Legislator Case Law & Legislation
1244/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor dispute judgment due to defendant's absence and factual error claims.

Case Number 1244/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant company's appeal against a First Instance Court judgment regarding unpaid wages. The appellant argued that the lower court misread handwritten notes and failed to recognize a 2015 agreement for lower pay, while the defendant was absent from the appeal hearing. The court ruled that the defendant's absence did not invalidate the proceedings and that the First Instance Court's assessment of evidence regarding salary amounts was within its discretionary power and thus not subject to appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment is inadmissible if the absent party was properly summoned and the lower court's evaluation of evidence falls within its discretionary power.

Keywords

AI generated
appeal dismissal absence of defendant labor dispute wage arrears evidence evaluation code of civil procedure factual error

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 126 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1244 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1244/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Mαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάνο Βογιατζάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Κ. του Γ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2021 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15987/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 1873/2023 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 20-11-2023 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα εταιρεία, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α' και γ' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ1087/2023, ΑΠ1195/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Β. Σ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται η παριστάμενη αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρεία, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 20-11-2023 και με αριθ.

κατάθ. 3020/292/24-11-2023 αίτησης αναίρεσης, με την οποία ζητείται η αναίρεση της με αριθμό 1873/6-11-2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πράξη ορισμού ως αρμόδιου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο της 26ης Μαρτίου 2024, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτής (αναιρεσείουσας) νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τον αναιρεσίβλητο (άρθ. 126 παρ.1 περ.

α' του ΚΠολΔ). Εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το δικαστήριο να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτού.

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι μέσα στην προθεσμία των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (ενόψει του ότι οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης), δεδομένου ότι κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 24-11-2023 και η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 6-11-2023 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος με την από 30-11-2021 και με αριθμ. καταθ. 26008/22119/2-12-2021 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της εναγόμενης ήδη αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρείας ισχυρίσθηκε ότι στις 19-11-1991 προσλήφθηκε από την εναγόμενη, η οποία διατηρεί επιχείρηση εμπορίας και κατασκευής χαλύβδινων σωλήνων, αγωγών, κοίλων ειδών και συναφών εξαρτημάτων στην Ε.Ο.

Λαγκαδά - Θεσσαλονίκης, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει σε αυτήν τις υπηρεσίες του ως λογιστής υπό τους ειδικότερους όρους που εκτίθενται στην αγωγή. Ότι στις 7-5-2021 η εναγόμενη του κοινοποίησε καταγγελία με προμήνυση της σύμβασης εργασίας του, τα αποτελέσματα της οποίας επήλθαν στις 8-9-2021, οπότε και λύθηκε η σύμβαση εργασίας του και του προσέφερε αποζημίωσης απόλυσης, ύψους 19.613,97 ευρώ, την οποία, ενόψει του ότι ήταν μικρότερη από την οφειλόμενη, αρνήθηκε να την εισπράξει.

Ότι η εναγόμενη ουδέποτε του κατέβαλε εμπρόθεσμα το μισθό του αλλά συνήθιζε να του καταβάλει έναντι των οφειλόμενων διάφορα χρηματικά ποσά με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί υπέρ αυτού υπόλοιπο ύψους 80.334,56 ευρώ, το οποίο στις 31-12-2016, δια του νομίμου εκπροσώπου της αναγνώρισε και υποσχέθηκε να το καταβάλει σε αυτόν μέχρι τις 30-6-2017, ενώ περαιτέρω του οφείλει και αμοιβή για την υπερεργασία και την παράνομη υπερωρία που πραγματοποίησε κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2017 μέχρι 8-9-2021.

Με βάση το ιστορικό αυτό και κατόπιν παραδεκτού με τις έγγραφες προτάσεις του και με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτόδικο δικαστήριο (άρθρα 223 εδ. β', 295 παρ. 1 εδ. β', 297 σε συνδ. με άρθρο 591 αρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ) περιορισμού του καταψηφιστικά αιτούμενου κονδυλίου αποζημίωσης απόλυσης και των υπόλοιπων κονδυλίων από καταψηφιστικά σε εν μέρει αναγνωριστικά, ζήτησε, κατά την κύρια βάση της αγωγής:

Α) Να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει: α) το ποσό των 6.663,33 ευρώ, που αντιστοιχεί στο υπόλοιπο της οφειλόμενης αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του β) το ποσό των 60.415,31 ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, επιδομάτων εορτών και άδειας για το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του έτους 2019 μέχρι 8-9-2021.

Β) Να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης να του καταβάλει: α) το ποσό των 80.334,56 ευρώ, που αφορά την αναγνωρισμένη από την εναγόμενη οφειλή της για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών για τα έτη 2012 μέχρι και 2016, β) το ποσό των 33.482,69 ευρώ για αμοιβή υπερεργασίας και παράνομης υπερωριακής απασχόλησης για το χρονικό διάστημα από 1-1-2017 μέχρι 8-9-2021.

Περαιτέρω, για την περίπτωση που κριθεί ανίσχυρη η προαναφερθείσα αναγνώριση της οφειλής της εναγόμενης ή κριθούν παραγεγραμμένες οι αξιώσεις του μέχρι και το έτος 2015, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει: α') το ποσό των 6.663,33 ευρώ, που αντιστοιχεί στο υπόλοιπο της οφειλόμενης αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, β') ποσό των 71.883 ευρώ ως υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών χρονικού διαστήματος από 1-4-2019 μέχρι 8-9-2021 και επιδομάτων εορτών και άδειας για τα έτη 2019,2020 και 2021 και γ') να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 33,482,69 ευρώ για αμοιβή υπερεργασίας και παράνομης υπερωριακής απασχόλησης για το χρονικό διάστημα από 1-1-2017 μέχρι 8-9-2021, όλα δε τα παραπάνω ποσά ζήτησε να του καταβληθούν νομιμοτόκως.

Τέλος, για την περίπτωση που κριθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας του, ζήτησε να του καταβληθούν τα προαναφερόμενα ποσά που αφορούν δεδουλευμένες αποδοχές και υπερεργασία με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών η με αριθμ. 15987/19-12-2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης ασκήθηκε η από 24-3-2023 με αριθμ. καταθ. 7154/606/949/852/31-3-2023 έφεση του ενάγοντος-εκκαλούντος ήδη αναιρεσίβλητου και επ' αυτής εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών η με αριθμ. 1873/6-11-2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η τελευταία, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει τη αγωγή και υποχρέωσε την εναγόμενη-εφεσίβλητη ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στον ενάγοντα-εκκαλούντα ήδη αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 51.708,99 ευρώ νομιμοτόκως για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, επιδομάτων εορτών και άδειας χρονικού διαστήματος από 1-1-2020 μέχρι 8-9-2021, πλέον διαφοράς επιδόματος Χριστουγέννων έτους 2019.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Ειδικότερα, παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του περιεχομένου του (σφάλμα ανάγνωσης) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 75/2022, ΑΠ 1953/2017).

Παραμόρφωση εγγράφου κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 816/2022, ΑΠ 922/2018, ΑΠ 765/2014, ΑΠ 1440/2002). Για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του.

Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 124/2023, ΑΠ 75/2022, ΑΠ 1182/2021, AΠ 1167/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρεία με το μοναδικό λόγο της υπό κρίση αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να αναγνώσει συγκεκριμένα τμήματα των αναφερόμενων ιδιόχειρων ανυπόγραφων σημειωμάτων του αναιρεσίβλητου, τα οποία η ίδια νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε τόσο στο πρωτόδικο όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού της, ότι από το Φεβρουάριο του έτους 2015 συμφώνησε προφορικά με τον ενάγοντα ήδη αναιρεσίβλητο το ύψος του μηνιαίου μισθού του να ανέρχεται στο ποσό των 1.300 ευρώ καθαρά, πλην όμως η ίδια να συνεχίσει να επιβαρύνεται με την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών και κάθε άλλου είδους κρατήσεων, που αναλογούν σε υπέρτερες μηνιαίες αποδοχές ύψους 2.500 ευρώ, προκειμένου αυτός να διευκολυνθεί στην κατοχύρωση υψηλότερων συντάξιμων αποδοχών και συνακόλουθα (επικαλέσθηκε και προσκόμισε τα ως άνω έγγραφα) προς απόδειξη της ένστασής της περί εξόφλησης των απαιτήσεων αυτού, που αφορούσαν τις αιτούμενες διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, καταλήγοντας έτσι σε επιζήμιο για την ίδια αποτέλεσμα, καθόσον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον πιο πάνω ισχυρισμό της και συνακόλουθα την ένσταση εξόφλησης.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παρέλειψε να αναγνώσει: α) από το ιδιόχειρο σημείωμα του Δεκεμβρίου του έτους 2017 τις περικοπές "2017" και "ΔΧ 1355", από τις οποίες προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος ομολόγησε πως το ύψος του οφειλόμενου για το ανωτέρω έτος σε αυτόν Δώρου Χριστουγέννων ανερχόταν στο ποσό των 1.300 ευρώ (προσαυξημένο κατά 0,04166), το οποίο σημαίνει πως το ύψος του μηνιαίου μισθού του ανερχόταν στο ποσό των 1.300 ευρώ, β) από το ιδιόχειρο σημείωμα για το Πάσχα του έτους 2018 την περικοπή "677Δώρο Πάσχα", από την οποία συνδυαστικά με την περιεχόμενη στην αγωγή ομολογία του αναιρεσίβλητου προκύπτει ότι αυτός ομολογεί πως το ύψος του οφειλόμενου για το ανωτέρω έτος σε αυτόν ΔΠ ανερχόταν στο ποσό των 650 ευρώ (εσφαλμένα προσαυξημένο κατά 0,04166) το οποίο σημαίνει πως το ύψος του μηνιαίου μισθού του ανερχόταν στο ποσό των 1.300 ευρώ και γ) από το ιδιόγραφο σημείωμα του Απριλίου του έτους 2017 τις περικοπές "για Δώρο Πάσχα" και "Υπόλοιπο 650-628,36=21,64" από τις οποίες συνδυαστικά με την ανάγνωση του ημερολογίου 2017 προκύπτει, πως αυτός ομολογεί ότι το ύψος του οφειλόμενου για το ανωτέρω έτος σε αυτόν ΔΠ ανερχόταν στο ποσό των 650 ευρώ, το οποίο σημαίνει ότι το ύψος του μηνιαίου μισθού του ανερχόταν στο ποσό των 1.300 ευρώ.

Το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρεία [ήδη αναιρεσείουσα] ασκεί επιχείρηση εμπορίας και κατασκευής χαλύβδινων σωλήνων, αγωγών, κοίλων ειδών με καθορισμένη μορφή και συναφών εξαρτημάτων και για το σκοπό αυτό διατηρεί εγκαταστάσεις στο ύψος του 7,5 χιλιομέτρου της Ε.Ο.

Θεσσαλονίκης-Λαγκαδά. Για τις ανάγκες λειτουργίας της ως άνω επιχείρησης η εναγόμενη, στις 19-11-1991 κατάρτισε με τον ενάγοντα [ήδη αναιρεσίβλητο] άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στο χρόνου στο πλαίσιο της οποίας προσέλαβε τον τελευταίο προκειμένου να εργαστεί ως λογιστής [...]. Ακολούθως, σε σχέση με το κονδύλιο της αγωγής που αφορά τις δεδουλευμένες αποδοχές του ενάγοντος αποδεικνύεται από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες μισθοδοτικές καταστάσεις της εναγομένης ότι:

α) Για το έτος 2017 οι καθαρές αποδοχές του ενάγοντος ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 29.179,68 ευρώ το οποίο αντιστοιχεί σε καθαρό μηνιαίο μισθό 2.084,26 ευρώ (29.179,68 ευρώ:14 μήνες), β) Για το έτος 2018 οι καθαρές αποδοχές του ενάγοντος ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 28.537,59 ευρώ το οποίο αντιστοιχεί σε καθαρό μηνιαίο μισθό 2.038,40ευρώ (28.537,59 ευρώ:14 μήνες), γ) Για το έτος 2019 οι καθαρές αποδοχές του ενάγοντος ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 28.823,35 ευρώ το οποίο αντιστοιχεί σε καθαρό μηνιαίο μισθό 2.058,81 ευρώ (28.823,35 ευρώ:14 μήνες) και δ) Για το έτος 2020 οι καθαρές αποδοχές του ενάγοντος ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 29.357,24 ευρώ το οποίο αντιστοιχεί σε καθαρό μηνιαίο μισθό 2.096,95 ευρώ (29.357,24 ευρώ:14 μήνες).

Ωστόσο, η εναγόμενη αμφισβητεί το ως άνω ύψος του μισθού του ενάγοντος για τα παραπάνω έτη επικαλούμενη ότι από το έτος 2015 και κατόπιν άτυπης συμφωνίας της με τον ενάγοντα είχε συμφωνηθεί ο τελευταίος να αμείβεται με το καθαρό ποσό των 1.300,00 ευρώ κατά μήνα αλλά εξακολούθησε να τον εμφανίζει ως αμειβόμενο με μεγαλύτερο μισθό προκειμένου να τον εξυπηρετήσει ώστε να κατοχυρώσει υψηλότερες συντάξιμες αποδοχές, πλην όμως, ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει κατ' ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος επειδή:

α) Η κατάρτιση της επικαλούμενης συμφωνίας δεν αποδεικνύεται από κάποιο σχετικό έγγραφο παρά τις δυσμενείς επιπτώσεις της για τον ενάγοντα. β) Καταρρίπτεται από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που κατέθεσε ότι ο καθαρός μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανερχόταν στο ποσό των 2.000,00 ευρώ περίπου και η οποία ενισχύεται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων Γ.

Μ. και Σ. Σ. που περιέχονται στην υπ' αριθμό 2148/29-9-2023 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης και οι οποίοι κατέθεσαν ότι οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος ανέρχονταν στο ποσό των 2.500,00 ευρώ. γ) Δεν κρίνεται πειστική η υπ' αριθμό 898/6-4-2022 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Ε. Γ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης (η οποία κατέθεσε περί συμφωνίας των διαδίκων για αμοιβή του ενάγοντος με μισθό 1.300,00 ευρώ από τον Φεβρουάριο του έτους 2015 και μετέπειτα) καθόσον η εν λόγω μάρτυρας τυγχάνει θυγατέρα των ομόρρυθμων ετέρων της εναγομένης.

δ) Δεν επιβεβαιώνεται από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από την εναγόμενη τέσσερα ιδιόχειρα σημειώματα του ενάγοντος τα οποία δεν φέρουν ημερομηνίες και υπογραφές και στα οποία αναγράφεται, μεταξύ άλλων ποσών, το ποσό των 1.300,00 ευρώ καθώς επίσης και η φράση, σε ένα εκ των ανωτέρω σημειωμάτων, "14/2/15 αρχίσαμε με 1300,00" καθόσον δεν μπορεί να διαπιστωθεί αν οι ως άνω καταγραφές αφορούν στο σύνολο ή σε μέρος του μισθού του ενάγοντος με δεδομένη την πρακτική της εναγομένης να προβαίνει σε καταβολή διάφορων χρηματικών ποσών έναντι των αποδοχών του ενάγοντος.

ε) Δεν θα ήταν συμφέρον για αμφότερους τους διαδίκους να εμφανίζεται ότι ο ενάγων εισέπραττε μισθό μεγαλύτερο από τον πράγματι καταβαλλόμενο εφόσον είναι προφανές ότι τούτο θα συνεπαγόταν τουλάχιστον δυσμενείς φορολογικές επιβαρύνσεις για τον ενάγοντα αλλά και επιβάρυνση της εναγομένης με τις αναλογούσες εισφορές προς τον οικείο ασφαλιστικό φορέα [...]".

Όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του περιεχομένου των ως άνω εγγράφων, ήτοι των ανυπόγραφων ιδιόχειρων σημειωμάτων του ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου, ούτε παρέλειψε να αναγνώσει μέρος αυτών, αλλά αφού ανέγνωσε το όλο περιεχόμενό τους, όπως αυτό πραγματικά διατυπώνεται, κατέληξε στο προαναφερόμενο πόρισμα, ήτοι ότι είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός της εναγόμενης ήδη αναιρεσείουσας περί άτυπης μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, όπως ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος από το έτος 2015 θα αμείβεται με καθαρό μισθό ύψους 1.300 ευρώ, θα εμφανίζεται όμως ότι αμείβεται με υψηλότερο από τον πράγματι καταβαλλόμενο.

Το γεγονός ότι, παρά την ορθή ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων, η προσβαλλόμενη απόφαση συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται για αιτίαση αναγόμενη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγμάτων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, στην κρίση του αυτή κατέληξε το Εφετείο όχι αποκλειστικά από την εκτίμηση των προαναφερόμενων εγγράφων, που η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το περιεχόμενο αυτών παραμορφώθηκε, αλλά και από όλα τα υπόλοιπα έγγραφα και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι και ιδίως τις μισθοδοτικές καταστάσεις της εναγόμενης για τα έτη 2017,2018,2019 και 2020, από τις οποίες, όπως προαναφέρθηκε, προκύπτει ότι οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου για τα έτη 2017, 2018, 2019 και 2020 ανέρχονταν στα ποσά των 2.084,26 ευρώ, 2.038,40 ευρώ. 2.058,81 ευρώ και 2.096,95 ευρώ, αντίστοιχα, καθώς και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο οποίος κατέθεσε ότι ο μικτός μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ήταν 2.000 ευρώ και τις πιο πάνω αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, στις οποίες οι μάρτυρες κατέθεσαν ότι ο καθαρός μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ήταν 2.500 ευρώ.

Μετά την κατά τα παραπάνω απόρριψη από το Εφετείο ως ουσιαστικά αβάσιμου του ισχυρισμού της εναγόμενης ήδη αναιρεσείουσας περί από το έτος 2015 προφορικής συμφωνίας των διαδίκων για καθαρές αποδοχές του ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου ύψους 1.300 ευρώ, η επ' αυτής ερειδόμενη ένσταση εξόφλησης των αιτούμενων διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών είναι απορριπτέα, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Κατά συνέπεια, ο ανωτέρω από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, για το μη εμφανισθέντα στη δίκη αναιρεσίβλητο δεν θα επιδικαστούν δικαστικά έξοδα, αφού δεν συμμετείχε στη δίκη ώστε να υποβληθεί σε δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 Νοεμβρίου 2023 με αριθμό καταθ. 3020/292/24-11-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1873/6-11-2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.

Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ