Legislator Case Law & Legislation
1244/2020 AI generated

Supreme Court annuls first-instance judgment and dismisses labor claim for illegal indefinite-term contract conversion.

Case Number 1244/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the first-instance judgment and retained the case to dismiss the plaintiff's labor claim. The plaintiff argued that successive fixed-term contracts should be deemed an indefinite-term contract due to continuous employment needs. The court held that such contracts could not convert to indefinite terms as they would violate constitutional and statutory provisions protecting fixed-term employment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 649, 669, 679 of the Civil Code; Articles 103(7), 103(8) of the Constitution; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: Successive fixed-term employment contracts cannot be deemed an indefinite-term contract if they violate constitutional and statutory provisions protecting fixed-term employment.

Keywords

AI generated
indefinite term contract successive fixed term contracts labor law conversion constitutional protection civil procedure annulment employment duration statutory provisions

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 648, 649, 669, 679 of the Civil Code
Article 103(7) of the Constitution
Article 103(8) of the Constitution
Article 21 of Law 2190/1994
Article 8(3) of Law 2112/1920
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 7/2006
OLAP 4/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1244 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1244/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Καλλιόπη Πανά, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε." (ΕΤΑΔ Α.Ε.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, όπως μετονομάσθηκε η "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε." που απορρόφησε την εταιρία με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε." και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Μάριου-Ιωάννη Περλίγκα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Κ. Α. του Γ., κατοίκου … Αττικής, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Περπατάρη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-06-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 731/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Την αναίρεση της ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-02-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της συμβάσεως εργασίας. Χαρακτηριστικό της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξεώς της.

Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως (ΑΠ 217/2017, ΑΠ 104/2016, ΑΠ 509/2016). Ο δε χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ" εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 18/2006).

Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α και 3 ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον" (παρ. 1 εδ. α) και "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου" (παρ. 3).

Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως.

Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζονται τα εξής: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών.

Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2 εδ.

α, β και γ). Στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχολήσεως, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10ε ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 ΠK και πειθαρχικά.

Εξ άλλου, στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.

Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος, που έγινε με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής.

Επίσης, στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Έτσι, με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατυπώσεως του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Περαιτέρω, στις 10-07-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη-μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-07-2001, με δυνατότητα παρατάσεως της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκανε χρήση η Ελλάδα. Στη ρήτρα 5 της πιο πάνω οδηγίας ορίζεται ότι τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα προεδρικά διατάγματα 81/2003 και 164/2004, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (02-04-2003 και 19-07-2004 αντίστοιχα) και το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα. Το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού προεδρικού 1 διατάγματος ορίζει τα εξής:

"1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3. [...] 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου".

Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, καταρτίσεως διαδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου προεδρικού διατάγματος η αυτοδίκαιη ακυρότητα τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημιώσεως ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.

Όμως, ενόψει του ότι οι πιο πάνω διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από τις 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή. Έτσι, με το άρθρο 11 παρ. 1 περ.

α, 2 εδ. α και β, 3 και 5 του πιο πάνω προεδρικού διατάγματος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση" (παρ. 1 περ.

α). "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.

Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία" (παρ. 2 εδ. α και β). "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις του αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" (παρ. 3). "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προϋπόθεση του εδ. α της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει

να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης" (παρ. 5). Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17-04-2001 και εφεξής) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτιμήσεως των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, βάσει των πιο πάνω διατάξεων ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου. Συνεπώς στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (ΟλΑΠ 19 και 20/2007).

[II] Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την ένδικη αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εκθέτει ότι προσελήφθη από το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ", του οποίου η ήδη αναιρεσείουσα τυγχάνει καθολικός διάδοχος, με συμβάσεις παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών ως ειδικός σύμβουλος και προσέφερε σ' αυτήν τις υπηρεσίες του κατά τα ακόλουθα διαστήματα: Από 18-03-1997 έως 17-03-1998, 05-03-2002 έως 04-03-2003, 05-03-2003 έως 04-03-2004, 01-12-2006 έως 30-11-2007, 01-01-2008 έως 31-12-2008, 11-03-2009 έως 10-03-2010, 11-03-2010 έως 10-06-2010.

Ότι στην πραγματικότητα οι ανωτέρω συμβάσεις είχαν εξ αρχής τον χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ζήτησε δε με την αγωγή του αυτή να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με την εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της γενόμενης την 10-06-2010 καταγγελίας της άνω εργασιακής του συμβάσεως και να υποχρεωθεί η εναγομένη - αναιρεσείουσα να αποδέχεται τις υπηρεσίες του κατατάσσοντας τον σε θέση αντίστοιχη της ειδικότητας του, και καταβάλλοντας του τις αντίστοιχες νόμιμες αποδοχές.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την ήδη προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση του δέχθηκε την εν λόγω αγωγή ως νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν και αφού αναγνώρισε ότι ο ενάγων - ήδη αναιρεσίβλητος συνδέεεται με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υποχρέωσε αυτή να τον απασχολεί κατατάσσοντας αυτόν σε θέση αντίστοιχη της ειδικότητας του με την καταβολή των νομίμων αποδοχών που αντιστοιχούν στην θέση και την ειδικότητα αυτή. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα:

"Ότι ο ενάγων συνήψε με το εναγόμενο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ" (ΚΕΔ) την από 18-03-1997 σύμβαση, που επιγραφόταν "Σύμβαση Πρόσληψης Ειδικού Συμβούλου", προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως "Ειδικός Σύμβουλος" σε αυτό. Ότι η σύμβαση αυτή έληξε στις 17-03-1998 και ανανεώθηκε με την από 5-02-2002 σύμβαση, η οποία είχε διάρκεια μέχρι τις 04-03-2003.

Στη συνέχεια, με την 19-02-2003 σύμβαση, η οποία επιγραφόταν "Ανανέωση Σύμβασης Πρόσληψης Ειδικού Συμβούλου" και είχε διάρκεια από 05-03-2003 έως 04-03-2004. Ότι οι συμβάσεις αυτές ανανεώθηκαν με την από 01-12-2006 σύμβαση, που επιγραφόταν "Σύμβαση Ανεξαρτήτων Υπηρεσιών" και είχε διάρκεια από 1η-12-2006 μέχρι 1η-12-2007, με την από 1η-1-2008 σύμβαση, που επιγραφόταν "Σύμβαση Ανεξαρτήτων Υπηρεσιών" και είχε διάρκεια από 1η-01-2008 μέχρι 31-12-2008, με την από 11-03-2009 σύμβαση, που επιγραφόταν "Σύμβαση Έργου" και είχε διάρκεια από 11-03-2009 μέχρι 10-03-2010, και με την από 02-09-2009 σύμβαση, που επιγραφόταν "Παράταση Σύμβασης" και είχε διάρκεια μέχρι τις 10-06-2010.

Από την τελευταία ημερομηνία (10-06-2010) και εφεξής, το αρχικώς πρώτο εναγόμενο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ" (ΚΕΔ) έπαυσε να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρ. 1 της υπ' αριθμ. Δ6Α 1162069 ΕΞ 2011 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β 2279/2-12- 2011), η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου" (Κ.Ε.Δ.

Α.Ε.) συγχωνεύθηκε με απορρόφησή της από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε.", η οποία εφεξής μετονομάσθηκε σε "Εταιρία Ακινήτων Δημοσίου Ανώνυμη Εταιρία" (ΕΤΑΔ Α.Ε.). Η εταιρία αυτή, η οποία είναι η νυν πρώτη εναγομένη, υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της έναντι του προσωπικού του ανωτέρω αρχικώς πρώτου εναγομένου ΝΠΙΔ, στο οποίο περιλαμβάνεται και ο ενάγων.

Ότι ο ενάγων, δυνάμει των προαναφερόμενων συμβάσεων, πρόσφερε τις υπηρεσίες του στο αρχικώς εναγόμενο ΝΠΙΔ ως "Ειδικός Σύμβουλος" στην …' Υπηρεσία Ειδικών Έργων για τη στήριξη των εργασιών που εκτελούνται για λογαριασμό των ασφαλιστικών Ταμείων στα Γραφεία της Διεύθυνσης Ανάπτυξης και στα Γραφεία της Διεύθυνσης Διαχείρισης, Εκμετάλλευσης και Αξιοποίησης Ακινήτων της Κ.Ε.Δ.

και τα καθήκοντά του συνίσταντο στον έλεγχο τεχνικών και πολεοδομικών στοιχείων ακινήτων, στην προετοιμασία ανάθεσης και επίβλεψης μελέτης, στην εκτέλεση υπηρεσιών σχετιζομένων με την έρευνα, τη σύνταξη μελετών και την υποστήριξη των έργων που αναλάμβανε η Διεύθυνση Ανάπτυξης, στην υποστήριξη κατά τη σύνταξη μελετών αξιοποίησης ακινήτων, στο συντονισμό έργων ανάπλασης κ.λπ. (βλ.

τον 2° όρο των προαναφερομένων συμβάσεων με τίτλο "Αντικείμενο Σύμβασης")”.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων για την παροχή των υπηρεσιών του τελούσε σε προσωπική και νομική εξάρτηση από το αρχικώς πρώτο εναγόμενο ΝΠΙΔ. Η εξάρτηση αυτή εκδηλωνόταν με το δικαίωμα του αρχικώς πρώτου εναγομένου ΝΠΙΔ να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία ως προς τον τρόπο, το χρόνο και τον τόπο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της από τον ενάγοντα και με την υποχρέωση του τελευταίου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές και οδηγίες του (βλ. και όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας). Επομένως, οι προαναφερόμενες συμβάσεις, με τις οποίες απασχολήθηκε ο ενάγων, ονομάστηκαν "κατ' επίφαση" συμβάσεις πρόσληψης ειδικού συμβούλου, συμβάσεις ανεξαρτήτων υπηρεσιών και συμβάσεις έργου, καθόσον στην πραγματικότητα αποτελούσαν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας. Άλλωστε, όπως εκτέθηκε και στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το Δικαστήριο κρίνει μια σχέση, κατά τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της, ως "σχέση εξαρτημένης εργασίας" μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων και, ιδίως, με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα ή το όνομα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη σχέση που τα συνδέει.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων απασχολήθηκε από το αρχικώς πρώτο εναγόμενο ΝΠΙΔ για την κάλυψη συνήθων, τρεχουσών, απολύτως τακτικών, προβλέψιμων και υπαρχουσών αναγκών αυτού, μόνιμης, πάγιας και διαρκούς προοπτικής, συναρτημένες και σχετικές προς τις ανάγκες που εξυπηρετεί παράλληλα και το μόνιμο προσωπικό των υπηρεσιών του.

Δηλαδή ο ενάγων, απασχολούμενος με τα προαναφερόμενα καθήκοντά του, κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αρχικώς πρώτου εναγομένου ΝΠΙΔ, σε θέσεις μονίμων υπαλλήλων, υπό τις εντολές και οδηγίες του τελευταίου και των αρμοδίων οργάνων του, και ήταν υποχρεωμένος να συμμορφώνεται σε αυτά, δεχόμενος τον έλεγχο τους για την επιμελή εκτέλεση της εργασίας του, και να προσέρχεται στα καθήκοντά του καθημερινά σε συγκεκριμένο ωράριο, όπως οι μόνιμοι υπάλληλοι του αρχικώς πρώτου εναγομένου ΝΠΙΔ.

Με βάση τα παραπάνω που αποδείχθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων συνδεόταν με το αρχικώς πρώτο εναγόμενο ΝΠΙΔ με την έννομη σχέση της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, με όλες τις περαιτέρω συνέπειες (μισθολογικές, ασφαλιστικές, συνταξιοδοτικές κλπ) του στοιχείου της εξάρτησης, και όχι δυνάμει συμβάσεων πρόσληψης ειδικού συμβούλου, ανεξαρτήτων υπηρεσιών και έργου ορισμένου χρόνου, οι οποίες καταρτίσθηκαν με πρόθεση καταστρατήγησης της διάταξης του άρθρ. 8 παρ. 3 Ν 21 12/1920, που επιτελεί τους σκοπούς της Κοινοτικής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ.

Συνεπώς, με βάση όσα ανωτέρω εκτέθηκαν, η προαναφερόμενη αρχική σύμβαση και οι ανανεώσεις της δεν δύνανται να εξαιρεθούν από την Οδηγία 1999/70/ΕΚ. Περαιτέρω, δεδομένου ότι η εργασία του ενάγοντος παρεχόταν υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, και εφόσον στην πραγματικότητα οι ανάγκες που κάλυπτε ήταν πάγιες και διαρκείς, δεν υφίστατο αντικειμενικός λόγος για την ανανέωση των "ορισμένου χρόνου" συμβάσεων ή σχέσεών του. Τέτοια, δε, χωρίς αντικειμενικό λόγο ανανέωση συνιστά κατάχρηση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρ. 5 ΠΔ 164/2004, καθόσον, εκτός του ότι συνήφθησαν επτά διαδοχικές συμβάσεις χωρίς αντικειμενικό λόγο, η συνολική διάρκειά τους υπερέβαινε κατά πολύ τους 24 μήνες. Εφόσον, λοιπόν, δυνάμει των προαναφερομένων διατάξεων, ακόμη και κατά την έννοια του ΠΔ 164/2004, σημειώθηκε για τον ενάγοντα κατάχρηση, πρέπει αυτή να εξαλειφθεί. Για την εξάλειψη της κατάχρησης αυτής, στην περίπτωση που λάβει χώρα παρά τις σχετικές απαγορεύσεις, δεν επαρκούν οι προβλεπόμενες στο άρθρ. 7 ΠΔ έννομες συνέπειες - κυρώσεις, αλλά θα πρέπει, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, να τύχει εφαρμογής και το άρθρ. 8 παρ. 3 Ν 21 12/1920, χωρίς την εφαρμογή του οποίου, ελλείψει άλλου αποτελεσματικού προς τούτο μέτρου, δεν είναι δυνατή η εν λόγω εξάλειψη".

Το Δικαστήριο, εκτιμώντας το γεγονός ότι μεταξύ του ενάγοντος και του αρχικώς πρώτου εναγομένου ΝΠΙΔ συνήφθησαν επτά διαδοχικές συμβάσεις, χωρίς μεγάλη χρονική απόσταση από τη λήξη της μιας σύμβασης μέχρι την κατάρτιση της επομένης, οι οποίες είχαν μεγάλη συνολική διάρκεια και αποσκοπούσαν στην κάλυψη παγίων και διαρκώς αναγκών, άγεται στη δικανική πεποίθηση ότι στην κρινόμενη περίπτωση υφίσταται το στοιχείο της διαδοχικότητας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αγωγή γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς την υν πρώτη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε.", η οποία, όπως προεκτέθηκε, υποκαταστάθηκε στις υποχρεώσεις του αρχικώς πρώτου εναγομένου ΝΠΙΔ, και, καταρχήν, να αναγνωρισθεί ότι ο ενάγων συνδέεται με τη νυν εναγομένη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου".

Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 21 παρ. 1 και 2 του Ν. 2190/1994, 8 του Ν. 2112/1920, 281 και 671 ΑΚ, 25 παρ. 1, 3 και 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος 11 παρ. 1 περ. α, 2 εδ. α και β, 3 και 5 του ΠΔ 164/2004 και τις ρήτρες 4 και 5 του παραρτήματος της Οδηγίας 1999/701ΕΚ.

Τούτο, διότι ο αναιρεσίβλητος προσελήφθη το πρώτον στο αναιρεσείον στις 18-03-1997 με σύμβαση ορισμένου χρόνου, η οποία έληξε στις 17-03-1998 και η επόμενη σύμβαση ορισμένου χρόνου καταρτίσθηκε στις 5/3/2002. Η πρώτη αυτή σύμβαση δεν μπορεί να αποτελέσει αφετηρία διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, ώστε να έχει εφαρμογή η διάταξη του αρ. 8§3 του ν. 2112/1920, καθόσον συντρέχει περίπτωση έλλειψης συνοχής και χρονικής ενότητας των ως άνω συμβάσεων.

Αυτός δεν εμπίπτει ούτε στις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004, εφόσον προσελήφθη με την 5-3-2002 και προσέφερε τις ανωτέρω υπηρεσίες του μέχρι την 04-03-2004 (σύμφωνα με τις προεκτεθείσες συμβάσεις από 05-03-2002 έως 04-03-2003 και από 05-03-2003 έως 04-03-2004), πλην όμως κατά την έναρξη ισχύος του (19-07-2004) οι ως άνω διαδοχικές συμβάσεις δεν ήσαν ενεργές ή τουλάχιστον δεν είχε λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών, πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω Π.Δ./τος, λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις έως την έναρξη ισχύος αυτού, όπως τούτο ρητά απαιτείται από τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 περ.

α, 2 εδ. α και β, 3 και 5 του εν λόγω Π.Δ/τος 164/2004, δεδομένου ότι η δεύτερη των ως άνω συμβάσεων έληξε την 4-3-2004 ήτοι 4,5 μήνες πριν από την έναρξη της ισχύος αυτού (19-07-2004). Εξ ετέρου, οι μεταγενέστερες συμβάσεις του αναιρεσίβλητου που καταρτίσθηκαν την 01-12-2006, 01-01-2008, 11-03-2009 και 11-03-2010 δεν μπορούσαν να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, διότι αυτό θα προσέκρουε στις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επ.

ΑΚ, 21 του Ν. 2190/1994, 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, ακόμη και εάν ο αναιρεσίβλητος εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά τη κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές".

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως υπό του δικαστηρίου της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο.

Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα η ένδικη αξίωση του ενάγοντος αναιρεσίβλητου είναι μη νόμιμη και συνεπώς απορριπτέα, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης και γι αυτό επιβάλλεται, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να δικασθεί η αγωγή και να απορριφθεί αυτή από τον Άρειο Πάγο, ως μη νόμιμη.

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 731/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 17-06-2010 και με αριθμό κατάθεσης 136754/4349/2010 αγωγής του αναρεσίβλητου ενάγοντος.

Απορρίπτει την αγωγή. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ