Legislator Case Law & Legislation
1244/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court decision for insufficient reasoning on prior service recognition.

Case Number 1244/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Athens Labor Court's final decision, which had rejected the public entity's claim regarding employees' prior service. The court found the lower court's reasoning insufficient because it failed to explain how the predecessor company's recognized service was transferred to the new entity for salary and grading purposes. Consequently, the appeal was granted, the case remitted for further examination by a different judge, and the employees were ordered to pay the public entity's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1a), 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible if the lower court's decision lacks sufficient reasoning on critical facts, rendering the review of substantive law application impossible.

Keywords

AI generated
labor dispute prior service recognition insufficient reasoning remittal for retrial legal costs allocation public entity employee transfer

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556(1), 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1a) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 65(4) of Law 4002/2011
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1244 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1244/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Ελέγχου Τροφίμων" (ΕΦΕΤ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Σιώμου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Μ. Δ. του Β., 2) Σ. Σ. του Γ.,3) Α. Π. του Λ., 4) Γ. Ρ. του Δ., 5) Σ. Μ. του Δ.,6) Π. Σ. του Β., 7) Χ. Δ. του Α., 8) Ρ. Σ. του Ν. και 9) Γ. Γ. του Ε. που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Κουφοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1552/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2136/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-12-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 9.12.2021 και με αριθμό κατάθεσης 9692/1188/2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 2136/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 5.1.2017 και με αριθμό κατάθ. 53/2017 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΡΟΦΙΜΩΝ (ΕΦΕΤ)" κατά της υπ' αριθμ. 1552/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η από 1.10.2013 (αριθμ.

εκθ. καταθ. 4788/2013) αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 3/2020, 6/2019, 4/2018). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Κατά το άρθρο 60 του Ν. 4002/2011 ( ΦΕΚ Α' 180/22.8.2011) "Τροποποιήσεις της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου - Ρυθμίσεις για την ανάπτυξη και τη δημοσιονομική εξυγίανση - Θέματα αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών, Πολιτισμού και Τουρισμού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης", με το οποίο ορίζεται:

Λύση της Ε.Τ.Α.Τ. Α.Ε. με μεταφορά αρμοδιοτήτων, προσωπικού και περιουσίας στον Ε.Φ.Ε.Τ. ορίζονται τα εξής: 1. Η Ανώνυμη Εταιρεία Βιομηχανικής Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης Βιομηχανίας Τροφίμων (Ε.Τ.Α.Τ. Α.Ε.), που συνεστήθη με το π.δ. 473/1988 (Α' 212) και εποπτεύεται από τον Υπουργό Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και θρησκευμάτων, λύεται και τίθεται σε εκκαθάριση, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπουν ο παρών και ο ιδρυτικός της νόμος, το οικείο καταστατικό, ο κ.ν. 2190/1920 και οι λοιπές κείμενες διατάξεις.

Το σκοπό της Ε.Τ.Α.Τ. Α.Ε., που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 4 του π.δ. 473/1988 εκπληρώνει εφεξής ο Ε.Φ.Ε.Τ., Ν.Π.Δ.Δ. που συνεστήθη με το άρθρο 1 του ν.2741/1999 (Α' 199) και εποπτεύεται από τον Υπουργό Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ο οποίος για την υλοποίηση του σκοπού αυτού προβαίνει στις ενέργειες της παρ. 2 του άρθρου 4 του π.δ. 473/1988. 2.

Το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που υπηρετεί, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, στην Ε.Τ.Α.Τ. Α.Ε., μεταφέρεται αυτοδικαίως με την ίδια σχέση εργασίας, στον Ε.Φ.Ε.Τ. και καταλαμβάνει κενές οργανικές θέσεις αντίστοιχης εκπαιδευτικής βαθμίδας, βαθμού και ειδικότητας για τις οποίες διαθέτει τα τυπικά προσόντα.

Αν δεν υπάρχουν κενές θέσεις, η μεταφορά γίνεται σε προσωποπαγείς που συνιστώνται με την απόφαση μεταφοράς. Ο μερικής απασχόλησης υπάλληλος, καθώς και ο ωρομίσθιος υπάλληλος που υπηρετούν στην Ε.Τ.Α.Τ. Α.Ε. συνεχίζουν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους, με την ίδια σχέση εργασίας, στον Ε.Φ.Ε.Τ.. Εργαζόμενοι στην Ε.Τ.Α.Τ.

Α.Ε., υπήκοοι χωρών εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι δεν διαθέτουν την ελληνική ιθαγένεια και είναι σύζυγοι Ελλήνων, μεταφέρονται στον Ε.Φ.Ε.Τ. σε προσωποπαγείς θέσεις της ίδιας ή συναφούς ειδικότητας. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και θρησκευμάτων και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μετά από αιτιολογημένη αίτηση του εκκαθαριστή και ύστερα από εκτίμηση των υπηρεσιακών αναγκών της υπό λύση και εκκαθάριση εταιρείας, καθορίζεται το ελάχιστο προσωπικό της, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δύο υπαλλήλους, το οποίο αποσπάται, χωρίς αίτηση του, από τον Ε.Φ.Ε.Τ.

στην υπό λύση και εκκαθάριση εταιρεία, έως την αποπεράτωση των εργασιών εκκαθάρισης. Με την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης, η οποία βεβαιώνεται από τον εκκαθαριστή, αίρονται αυτοδίκαια οι ως άνω αποσπάσεις. 3. Μετά τη λύση και εκκαθάριση της εταιρείας Ε.Τ.Α.Τ. Α.Ε. κάθε στοιχείο κινητής ή ακίνητης περιουσίας της περιέρχεται αυτοδικαίως χωρίς την τήρηση οποιουδήποτε τύπου, πράξης ή συμβολαίου και χωρίς αντάλλαγμα, στον Ε.Φ.Ε.Τ., στον οποίο ανήκει η αποκλειστική χρήση και διαχείριση της.

Μέσα σε ένα μήνα από την περάτωση της εκκαθάρισης, το όργανο διοίκησης του Ε.Φ.Ε.Τ. υποχρεούται στη διενέργεια απογραφής όλων των κινητών και ακινήτων που περιέρχονται στην κυριότητα και στην αποκλειστική χρήση και διαχείριση του. Η έκθεση απογραφής εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και απόσπασμα της εγκεκριμένης έκθεσης, που περιγράφει τα ακίνητα, καθώς και τα λοιπά εμπράγματα δικαιώματα επί των ακινήτων, με την περίληψη που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 9 του β.δ. 533/1963, όπως ισχύει, καταχωρίζεται ατελώς στα οικεία βιβλία μεταγραφών του αρμόδιου υποθηκοφυλακείου.

Ομοίως ατελώς πραγματοποιούνται οι απαιτούμενες κτηματολογικές εγγραφές. 4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ρυθμίζεται κάθε άλλο θέμα σχετικά με τη λύση και εκκαθάριση της Ε.Τ.Α.Τ.

Α.Ε. και ιδίως η ημερομηνία έναρξης και λήξης αυτής. 5. Η Γενική Συνέλευση των μετόχων της υπό λύση και εκκαθάριση εταιρείας, η οποία συγκαλείται εντός ενός μηνός από τη δημοσίευση της παρούσας, ορίζει εκκαθαριστή. Μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας αυτής ορίζεται ο εκκαθαριστής με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων. 6.

Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καταρτίζεται νέος οργανισμός του Ε.Φ.Ε.Τ., καταργούνται ή συγχωνεύονται υπηρεσιακές μονάδες, ιδίως οι ομοειδείς, ορίζεται διαφορετική τοπική αρμοδιότητα ορισμένων από αυτές, κατανέμονται οι μεταφερόμενες αρμοδιότητες και οι θέσεις σε υπηρεσιακές μονάδες και ρυθμίζεται κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.

Κατά δε το άρθρο 65: Γενικές διατάξεις, ορίζεται: 1. Μετατάξεις και μεταφορές του ανωτέρω προσωπικού από νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και ανώνυμες εταιρείες προς το Δημόσιο και Ν.Π.Δ.Δ. συνυπολογίζονται στους περιορισμούς των παραγράφων 1 και 7 του άρθρου 11 του ν. 3833/2010 (Α' 40). 2. Στην περίπτωση που σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας δεν υπάρχουν κενές οργανικές θέσεις αντίστοιχης κατηγορίας, κλάδου και ειδικότητας για τις οποίες ο μεταφερόμενος ή μετατασσόμενος να κατέχει τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα συνιστώνται προσωποπαγείς θέσεις.

Η μεταφορά ή μετάταξη του προσωπικού των καταργούμενων ή συγχωνευόμενων ή υπό καθεστώς λύσης και εκκαθάρισης υπηρεσιών και φορέων διενεργείται με παράλληλη δέσμευση κενής οργανικής θέσης τακτικού προσωπικού, η οποία δεν πληρούται για όσο χρόνο υφίσταται η προσωποπαγής θέση. Για τη δέσμευση της θέσης γίνεται ρητή αναφορά στην απόφαση μεταφοράς ή μετάταξης. 3.

Από τη δημοσίευση της παρούσας παύουν αυτοδίκαια οι αποσπάσεις του πάσης φύσεως προσωπικού που υπηρετεί στους καταργούμενους ή συγχωνευόμενους ή υπό καθεστώς λύσης και εκκαθάρισης φορείς και υπηρεσίες. 4. Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του μεταφερόμενου ή μετατασσόμενου προσωπικού, που έχει διανυθεί στους φορείς προέλευσης και ο χρόνος που αναγνωρίσθηκε ως χρόνος υπηρεσίας, θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για τα θέματα βαθμολογικής και μισθολογικής εξέλιξης και για κάθε άλλη συνέπεια. 5.

Με την επιφύλαξη τυχόν ειδικότερων ρυθμίσεων του παρόντος νόμου, το προσωπικό με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου των καταργούμενων ή συγχωνευόμενων υπηρεσιών και φορέων ή υπό καθεστώς λύσης και εκκαθάρισης ανωνύμων εταιρειών και οι απασχολούμενοι με σύμβαση έργου, απολύονται σύμφωνα με τις διατάξεις της σχετικής κείμενης νομοθεσίας. 6.

Όσοι μεταφέρονται ή μετατάσσονται, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας, εφόσον δεν παρουσιαστούν μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την κοινοποίηση της πράξης μεταφοράς ή μετάταξης τους για ανάληψη υπηρεσίας, θεωρείται ότι κατήγγειλαν τη σύμβαση τους και δεν δικαιούνται αποζημίωση για την αιτία αυτή. 7.

Η μεταφορά ή μετάταξη του μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού των καταργούμενων ή συγχωνευόμενων ή υπό καθεστώς λύσης και εκκαθάρισης υπηρεσιών ή φορέων, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας, γίνεται κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων. 8. Για όλες τις περιπτώσεις αυτοδίκαιης μεταφοράς προσωπικού καταργούμενων ή συγχωνευόμενων ή τιθέμενων σε καθεστώς λύσης και εκκαθάρισης φορέων, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του Υπουργού που εποπτεύει τον φορέα υποδοχής ή του αρμόδιου Υπουργού που προΐσταται των υπηρεσιών υποδοχής, η οποία δημοσιεύεται σε περίληψη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 9.

Το μεταφερόμενο ή μετατασσόμενο μόνιμο και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικό κατατάσσεται σε μισθολογικά κλιμάκια της οικείας κατηγορίας, ανάλογα με τα τυπικά του προσόντα και το συνολικό χρόνο υπηρεσίας και λαμβάνει τις αποδοχές της υπηρεσίας υποδοχής. Τυχόν πρόσθετες αποδοχές ή απολαβές και ειδικά επιδόματα οποιασδήποτε ονομασίας δεν διατηρούνται ως προσωπική διαφορά. 10.

Το μεταφερόμενο ή μετατασσόμενο σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου προσωπικό εξακολουθεί να υπάγεται ως προς την κύρια και επικουρική ασφάλιση στους φορείς που υπάγονταν πριν τη μεταφορά ή τη μετάταξη του. 11. Το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τη δημοσίευση της παρούσας έως την κοινοποίηση των πράξεων μεταφοράς ή μετάταξης και ανάληψης υπηρεσίας του προσωπικού που τακτοποιείται, θεωρείται για κάθε συνέπεια ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας του προσωπικού αυτού στους φορείς υποδοχής που καταβάλλουν και τις αντίστοιχες αποδοχές του για το διάστημα αυτό....12....13......14.

Εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται από τους διάδοχους φορείς, χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή τους και χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη διατύπωση για τη συνέχιση τους. Υποχρεώσεις και δικαιώματα που υφίστανται κατά την κατάργηση ή συγχώνευση ή διάσπαση ή απορρόφηση των φορέων μεταφέρονται στο σύνολο τους στους διάδοχους φορείς, οι οποίοι καθίστανται καθολικοί διάδοχοι.

Σε περίπτωση κατάργησης φορέα και μεταφοράς των αρμοδιοτήτων του σε υπηρεσιακές μονάδες Υπουργείου, αυτό θεωρείται ως διάδοχος φορέας. Αν η κατάργηση του φορέα γίνεται χωρίς μεταφορά των αρμοδιοτήτων του, καθολικός διάδοχος θεωρείται το Υπουργείο που εποπτεύει τον καταργούμενο φορέα. Από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 60 παρ.1 και 65 παρ.4 και 11 του Ν.4002/2011, συνάγεται ρητά ότι χρόνος πραγματικής υπηρεσίας, ο οποίος λαμβάνεται υπ' όψη για τη μισθολογική και βαθμολογική κατάταξη του μεταφερομένου προσωπικού της λυθείσας Ε.Τ.Α.Τ.ΑΕ στον ΕΦΕΤ νοείται α) ο χρόνος που κάθε εργαζόμενος έχει διανύσει πραγματικά στην Ε.Τ.Α.Τ.

ΑΕ έως τη δημοσίευση του Ν.4002/2011, στις 22.8.2011, β) ο χρόνος που η Ε.Τ.Α.Τ. ΑΕ έχει αναγνωρίσει ως χρόνο προϋπηρεσίας και γ) ο χρόνος που μεσολαβεί από τις 22.8.2011 έως την κοινοποίηση της προβλεπόμενης πράξης μεταφοράς ήτοι από 22.8.2011 έως 31.10.2011. Τέλος κατά το άρθ. 98 Ν. 3528/2007 ως πραγματική δημόσια υπηρεσία νοείται κάθε υπηρεσία που έχει διανυθεί στο Δημόσιο, σε ν.π.δ.δ., σε ν.π.ι.δ.

του δημοσίου ή σε ΟΤΑ με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ορισμένου ή αορίστου χρόνου, καθώς και κάθε άλλη υπηρεσία, που με βάση ειδικές διατάξεις αναγνωρίζεται ως πραγματική δημόσια υπηρεσία για βαθμολογική εξέλιξη και ήδη και μισθολογική εξέλιξη κατ' αρθ. 6 ν. 4024/2011.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, μεταξύ άλλων, τα εξής: " Ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από την Ε.Τ.Α.Τ. Α.Ε. κατά τις κάτωθι ημερομηνίες αντιστοίχως 1.7.2006, 1.1.2003, 19.3.2007, τον Φεβρουάριο του 1998, την 1.10.2003, 4.7.2007, 1.7.2006, 1.10.2003 και 1.7.2006, με τις ειδικότητες της τεχνολόγου τροφίμων η πρώτη, της χημικού μηχανικού η δεύτερη, του τεχνολόγου τροφίμων ο τρίτος, της βοηθού λογιστή η τέταρτη, της τεχνολόγου τροφίμων η πέμπτη, του γεωπόνου ο έκτος, της χημικού μηχανικού η έβδομη, της τεχνολόγου τροφίμων η όγδοη και του χημικού μηχανικού ο ένατος, άπαντες, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου πλήρους απασχολήσεως, εκτός από την πέμπτη ενάγουσα η οποία αρχικά προσελήφθη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία ανανεώθηκε διαδοχικά και την 1.7.2007 μετετράπη σε αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην παραπάνω ανώνυμη εταιρεία, που είχε συσταθεί με τις διατάξεις του Π.Δ. 473/1978 και είχε ως αντικείμενο την εφαρμογή και αξιοποίηση της επιστημονικής έρευνας και τεχνολογίας με την παροχή επιστημονικών και τεχνολογικών υπηρεσιών στις επιχειρήσεις κλάδου τροφίμων αλλά και σε κάθε ενδιαφερόμενο.

Ακολούθως, δυνάμει των διατάξεων του ν. 4002/2011 (Φ.Ε.Κ. Α' 180/22.8.2011), η παραπάνω εργοδότρια των εναγόντων εταιρεία λύθηκε, τέθηκε σε καθεστώς εκκαθάρισης και τον παραπάνω σκοπό της ανέλαβε το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. και ήδη αναιρεσείον με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Ελέγχου Τροφίμων" (ΕΦΕΤ), στο οποίο, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις των άρθρων 60 και 65 του παραπάνω Ν. 4002/2011, μεταβιβάστηκαν αυτοδικαίως οι υφιστάμενες ενεργείς εργασιακές σχέσεις των εναγόντων, με αναγνώριση ως χρόνου προϋπηρεσίας τους του χρόνου υπηρεσίας που είχε διανυθεί στην Ε.Τ.Α.Τ.

Α.Ε. καθώς και του χρόνου υπηρεσίας που η τελευταία εταιρία είχε αναγνωρίσει ως χρόνο υπηρεσίας. Πράγματι, όλοι ανεξαιρέτως οι ενάγοντες συνέχισαν και μετά τη θέση της προαναφερθείσας εταιρίας σε καθεστώς εκκαθάρισης να παρέχουν αδιαλείπτως τις παραπάνω υπηρεσίες τους στο νέο εργοδότη εναγόμενο νομικό πρόσωπο.

Ακολούθως, με τη με αριθμό Υ10β/Γ.Π.105338/27.10.2011 (Φ.Ε.Κ. Γ' 901/4.11.2011) Διαπιστωτική Πράξη του Υφυπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης διαπιστώθηκε η μεταφορά των εναγόντων στο εναγόμενο νομικό πρόσωπο, με την ίδια εργασιακή σχέση με εκείνη που τους συνέδεε με την Ε.Τ.Α.Τ. Α.Ε. καθώς και η κατάταξή τους σε εκπαιδευτικές βαθμίδες και ειδικότητες.

Περαιτέρω κατόπιν της εφαρμογής του Ν. 4024/2011 (Φ.Ε.Κ. Α' 226/27.10.2011) αναφορικά με τη μισθολογική και βαθμολογική κατάταξη του προσωπικού που υπηρετεί στο Δημόσιο και τα Ν.Π.Δ.Δ.Δ., με σχέσεις τόσο δημοσίου όσο και ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, το εναγόμενο κατέταξε από την 1.11.2011 (με αριθμό πρωτοκόλλου 14839/13.9.2012 Διαπιστωτική Πράξη) όλους τους ενάγοντες σε μισθολογικά και βαθμολογικά κλιμάκια χωρίς να λάβει υπόψη τη συνολική τους προϋπηρεσία σύμφωνα με τα προαναφερθέντα.

Ειδικότερα, κατέταξε την πρώτη ενάγουσα στο βαθμό Ε' με χρόνο υπηρεσίας στο βαθμό από τις 2.4.2000 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 1, τη δεύτερη ενάγουσα στο Δ' βαθμό, με χρόνο υπηρεσίας στο βαθμό από τις 5.10.2000 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 2, τον τρίτο ενάγοντα στο βαθμό Ε', με χρόνο υπηρεσίας στο βαθμό από τις 3.7.2012 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 1, την τέταρτη ενάγουσα στο βαθμό Δ', με χρόνο υπηρεσίας στο βαθμό από τις 4.8.2015 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 2, την πέμπτη ενάγουσα στο βαθμό Ε', με χρόνο υπηρεσίας στο βαθμό από τις 5.1.2000 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 2, τον έκτο ενάγοντα στο βαθμό Ε', με χρόνο υπηρεσίας από 4.4.2000 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 2, την έβδομη ενάγουσα στο βαθμό Ε', με χρόνο υπηρεσίας στο βαθμό από τις 4.4.2000 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 2, την όγδοη ενάγουσα στο βαθμό Ε' με χρόνο υπηρεσίας στο βαθμό από τις 5.1.2000 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 2 και τον ένατο στο βαθμό Δ' με χρόνο υπηρεσίας στο βαθμό από τις 2.4.2000 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 2.

Όπως όμως προκύπτει ...., σε σχέση με την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 60 και 65 του Ν. 4002/2011, το εναγόμενο όφειλε να συνυπολογίσει στο χρόνο προϋπηρεσίας καθενός από τους ενάγοντες, τόσο το χρόνο της πραγματικής τους υπηρεσίας στην Ε.Τ.Α.Τ. Α.Ε., όσο και τον χρόνο που αναγνωρίστηκε από την τελευταία ως χρόνος προϋπηρεσίας, ήτοι την πλήρη προϋπηρεσία των εναγόντων όπως αυτή είχε αναγνωριστεί από την προκάτοχο του εναγομένου λυθείσα εργοδότρια εταιρεία.

Κατά συνέπεια, η προϋπηρεσία των εναγόντων κατά την 1.11.2011 ήταν η ακόλουθη: 1) της πρώτης ενάγουσας 8 χρόνια, 3 μήνες και 29 ημέρες, 2) της δεύτερης ενάγουσας 14 έτη, 9 μήνες και 29 ημέρες 3) του τρίτου ενάγοντα 13 χρόνια, 7 μήνες και 10 ημέρες, 4) της τέταρτης ενάγουσας 31 χρόνια, 8 μήνες και 12 ημέρες, 5) της πέμπτης ενάγουσας 11 χρόνια, 5 μήνες και 29 ημέρες, 6) του έκτου ενάγοντα 12 χρόνια, 3 μήνες και 29 ημέρες, 7) της έβδομης ενάγουσας 12 χρόνια, 3 μήνες και 29 ημέρες, 8) της όγδοης ενάγουσας 11 χρόνια και 29 ημέρες και 9) του ένατου ενάγοντα 16 χρόνια, 4 μήνες και 29 ημέρες.

Εξάλλου από την ημέρα της παραπάνω κατάταξής τους το εναγόμενο κατέβαλε στους ενάγοντες αποδοχές που υπολείπονται των νομίμων, ήτοι αυτών που αντιστοιχούν στα ανάλογα με την παραπάνω ορθή προϋπηρεσία τους μισθολογικά κλιμάκια, με αποτέλεσμα λόγω της μη ορθής τους κατάταξης, το εναγόμενο να τους οφείλει τη διαφορά μεταξύ των νομίμων αποδοχών και των αποδοχών που τους κατέβαλε.

Άλλωστε, οι απαιτήσεις των εναγόντων δεν έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 § 3 του Ν.Δ. 496/1974, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο, δεδομένου ότι οι ενάγοντες κοινοποίησαν στο εναγόμενο στις 10.10.2013 (....) τη με αριθμό κατάθεσης 13290/4788/8.10.2013 υπό κρίση αγωγή τους. Με βάση όλα τα παραπάνω το εναγόμενο οφείλει στους ενάγοντες τα ποσά που δέχτηκε η εκκαλουμένη τα οποία αναγράφονται και στην αγωγή συνεκτιμώντας και το γεγονός ότι το εκκαλούν δεν αμφισβήτησε ειδικότερα τα ποσά αυτά".

Υπό τις ως άνω παραδοχές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, επικυρώνοντας κατ' αυτό τον τρόπο την 1552/2016 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο δέχθηκε εν μέρει την από 1.10.2013 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, επιδικάζοντας τα αναφερόμενα σε αυτή χρηματικά ποσά ως διαφορές αποδοχών μετά από συνυπολογισμό και της προϋπηρεσίας των εναγόντων που είχε αναγνωριστεί από την προκάτοχο του αναιρεσείοντος εργοδότρια εταιρεία ΕΤΑΤ Α.Ε.

Έτσι που έκρινε το Μονομελές Εφετείο, σχετικά με την αγωγική αξίωση των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων για κατάταξή τους στα οικεία βαθμολογικά και μισθολογικά κλιμάκια του Ν.4024/2011, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 60 και 65 παρ. 4 Ν.4002/ 2011 και άρθρων 4παρ. 1 και 4, 5 παρ. 1 και 103 του Συντάγματος, με ορθή υπαγωγή των ανελέγκτως γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους εφαρμοσθέντες ως άνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, καθόσον σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, για την κατάταξη των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων στα οικεία βαθμολογικά και μισθολογικά κλιμάκια του Ν. 4024/2011, λαμβάνεται υπ' όψη ο χρόνος πραγματικής υπηρεσίας αυτών, ως τέτοιος δε θεωρείται ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας που οι αναιρεσίβλητοι είχαν διανύσει στον φορέα προέλευσης (Ε.Τ.Α.Τ.

ΑΕ) και ο χρόνος που αναγνωρίσθηκε από την τελευταία. Κατά συνέπεια, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση της παραβίασης των αμέσως πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, όμως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της αναγνωρισθείσας από την Ε.Τ.Α.Τ.

Α.Ε. προϋπηρεσίας των αναιρεσιβλήτων, πέραν αυτής δηλαδή που διένυσαν στην Ε.Τ.Α.Τ. Α.Ε., προκειμένου κατά τη μεταφορά αυτών στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. (Ε.Φ.Ε.Τ.) μετά τη λύση της Ε.Τ.Α.Τ. ΑΕ, ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας αυτών να θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για τα θέματα βαθμολογικής και μισθολογικής εξέλιξής τους, δεδομένου ότι, ενώ δέχεται ότι το εναγόμενο κατέταξε από την 1.11.2011 (με αριθμό πρωτοκόλλου 14839/13.9.2012 Διαπιστωτική Πράξη) όλους τους ενάγοντες - αναιρεσιβλήτους σε μισθολογικά και βαθμολογικά κλιμάκια χωρίς όμως να λάβει υπόψη την αναλυτικά αναφερόμενη για έκαστο αναιρεσίβλητο συνολική προϋπηρεσία, την οποία το εναγόμενο- αναιρεσείον όφειλε να συνυπολογίσει στον χρόνο προϋπηρεσίας καθενός από τους αναιρεσιβλήτους, ήτοι τόσο τον χρόνο της πραγματικής τους υπηρεσίας στην Ε.Τ.Α.Τ.

Α.Ε., όσο και τον χρόνο που αναγνωρίστηκε από την τελευταία ως χρόνος προϋπηρεσίας, ήτοι την πλήρη προϋπηρεσία των αναιρεσιβλήτων όπως αυτή είχε αναγνωριστεί από την προκάτοχο του αναιρεσείοντος λυθείσα εργοδότρια εταιρεία, ουδόλως αιτιολογεί, μη διαλαμβάνοντας αντίστοιχες παραδοχές, με ποιο τρόπο, από ποιο όργανο με ποιες διατάξεις και πότε αναγνωρίσθηκε από την Ε.Τ.Α.Τ.

ΑΕ, τυχόν προϋπηρεσία των αναιρεσιβλήτων και σε τι ακριβώς συνίστατο αυτή, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 65 παρ. 4 του Ν. 4002/2011, την οποία έτσι παραβίασε εκ πλαγίου. Επομένως, οι εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος και πέμπτος λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή των ως άνω λόγων αναίρεσης, παρελκούσης λόγω της αναιρετικής τους εμβέλειας της έρευνας του τετάρτου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 8 β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, το οποίο δεν κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2136/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500)ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Αυγούστου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ