεί στην αιτούσα υπέρ της οφειλέτιδας εταιρείας με τις από 18-12-1996 προσωπικές τους εγγυήσεις. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως, στις 19-12-1996, τους καθ’ ων η αίτηση αυτή Π. Π. και Κ. συζ. Π. Π. εκπροσώπησε ο Κ. Γ., παραστάς δι’ αυτούς και συναινέσας στην εγγραφή της ζητουμένης προσημειώσεως υποθήκης, δυνάμει του υπόψη υπ’ αρ. .../4-7-1996 πληρεξουσίου.
Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την υπ’ αρ. 4909/19-12-1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία διατάχθηκε η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης στο αναφερόμενο στο ανωτέρω πληρεξούσιο ακίνητο των Π. Π. και Κ. συζ. Π. Π., μέχρι του ποσού του 1.700.000 δολλαρίων ΗΠΑ, προς εξασφάλιση της προαναφερομένης απαιτήσεως, με τους τόκους και τα έξοδα, ενεγράφη δε δυνάμει της αποφάσεως αυτής στα βιβλία Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Ωρωπού πρώτη προσημείωση υποθήκης.
Στις 15-1-1998, η Εμπορική Τράπεζα, δια του Καταστήματός της Ναυτιλίας (Τραπεζική Μονάδα Ναυτιλίας) έκλεισε τον επί τη βάσει της από 5-12-1995 αρχικής συμβάσεως και των μεταγενεστέρων προσθέτων πράξεων (αυξητικών συμβάσεων), ανοιγέντα λογαριασμό, ο οποίος είχε παύσει να εξυπηρετείται, εμφάνιζε δε αυτός χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της εταιρείας "..." εκ δολλαρίων ΗΠΑ 1.283.017,41 ή δραχμών 478.330.000.
Σύμφωνα δε με τα άρθρα 11 και 12 της συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό με ημερομηνία 5-12-1995, που απετέλεσαν και όρους των μεταγενεστέρων αυτής προσθέτων πράξεων, με το κλείσιμο αυτό της εις την πιστούχο χορηγηθείσας πίστωσης, κατέστη η πιστούχος αυτοδικαίως και άνευ οχλήσεως υπερήμερος για το οφειλόμενο ποσό κεφαλαίου μετά παντός τόκου, ανατοκισμού, εξόδων.
Σχετική δήλωση για το κλείσιμο του λογαριασμού με αντίγραφο του λογαριασμού επέδωσε η Εμπορική Τράπεζα στην εταιρεία "..." και στον κατηγορούμενο Ε. Β., ο οποίος είχε εγγυηθεί υπέρ της πιστούχου και για τις αυξήσεις της πιστώσεως με τις από 7-6-1996, 16-8-1996 και 18-12-1996 προσωπικές του εγγυήσεις, καλώντας τους ταυτόχρονα να προσέλθουν να καταβάλουν το ανωτέρω χρηματικό ποσό, χωρίς όμως ανταπόκριση.
Η Εμπορική Τράπεζα ανεζήτησε και τους Π. Π. και Κ. συζ. Π. Π. που είχαν επίσης εγγυηθεί υπέρ της εταιρείας "...", προκειμένου να επιδώσει και σ’ αυτούς τη δήλωση για το κλείσιμο του λογαριασμού καθώς και αντίγραφο αυτού, παρά τις έρευνες όμως δεν κατέστη δυνατόν να ανευρεθούν. Μετά ταύτα απεκαλύφθη ότι οι εμφανισθέντες ως Π.
Π. και Κ. συζ. Π. Π. ήσαν τρίτα πρόσωπα, άσχετα με τους πραγματικούς Π. Π. και Κ. συζ. Π. Π., οι οποίοι δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση και ανάμειξη στην όλη υπόθεση. Αυτοί ποτέ δεν διέμεναν επί της οδού ..., στην Αθήνα, αλλά ήσαν και είναι μόνιμοι κάτοικοι ΗΠΑ, στην πολιτεία Ινδιάνα. Τα δελτία αστυνομικής ταυτότητας που προσκόμισαν οι εμφανισθέντες ως ζεύγος Π.
ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Α. για τη σύνταξη του υπ’ αρ. .../1996 πληρεξουσίου ουδέποτε εκδόθηκαν από το Α.Τ. το οποίο αναφέρεται σ’ αυτά αλλά ήσαν εξ ολοκλήρου πλαστά. Επίσης το αναγραφόμενο ως έτος γεννήσεώς τους ήταν ψευδές, αφού οι πραγματικοί Π. Π. και Κ. συζ. Π. Π. γεννήθηκαν ο πρώτος το έτος 1928 και όχι το 1935 και η δεύτερη το έτος 1942 και όχι το 1932.
Τούτο προφανώς έγινε για τον λόγο ότι στους τίτλους κτήσεως των πραγματικών Π. Π. και Κ. συζ. Π. Π., αντίγραφα των οποίων έλαβε ο κατηγορούμενος Ε. Β. προκειμένου να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιο του εξαπατήσεως της Εμπορικής Τράπεζας, προκειμένου η εταιρεία συμφερόντων του "..." να λάβει αύξηση του ύψους της πιστώσεως με την επιβάρυνση ξένου ακινήτου, ανεγράφοντο όλα τα στοιχεία ταυτότητάς τους πλην του έτους γεννήσεώς τους.
Οι κατοικούντες εις ... ΗΠΑ πραγματικοί Π. Π. και Κ. συζ. Π. Π. έλαβαν γνώση της εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης στο ακίνητό τους περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 1999. Διαμαρτυρήθηκαν προς την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος και ακολούθως με την από 14-12-1999 αίτησή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς απευθυνομένη και κατά της Εμπορικής Τράπεζας στρεφομένη ζήτησαν την ανάκληση της υπ’ αρ. 4909/1996 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου δυνάμει της οποίας ενεγράφη προσημείωση υποθήκης στο ακίνητό τους.
Η αίτηση έγινε δεκτή με την υπ’ αρ. 5887/1999 απόφαση του άνω Δικαστηρίου και διατάχθηκε η εξάλειψη της εγγραφείσας προσημειώσεως υποθήκης από τα βιβλία υποθηκών. Σχετικώς με τα ανωτέρω, ο κατηγορούμενος Ε. Β. υποστηρίζει τα εξής: Κατά το έτος 1992 αυτός (Ε. Β.) χρηματοδότησε με το ποσό των 28.000.000 δραχμών τον Σ. Μ., προκειμένου ο τελευταίος να αγοράσει και παραδώσει σ’ αυτόν σίδηρο στην Ουκρανία.
Ο Σ. Μ. δεν παρέδωσε το συμφωνηθέν εμπόρευμα ούτε επέστρεψε το ως άνω χρηματικό ποσό. Συνάντησε εκ νέου τον Σ. Μ. κατά το θέρος του έτους 1996 και ο Σ. Μ. του δήλωσε ότι σε εξόφληση του χρέους του προς αυτόν (Ε. Β.) θα του μεταβίβαζαν συγγενείς του και δη το ζεύγος Π. που ήταν εξαδέλφια του ακίνητο ιδιοκτησίας τους.
Συμφώνησε και υπεγράφησαν η "σύμβαση αναγνωρίσεως και εγγυήσεως χρέους" και το πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Α. που προαναφέρθηκαν. Για την κάλυψη δε της διαφοράς μεταξύ της αξίας του ανωτέρω ακινήτου ανερχομένης στο ποσό των 120.000.000 δραχμών και της απαιτήσεώς του (Ε. Β.), η οποία είχε ανέλθει με τους τόκους επί τετραετία στο ποσό των 40.000.000 δραχμών, αυτός (Ε.
Β.) αφενός μεν ανέλαβε την υποχρέωση εξοφλήσεως οφειλής του Σ. Μ. προς τον Δ. Κ. ποσού 22.000.000 δραχμών, το οποίο και κατέβαλε στον τελευταίο, αφετέρου δε κατέβαλε στον Σ. Μ. και το ζεύγος Π. την απομένουσα διαφορά ποσού 58.000.000 δραχμών. Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου Ε. Β. ότι εξαπατήθηκε από τον Σ. Μ. και τους αγνώστους συνεργούς του που τους εμφάνισε ως ζεύγος Π.
είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η από 4-7-1996 σύμβαση αναγνωρίσεως και εγγυήσεως χρέους είναι εικονική και δεν αποτελεί απόδειξη ουδεμίας συναλλαγής του Σ. Μ. με τον κατηγορούμενο Ε. Β.. Τούτο προέβαλε στην πρωτοβάθμια δίκη και ο Σ. Μ. (ωσαύτως κατηγορούμενος για απάτη από κοινού με τον Ε. Β. και τον Κ. Γ. σε βάρος Τράπεζας με ζημία άνω των 50.000.000 δραχμών και για ηθική αυτουργία από κοινού με τον Ε.
Β. σε χρήση από τον Κ. Γ. πλαστού εγγράφου, με σκοπό το όφελος σε βάρος Τράπεζας άνω των 50.000.000 δραχμών, και πρωτοδίκως αθωωθείς). Χαρακτηριστικά, το έγγραφο αυτό αναφέρει ότι υπήρχε οφειλή του Σ. Μ. προς τους Ε. Β. και Κ. Γ., ανερχομένη στο ποσό των 120.000.000 δραχμών, το οποίο είχε λάβει ο πρώτος από τους δεύτερους κατά διάφορα χρονικά διαστήματα από τον Οκτώβριο 1995 έως και τις 4-7-1996.
‘ Όμως ο κατηγορούμενος Ε. Β.ς αναφέρει ένα προϋφιστάμενο ήδη από το έτος 1992 χρέος του Σ. Μ. προς αυτόν και μάλιστα ύψους 40.000.000 δραχμών κατά το έτος 1996 καθώς και ένα χρέος του Σ. Μ. προς ένα τρίτο πρόσωπο ονόματι Δ. Κ. που δεν αναφέρεται στο συμφωνητικό, ύψους 22.000.000 δραχμών. Εξ άλλου, και ο Κ. Γ. (ωσαύτως κατηγορούμενος για απάτη από κοινού με τους Ε.
Β. και Σ. Μ. σε βάρος Τράπεζας με ζημία άνω των 50.000.000 δραχμών και για χρήση πλαστού εγγράφου με σκοπό το όφελος, σε βάρος Τράπεζας, άνω των 50.000.000 δραχμών, και πρωτοδίκως αθωωθείς) αρνήθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι είχε οποιαδήποτε συναλλαγή με τον Σ. Μ. και απαίτηση κατ’ αυτού. Παρατηρείται, δηλαδή, ότι το περιεχόμενο του από 4-7-1996 συμφωνητικού αμφισβητείται και από τους ίδιους τους υπογράψαντες αυτό Ε.
Β., Κ. Γ. και Σ. Μ.. Περαιτέρω, το φερόμενο ως χρέος του Σ. Μ. προς τον Ε. Β. ισχυρίζεται ο τελευταίος ότι προέκυψε από μη ολοκληρωθείσα συναλλαγή αφορώσα σε αγορά σιδήρου στην Ουκρανία από τον Σ. Μ. και ακολούθως μεταπώληση του σιδήρου αυτού από τον Σ. Μ. στον Ε. Β., αποκερδαίνοντας τη διαφορά μεταξύ τιμής πώλησης και μεταπώλησης.
‘ Όμως, ο Σ. Μ. δεν είχε τέτοια επαγγελματική ενασχόληση, απασχολούμενος επαγγελματικά με την επισκευή πλοίων, και επί πλέον αρνήθηκε πρωτοδίκως ότι είχε ποτέ ταξιδεύσει στην Ουκρανία, παρουσία του δε στην Ουκρανία από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε. ‘ Αλλως τε ο κατηγορούμενος Ε. Β.ς δεν επικαλείται και δεν προσκομίζει οποιοδήποτε έγγραφο για την απόδειξη της ισχυριζομένης προς αυτόν οφειλής από τον Σ.
Μ. ή της συμφωνίας που ισχυρίζεται ότι απετέλεσε τη γενεσιουργό της αιτία. Μάλιστα, ο κατηγορούμενος Ε. Β. διέθετε ένα όμιλο εταιρειών με ευρύτατο κύκλο επαγγελματικής δραστηριότητας στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και δεν θα προσέφευγε για την αγορά σιδήρου από την Ουκρανία στον Σ. Μ., ενώ ο ίδιος (Ε. Β.) ασκούσε, μέσω των εταιρειών του, επιχειρηματική δραστηριότητα και στη χώρα αυτή με αντικείμενο και την εμπορία σιδήρου.
Ούτε εξηγείται γιατί ο κατηγορούμενος Ε. Β. που διέθετε, όπως προεκτέθηκε, εταιρείες με οργανωμένες υπηρεσίες γραμματείας, λογιστηρίου κλπ. κατέβαλε τα προαναφερθέντα χρηματικά ποσά των δραχμών 28.000.000 στον Σ. Μ., 58.000.000 στον ίδιο και στο υποτιθέμενο ζεύγος Π. και 22.000.000 στον Δ. Κ., χωρίς τη σύνταξη οποιουδήποτε εγγράφου έστω και απλών αποδείξεων.
Επίσης δεν δικαιολογείται γιατί ο κατηγορούμενος Ε. Β. πλήρωσε το συνολικό ποσό των 80.000.000 δραχμών (58.000.000+22.000.000), προκειμένου να καλύψει τη διαφορά της αξίας του ακινήτου πριν να του μεταβιβασθεί το ακίνητο κατά κυριότητα. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι στην από 4-7-1996 σύμβαση αναγνωρίσεως και εγγυήσεως χρέους αναφέρεται ότι εάν το αναγραφόμενο σ’ αυτή ως οφειλόμενο ποσό των 120.000.000 δραχμών καταβληθεί μέχρι το τέλος Ιουνίου 1997 θα παύσει η ισχύς του υπ’ αρ. ...
πληρεξουσίου. Στο εν λόγω πληρεξούσιο όμως δεν υπάρχει τέτοιος όρος, αλλ’ αντιθέτως αναφέρεται ότι η παρεχομένη δι’ αυτού εντολή είναι ανέκκλητη, ως αφορώσα αποκλειστικώς το συμφέρον των εντολοδόχων (Ε. Β. και Κ. Γ.), δοθέντος ότι αυτοί έχουν καταβάλει στον Σ. Μ. κατά το χρονικό διάστημα από Οκτώβριο 1995 μέχρι τον χρόνο συντάξεως του πληρεξουσίου διάφορα χρηματικά ποσά (χωρίς να προσδιορίζεται το ύψος τους) των οποίων την εξόφληση έχουν εγγυηθεί οι εντολείς (υποτιθέμενο ζεύγος Π.).
Στην πραγματικότητα, όταν ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο Ε. Β. η αύξηση της χρηματοδότησης της εταιρείας "..." από δολλάρια ΗΠΑ v700.000 σταδιακά σε δολλάρια ΗΠΑ 1.500.000 και η Εμπορική Τράπεζα ζήτησε περαιτέρω εξασφαλίσεις, ο κατηγορούμενος Ε. Β. ήταν εκείνος που εμφάνισε δύο γνωστά του άτομα ως "ζεύγος Π.", των οποίων τα αληθή στοιχεία δεν έχουν εξακριβωθεί, στο επί της οδού ..., στην Αθήνα, γραφείο του δικηγόρου του Γ.
Γ., όπου προσήλθε και ο συμβολαιογράφος Αθηνών Β. Α., ισχυριζόμενος ότι οι προαναφερόμενοι ήταν το πραγματικό ζεύγος Π., παρότι γνώριζε ότι δεν ήταν το πραγματικό ζεύγος Π.. Το πραγματικό ζεύγος Π., ήτοι οι Π. Π.ς και Κ. συζ. Π. Π. διέμεναν από πολλών ετών στην Ινδιανάπολη των ΗΠΑ, δεν ευρίσκοντο κατά τον χρόνο τούτο στην Ελλάδα και ήταν κάτοχοι των αληθών δελτίων ταυτότητας με αρ. .../5-2-1980 ο Π.
Π. και .../21-10-1980 η Κ. συζ. Π. Π. εκδοθέντων από το Τμήμα Ασφαλείας Φλωρίνης. Με τον τρόπο αυτό, δηλαδή εμφανιζόμενοι οι ως άνω (αγνώστων στοιχείων ταυτότητας) ως Π. Π. και Κ. συζ. Π. Π. και με τη συναπόφαση, βούληση και γνώση του κατηγορουμένου Ε. Β., υπέγραψαν ενώπιον του δικηγόρου Γ. Γ. την από 4-7-1996 σύμβαση αναγνωρίσεως και εγγυήσεως χρέους και ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Β.
Α. ως εντολείς το υπ’ αρ. ... της 4-7-1996 πληρεξούσιο. Προηγουμένως, είχε συμφωνήσει ο κατηγορούμενος και με τον Σ. Μ. να υπογράψει ο δεύτερος μία σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους, ώστε να δικαιολογείται το περιεχόμενο του πληρεξουσίου και να διευκολυνθεί ο πρώτος (Ε. Β.ς) στη χρηματοδότηση της εταιρείας συμφερόντων του "..." από την Εμπορική Τράπεζα, με την αύξηση του πιστωτικού ορίου της εταιρείας.
Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος Ε. Β. προσκόμισε το εν λόγω πληρεξούσιο στο Κατάστημα Ναυτιλίας της Εμπορικής Τράπεζας στον Πειραιά. Οι εκπρόσωποι της Εμπορικής Τράπεζας πεισθέντες στις ψευδείς διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου Ε. Β. ότι πρόκειται περί ισχυρού και εγκύρου (γνησίου και πραγματικού) πληρεξουσίου, βάσει του οποίου παραχωρούνταν για εξασφάλιση απαιτήσεων της Εμπορικής Τράπεζας προσημείωση υποθήκης σε ένα τόσο μεγάλο περιουσιακό στοιχείο, όπως ήταν το συγκεκριμένο ακίνητο του ζεύγους Π., προχώρησαν στη ζητηθείσα από τον κατηγορούμενο Ε.
Β. αύξηση των ορίων της πίστωσης προς την εταιρεία "..." κατά (1.000.000 μείον 700.000) 300.000 δολλάρια ΗΠΑ στις 16-8-1996 και κατά (1.500.000 μείον 1.000.000) 500.000 δολλάρια ΗΠΑ στις 18-12-1996, ήτοι συνολικά κατά 800.000 δολλάρια ΗΠΑ. Επίσης, ο κατηγορούμενος Ε. Β., με παραινέσεις και συμβουλές, με πειθώ και φορτικότητα, έπεισε τον υπάλληλο της πιστούχου εταιρείας "..." και ουσιαστικώς υπάλληλό του προαναφερόμενο Κ.
Γ. να εμφανισθεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς στις 19-12-1996 ως εκπρόσωπος του ζεύγους Π. δυνάμει του ως άνω πλαστού πληρεξουσίου (.../1996) του συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Α. και, εμφανίζοντας το πληρεξούσιο αυτό ως γνήσιο και πραγματικό, να κάνει χρήση αυτού, συναινώντας στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί του προαναφερομένου ακινήτου, ανήκοντος στο αληθινό ζεύγος Π., υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας, πράγμα το οποίο και έκανε ο Κ.
Γ., με αποτέλεσμα να εκδοθεί η υπ’ αρ. 4909/1996 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς - Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), που διέτασσε την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί του περιγραφομένου στο επίμαχο πληρεξούσιο ακινήτου προς εξασφάλιση της πιστώσεως της Εμπορικής Τράπεζας.
Στις προαναφερόμενες πράξεις της απάτης και της ηθικής αυτουργίας σε χρήση πλαστού εγγράφου προέβη ο κατηγορούμενος επί σκοπώ οφέλους της εταιρείας "..." αλλά και του ιδίου, αφού η ως άνω εταιρεία ήταν συμφερόντων αυτού, κατά τα άνω ποσά που υπερβαίνουν το ποσό των 50.000.000 δραχμών ή 146.735,14 ευρώ αλλά και το ποσό των 150.000 ευρώ (βλ.
άρθρο 5 ν.2943/2001), ανερχόμενα στο ποσό των 800.000 δολλαρίων ΗΠΑ συνολικώς, με ισόποση (όχι όμως και επί πλέον εξ αιτίας "των λοιπών προσαυξήσεων" όπως αναγράφεται στην κατηγορία) βλάβη της Εμπορικής Τράπεζας, γεγονός που πέτυχε, αφού η εταιρεία συμφερόντων του "..." έλαβε τα εν λόγω ποσά (μέσω δε αυτής και ο ίδιος).
Υποστηρίζει ο κατηγορούμενος ότι στις 19-12-1992, οπότε φέρεται τελεσθείσα η χρήση του πλαστού εγγράφου, δεν υπήρχε πλέον σκοπός πορισμού περιουσιακού οφέλους, καθόσον το απώτατο χρονικό σημείο που επετεύχθη η βλάβη της Εμπορικής Τράπεζας και το αντίστοιχο όφελος του κατηγορουμένου είναι η 18-12-1996, οπότε υπεγράφη η σύμβαση για αύξηση της χρηματοδότησης, η έλλειψη δε του σκοπού περιουσιακού οφέλους κατά τη χρήση του πλαστού πληρεξουσίου ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιώς, στις 19-12-1996, μεταβάλλει την πράξη από κακούργημα της παρ. 3 του άρθρου 216 ΠΚ σε πλημμέλημα της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, το αξιόποινο του οποίου εξαλείφθηκε ήδη με την παραγραφή και, κατά συνέπεια, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για την (πλημμεληματικού χαρακτήρα) πράξη αυτή.
Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου Ε. Β. είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι η προσπόριση του οφέλους και η αντίστοιχη βλάβη ολοκληρώθηκαν με την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης, καθόσον η εταιρεία συμφερόντων του κατηγορουμένου "..." δεν έλαβε το ποσό της αυξήσεως της χρηματοδοτήσεως στις 18-12-1996, όπως προβάλλει ο κατηγορούμενος, αλλά μετά την εγγραφή της προσημείωσης.
Απορριπτέος είναι επίσης και ο εκ του άρθρου 30 παρ. 2 ΠΚ ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί πραγματικής πλάνης αυτού ως προς τις επιβαρυντικές περιστάσεις του Ν.1608/1950 και ειδικότερα ως προς το ότι η φερομένη ως παθούσα Τράπεζα ταυτίζεται με το Δημόσιο, διότι στο άρθρο 263α του ΠΚ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 1 παρ. 1 εδ.
α’ του Ν.1608/1950 ρητώς μνημονεύονται και "οι τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή κατά τον νόμο ή το καταστατικό τους", χωρίς άλλη διάκριση. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, ο κατηγορούμενος Ε. Β. πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αξιοποίνων πράξεων της απάτης από την οποία το όφελος που αυτός επεδίωξε και η ζημία που προξενήθηκε σε Τράπεζα που εδρεύει στην ημεδαπή υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών και της ηθικής αυτουργίας σε χρήση πλαστού εγγράφου με σκοπό οφέλους δια βλάβης Τράπεζας που εδρεύει στην ημεδαπή, που υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών, διότι, πλήρως, με βάση όσα εκτέθηκαν αναλυτικώς ανωτέρω αποδείχθηκαν από τη διαδικασία τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πράξεων αυτών, όπως περιγράφονται ειδικότερα στο διατακτικό.
Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος Ε. Β. ενεργώντας, ως προεξετέθη, από κοινού με δύο αγνώστους συνεργούς του, οι οποίοι ενεφανίσθηκαν ως ζεύγος Π., οργάνωσε και εκτέλεσε το προαναφερθέν σχέδιο, το οποίο αποσκοπούσε στην εξυπηρέτηση των δικών του συμφερόντων που ήταν ο υπερδιπλασιασμός της χρηματοδότησης της εταιρίας του "..." που έφθασε από 700.000 σε 1.500.000 δολλάρια ΗΠΑ, ο οποίος και επιτεύχθηκε τελικώς με τον τρόπο που εκτέθηκε αναλυτικώς ανωτέρω και η ανωτέρω εταιρεία "...", συμφερόντων του κατηγορουμένου, δι’ αυτής δε και ο ίδιος, καρπώθηκαν τις αυξήσεις της χρηματοδότησης κατά το συνολικό ποσό των 800.000 δολλαρίων ΗΠΑ.
Από τη στιγμή που αποκαλύφθηκε η απάτη ο κατηγορούμενος Ε. Β. εξαφανίσθηκε και δεν προσήλθε στην Εμπορική Τράπεζα να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση, τους δε ισχυρισμούς του περί αγνοίας και εξαπατήσεώς του από τον Σ. Μ. προέβαλε εκ των υστέρων ως δικαιολογία των πράξεών του". Στη συνέχεια, το παραπάνω δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο κατά πλειοψηφία (ενός μέλους του δικαστηρίου έχοντος τη γνώμη, ότι αυτός έπρεπε να κηρυχθεί αθώος) των κακουργηματικής φύσεως αξιόποινων πράξεων α) της απάτης κατά συναυτουργία σε βάρος ημεδαπής Τράπεζας με ζημία άνω των 50.000.000 δραχμών και ήδη 150.000 ευρώ (δηλ.
με τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ.1 Ν. 1608/1950) και β) της ηθικής αυτουργίας σε χρήση πλαστού εγγράφου με σκοπό το όφελος, σε βάρος ημεδαπής Τράπεζας, με ζημία άνω των 50.000.000 δραχμών και ήδη 150.000 ευρώ (δηλ. με τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ.1 Ν. 1608/1950), για τις οποίες του επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως ένδεκα (11) ετών, με το ακόλουθο διατακτικό: "
Κηρύσσει ένοχο, κατά πλειοψηφία, τον κατηγορούμενο του ότι στους κατωτέρω αναφερομένους τόπους και χρόνους, με περισσότερες από μια πράξεις τέλεσε από πρόθεση, περισσότερα από ένα εγκλήματα, τα οποία προβλέπονται και τιμωρούνται από το Νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή. Ειδικότερα:
1. Στην Αθήνα, στις 4.7.1996, από κοινού με άγνωστο ζεύγος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος και άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την αθέμιτη απόκρυψη των αληθινών, με σκοπό το όφελος επί αντιστοίχω ζημία ημεδαπής Τράπεζας, που υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών ή 146.735,14 ευρώ και συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, από κοινού με άγνωστο ζεύγος, οι οποίοι εμφανίσθηκαν ως α) Π.
Π. του Θ. και της Δ., επιχειρηματίας γεννηθείς στη Φλώρινα το έτος 1935, κάτοικος Αθηνών, οδός ..., κάτοχος του υπ’ αριθ. ... της 22.2.1985 δελτίου ταυτότητος του ΙΣΤ’ Τμήματος Ασφαλείας Αθηνών και β) Κ. συζ. Π. Π., το γένος Π. και Ε. Γ., οικοκυρά, γεννηθείσα στην ... το έτος 1932, κάτοικος Αθηνών, οδός ..., κάτοχος του υπ’ αριθ. ...
της 10.2.1992 δελτίου ταυτότητος του ΙΣ Τμήματος Ασφάλειας Αθηνών, κατόπιν προσυνεννοήσεως του Ε. Β. (στις 4-7-1996), προσήλθαν στο γραφείο του δικηγόρου Αθηνών Γ. Γ. και ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Α., ισχυριζόμενοι ότι οι προαναφερόμενοι ήσαν το πραγματικό ζεύγος Π., παρότι γνώριζαν ότι δεν ήταν το πραγματικό ζεύγος Π., το οποίο διέμενε από 35ετίας και πλέον στην Ινδιανάπολη των ΗΠΑ, δεν ευρίσκοντο κατά τον χρόνο τούτο στην Ελλάδα και ήσαν κάτοχοι των αληθών δελτίων ταυτότητας με αριθ. .../21.10.1980 και .../5.2.1980, και με τον τρόπο αυτό, δηλαδή, εμφανιζόμενοι οι ως άνω άγνωστοι με τα πρόσωπα των Π.
και Κ. Π. και με τη δική του συναπόφαση, βούληση και γνώση, υπέγραψαν ενώπιον του ανωτέρω συμβολαιογράφου ως εντολείς το υπ’ αριθ. ... της 4.7.1996 πληρεξούσιο, με το οποίο διόριζαν τον Ε. Β., φερόμενο κάτοικο ... οδός ... και τον Κ. Γ., οικονομολόγο, επίσης κάτοικο ως άνω, κοινούς πληρεξουσίους αντιπροσώπους και αντικλήτους, όπως αμφότεροι, χωριστά ή από κοινού, παραχωρούν σε οποιοδήποτε νομικό ή φυσικό πρόσωπο, Τράπεζα ημεδαπή ή αλλοδαπή, προσημείωση υποθήκης ή υποθήκη, για οποιοδήποτε ποσό που ήθελε λάβουν ως δάνειο οι ίδιοι προσωπικά ή οι υπ’ αυτών εκπροσωπούμενες εταιρείες, στην αγροτική έκταση των 60.538 τετραγ.
μέτρων ή 50.320 τετραγ. μέτρων κατά νεότερη μέτρηση, που βρίσκεται στη θέση ... της Κοινότητας Αυλώνα Αττικής και το οποίο είχε περιέλθει σε αυτούς (ζεύγος Π.) κατά το ποσοστό του 1/2 στον καθένα, δυνάμει των υπ’ αριθ. ... και ... του 1973 συμβολαίων του συμ/φου Αθηνών Γεωργίου Σγουμποπούλου, που είχαν μεταγραφεί νόμιμα και στη συνέχεια αυτός (Ε.
Β.) προσκόμισε το εν λόγω πληρεξούσιο στο Κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας στον Πειραιά επί της οδού ..., η οποία με την από 5.12.1995 σύμβαση πίστωσης ανοικτού λογαριασμού μετά της εταιρείας "....", η οποία εξυπηρετούσε οικονομικά συμφέροντα του Ε. Β., είχε χορηγήσει δάνειο, 500.000 δολαρίων ΗΠΑ αρχικά και με τις από 7.6.1996, 16.8.1996 και 18.12.1996 αυξητικές συμβάσεις το όριο της πίστωσης αυξήθηκε σε 700.000, 1.000.000 και 1.500.000 δολάρια, αντίστοιχα, και με το πιο πάνω πλαστό πληρεξούσιο εγγυήθηκε για λογαριασμό του ζεύγους Π.
προς την Τράπεζα την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της πιστούχου εταιρείας και δη των όρων των ως άνω συμβάσεων και την πλήρη εξόφληση του υπολοίπου των, στη συνέχεια εμφανίσθηκε ο Κ. Γ., διευθυντής της επιχείρησης του Ε. Β., ενώπιον του Προέδρου Υπηρεσίας του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την 19.12.1996, ως εκπροσωπών το ζεύγος Π., δυνάμει του ως άνω πλαστού πληρεξουσίου, γεγονός που ο Ε.
Β. γνώριζε και συμφωνούσε και συνήνεσε στην εγγραφή προσημείωσης επί του προαναφερόμενου ακινήτου υπέρ της Τράπεζας και εξεδόθη η υπ’ αριθ. 4909/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), που διέτασσε την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης υπέρ της Τράπεζας για ποσό 1.700.000 δολάρια ΗΠΑ, παριστάνοντας με τον τρόπο αυτό στους εκπροσώπους της μηνύτριας ότι αναλάμβαναν οι προαναφερόμενοι (ζεύγος Π.) την εξασφάλιση των απαιτήσεών της και πείθovτάς τους με τον τρόπο αυτό να αυξήσουν τα όρια της πίστωσης κατά (1.000.000 μείον 700.000) 300.000 και (1.500.000 μείον 1.000.000) 500.000 δολάρια ΗΠΑ, και συνολικό για 800.000 δολάρια ΗΠΑ, καθόσον δεν θα προέβαιναν στην πράξη αυτή άνευ των πλαστών εγγυήσεων που τους παρείχε, ως και ότι εξασφάλιζε εν γένει την απαίτησή της συνολικού ύψους 1.700.000 δολαρίων ΗΠΑ με την εγγραφή της προσημείωσης στο πιο πάνω ακίνητο.
Στις πράξεις δε αυτές προέβη επί σκοπώ οφέλους του, αλλά και της εταιρείας "...," του Ομίλου Β., κατά το παραπάνω ποσό, που υπερβαίνει τα 50.000.000 δραχμές ήτοι τα 146.735,14 ευρώ, εγγίζοντας τα 800.000 δολάρια ΗΠΑ επί αντιστοίχω βλάβη της ως άνω Τράπεζας, γεγονός που πέτυχε, αφού έλαβε τα προαναφερόμενα δάνεια. 2. Στον κατωτέρω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, προκάλεσε με πειθώ και φορτικότητα στον Κ.
Γ. την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου, με σκοπό οφέλους δια βλάβης Τράπεζας, εδρεύουσας στην ημεδαπή, που υπερβαίνει το ποσό των 50.000 δρχ. ή 146.735,14 ευρώ. Συγκεκριμένα, με πειθώ και φορτικότητα, έπεισε τον Κ. Γ. να εμφανιστεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την 19-12-1996, ως εκπροσωπών το ζεύγος Π.
δυνάμει του ως άνω πλαστού πληρεξουσίου (.../1996 του συμβ/φου Αθηνών Β. Α.), και να κάνει χρήση αυτού, συναινώντας στην εγγραφή προσημείωσης επί του προαναφερόμενου ακινήτου 60.538 τετρ. μέτρων ή κατά νεότερη καταμέτρηση 50.320 τετραγ. μέτρων, ευρισκόμενο στη θέση "..." της Κοινότητας Αυλώνα Αττικής, ανήκοντος στο αληθινό ζεύγος Π., υπέρ της Τράπεζας, πράγμα το οποίο και έκανε, με αποτέλεσμα να εκδοθεί η υπ’ αριθ. 4909/1996 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά- Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), που διέτασσε την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης υπέρ της Τράπεζας για ποσό 1.700.000 δολάρια ΗΠΑ, παριστάνοντας με τον τρόπο αυτό στους εκπροσώπους της μηνύτριας Τράπεζας ότι αναλαμβάνουν οι προαναφερόμενοι την εξασφάλιση των απαιτήσεων της και πείθοντάς τους με τον τρόπο αυτό να αυξήσουν τα όρια της πίστωσης κατά (1.000.000 μείον 700.000) 300.000 και (1.500.000 μείον 1.000.000) 500.000 δολάρια ΗΠΑ, καθόσον δεν θα προέβαιναν στην πράξη αυτή, αν δεν εξασφάλιζαν την απαίτησή της, συνολικού ύψους 1.700.000 δολαρίων, με την εγγραφή της προσημείωσης στο πιο πάνω ακίνητο.
Στην πράξη αυτή, της ηθικής αυτουργίας στη χρήση πλαστού εγγράφου, προέβη επί σκοπώ οφέλους του, καθώς και οφέλους της ως άνω εταιρείας "...." του "Ομίλου Β.", κατά τα ως άνω ποσά, που υπερβαίνουν τα 50.000.000 δραχμές ή τα 146735,14 ευρώ, εγγίζοντας τα 800.000 δολάρια ΗΠΑ, επί αντιστοίχω βλάβη της ως άνω Τράπεζας, γεγονός που πέτυχε, αφού έλαβε τα προαναφερόμενα δάνεια".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή των εγκλημάτων τούτων, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν, τις οποίες προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας αξιολόγησε στο σύνολό τους χωρίς επιλεκτική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και χωρίς να είναι αναγκαία, κατά τα προεκτεθέντα, η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση τούτων, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ.1 εδ.
α’ , 216 παρ.1-2, 386 παρ.1 Π.Κ. και 1 παρ.1 Ν. 1608/1950, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και, έτσι, δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού:
α) Όπως προκύπτει από τα πρακτικά και το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του και συναξιολόγησε τα αναφερόμενα στο προοίμιο του επί της ενοχής σκεπτικού του αποδεικτικά μέσα και δη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, τα αναγνωσθέντα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά ως και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και την απολογία του κατηγορουμένου.
Συνεπώς, για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στις πρωτόδικες απολογίες των συγκατηγορουμένων του και αθωωθέντων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο Σ. Μ. και Κ. Γ., όπως διατείνεται ο αναιρεσείων, ισχυριζόμενος αβασίμως, ότι εκ του λόγου τούτου υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά στηρίχθηκε συνδυαστικά, τόσο στις απολογίες αυτές (που εμπεριέχονται στα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης), όσο και στα υπόλοιπα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε στο σύνολό τους.
β) Για την πληρότητα της αιτιολογίας, ως προς την προπεριγραφόμενη ηθική αυτουργία στην πράξη της χρήσεως πλαστού εγγράφου, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, αρκεί η αναφορά στις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως του τρόπου και των μέσων, συνισταμένων σε παραινέσεις και συμβουλές, πειθώ και φορτικότητα, με τις οποίες ο αναιρεσείων προκάλεσε στον ουσιαστικά υπάλληλό του Κ.
Γ. την απόφαση να τελέσει την άνω αξιόποινη πράξη, την οποία και τέλεσε ο τελευταίος, χωρίς να απαιτείται, κατά τα προεκτεθέντα, να εξειδικεύεται σε τί συνίστανται οι παραπάνω προτροπές, που σαφώς έχουν την έννοια της πειστικότητας, κατ’ ορθή δε ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου το δικαστήριο της ουσίας υπήγαγε τη συμπεριφορά του αυτή στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ.
α’ Π.Κ. γ) Η συμπλεκτική διατύπωση στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η εξαπάτηση έγινε με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την αθέμιτη απόκρυψη των αληθινών, δηλαδή με τους πρώτο και δεύτερο προβλεπόμενους νόμιμους τρόπους, με καθένα από τους οποίους μπορεί να τελεσθεί το υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα της απάτης (ο τρίτος τρόπος είναι η αθέμιτη παρασιώπηση των αληθινών γεγονότων), δεν δημιουργεί ασάφεια, ούτε αντίφαση ή σύγχυση σε ό,τι αφορά την παραδοχή της εν λόγω αποφάσεως για τον τρόπο πραγματοποιήσεως της εξαπατήσεως.
Και τούτο, διότι στο σκεπτικό της εξειδικεύεται με σαφήνεια, ότι η προκειμένη εξαπάτηση των εκπροσώπων της παθούσας Τράπεζας έγινε από τον αναιρεσείοντα μόνο με την εν γνώσει του παράσταση προς εκείνους των ψευδών γεγονότων, που προαναφέρθηκαν, ως αληθινών (ήτοι με τον πρώτο προβλεπόμενο από το νόμο τρόπο), η δε συμπλεκτική διατύπωση με απλή αναφορά και του πιο πάνω δεύτερου τρόπου στο διατακτικό της αποφάσεως τέθηκε ως εκ περισσού και δεν έχει αντίκρυσμα στα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας, ότι αποδείχθηκαν για τη νομική και ουσιαστική θεμελίωση της απάτης, ούτε διαφοροποιεί τον τρόπο τελέσεως της πράξεως, αλλά προσδιορίζει και συγκεκριμενοποιεί το δόλο του δράστη, τη γνώση του, δηλαδή, ότι οι παραστάσεις ήταν ψευδείς.
δ) Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων προέβαλε, δια των συνηγόρων του, ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης, κατά το άρθρο 30 παρ.2 Π.Κ., συνιστάμενο στο ότι αυτός αγνοούσε τα περιστατικά που επαυξάνουν το αξιόποινο κατά το άρθρ. 1 του Ν. 1608/1950, ότι δηλαδή και οι τράπεζες ταυτίζονται και προστατεύονται, από άποψη καταχρήσεων, όπως και το Δημόσιο.
Ο άνω ισχυρισμός, όμως, είναι αόριστος, αφού δεν γίνεται επίκληση περιστατικών, που να τον θεμελιώνουν, ούτε είναι περιστατικό (κατά την έννοια του άρθρου 30 παρ. 2 Π.Κ.) η επικαλούμενη εξομοίωση των τραπεζών με το Δημόσιο, την οποία ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αγνοούσε και, ως εκ τούτου, αφού το δικαστήριο (ενόψει της εκτεθείσας αοριστίας) δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει αιτιολογημένα στον απαράδεκτο αυτό ισχυρισμό, η αναιρετική αιτίαση περί απορρίψεως, από την προσβαλλόμενη απόφαση, του εν λόγω ισχυρισμού με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες είναι αβάσιμη.
ε) Τον επίσης προβληθέντα, μεταξύ άλλων, στο ακροατήριο του δικαστηρίου της ουσίας αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος της ελαφρυντικής περιστάσεως της ειλικρινούς μεταμελείας (από το άρθρ. 84 παρ.2 περ. δ’ Π.Κ.) το δικάσαν Εφετείο απέρριψε, κατά πλειοψηφία, με την εξής αιτιολογία, δεχθέν ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Σε σχέση με την από το άρθρο 84 παρ. 2 περ.
δ’ του ΠΚ ελαφρυντική περίσταση, δεν υπήρξε μετάνοια του κατηγορουμένου και μάλιστα ειλικρινής αναγκαία προς εφαρμογή του άρθρου 84 παρ. 2 περ. δ’ του ΠΚ, αφού ο κατηγορούμενος Ε. Β. αρνείται ότι τέλεσε τις κρινόμενες πράξεις. Περαιτέρω, 1) η απαίτηση της Εμπορικής Τράπεζας δεν περιορίζεται στο εκ δολλαρίων ΗΠΑ 800.000 ποσό της ζημίας που υπέστη από τις κρινόμενες πράξεις αλλά ανέρχεται τουλάχιστον στο αναφερόμενο στη προηγουμένη, περί ενοχής, απόφαση ποσό των δολλαρίων ΗΠΑ 1.283.017,41 ή δραχμών 478.330.000, οφειλόμενο στο σύνολό του και από τον κατηγορούμενο (που υπήρξε και εγγυητής), καθώς δε το χρέος αυτό αποτελείται από κεφάλαιο και τόκους, οι επικαλούμενες καταβολές στις 29-3-2012 και στις 15-11-2012 συνολικού ποσού 65.000 δολλαρίων ΗΠΑ καταλογίζονται πρώτα στους τόκους και έπειτα, κατά το τυχόν απομένον υπόλοιπο, στο κεφάλαιο (βλ.
άρθ. 423 ΑΠ), δεν προκύπτει δε ότι υπήρξε υπόλοιπο και μάλιστα ότι αυτό μείωσε το ποσό της ζημίας της Εμπορικής Τράπεζας από τις κρινόμενες πράξεις και 2) από το αναγνωσθέν από29-10-1997 έγγραφο (επιστολή) της Εμπορικής Τράπεζας προς την εταιρεία "..." προκύπτει ότι τα δύο ακίνητα που ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος ότι είχε προσφερθεί να δώσει μέσω της ευθύς ως άνω εταιρείας του στην Εμπορική Τράπεζα προς εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης, το μεν είναι ιδιοκτησίας τρίτου (και δη της Ι. - Μ.
Κ., της οποίας και δεν υπάρχει καμία δήλωση σχετική με την παραχώρηση) το δε είχαν προσφερθεί για την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης προς κάλυψη χρηματοδοτήσεως προς την εν λόγω εταιρεία ("...")". Η ανωτέρω αιτιολογία είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού το δικαστήριο της ουσίας με επάρκεια αλλά και κατ’ ορθή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του ανωτέρω άρθρου 84 παρ.2 περ.
δ’ Π.Κ., έκρινε ανελέγκτως, ότι δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, προϋποθέσεις προς χορήγηση του προαναφερθέντος ελαφρυντικού, δεχθέν ειδικότερα με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, ότι δεν υπήρξε ειλικρινής μεταμέλεια του αναιρεσείοντος, αφού αυτός αρνείται την εκ μέρους του τέλεση των πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε, καθώς και ότι ο ίδιος δεν μείωσε το ποσό της ζημίας, την οποία υπέστη η παθούσα Τράπεζα από τις πράξεις του αυτές.
Κατά συνέπεια, ενόψει των προεκτεθέντων, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα πέμπτος και έκτος λόγοι του κύριου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και ελλείψεως νόμιμης βάσεως, από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ.
Δ’ και Ε’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμοι. Κατά τη γνώμη, όμως, του αρεοπαγίτη Αριστείδη Πελεκάνου έπρεπε να γίνει δεκτός ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, για παραβίαση με πλάγιο τρόπο της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α’ ΠΚ.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 46 παρ. 1 εδ. α’ ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της ηθικής αυτουργίας, απαιτείται : α) πρόκληση με οποιονδήποτε τρόπο (συμβουλή, παρότρυνση, εντολή, παράκληση, υπόσχεση αμοιβής κλπ.) σε άλλον της απόφασης να τελέσει ορισμένο έγκλημα ως προς την αντικειμενική του υπόσταση, β) τέλεση από τον άλλον του εγκλήματος που αποφάσισε μ’ αυτόν τον τρόπο και γ) θέληση του ηθικού αυτουργού να προκαλέσει σε άλλον την απόφαση να τελέσει την αντικειμενική υπόσταση συγκεκριμένου εγκλήματος και θέληση ή γνώση και αποδοχή (του ηθικού αυτουργού) της τέλεσης από τον άλλον του σχετικού εγκλήματος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη σχετική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει. Ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται με πλάγιο τρόπο, δηλαδή όταν το πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιέχεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία θεμελίωσης και στην ταυτότητα του σχετικού εγκλήματος, υπάρχουν ασάφειες, ελλείψεις, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Από όσα προαναφέρθηκαν παρέπεται ότι, για να έχει νόμιμη βάση η απόφαση ενοχής και καταδίκης σε ηθική αυτουργία, απαιτείται : 1) να αναφέρονται σ’ αυτή ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός έπεισε άλλον να τελέσει ορισμένη αξιόποινη πράξη, 2) να προσδιορίζεται το ουσιαστικό περιεχόμενο του τρόπου και των μέσων αυτών, δηλαδή να εξειδικεύονται στην απόφαση οι συγκεκριμένες ενέργειες του ηθικού αυτουργού που έπεισαν τον φυσικό αυτουργό να τελέσει την πράξη και 3) να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε τις παραδοχές ότι ο ηθικός αυτουργός α) προκάλεσε με τις συγκεκριμένες ενέργειές του στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να τελέσει την εγκληματική πράξη, β) είχε συνείδηση ότι με τις ενέργειές του προκαλεί στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να τελέσει τη συγκεκριμένη εγκληματική πράξη και γ) ήθελε ή γνώριζε και αποδέχτηκε την τέλεση της σχετικής πράξης από τον φυσικό αυτουργό.
Η αναφορά στην απόφαση ότι ο ηθικός αυτουργός, με συμβουλές, παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα, έπεισε τον φυσικό αυτουργό να τελέσει ορισμένη αξιόποινη πράξη και η επίκληση υπαλληλικής ή άλλης σχέσης μεταξύ τους, δεν αποτελούν σαφές και πλήρες πόρισμα ενοχής και καταδίκης για ηθική αυτουργία, αφού δεν ανταποκρίνονται στις προαναφερόμενες προϋποθέσεις, αλλά συνιστούν γενικές και αφηρημένες φραστικές διατυπώσεις του τρόπου και των μέσων τέλεσης της ηθικής αυτουργίας, χωρίς καμία εξειδίκευση του ουσιαστικού περιεχομένου τους και απλή επίκληση ορισμένης σχέσης μεταξύ ηθικού και φυσικού αυτουργού, χωρίς περαιτέρω αιτιακή συσχέτιση και αιτιολογική σύνδεση της με τους όρους τέλεσης της ηθικής αυτουργίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς στήριξε την καταδικαστική κρίση του για κακουργηματική ηθική αυτουργία του αναιρεσείοντος σε χρήση πλαστού που τέλεσε ο Κ. Γ. στις εξής παραδοχές : "...
Επίσης, ο κατηγορούμενος Ε. Β., με παραινέσεις και συμβουλές, με πειθώ και φορτικότητα, έπεισε τον υπάλληλο της πιστούχου εταιρείας "..." και ουσιαστικά υπάλληλό του Κ. Γ. να εμφανιστεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς στις 19-12-1996 ως εκπρόσωπος του ζεύγους Π. δυνάμει του ως άνω πλαστού πληρεξουσίου (.../1996) του συμβολαιογράφου Αθηνών Β.
Α. και, εμφανίζοντας το πληρεξούσιο αυτό ως γνήσιο και πραγματικό, να κάνει χρήση αυτού συναινώντας στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί του προαναφερομένου ακινήτου, ανήκοντος στο αληθινό ζεύγος Π., υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας, πράγμα το οποίο και έκανε ο Κ. Γ., με αποτέλεσμα να εκδοθεί η υπ’ αρ. 4909/1996 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου ...
που διέτασσε την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί του περιγραφομένου στο επίμαχο πληρεξούσιο ακινήτου προς εξασφάλιση της πιστώσεως της Εμπορικής Τράπεζας. Στις προαναφερόμενες πράξεις της απάτης και της ηθικής αυτουργίας σε χρήση πλαστού προέβη ο κατηγορούμενος επί σκοπώ οφέλους της εταιρείας "..." αλλά και του ιδίου, αφού η ως άνω εταιρεία ήταν συμφερόντων αυτού, κατά τα άνω ποσά που υπερβαίνουν το ποσό των 50.000.000 δραχμών ή 146.735,14 ευρώ αλλά και το ποσό των 150.000 ευρώ (βλ.
άρθρο 5 ν. 2943/2001), ανερχόμενα στο ποσό των 800.000 δολαρίων ΗΠΑ συνολικώς, με ισόποση (όχι όμως και επιπλέον εξαιτίας "των λοιπών προσαυξήσεων" όπως αναγράφεται στην κατηγορία) βλάβη της Εμπορικής Τράπεζας, γεγονός που πέτυχε, αφού η εταιρεία συμφερόντων του "..." έλαβε τα εν λόγω ποσά (μέσω δε αυτής και ο ίδιος)....
Εξάλλου, στο διατακτικό της απόφασης κατά την περιγραφή της πράξης της ηθικής αυτουργίας σε χρήση πλαστού εγγράφου, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, αναφέρεται ότι αυτός "...προκάλεσε με πειθώ και φορτικότητα στον Κ. Γ. την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου, με σκοπό οφέλους δια βλάβης Τράπεζας, εδρεύουσας στην ημεδαπή, που υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ.
ή 146.735,14 ευρώ...., καθώς και οφέλους της άνω εταιρείας .... εγγίζοντας τα 800.000 δολάρια ΗΠΑ επί αντιστοίχω βλάβη της άνω Τράπεζας, γεγονός που πέτυχε, αφού έλαβε τα προαναφερόμενα δάνεια.".
Με αυτές τις παραδοχές, το πόρισμα ενοχής και καταδίκης του αναιρεσείοντος για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε χρήση πλαστού εγγράφου, περιέχει ασάφειες και ουσιώδεις ελλείψεις που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 46 παρ. 1 εδ.
α’ ΠΚ, αφού α) δεν εξειδικεύονται οι συγκεκριμένες ενέργειες με τις οποίες ο αναιρεσείων έπεισε τον Κ. Γ. να τελέσει την πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου, αλλά διατυπώνεται κατηγορική κρίση ενοχής, στην οποία αναφέρονται, ως τρόπος και μέσα τέλεσης της ηθικής αυτουργίας, μόνο γενικοί και αφηρημένοι όροι (συμβουλές, παραινέσεις, πειθώ, φορτικότητα), χωρίς κανέναν ειδικότερο προσδιορισμό του ουσιαστικού περιεχομένου τους και β) δεν αναφέρονται και δεν προσδιορίζονται στην απόφαση συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε την παραδοχή και στα οποία στήριξε την κρίση ότι ο αναιρεσείων προκάλεσε με πρόθεση στον Κ.
Γ. την απόφαση να τελέσει τη συγκεκριμένη πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου. Η δε αναφορά ότι ο τελευταίος "ήταν υπάλληλος της πιστούχου εταιρείας και ουσιαστικός υπάλληλος" του αναιρεσείοντος, χωρίς καμία περαιτέρω αιτιακή συσχέτιση και αιτιολογική σύνδεση αυτής με τους όρους τέλεσης της ηθικής αυτουργίας, δεν αναιρεί την έλλειψη νόμιμης βάσης.
Αντίθετα, η τελευταία (έλλειψη νόμιμης βάσης) επιτείνεται από τις λοιπές παραδοχές του σκεπτικού της απόφασης (σελ. 105, 106, 107, 108, 109), κατά τις οποίες ο Κ. Γ. ήταν διευθυντής, δηλαδή κορυφαίο διοικητικό στέλεχος και όχι απλός υπάλληλος, της εταιρείας "...", ο οποίος με το ένδικο πλαστό πληρεξούσιο φέρεται να αποκτά εξουσία να παρέχει εγγυήσεις και εμπράγματες ασφάλειες σε ακίνητο του υπαρκτού ζεύγους Π.
και για τραπεζικά δάνεια που θα λάμβανε ο ίδιος ή δική του επιχείρηση, και όχι μόνο για δάνεια προς την επιχείρηση του αναιρεσείοντος, γεγονότα δηλαδή που λογικά υποδηλώνουν και ενισχύουν την εκδοχή, ότι ο Κ. Γ. ενεργούσε στη συγκεκριμένη υπόθεση σε στενή συνεργασία με τον αναιρεσείοντα και με αυτοβουλία εγκληματικής δράσης, ενταγμένης στην επιδίωξη και δικών του συμφερόντων.
Επομένως, έπρεπε, κατά τη μειοψηφούσα γνώμη, να κριθεί βάσιμος ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, για παραβίαση με πλάγιο τρόπο της διάταξης του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α’ ΠΚ, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της ηθικής αυτουργίας σε χρήση πλαστού εγγράφου.
Τέλος, οι εμπεριεχόμενες στον ως άνω πέμπτο αναιρετικό λόγο λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος αυτού (αναιρεσείοντος) ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 31 παρ.2, 105 εδ.2 και 223 παρ.4 Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι απαγορεύεται η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της καταθέσεώς του, που έγινε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξετάσεως ή της ένορκης ή χωρίς όρκο καταθέσεως, που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του.
Η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του δικαστηρίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 Κ.Ποιν.Δ., δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρ. 171 παρ.1 περ. δ’ του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Α’ Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεώς του, διακηρυσσόμενο ήδη στο άρθρο 14 παρ.3 εδ. ζ’ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, κυρωθέντος με το Ν. 2462/1997, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α. (Ν.Δ. 53/1974), καθώς και το δικαίωμά του, από το προαναφερθέν άρθρο 223 παρ.4 Κ.Ποιν.Δ., να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη.
Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής (Ολ.Α.Π. 1/2004).
Παραβίαση, όμως, της ως άνω αρχής της μη αυτοενοχοποιήσεως του κατηγορουμένου επέρχεται μόνο με την κατά τον προαναφερόμενο τρόπο αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του δικαστηρίου των πιο πάνω μαρτυρικών καταθέσεων αυτού, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν είναι επιτρεπτό να αξιολογηθούν σε βάρος του όσα τυχόν επιβαρυντικά γι’ αυτόν στοιχεία έχει καταθέσει κατά την ανώμοτη ή ένορκη εξέτασή του στη διάρκεια της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως.
Έτσι, όταν η ένορκη ή χωρίς όρκο κατάθεση του κατηγορουμένου, που δόθηκε πριν από την κτήση της ιδιότητας αυτής (του κατηγορουμένου) δεν περιέχει επιβαρυντικά γι’ αυτόν στοιχεία σε σχέση με τα επίδικα αδικήματα, τότε, με την ανάγνωσή της και τη λήψη υπόψη για τη διαμόρφωση της κρίσεως του δικαστηρίου, δεν επέρχεται παραβίαση του άνω δικαιώματός του της μη αυτοενοχοποιήσεως, αφού η αξιολόγησή της δεν γίνεται σε βάρος του και έτσι δεν προκαλείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.- Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι, μεταξύ των λοιπών εγγράφων, που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, συγκαταλέγεται και η από 14-2-2000 ένορκη εξέταση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος ως μάρτυρα ενώπιον του 14ου Πταισματοδίκη Αθηνών (αναγνωσθέν έγγραφο υπ’ αριθ. 61), από δε την παραδεκτή, για την έρευνα των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση του περιεχομένου του εγγράφου τούτου της δικογραφίας διαπιστώνεται, ότι δεν περιέχονται σ’ αυτήν (ένορκη εξέταση) επιβαρυντικά στοιχεία εις βάρος του για τα αδικήματα, για τα οποία καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση (απάτη και ηθική αυτουργία σε χρήση πλαστού εγγράφου σε βαθμό κακουργήματος) αλλ’ αντιθέτως στην κατάθεσή του αυτή γίνεται αναφορά συναλλακτικών σχέσεων, τις οποίες είχε εκείνος με τον Σ.
Μ. και του τρόπου ρυθμίσεώς τους, που συμπίπτουν, μάλιστα, με υπερασπιστικούς ισχυρισμούς, τους οποίους ανέπτυξε ο ίδιος (κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων) και στην απολογία του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία (απολογία) επίσης παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο.
Επομένως, η προανακριτική αυτή κατάθεση, που, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, είχε δοθεί πριν αυτός αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, δεν ήταν πρόσφορη να αξιοποιηθεί αποδεικτικά ως θεμέλιο για την κατάφαση της ενοχής και την καταδίκη του, οπότε, με την ανάγνωση και αξιολόγησή της από το δικαστήριο της ουσίας, δεν παραβιάσθηκε το δικαίωμα μη αυτοενοχοποιήσεώς του και, εντεύθεν, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ο δε υποστηρίζων τα αντίθετα πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ.
Α’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμος.
Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η κρινόμενη αίτηση και ο επ’ αυτής από 29-12-2014 πρόσθετος λόγος, να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρ. 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.) και να καταδικαστεί ο ίδιος (αναιρεσείων) στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας Τράπεζας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK" (καθολικής διαδόχου της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", λόγω συγχωνεύσεώς της με απορρόφηση), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-7-2014 αίτηση (ασκηθείσα δια δηλώσεως, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 10-7-2014) και τον επ’ αυτής από 29-12-2014 πρόσθετο λόγο του Ε. Β. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 592α, 636α, 676α/2012, 1, 58, 161, 224 και 320/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας Τράπεζας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουνίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ