Legislator Case Law & Legislation
1245/2015 AI generated

1245/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1245/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1245/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα: "Η ... τραπεζική επιταγή, προς πληρωμή της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, φέρει στο σώμα της, ... γνήσια υπογραφή και σφραγίδα του εκδότη της - ανακόπτοντος (ήδη αναιρεσείοντος). Αυτή φέρει ως τόπο εκδόσεως την ...

Keywords

AI generated
monetary policy and Operations export subsidies financing policy immediate termination for fraud export credit insurance unemployment benefits overpayment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1245 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1245/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Α. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Αναλυτή.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2010 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βεροίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 1850/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-3-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 13-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την .../2-9-2014 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Β. Δ. Τ., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη νομότυπα και εμπρόθεσμα ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης με κλήση για συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 24-11-2014, οπότε και αναβλήθηκε για τη σημερινής αντιμωλία των διαδίκων, με επισημείωση στο πινάκιο, που επέχει θέση κλητεύσεως όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οπότε και εκφωνήθηκε η υπόθεση στη σειρά της από το πινάκιο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα χωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα: "Η ... τραπεζική επιταγή, προς πληρωμή της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, φέρει στο σώμα της, ... γνήσια υπογραφή και σφραγίδα του εκδότη της - ανακόπτοντος (ήδη αναιρεσείοντος). Αυτή φέρει ως τόπο εκδόσεως την ...

ως ημερομηνία έκδοσης την 30-9-2010, ως πληρωτέο ποσό το ποσό των 15.000 ευρώ, ως λογαριασμό πληρωμής τον ... λογαριασμό που τηρούσε ο ανακόπτων στην πληρώτρια Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος (κατάστημα ...), προς την οποία δίνεται εντολή πληρωμής του ανωτέρω ποσού εις διαταγήν της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία Θ.

Β. ΑΒΕΕ" (λήπτριας), που τη μεταβίβασε λόγω ενεχύρου, στις 13-4-2010, στην καθ’ ης η ανακοπή τράπεζα (ήδη αναιρεσίβλητη). Η επιταγή, αν και εμφανίσθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς πληρωμή στις 1-10-2010, δεν πληρώθηκε, όπως βεβαιώνεται από την από 3-11-2010 βεβαίωση επί του σώματος της. Ο ανακόπτων, πολιτικός μηχανικός και εργολήπτης δημοσίων και ιδιωτικών έργων, εξέδωσε στις αρχές του 2010 την τραπεζική αυτή επιταγή (μαζί με άλλες έξι), θέτοντας μόνο την υπογραφή και τη σφραγίδα του στη θέση του εκδότη, και την παρέδωσε, λευκή ως προς τα υπόλοιπα στοιχεία της, στην Α.

Π., νόμιμη εκπρόσωπο της λήπτριας εταιρίας, που είχε ως αντικείμενο των εργασιών της την εμπορία έτοιμου σκυροδέματος και προϊόντων τσιμέντου. Αυτός της παρέδωσε την επιταγή έναντι του συμφωνηθέντος χαμηλού τιμήματος μελλοντικών πωλήσεων έτοιμου σκυροδέματος που θα αγόραζε από τη λήπτρια εταιρία και θα χρησιμοποιούσε στα έργα, τα οποία θα εκτελούσε.

Η συμφωνία τους ως προς τη συμπλήρωση των επιταγών που παρέδωσε, μεταξύ των οποίων και η προσδιοριζόμενη ανωτέρω, περιλάμβανε όμως και τη δυνατότητα της εκπροσώπου της λήπτριας να τις συμπληρώσει ως προς τα ελλείποντα στοιχεία τους, σταδιακώς και αναλόγως των επειγουσών κάθε φορά αναγκών αυτής (για να της παρασχεθεί δε αυτή η ευχέρεια δεν είχαν συμπληρωθεί οι επιταγές από την αρχή ως προς τα υπόλοιπα στοιχεία τους), μέχρι τη συμπλήρωση του συνολικού ποσού που είχε εξ υπαρχής, κατά προσέγγιση, καθορισθεί, ανερχόμενο σε 100.000 ευρώ για όλες τις επιταγές.

Το ποσό αυτό προσυμφωνήθηκε ως, καθορισθέν με βάση την προσφερθείσα από τη λήπτρια συμφέρουσα τιμή, τίμημα των ποσοτήτων σκυροδέματος που ο ανακόπτων υπολόγιζε ότι θα χρειαζόταν μέσα στο έτος 2010, η δε έκδοση και παράδοση των επιταγών συμφωνήθηκε να ισχύσει ως προκαταβολή του. Η συμφωνία μεταξύ του ανακόπτοντος και της λήπτριας περιλάμβανε δε ειδικότερα και τη δυνατότητα της τελευταίας να τις μεταβιβάσει περαιτέρω, αφού τις συμπλήρωνε κατά τα ανωτέρω, κυρίως σε τράπεζες, προκειμένου να διευκολυνθεί στην εξυπηρέτηση της χρηματοδότησης της και των συμβάσεων πιστώσεως που διατηρούσε.

Ο σκοπός της έκδοσης των επιταγών, μεταξύ των οποίων και η προαναφερόμενη, εκ μέρους του ανακόπτοντος ήταν ... η διασφάλιση των προσφερθεισών από τη λήπτρια χαμηλών τιμών εκ μέρους του. Τέτοια όμως διασφάλιση δεν μπορούσε να υπάρξει, εάν οι τιμές αυτές, αλλά και οι μέλλουσες να μεταβιβασθούν ποσότητες, δεν είχαν, έστω κατά προσέγγιση, προσυμφωνηθεί.

Και η λήπτρια όμως των επιταγών εταιρία δεν θα είχε οποιοδήποτε συμφέρον από την έκδοση και την παραλαβή τους εάν δεν μπορούσε να τις διακινήσει, συμπληρώνοντας αυτές κατά τα ελλείποντα και συμφωνηθέντα στοιχεία τους και μεταβιβάζοντάς τις περαιτέρω για να διευκολυνθεί. Εάν δεν της είχε παρασχεθεί από τον ανακόπτοντα τέτοια δυνατότητα, δεν θα είχε και οποιονδήποτε λόγο να προσφέρει προκαταβολικώς χαμηλές τιμές των εμπορευμάτων της ....

Ενεργώντας στα πλαίσια της μεταξύ τους συμφωνίας, η ως άνω εκπρόσωπος της λήπτριας συμπλήρωσε τα ελλείποντα στοιχεία της παραπάνω επιταγής και την παρέδωσε, οπισθογράφοντάς την, λόγω ενεχύρου στην καθ’ ης η ανακοπή τράπεζα στις 13-4-2010. Η μεταξύ του ανακόπτοντος και της λήπτριας συμφωνία δεν λειτούργησε τελικώς ομαλά, διότι ο μεν ανακόπτων δεν ανέλαβε, λόγω της οικονομικής κρίσης, τις εργολαβίες που προσδοκούσε, με βάση τον κύκλο των μέχρι τότε εργασιών του, ώστε να χρειασθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα τις ποσότητες σκυροδέματος που υπολόγιζε ότι θα χρησιμοποιούσε, η δε λήπτρια της επιταγής εταιρία, της οποίας οι εργασίες συρρικνώθηκαν και η οποία δεν μπορούσε πλέον να εξυπηρετήσει τις οφειλές της, υπέβαλε στις 12-7-2010 αίτηση κήρυξης της σε πτώχευση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών.

Στην αίτησή της αυτή μάλιστα αναφέρει ... και ότι μεταξύ των επιταγών που είχε ενεχυράσει σε τράπεζες υπήρχαν και επιταγές συνολικού ύψους 104.000 ευρώ εκδόσεως του ανακόπτοντος, που δόθηκαν στην ίδια ως προκαταβολές για την αγορά έτοιμου σκυροδέματος, το οποίο δεν αγόρασε όμως αυτός τελικώς λόγω ματαίωσης σχετικών εργολαβιών εξαιτίας της οικονομικής κρίσης που εντάθηκε εν τω μεταξύ.

Ο ανακόπτων δε, ο οποίος δεν είχε και στην πληρώτρια τράπεζα τα απαραίτητα κεφάλαια για την πληρωμή των επιταγών, προχώρησε σε δήλωση ανάκλησης τους, που επιδόθηκε προς αυτήν στις 31.8.2010 και με την οποία επικαλέσθηκε πλαστογραφία τους εκ μέρους της εκπροσώπου της λήπτριας. Σύμφωνα με όλα αυτά, δεν αποδείχθηκε το θεμελιωτικό του πρώτου λόγου της ανακοπής περιστατικό ...

ότι μεταξύ του ιδίου ως εκδότη της επιταγής και της λήπτριας δεν υπήρχε συμφωνία προς συμπλήρωση της ως άνω ατελούς κατά το χρόνο έκδοσής της επιταγής, ώστε να ταυτίζεται η συμπλήρωσή της εκ μέρους της εκπροσώπου της τελευταίας ως προς τις συνέπειές της με πλαστογραφία (υπό τη μορφή της νόθευσης) ... . Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε πως οι εκπρόσωποι της καθ’ ης τελούσαν, κατά τον χρόνο κτήσης της επιταγής λόγω ενεχύρου, εν γνώσει ακόμη και του γεγονότος ότι αυτή είχε εκδοθεί αρχικώς ως ατελής ...

Οι εκπρόσωποι της καθ’ ης δεν βαρύνονται και με οποιουδήποτε βαθμού αμέλεια, διότι πριν να δεχθούν την επιταγή ως ενέχυρο, εκτός από τον συνήθη προς διασφάλιση των συμφερόντων της έλεγχο που δ ι ενήργησαν για τη διαπίστωση της φερεγγυότητας του ανακόπτοντος, ζήτησαν από την λήπτρια και την αποστολή σ’ αυτούς παραστατικών για τις συναλλαγές της με εκείνον που δικαιολογούσαν την έκδοση του αξιογράφου.

Αυτή απέστειλε δε προς την καθ’ ης τράπεζα τα προσκομιζόμενα από την τελευταία και επικαλούμενα με το δικόγραφο της έφεσής της αντίγραφα των … και …/30-3-2010 καθώς και …/6-4-2010 τιμολογίων πώλησής της των αναγραφομένων σε αυτά ποσοτήτων ετοίμου σκυροδέματος προς τον ανακόπτοντα έναντι τιμήματος 10.343,47, 8.858,38, και 11.082,17 ευρώ αντιστοίχως, συνολικού ποσού 30,282, 02 ευρώ.

Απέστειλε επίσης προς την καθ’ ης και αντίγραφο της τηρούμενης από την ίδια για τον ανακόπτοντα καρτέλας πελάτη, όπου αναγράφονταν τα αμέσως παραπάνω τιμολόγια και η παραλαβή έναντι του τιμήματος τους της ως άνω επιταγής και της ... επιταγής, ποσού 15.000 ευρώ ωσαύτως. Ο ανακόπτων ισχυρίζεται μεν ότι τα αμέσως παραπάνω τιμολόγια εκδόθηκαν από την ανακόπτουσα χωρίς να αντικατοπτρίζουν πραγματικές συναλλαγές, η έρευνα όμως της καθ’ ης η ανακοπή δεν κατέδειξε τέτοια πιθανότητα, ενώ περισσότερο ενδελεχής από την προπεριγραφόμενη εξέταση μίας τέτοιας πιθανότητας δεν θα ήταν δυνατό να αξιωθεί ακόμη και από ένα άκρως επιμελή και συνετό συναλλασσόμενο, προς τον οποίο μεταβιβάζεται αξιόγραφο ...

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατ’ αποδοχή της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανακοπή του αναιρεσείοντος, και ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο της ανακοπής του.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθεται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, 27/98).

Κατ’ ακολουθίαν αυτών, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ 1 και 19 ΚΠολΔ με τον οποίο ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 13 του ν. 5960/1933 περί επιταγής και την όμοια του άρθρο 216 του ΠΚ με το να δεχθεί ότι η αναιρεσίβλητη συμπλήρωσε τα βασικά ελλείποντα στοιχεία της επιταγής σύμφωνα με τη συμφωνία τους ενώ, κατ’ αυτόν, τέτοιο δικαίωμα συμπληρώσεως αυτών είχε μόνον ο ίδιος, είναι απαράδεκτος ως προς αμφότερα τα σκέλη του, προεχόντως, λόγω της αοριστίας του, διότι ούτε προσδιορίζεται σε τι συνίσταται το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας ούτε προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης, αν δηλαδή πρόκειται για έλλειψη, ή ασάφεια ή αντίφαση αιτιολογιών και στην τελευταία περίπτωση σε τι συνίσταται η ασάφεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, σε κάθε περίπτωση δε είναι απαράδεκτος, διότι υπό την κατ’ επίφαση επίκληση πλημμέλειας από την προαναφερθείσα διάταξη, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των αποδείξεων.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.

Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ’ ουσία.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο δεύτερος, (από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ) λόγος με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό του περί πλαστογραφίας της επίμαχης επιταγής από τη νόμιμη εκπρόσωπο της λήπτριας, που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού κατέλυε το δικαίωμά της να την ενεχυριάσει στην αναιρεσίβλητη, είναι αβάσιμος, διότι με την παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας ότι δεν αποδείχθηκε το θεμελιωτικό του λόγου, της ανακοπής - περιστατικό, ότι δεν υπήρχε συμφωνία για συμπλήρωση από την λήπτρια της ατελούς κατά το χρόνο εκδόσεώς της επίμαχης επιταγής, ώστε να ταυτίζεται η εκ των υστέρων συμπλήρωσή της ως προς τα ελλείποντα στοιχεία με πλαστογραφία, υπό τη μορφή της νοθεύσεως, εκ μέρους της νομίμου εκπροσώπου της, καταδεικνύει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό του αναιρεσείοντος, και τον απέρριψε ως αβάσιμο, δεχόμενο αντιθέτως την ύπαρξη συμφωνίας περί συμπληρώσεως των ελλειπόντων στοιχείων της επιταγής.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη μόνο τα επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή στοιχειοθετείται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 ΚΠολΔ. Ωστόσο, δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα κατ’ είδος αναφερόμενα και επιτρεπτά κατά νόμο αποδεικτικά μέσα και σε καταφατική περίπτωση ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ λόγο καταλογίζεται στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη και σε κάθε περίπτωση δεν καθίσταται οπωσδήποτε βέβαιο ότι έλαβε υπόψη τα έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων, και ειδικότερα: α) την από 12-7-2010 αίτηση - δήλωση παύσης πληρωμών ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία Θ.

Β. ΑΒΕΕ", νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν η Α. Π., β) την .../31-8-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Βέροιας Χ. Ζ. για ανάκληση της ένδικης επιταγής, γ) την …/2011 ένορκη βεβαίωση του Γ. Κ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αλεξάνδρειας στα πλαίσια δίκης ασφαλιστικών μέτρων, δ) τις υπ’ αριθμ. 472/2010, 138/2011, 279/2011 και 351/2011 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, την 165/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας και τις 806/2011 και 807/2011 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας και ε) την από 3-1-2011 έγκληση του κατά της Α.

Π. ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Γιαννιτσών για πλαστογραφία επιταγών με χρήση, από το περιεχόμενο των οποίων προέκυπτε (κατά τους ισχυρισμούς του) ότι έγινε παράνομη και χωρίς καμιά συμφωνία συμπλήρωση των ελλειπόντων στοιχείων της επίμαχης επιταγής, εφόσον η μεταξύ τους συμφωνία προέβλεπε ότι η συμπλήρωση των στοιχείων αυτών θα γινόταν από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα και μόνο αφού είχε παραλάβει αντίστοιχης, αξίας εμπορεύματα.

Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Δικαστηρίου ότι τα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκαν, "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, ... από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, από τη λαμβανόμενη μόνο ως δικαστικό τεκμήριο …/2011 ένορκη βεβαίωση του Γ. Κ. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αλεξανδρείας, ...

καθώς και από τις παρακάτω ομολογίες των διαδίκων ...", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, στο οποίο μάλιστα γίνεται ειδική μνεία των ως άνω υπό στοιχεία α, β και γ εγγράφων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και τα ως άνω έγγραφα.

Ως εκ τούτου ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε η δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα η απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε παράβαση δικονομικών διατάξεων, δηλαδή διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων (Ολ.

ΑΠ 1/1999, ΑΠ 12/2000). Εξάλλου, κατά το άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 5960/1933 περί επιταγής "η οπισθογράφηση μεταβιβάζει πάντα τα απορρέοντα εκ της επιταγής δικαιώματα", κατά δε το άρθρο 19 παρ. 1 του ίδιου νόμου "ο κάτοχος οπισθογραφησίμου επιταγής, θεωρείται νόμιμος κομιστής, εάν στηρίζη το δικαίωμά του επί αδιακόπου σειράς οπισθογραφήσεων και εάν έτι η τελευταία οπισθογράφησις είναι εν λευκώ".

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση, κατ’ εκτίμηση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την υποβληθείσα από την αναιρεσίβλητη αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής, λόγω της αοριστίας της ως εκ της μη επικλήσεως των σχετικών με την ενεργητική νομιμοποίηση αυτής περιστατικών, εφόσον, κατά τον αναιρεσείοντα, με μόνη την παράδοση της επιταγής στην αναιρεσίβλητη "αξία σε ενέχυρο" από την λήπτρια της επιταγής, δεν προέκυπτε η νομιμοποίηση της πρώτης ως νόμιμης κομίστριας, αφού δεν υπάρχει επί της επιταγής, καμία σφραγίδα της αναιρεσίβλητης Τράπεζας και υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της με τα στοιχεία του όταν την εμφάνισε προς πληρωμή.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο της ανακοπής του αναιρεσείοντος, κατά το οικείο σκέλος του, με την ακόλουθη αιτιολογία: Εξάλλου από το ίδιο το σώμα της ανωτέρω επιταγής, που προσκομίζεται αυτούσιο από την εκκαλούσα, αποδεικνύεται ότι η επιταγή εκδόθηκε από τον ανακόπτοντα εις διαταγήν της εταιρίας "Θ.

Β. ΑΒΕΕ" αρχικώς, η οποία στο οπίσθιο μέρος της έθεσε πρώτη οπισθογράφηση με το εξής περιεχόμενο: "Πληρώσατε σε διαταγή της ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ αξία εις ενέχυρον. Θεσσαλονίκη, 13.4.2010". Κάτω από αυτή την οπισθογράφηση ακολουθεί σφραγίδα και υπογραφή της εκπροσώπου της λήπτριας εταιρίας. Επόμενη μεταβίβαση δι’ οπισθογραφήσεως δεν έλαβε χώρα διότι η κομίστρια τράπεζα, προς την οποία μεταβιβάσθηκε βάσει της παραπάνω πρώτης και μοναδικής οπισθογραφήσεως η επιταγή, δεν την οπισθογράφησε περαιτέρω, ώστε να απαιτείται υπογραφή των εκπροσώπων της για τέτοια οπισθογράφηση, αλλά την κράτησε και την εμφάνισε προς πληρωμή η ίδια, η οποία και βεβαίωσε βάσει .

του άρθρου 88 του ν. 1969/1991 τη μη πληρωμή της κατά τα εκτιθέμενα κατωτέρω, θέτοντας τη σφραγίδα και την υπογραφή των εξουσιοδοτημένων από αυτήν προσώπων κάτω από τη σχετική βεβαίωση. Μόνη δε η κατοχή εκ μέρους της- του σώματος της επιταγής ενώ η αμέσως προηγούμενη oπισθογράφηση αναφέρεται στη μεταβίβαση της επιταγής στην ίδια συγκεκριμένα (παρότι θα μπορούσε να είναι και εν λευκώ) τη νομιμοποιούσε να υποβάλει την αίτηση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά και όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και ο σχετικός από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31 Μαρτίου 2014 αίτηση του Ι. Α. για αναίρεση της 1850/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Οκτωβρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ