Legislator Case Law & Legislation
1245/2007 AI generated

1245/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1245/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Α.Του αναιρεσείοντος: Χ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Χατζηδιάκο.

Legislator headnote

AI generated

1245/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Επειδή οι κρινόμενες, από 13.3.2006 και 11.4.2006, αιτήσεις για αναίρεση της ίδιας 10/2006, αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου, πρέπει να συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης.

Keywords

AI generated
overtaking maneuver traffic accident traffic offence driving whilst disqualified excessive speed roundabout collision
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1245 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1245/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Α.Του αναιρεσείοντος: Χ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Χατζηδιάκο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1 , 2. Ψ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Χατζημιχάλη και 3. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Ζήση.

Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντανάκα.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2 , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Χατζημιχάλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 3/2002, 11/1002 και 12/2002 αγωγές και 10/2002 ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω (Μεταβατική έδρα Καλύμνου) και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 114/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10/2006 οριστική του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο υπό στοιχείο Α. αναιρεσείων με την από 13 Μαρτίου 2006 αίτησή του η υπό στοιχείο Β. αναρεσείουσα με την από 11 Απριλίου 2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε τις από 19 Φεβρουαρίου 2007 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν, αντίστοιχα, την παραδοχή των αιτήσεών τους, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή οι κρινόμενες, από 13.3.2006 και 11.4.2006, αιτήσεις για αναίρεση της ίδιας 10/2006, αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου, πρέπει να συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης.

Α. Επί της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ1

ΙΙ. Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως κι έτσι θεμελιώνουν το αίτημά τους.

Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος αναφορικά με τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η σύγκρουση του οδηγουμένου από αυτόν φορτηγού αυτοκινήτου με το αυτοκίνητο της πρώτης αναιρεσίβλητης, κατά τους οποίους η σύγκρουση αυτή οφείλεται στο ότι λόγω της προηγηθείσης αιφνίδιας συγκρούσεως του φορτηγού αυτοκινήτου με την οδηγούμενη από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο μοτοσικλέτα και του ελάχιστου χρόνου για την πραγματοποίηση αποφευκτικού ελιγμού, έχασε τον έλεγχο του οχήματός του, το οποίο εισήλθε σχεδόν συρόμενο, λόγω της ολισθηρότητας και της κατωφέρειας του δρόμου, στο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο το αυτοκίνητο της πρώτης αναιρεσίβλητης.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τους πιο πάνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και τους απέρριψε με την αντίθετη παραδοχή, ότι τόσο η σύγκρουση του αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος με τη μοτοσικλέτα όσο και η επακολουθήσασα σύγκρουση του ίδιου αυτοκινήτου με το αυτοκίνητο της πρώτης αναιρεσίβλητης οφείλονται στην παρατιθέμενη στην απόφαση για την κάθε σύγκρουση αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος.

ΙΙΙ. Επειδή ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ.10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ως αληθινά χωρίς απόδειξη, υπό την έννοια ότι δέχεται τα πράγματα αυτά, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικά ούτε ειδικά από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη και δεν απαιτείται να αξιολογεί τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, ούτε να τα εξειδικεύει.

Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την απόφασή του, ρητά βεβαιώνει, ότι τη δικανική του πεποίθηση για την υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος στην πρόκληση της συγκρούσεως του αυτοκινήτου του με τη μοτοσικλέτα του δεύτερου αναιρεσιβλήτου και στη συνέχεια με το αυτοκίνητο της πρώτης αναιρεσίβλητης, σχημάτισε από τα κατ΄ είδος μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα την κατάθεση μάρτυρα, τις χωρίς όρκο καταθέσεις διαδίκων, τις ένορκες βεβαιώσεις και όλα γενικά τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια αναφορικά με το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

IV. Επειδή έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η απόφαση έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 και 578 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου επί του συγκεκριμένου ουσιώδους ζητήματος, αλλά και να προσδιορίζεται, προκειμένου μεν περί αντιφατικών αιτιολογιών, σε τι ακριβώς συνίσταται η αντίφαση, προκειμένου δε περί ανεπαρκών αιτιολογιών ποιο είναι το ελλείπον στοιχείο, που είναι αναγκαίο για την πληρότητά τους.

Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσεως λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος κατά ποσοστό 30% και του δεύτερου αναιρεσιβλήτου κατά ποσοστό 70% για τη σύγκρουση του αυτοκινήτου του πρώτου με τη μοτοσικλέτα του δευτέρου και της αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος για την επακολουθήσασα σύγκρουση του αυτοκινήτου του με το αυτοκίνητο της πρώτης αναιρεσίβλητης.

Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, αόριστος, διότι αφενός μεν δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου επί των πιο πάνω ουσιωδών ζητημάτων, αλλά επιλεκτικά ορισμένες μόνο από αυτές, και αφετέρου διότι δεν αναφέρεται ποιές είναι ακριβώς οι αντιφάσεις των αιτιολογιών και ποιά είναι τα ελλείποντα στοιχεία, που είναι αναγκαία για την πληρότητά τους.

Επομένως, πρέπει ο λόγος αυτός αναιρέσεως ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος. V. Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ αναιρείται η απόφαση, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.ΚΠολΔ, περιεχόμενο διαφορετικό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, πόρισμα ως προς τα πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Πρέπει δε την επιζήμια για τον αναιρεσείοντα αυτή κρίση να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα. Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως ψέγεται το Εφετείο, διότι κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος για το ότι η σύγκρουση του φορτηγού αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος με τη μοτοσικλέτα του δεύτερου αναιρεσιβλήτου έλαβε χώρα πλησίον της διαχωριστικής των δύο ρευμάτων γραμμής και πολύ λίγο μέσα στο ρεύμα πορείας του πρώτου οχήματος, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του πρόχειρου σχεδιαγράμματος, που συνέταξε ο αστυφύλακας (.....) της Τροχαίας Καλύμνου, στο οποίο δέχθηκε ότι το πιθανό σημείο συγκρούσεως φέρεται πλησίον της διαχωριστικής των δύο ρευμάτων της οδού γραμμής στο ρεύμα πορείας προς Πόθια κι έτσι, με βάση το αποδεικτικό αυτό πόρισμα, έκρινε τον αναιρεσείοντα συνυπαίτιο της συγκρούσεως κατά ποσοστό 30%, ενώ στο παραπάνω έγγραφο το σημείο συγκρούσεως του ατυχήματος αποτυπώνεται εμφανώς μέσα στο ρεύμα πορείας του αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, πρωτίστως, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο την πιο πάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του σχημάτισε αφού συνεκτίμησε το επίμαχο έγγραφο με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε κάθε δε περίπτωση, ως αβάσιμος, διότι από την αντιπαραβολή της παραδοχής του Εφετείου ότι η σύγκρουση των οχημάτων έγινε, αφού η μοτοσικλέτα εισήλθε "πολύ λίγο" στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου έβαινε το φορτηγό αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος, προς την επί του επίμαχου σχεδιαγράμματος αποτύπωση του πιθανού σημείου της συγκρούσεως, το οποίο φέρεται μέσα στο ρεύμα πορείας του αυτοκινήτου, αλλά σε επαφή με τη διαχωριστική των ρευμάτων γραμμή, δεν προκύπτει παραμόρφωση του τελευταίου τούτου εγγράφου.

Β. Επί της αιτήσεως αναιρέσεως της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ" VI. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο οδικών οχημάτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση της ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που, αν είχε καταβληθεί με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Ειδικότερα, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ΚΟΚ/1999 (ν. 2629/1999), ο οδηγός κάθε οχήματος υποχρεούται, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 17 παρ. 6 του Κώδικα αυτού, να οδηγεί το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και αν ακόμη ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο. 'Ετσι, σε περίπτωση που ο οδηγός παραλείψει την επιβαλλόμενη αυτή υποχρέωσή του, οδηγώντας το όχημά του στο μέσο του οδοστρώματος, και κινούμενο αντιθέτως άλλο όχημα συγκρουστεί με εκείνο, θεμελιώνεται ευθύνη του οδηγού του τελευταίου αυτού οχήματος, ανεξαρτήτως πταίσματος του άλλου οδηγού, αν η σύγκρουση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την παράλειψη της υποχρεώσεώς του εκείνης.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι του πταίσματος αυτού στην επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο εκείνο δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα μπορούν, καθεαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, να θεωρηθούν ως συνδεόμενα αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα.

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς την ύπαρξη, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αιτιακής σχέσεως μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος, πραγματικά περιστατικά:

Στην Κάλυμνο, στις 8.1.2001 και περί ώρα 10,30', ο Χ1 , οδηγώντας το με αριθ. κυκλ. ...... Ι.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από τη λειτουργία του, στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο στη διπλής κατευθύνσεως επαρχιακή οδό Πανόραμα - Πόθια, συνολικού πλάτους οδοστρώματος 7,5 μέτρων, με κατεύθυνση προς Πάνορμο, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη, οδηγώντας το με αριθ.

κυκλ. ...... Ι.Χ. επιβατικό αυτοκίνητό της, εκινείτο επί της αυτής οδού προς την αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι προς Πόθια. Το αυτοκίνητο της αναιρεσίβλητης ακολουθούσε άλλο επιβατικό αυτοκίνητο και πίσω από αυτό έβαινε η με αριθ. κυκλ. ..... δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο ιδιοκτήτης της πρώτης αναιρεσίβλητος.

Στην περιοχή Πηγάδια η ανωτέρω οδός εμφανίζει απότομη μεγάλη ανηφόρα και στροφή αριστερής κλίσεως ως προς την πορεία προς Πόθια και αντίστοιχα στροφή δεξιάς κλίσεως ως προς την πορεία προς Πάνορμο, υπάρχει δε συνεχής κατά μήκος απλή διαγράμμιση, που απαγορεύει την είσοδο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, καθώς και πινακίδα Κ - 1α', δηλαδή για επικίνδυνη αριστερή στροφή στην κατεύθυνση προς Πόθια και πινακίδα Κ - 1δ' για επικίνδυνη δεξιά στροφή στην κατεύθυνση προς Πάνορμο.

Επάνω στη στροφή αυτή ο πρώτος αναιρεσίβλητος, αφού αρχικά προσπέρασε το προπορευόμενο επιβατικό αυτοκίνητο, προσπέρασε στη συνέχεια και το αυτοκίνητο, που οδηγούσε η δεύτερη αναιρεσίβλητη. Στην προσπάθειά του να προσπεράσει το τελευταίο αυτό αυτοκίνητο από αμέλειά του εισήλθε πολύ λίγο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο το φορτηγό αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Χ1 , ο οποίος, κινούμενος με μεγάλη ταχύτητα στο μέσο του οδοστρώματος και όχι, όπως όφειλε, στο ακροδεξιό μέρος αυτού, αιφνιδιάστηκε από την κίνηση της μοτοσικλέτας, που ερχόταν προς τα πάνω του και επιχείρησε να τροχοπεδήσει το αυτοκίνητό του, για να το ακινητοποιήσει, πλην όμως αυτό δεν κατέστη δυνατό λόγω της μεγάλης ταχύτητας, που είχε, της ολισθηρότητας της οδού και της απότομης κατηφόρας, με αποτέλεσμα την πλαγιομετωπική σύγκρουση των δύο οχημάτων (στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του έκαστο), το σύρσιμο και την εκτίναξη της μοτοσικλέτας στο δεξιό κατά την πορεία της άκρο της οδού, όπου και βρέθηκε.

Στη συνέχεια, ο Χ1 έχασε τον έλεγχο του οχήματός του, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο κανονικά στο άκρο δεξιό της οδού με μικρή ταχύτητα το επιβατικό αυτοκίνητο, που οδηγούσε η δεύτερη αναιρεσίβλητη, με το οποίο συγκρούστηκε πλαγιομετωπικά (στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του έκαστο).

Στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα, που συνέταξε ο αστυφύλακας της Τροχαίας Καλύμνου, το πιθανό σημείο συγκρούσεως του μεν φορτηγού με τη μοτοσικλέτα φέρεται πλησίον της διαχωριστικής γραμμής στο ρεύμα προς Πάνορμο, του δε επιβατικού με το φορτηγό φέρεται στο ρεύμα πορείας προς Πόθια, ενώ τα ίχνη φρεναρίσματος του φορτηγού είναι 24 μέτρα.

Από τα ανωτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, προκύπτει ότι η πρώτη σύγκρουση, δηλαδή του φορτηγού με την μοτοσικλέτα, κάτω από τις συνθήκες που έγινε, οφείλεται σε συνυπαιτότητα κατά ποσοστό 70% του οδηγού της μοτοσικλέτας πρώτου αναιρεσιβλήτου και 30% του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου Χ1 , οι οποίοι δεν κατέβαλαν την προσοχή, που όφειλαν με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες κυκλοφορίας, την κοινή πείρα και τη λογική και μπορούσαν με βάση τις προσωπικές ικανότητες και ιδιότητές των ως οδηγών να καταβάλουν και ειδικότερα δεν οδηγούσαν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους, όπως μπορούσαν και όφειλαν ως μέσου συνετοί οδηγοί, αλλά ανεύθυνα δεν κινούνταν στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας τους, αλλά στο μέσο αυτής, δεν μείωσαν την ταχύτητά τους, καίτοι πλησίαζαν σε επικίνδυνη στροφή, δεν ρύθμισαν την ταχύτητα των οχημάτων τους ενόψει των συγκεκριμένων συνθηκών οδικής κυκλοφορίας (στενή οδός με επικίνδυνες στροφές, απότομη κατηφόρα - ανηφόρα, ολισθηρότητα της οδού, παλαιότητα του οδοστρώματος), επιπρόσθετα δε ο οδηγός της μοτοσικλέτας πρώτος αναιρεσίβλητος παραβίασε την υφιστάμενη επί του οδοστρώματος κατά μήκος συνεχή απλή διαγράμμιση, κινούμενος επάνω σ' αυτή και καταλαμβάνοντας μικρό τμήμα του αντίθετου ρεύματος.

Επίσης η δεύτερη σύγκρουση, δηλαδή του φορτηγού με το επιβατικό αυτοκίνητο, που οδηγούσε η δεύτερη αναιρεσίβλητη, κάτω από τις συνθήκες που έγινε, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του φορτηγού Χ1 , ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή που όφειλε με βάση του νομικούς κανόνες, τις συνθήκες κυκλοφορίας, την κοινή πείρα και τη λογική και μπορούσε με βάση τις προσωπικές ικανότητες και ιδιότητές του ως οδηγού να καταβάλει και ειδικότερα δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του όπως μπορούσε και όφειλε ως μέσος συνετός οδηγός, αλλά ανεύθυνα, δεν εκινείτο στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του αλλά στο μέσο αυτής, δεν μείωσε την ταχύτητά του καίτοι πλησίαζε σε επικίνδυνη στροφή, δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του εν όψει των συγκεκριμένων συνθηκών οδικής κυκλοφορίας (στενή οδός με επικίνδυνη δεξιά στροφή - απότομη κατηφόρα - ολισθηρότητα της οδού ένεκα προηγηθείσας βροχής - παλαιότητα του οδοστρώματος), παραβίασε δε την υφιστάμενη επί του οδοστρώματος κατά μήκος συνεχή απλή διαγράμμιση, καταλαμβάνοντας μεγάλο τμήμα του αντιθέτου ρεύματος.

Αντίθετα, ουδεμίας μορφής συνυπαιτιότητα βαρύνει την οδηγό του επιβατικού αυτοκινήτου αναιρεσίβλητη ως προς τη σύγκρουση, αφού αυτή εκινείτο κανονικά στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας της με μικρή ταχύτητα και δεν μπορούσε ν' αποφύγει την σύγκρουση με οποιονδήποτε ελιγμό, διότι η αντικανονική κίνηση του Χ1 ήταν εντελώς αιφνιδιαστική και απρόσμενη.

Επίσης αποδείχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη φορούσε ζώνη ασφαλείας και η σχετική ένσταση συντρέχοντος πταίσματος είναι αβάσιμη και απορριπτέα. 'Ετσι, που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως, με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, τις αναφερόμενες στην αρχή διατάξεις ουσιαστικού δικαίου αναφορικά με την υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία φορτηγού αυτοκινήτου για την πρόκληση και των δύο συγκρούσεων των οχημάτων.

Ειδικότερα, καθόσον αφορά την πρώτη σύγκρουση, δηλαδή του φορτηγού αυτοκινήτου με τη μοτοσικλέτα, με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, που διαπίστωσε το Εφετείο, υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραβιάσεως εκ μέρους του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου της υποχρεώσεώς του να κινείται στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του της οδού και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, αφού από τα γενόμενα δεκτά περιστατικά, ότι τη στιγμή της συγκρούσεως το φορτηγό αυτοκίνητο εκινείτο στο μέσο του οδοστρώματος της οδού και η μοτοσικλέτα πάνω στη συνεχή διαχωριστική των δύο ρευμάτων της οδού γραμμή και πολύ λίγο μέσα στο αντίθετο ρεύμα του φορτηγού αυτοκινήτου και ότι τα συγκρουσθέντα μέρη των οχημάτων είναι το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του καθενός σε συνδυασμό με το καθοριζόμενο για κάθε ρεύμα πλάτος του οδοστρώματος προκύπτει σαφής παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης, ότι η σύγκρουση θα είχε αποφευχθεί και αν το φορτηγό αυτοκίνητο εκινείτο στο άκρο δεξιό του ρεύματος κυκλοφορίας του.

Δέχεται επίσης σαφώς το Εφετείο, ότι η απώλεια του ελέγχου του φορτηγού αυτοκινήτου από τον οδηγό του και η είσοδος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού οφείλεται στη σύγκρουσή του με τη μοτοσικλέτα και είναι υπαίτια για τον οδηγό του, λόγω της συνυπαιτιότητάς του για τη σύγκρουση αυτή. Αιτιολογείται η παραδοχή περί μη ρυθμίσεως της ταχύτητας του φορτηγού αυτοκινήτου, ενόψει των περιγραφομένων δυσμενών συνθηκών της οδού, και περί της εντεύθεν ανεπιτυχούς τροχοπεδήσεώς του, που ο οδηγός του επιχείρησε, όταν αντιλήφθηκε τη μοτοσικλέτα να κινείται στην πορεία του, ως εκ του καθοριζομένου μήκους των ιχνών τροχοπεδήσεως, που το αυτοκίνητο άφησε επί του οδοστρώματος.

Ενώ δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραδοχών περί συνυπαιτιότητας του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου για την πρόκληση της συγκρούσεώς του με τη μοτοσικλέτα κατά ποσοστό 30% και περί αποκλειστικής υπαιτιότητάς του για την επακολουθήσασα πρόκληση της συγκρούσεως του φορτηγού αυτοκινήτου με το επιβατικό αυτοκίνητο της δεύτερης αναιρεσίβλητης, αφού στη συγκεκριμένη περίπτωση η υπαιτιότητα του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου σε κάθε σύγκρουση κρίνεται σε σχέση μόνο με το άλλο πρόσωπο, που έχει εμπλακεί σε αυτή και είναι αντίδικός του σε κάθε μία από τις συνεκδικασθείσες αγωγές, από τις οποίες σ' εκείνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης αντίδικός της είναι μόνο ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου και η αναιρεσείουσα ασφαλιστική τούτου εταιρεία.

Συνακόλουθα οι τρεις λόγοι της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ο πρώτος, 1 και 19 ο δεύτερος και 19 ο τρίτος του ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Γ. Επειδή, κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει και οι δύο αιτήσεις αναιρέσεως να απορριφθούν και ο αναιρεσείων της κάθε μιας να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων αυτής (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 13.3.2006 και 11.4.2006 αιτήσεις των Χ1 και ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ", αντίστοιχα, για αναίρεση της 10/2006 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Απορρίπτει και τις δύο αυτές αιτήσεις αναιρέσεως.

Καταδικάζει: α) τον αναιρεσείοντα της πρώτης αιτήσεως στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων αυτής, τα οποία ορίζει για τους δύο πρώτους από αυτούς σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ και για την τρίτη σε ίσο ποσό, β) την αναιρεσείουσα της δεύτερης αιτήσεως στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει επίσης σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουνίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ