Legislator Case Law & Legislation
1244/2019 AI generated

Supreme Court dismisses union appeal on standing grounds, ruling collective agreements do not grant standing without statutory compliance.

Case Number 1244/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the union's appeal against a lower court's rejection of its claim for damages. The union argued it had standing to sue based on collective agreements with the bank, but the court found these agreements did not meet the strict procedural requirements of the Collective Labor Agreements Law. Consequently, the court held that the union lacked legal standing and active legitimacy to exercise rights derived from such non-compliant agreements.

Legislator headnote

AI generated

Articles 669 paragraph 1 and 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure; A trade union cannot claim standing to exercise members' rights derived from bilateral agreements with an employer if those agreements fail to comply with the strict procedural requirements of the Collective Labor Agreements Law, as such agreements are not deemed equivalent to statutory provisions.

Keywords

AI generated
trade union standing collective labor agreements active legitimacy legal standing Code of Civil Procedure procedural compliance bilateral agreements

Cited Legislation

AI generated
Article 669 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Law 1876/1990 on Collective Labor Agreements
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1244 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1244/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη - Εισηγήτρια, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καθής η κλήση: πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "..." ("...") που εδρεύει στην ….και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δήμα, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...

Α.Ε.", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Σπυρίδωνα Τσαντίνη και Ανδριανή Παπαδοπούλου, που κατέθεσε προτάσεις. Των καλουμένων προσθέτως παρεμβαινουσών: 1)τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης - σωματείου με την επωνυμία "... (....)" που εδρεύει στην ….

και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)δευτεροβάθμια συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3)δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 4)συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ...

και εκπροσωπείται νόμιμα, 5)συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 7)συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 8)σωματείου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ...

και εκπροσωπείται νόμιμα, 9)σωματείου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 10) σωματείου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 11)σωματείου με την επωνυμία "...", πρώην ... προερχομένων ..., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 12)αναγνωρισμένου επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ...

και εκπροσωπείται νόμιμα, 13)πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 14)πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 15)πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ...

και εκπροσωπείται νόμιμα, 16)πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 17)πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ….και εκπροσωπείται νόμιμα, 18)πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ...

και εκπροσωπείται νόμιμα, 19)πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και 20)πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Για την 13η παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπός της Νικόλαος Παπαϊωάννου και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο της τον Νικόλαο Δήμα, η 14η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της που δεν κατέθεσε προτάσεις, και οι λοιπές δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των προσθέτως παρεμβαινουσών υπέρ του αναιρεσείοντος: 1)δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Φιλιπποπούλου που κατέθεσε προτάσεις, 2) τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης - σωματείου με την επωνυμία "... (....)" που εδρεύει στην ...

και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Καζάκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. που κατέθεσε προτάσεις, και 3)δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "..", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μελισσάρη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/7/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με την από 9/7/2008 αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2329/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 4291/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 27/3/2015 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 421/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Την υπόθεση επανέφερε η καλούσα με την από 21/2/2018 κλήση της και οι προσθέτως παρεμβαίνουσες με τις από 25/9/2018 (με αριθμό κατάθεσης 14/2018), από 27/9/2018 (με αριθμό κατάθεσης 15/2018) και από 4/10/2018 (με αριθμό κατάθεσης 16/2018) αντίστοιχα πρόσθετες παρεμβάσεις τους προς το δικαστήριο τούτο, ζήτησαν όσα αναφέρονται σ' αυτές. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 24/11/2015 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Νικολάου Πάσσου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 21-2-2018 κλήση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία " ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" νόμιμα φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 27-3-2015 αίτηση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία " ..." (...) για αναίρεση της 4291/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 421/2017 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της εν λόγω αναίρεσης (ημερομηνία συζήτησης αυτής στις 17-1- 2017) για το λόγο ότι δεν κλήθηκαν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις που είχαν και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας την ιδιότητα του προσθέτως υπέρ της αναιρεσείουσας παρεμβαίνοντος και δεν είχαν εμφανισθεί κατά την παραπάνω δικάσιμο. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1, 558, 564παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη βασιμότητα του μοναδικού λόγου της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

2. Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (9-10-2018), η αναιρεσίβλητη που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσκομίζει και επικαλείται τις υπ' αριθμ. ...9 Γ/8-3-2018 και ...0 Γ/8-3-2018, ...8 Γ/8-3-2018 και ...7Γ/8-3-2018, ...4Γ/8-3-2018 και ...5Γ/8-3-2018, ...6Β/22-6-2018 και ...7Β/22-6- 2018, ...0 Β/22-6-2018 και ...1 Β/22-3-2018, ...0Γ/8-3-2018 και ...1 Γ/8-3-2018, ...6 Β/25-6-2018 και ...7Β/25-6-2018, ...8Β/25-6-2018 και ...9β/25-6-2018, ...4Β/22-6-2018 και ...5Β/8-3-2018, ...8Β/ 22-6-2018 και ...9Β/22-6-2018, ...3Γ78-3-2018 και ...2Γ/8-3-2018, ...8Β/22-6-2018 και ...9Β/22-6-2018, ...1 Γ/8-3-2018 και ...9Γ/8-3- 2018 , ...5Γ/8-3-2018 και ...8Γ/8-3-2018, ...9Γ/8-3-2018 και ...7Γ/8-3-2018, ...9Γ/8- 3-2018 και ...1 Γ/8-3-2018, ...4Γ/8-3-2018 και ...1 Γ/8-3-2018, ...5Γ/ 8-3-2018 και ...6Γ/8-3-2018, ...8Β/22-6-2018 και ...9Β/22-6-2018, ...4Β/25-6-2018 και ...5Β/25- 6-2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ.

Μ., καθώς και τις υπ' αριθμ....5Γ/25-6-2018 και ...4Γ/25-6-2018 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Α. Π., από τις οποίες προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 27-3-2015 αίτησης αναίρεσης και της από 21-2-2018 κλήσης της αναιρεσίβλητης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα προς τους προσθέτως παρεμβαίνοντες στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δηλαδή:

την τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "... ", τις δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις με την επωνυμία "..." και "..." και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις με τις επωνυμίες "...", "...", "...", "...", "...", "... ", "...", "...", "...', πρώην "...", "... ", " ...", "...", "...", "...", "...", "...", "..." και "...". Από τους ως άνω παρεμβαίνοντες εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης η ...Σ", η "...Σ" το "..." και η συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "...", ενώ οι λοιποί παρεμβαίνοντες δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου.

Εφόσον, όμως, αυτοί κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα γα να παραστούν κατά την ως άνω δικάσιμο και δεν παρέστησαν, πρέπει να προχωρήσει η διαδικασία σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

3. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ 4291/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 10-7-2008 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (με γενικό αριθμό κατάθεσης 141733/2008 και δικογράφου 3659/2008) η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "..." (...) εξέθετε ότι αποτελεί την πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας και μέλη της είναι το σύνολο σχεδόν των υπαλλήλων της.

Ότι οι εργαζόμενοι στην εναγομένη και μέλη αυτής εντάσσονται αυτοδίκαια, ως προς την επικουρική τους ασφάλιση, από την πρόσληψή τους στον "Λογαριασμό Επικουρήσεως Προσωπικού ...ς" (εφεξής Λογαριασμός). Ότι ο Λογαριασμός αυτός ιδρύθηκε στις 18-11-1949 με συλλογική συμφωνία μεταξύ της εναγομένης Τράπεζας και εκπροσώπων των εργαζομένων της, που αυτή όρισε, και έχει ως σκοπό την επικουρική ενίσχυση της σύνταξης των υπαλλήλων της εναγομένης μετά την αποχώρησή τους από την υπηρεσία, η συλλογική δε αυτή συμφωνία της εναγομένης και του προσωπικού της είχε συγχρόνως ως αποτέλεσμα την ένταξη των σχετικών όρων επικουρικής ασφάλισης στις ατομικές εργασιακές συμβάσεις του προσωπικού και δημιούργησε ταυτόχρονα γενικό όρο εργασίας, στον οποίο προσχωρούν έκτοτε οι νεοπροσλαμβανόμενοι, στους οποίους γνωστοποιείται ο όρος αυτός κατά την πρόσληψή τους, ενώ η διοίκηση και εκπροσώπηση του Λογαριασμού ανατέθηκε εξαρχής σε Διαχειριστική Επιτροπή, απαρτιζόμενη από εκπροσώπους της εναγομένης, των εργαζομένων και της ενάγουσας.

Ότι, επικουρικά, οι παραπάνω όροι εργασίας, όπως εντάχθηκαν και στις ατομικές συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων της Τράπεζας, αποτέλεσαν περιεχόμενο πρακτικής της εκμετάλλευσης με αντικείμενο την ίδρυση του Λογαριασμού, διότι η εναγομένη υποχρεούται να παρακρατεί και καταβάλλει στο Λογαριασμό τις, κατά τα προβλεπόμενα στον Κανονισμό του, εισφορές για όλο το προσωπικό που απασχολεί, την πρακτική δε αυτή ακολούθησε η εναγομένη αδιάκοπα από το Νοέμβριο του έτους 1949 μέχρι τον Ιούνιο του έτους 2007 με τη σαφή βούληση να δεσμευθεί συμβατικά απέναντι σε όλους τους εργαζόμενους της Τράπεζας, τόσο αυτούς που ανήκαν στο προσωπικό της το Νοέμβριο του έτους 1949, όσο και αυτούς που προσλήφθηκαν αργότερα μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 2007 και αποτέλεσε τη βάση σιωπηρής συμφωνίας για την ένταξη των σχετικών όρων στις ατομικές εργασιακές σχέσεις όλων των εργαζομένων, πρακτική που αποδέχθηκε το προσωπικό και οδήγησε στη διαμόρφωση αντίστοιχου γενικού όρου εργασίας.

Ότι η εναγομένη, επικαλούμενη εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 58 του ν. 3371/2005, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 4, 5 παρ. 1, 12 παρ. 1, 20 παρ. 1, 22 παρ. 5, 23 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος, του π.δ. 240/2006 και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, από τον Ιούνιο του 2007 και εφεξής μετέφερε στο ΙΚΑ-ΕΤΕΑΜ τους υπαλλήλους που είχε προσλάβει από την 1-1-2005 και εντεύθεν και τους οποίους είχε εντάξει αρχικά στο Λογαριασμό, χωρίς να έχει προγηθεί η νόμιμη διάλυση του Λογαριασμού, εξαιρώντας τους, κατά παράβαση του Κανονισμού και των εν γένει συμβατικών της υποχρεώσεων, από την υπαγωγή τους στην ασφάλισή του και μάλιστα αναδρομικά από την ημέρα πρόσληψής τους, αν και καταβλήθηκαν γι' αυτούς οι εισφορές που προβλέπουν οι καταστατικές διατάξεις της ενάγουσας.

Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησε, ύστερα από περιορισμό των συναφών αιτημάτων από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά, να αναγνωρισθεί ότι:1) η εναγομένη οφείλει να ασφαλίζει τους υπαλλήλους που προσλαμβάνει και μετά την 1-1- 2005 στο Λογαριασμό Επικούρησης και να καταβάλει τις εισφορές που οφείλει για κάθε εργαζόμενο από τον Ιούνιο του 2007 και εντεύθεν και 2) η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στο Λογαριασμό τα αναφερόμενα στην αγωγή αναλυτικά ποσά για τους υπαλλήλους που προσέλαβε από 1-1-2005 και εφεξής.

Κρίνοντας επί της αγωγής αυτής ( και άλλης που δεν είναι αντικείμενο αυτής της αναιρετικής δίκης) το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 2329/2009 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, με το σκεπτικό ότι η ενάγουσα συνδικαλιστική οργάνωση δεν έχει έννομο συμφέρον και δεν νομιμοποιείται ενεργητικά προς άσκηση της παραπάνω αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 669 αρ. 1 και 68 ΚΠολΔ.

Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε την από 4-11- 2009 και με αριθμό καταθέσεως 10.554/2009 έφεση και τους από 13-11-2012 πρόσθετους λόγους έφεσης, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4291/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγινε τυπικά δεκτή, απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ανωτέρω έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης.

4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 622 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το νόμο 4335/2015, στις διαφορές που αναφέρονται στο προηγούμενο άρθρο (εργατικές διαφορές), αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια έχουν το δικαίωμα να παρέμβουν μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις που αποτελούν την ένωση και να παρέμβουν σε κάθε δίκη που αφορά την ερμηνεία ή την εφαρμογή συλλογικής σύμβασης εργασίας στην οποία μετέχουν ή διάταξης που εξομοιώνεται προς τις διατάξεις τέτοιας συλλογικής σύμβασης, για την προστασία του συλλογικού συμφέροντος που παρουσιάζει η έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρόσθετη παρέμβαση, ανεξάρτητα από το αν γίνεται εκούσια ή ύστερα από προσεπίκληση ή ανακοίνωση, ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους. Η κοινοποίηση αυτής απαιτείται για την ολοκλήρωση της διαδικασίας (Ολ ΑΠ 265/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, η τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "...", η δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "... ... " και η δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "..." άσκησαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσείουσας με τα από 27-9-2018, 4-10-2018 και 25-9-2018 ιδιαίτερα δικόγραφα, τα οποία κατέθεσαν στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 27-9-2018, 5-10-2018 και 26-9-2018 αντίστοιχα.

Η πρώτη από τις παραπάνω παρεμβάσεις επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους διαδίκους της κύριας δίκης και σε όλους τους προσθέτως παρεμβαίνοντες στα δικαστήρια της ουσίας, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ...13Δ/2-10-2018, ...14Δ/2-10-2018, ...09Δ/1 -10-2018, ...10Δ/1 -10-2018 ...11 Δ/2-10-2018, ...12Δ/2-10-2018, ...15Δ/2-10-2018, ...16Δ/2-10-2018, ...17Δ/2-10-2018, ...18Δ/2-10-2018, ...19Δ/2-10-2018, ...20Δ/2-10-2018, ...21Δ/2-10-2018, ...22Δ/2-10-2018, ...23Δ/2-10-2018, ...24Δ/2-10-2018, ...25Δ/2-10-2018, ...26Δ/2-10-2018, ...27Δ/2-10-2018 και ...28Δ/2-10-2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ.-Ν.

Κ., καθώς και την …24γ/2-10- 2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Α. Κ., που προσκομίζει και επικαλείται η πρώτη παρεμβαίνουσα. Η δεύτερη πρόσθετη παρέμβαση επιδόθηκε επίσης νομότυπα και εμπρόθεμα σε όλα τα παραπάνω πρόσωπα, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες υπ' αριθμ. ...1Δ/5-10-2018, ...22Δ/5-10-2018, ...3Δ/5-10-20018, ...4Δ/5-10-2018, ...5Δ/5-10- 2018, ...6Δ/5-10-2018, ...7Δ/5-10-2018, ...8Δ/5-10-2018, ...9Δ/5-10-2018, ...0Δ/5- 10-2018, ...1 Δ/5-10-2018, ...2Δ/5-10-2018, ...3Δ/5-10-2018 , ...4Δ/ 5-10-2018, ...5Δ/8-10-2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ.

Κ., από τις υπ' αριθμ. …71 Ε/5-10-2018, ….73Ε/5-10-2018, …74Ε/5-10-2018, …75Ε/8-10-2018 και …76Ε/8-10-2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Π. Π. και την υπ' αριθμ. ...24Β/8-10-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Β. Σ.. Τέλος, και η τρίτη από τις προαναφερόμενες πρόσθετες παρεμβάσεις επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους κυρίους διαδίκους και στους υπόλοιπους προσθέτως παρεμβαίνοντες, όπως προκύπτει από τις υπ'αριθμ.

….36 Δ/28-9-2018, …38Δ/28-9-2018, …41Δ/1-10-2018, …42Δ/1-10-2018, ….43Δ/1-10-2018, …46Δ/1-10-2018, …47Δ/1-10-2018, ..50Δ/1-10-2018, ...51 Δ/1-10-2018, …52Δ/2-10-2018, …53Δ/2-10-2018, …54Δ/2-10-2018, …55Δ/2-10-2018,…56Δ/2-10-2018, ….57Δ/2-10-2018, …58Δ/2-10-2018, ..59Δ/2-10-2018, …62Δ/2-10-2018, …63Δ/2-10-2018, …64Δ/2-10-2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Π. και την υπ' αριθμ ….82/7-10- 2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Γ.

Μ.. Για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός τους επικαλούνται η μεν πρώτη από τις ως άνω παρεμβαίνουσες, ότι η αναιρεσείουσα συνδικαλιστική οργάνωση είναι μέλος της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "...", η οποία με τη σειρά της είναι μέλος αυτής (της πρώτης παρεμβαίνουσας), ενώ η δεύτερη και η τρίτη παρεμβαίνουσα επικαλούνται ότι είναι μέλος τους η αναιρεσείουσα και περαιτέρω ότι η παρέμβασή τους τείνει στην προστασία του συλλογικού συμφέροντος που παρουσιάζει η έκβαση της συγκεκριμένης δίκης.

Ο" ως άνω παρεμβάσεις, που ασκούνται από οργανώσεις στις οποίες μετέχει η ενάγουσα "...", και οι οποίες, ως εκ τούτου, έχουν άμεσο έννομο συμφέρον να προοασπίσουν τα δικαιώματα αυτής και των μελών της, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και, εφόσον έχουν επιδοθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα στους διαδίκους και στους προσθέτως παρεμβαίνοντες, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω κατ ουσία, συνεκδικαζόμενες με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 31 παρ. 1, 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).

5.Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 669 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, στις εργατικές διαφορές αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια έχουν το δικαίωμα να ασκούν υπέρ των μελών τους τα δικαιώματα που απορρέουν από συλλογική σύμβαση ή άλλες διατάξεις που εξομοιώνονται προς διατάξεις συλλογικής σύμβασης, εκτός αν τα μέλη τους έχουν ρητώς εκδηλώσει την αντίθεσή τους.

Ομοίου περιεχομένου είναι και η διάταξη του άρθρου 622 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ισχύει από 1-1-2016, μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015. Η απαρίθμηση στη διάταξη αυτή των περιπτώσεων νομιμοποίησης των ως άνω οργανώσεων προς άσκηση των δικαιωμάτων των μελών τους είναι περιοριστική, αναφέρεται δηλαδή στην άσκηση δικαιωμάτων που πηγάζουν μόνο από διατάξεις συλλογικών συμβάσεων εργασίας, στο πεδίο εφαρμογής των οποίων υπόκεινται τα μέλη των οργανώσεων αυτών, οι οποίες προβλέπονται από το Σύνταγμα (άρθρο 22 παρ. 2) ως μέσο καθορισμού των γενικών όρων εργασίας και συνομολογούνται με αυστηρώς καθορισμένους όρους, προϋποθέσεις και διαδικασία, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1876/1990, καθώς και από εξομοιούμενες προς αυτές, όπως είναι οι διαιτητικές αποφάσεις, οι οποίες προβλέπονται από την ανωτέρω συνταγματική διάταξη και εκδίδονται από πρόσωπα που αποτελούν ειδικό σώμα και ασκούν δημόσιο λειτούργημα και με επίσης αυστηρώς καθορισμένους όρους, προϋποθέσεις και διαδικασία, που καθορίζονται από τον ίδιο το νόμο.

Κατά συνέπεια, δεν παρέχεται από την ανωτέρω διάταξη ( άρθρο 669 παρ. 1 και ήδη 622 παρ. 1 ΚΠολΔ) νομιμοποίηση στις προεκτεθείσες οργανώσεις προς άσκηση των δικαιωμάτων των μελών τους, που προέρχονται από άλλες ρυθμίσεις, όπως από ατομικές συμβάσεις εργασίας, εγκυκλίους ή αποφάσεις του εργοδότη, από πρακτική της επιχείρησης, οργανισμό ή κανονισμό εργασίας, ανεξαρτήτως της έκδοσής τους με εξουσιοδότηση νόμου ή κύρωσής του με τον τελευταίο (ΑΠ 519/2018, 1523/2003).

Περαιτέρω, οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης διακρίνονται, με βάση την προέλευση και το νομικό τους καθεστώς, σε νομοθετικούς και συμβατικούς (μη κερδοσκοπικούς). Οι νομοθετικής προέλευσης φορείς έχουν, κατά κανόνα, τη μορφή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ενώ οι συμβατικής προέλευσης μπορεί να έχουν τη μορφή ειδικών λογαριασμών ή αλληλοβοηθητικών σωματείων ή ταμείων, συσταθέντων σε επιχειρησιακό επίπεδο είτε με τη συμφωνία εργοδοτών - εργαζομένων είτε μονομερώς από τους εργοδότες ή τους εργαζόμενους.

Ειδικότερα, στον τομέα των τραπεζών οι εργαζόμενοι έχουν ιδρύσει, με βάση τις αρχές του ιδιωτικού δικαίου, ενώσεις που επιδιώκουν την ενίσχυση των μελών τους, πέραν των παροχών της υποχρεωτικής κύριας ασφάλισης, δια μέσου χορήγησης επικουρικού βοηθήματος μετά την αποχώρησή τους από την υπηρεσία. Οι ενώσεις αυτές, όπως προεκτέθηκε, απαντώνται συνήθως είτε με τη μορφή ταμείων αλληλοβοήθειας είτε με τη μορφή ειδικών λογαριασμών.

Οι τελευταίοι συνιστώνται με συμφωνία εργοδότη και εργαζομένων, ιδρύοντας αντίστοιχη ενοχική σχέση, ή με την μονομερή βούληση του εργοδότη, στη βάση της συλλογικής αυτονομίας εργοδοτών και εργαζομένων. Η λειτουργία τους κατοχυρώνεται κατά βάση στο άρθρο 5 του Συντάγματος και αποτελούν ενώσεις περιουσίας, που έχουν ταχθεί για την εξυπηρέτηση συγκεκριμένου ειδικού σκοπού, στερούμενες νομικής προσωπικότητας (Ολ ΑΠ 9/2012, 25/2008).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ'αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει", κατοχυρώνεται ως ατομικό συνταγματικό δικαίωμα για κάθε απειλούμενο στα δικαιώματα ή συμφέροντά του η δυνατότητα πρόσβασης στα δικαστήρια για την παροχή έννομης προστασίας (Ολ ΑΠ 6/2012, 8/2003).

Ωστόσο, παραπέμποντας η διάταξη αυτή στον κοινό νομοθέτη για την ειδικότερη ρύθμιση της διαδικασίας παροχής έννομης προστασίας, δεν απαγορεύει σ' αυτόν να θέτει κατά την κρίση του περιορισμούς στην άσκηση του αντίστοιχου δικαιώματος, εφόσον, όμως, αυτοί συμβάλλουν στη διασφάλισή του και δεν αναιρούν την ουσία του, δηλαδή δεν επιτρέπεται οι τιθέμενοι περιορισμοί να περιστέλλουν κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό το δικαίωμα, ώστε αυτό να προσβάλλεται στον ίδιο του τον πυρήνα (ΑΕΔ 27/2004, 2/1999, Ολ ΑΠ 25/2006).

Με την προϋπόθεση αυτή οι τιθέμενοι περιορισμοί είναι αντίστοιχα συμβατοί και με την αρχή της δίκαιης δίκης, που εισάγεται με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. α' της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Η διάταξη αυτή συμπορεύεται με την ως άνω συνταγματική διάταξη, ορίζοντας ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικασθεί δίκαια η υπόθεσή του, δημόσια και σε εύλογη προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που λειτουργεί νόμιμα και το οποίο θα αποφασίσει είτε για τις αμφισβητήσεις σχετικά με τα αστικής φύσεως δικαιώματα και υποχρεώσεις του είτε για τη βασιμότητα κάθε εναντίον του κατηγορίας.

Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και, συνεπώς, αποτελεί έκτοτε εσωτερικό δίκαιο που υπερισχύει, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κάθε αντίθετης διάταξης του ημεδαπού δικαίου, δηλαδή έχει άμεση υπερνομοθετική ισχύ και οι διατάξεις της δεν συνεπάγονται διεθνή μόνο ευθύνη των συμβαλλομένων κρατών, αλλά θεμελιώνουν απευθείας δικαιώματα για τα πρόσωπα που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής τους (Ολ ΑΠ 21/2001).

Στο πλαίσιο αυτό ο κοινός νομοθέτης έχει υποχρέωση να ρυθμίζει τη διαδικασία δικαστικής επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών κατά τρόπο που θα εξασφαλίζει την ακώλυτη και ισότιμη για όλους πρόσβαση στη δικαιοσύνη και τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης κατά την ανωτέρω έννοια. Η υποχρέωση αυτή του νομοθέτη δεν εξαντλείται, βέβαια, στην τυπική μόνο δυνατότητα πρόσβασης στα δικαστήρια, αλλά περιλαμβάνει και την αξίωση για απόδοση ουσιαστικής δικαιοσύνης, που ικανοποιείται όταν εξασφαλίζεται για όλους τους διαδίκους η δυνατότητα προβολής των ισχυρισμών τους και η απόδειξή τους με την προσκομιδή των κατάλληλων αποδεικτικών μέσων υπό συνθήκες δικονομικής ισότητας, δηλαδή υπό συνθήκες που δεν θέτουν κάποιο διάδικο σε σαφώς μειονεκτικότερη θέση από τον αντίδικο του σε σχέση με την παρουσίαση και υπεράσπιση της θέσης του (Ολ ΑΠ 6/2012).

Όμοια, κατά βάση, είναι και η διάταξη του άρθρου 10 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 10-12-1948, η οποία ορίζει ότι" καθένας έχει δικαίωμα με πλήρη ισότητα να εκδικάζεται η υπόθεσή του...". Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο λόγος αυτός, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή (Ολ ΑΠ 6/2019, 7/2014, 2/2013).

6. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Ότι η ενάγουσα, υπό την επικαλούμενη ιδιότητα της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης των υπαλλήλων της εναγομένης, δεν νομιμοποιείται ενεργητικά, κατ' άρθρο 669 παρ. 1 ΚΠολΔ, προς άσκηση των αναφερόμενων στην ένδικη αγωγή της δικαιωμάτων των μελών της, εφόσον αυτά δεν απορρέουν από συλλογική σύμβαση εργασίας ή από άλλες διατάξεις που εξομοιώνονται με διατάξεις συλλογικής σύμβασης εργασίας, όπως οι διαιτητικές αποφάσεις, αλλά, όπως η ίδια επικαλείται, από την από 18-11-1949 συλλογική συμφωνία που συνήφθη μεταξύ αυτής και της εναγομένης, από τις ατομικές συμβάσεις εργασίας των μελών της και υπαλλήλων της εναγομένης και από πρακτική της επιχείρησης της εναγομένης.

Επίσης, η ενάγουσα πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση, ούτε ως αντισυμβαλλόμενη της εναγομένης Τράπεζας κατά τη σύναψη της συμφωνίας περί ιδρύσεως του Λογαριασμού Επικούρησης Προσωπικού ... νομιμοποιείται ενεργητικά προς άσκηση της ένδικης αγωγής, καθόσον ο εν λόγω Λογαριασμός ιδρύθηκε με απόφαση:

α) του Συμβουλίου του Ταμείου Αλληλοβοήθειας των Υπαλλήλων της ...ς, β) του Συμβουλίου του Ταμείου Αλληλοβοήθειας Εισπρακτόρων και Κλητήρων ...ς και γ) του Γενικού Συμβουλίου της ...ς κατά τη 13η συνεδρίαση αυτού της 18-11-1949, κατά την οποία εγκρίθηκε ο Κανονισμός Λειτουργίας του ως άνω Λογαριασμού. Ότι το έτος 1949 με απόφαση της Διοίκησης της εναγομένης Τράπεζας συστάθηκε επιτροπή, αποτελούμενη από έναν Σύμβουλο αυτής, ως Πρόεδρο, από ένα δικαστικό Σύμβουλο αυτής, έναν Διευθυντή του Τμήματος Προσωπικού αυτής και τον Πρόεδρο του Συλλόγου των Υπαλλήλων της Τράπεζας, ως μέλη, στην οποία ανατέθηκε η μελέτη της ίδρυσης Κανονισμού επικουρικής ενίσχυσης των εξελθόντων και μελλόντων να εξέλθουν από την υπηρεσία τους υπαλλήλων της εναγομένης και της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδος και ότι με βάση το πόρισμα της επιτροπής αυτής ιδρύθηκε κατά τα ανωτέρω ο ως άνω Λογαριασμός.

Ότι από το γεγονός αυτό, καθώς και από το ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κανονισμού του Λογαριασμού, στη διαχειριστική επιτροπή του τελευταίου συμμετέχει ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου Υπαλλήλων της εναγομένης, καθώς και δύο υπάλληλοι της τελευταίας, που ορίζονται από τη διοίκησή της, δεν συνάγεται ότι η ενάγουσα συνδικαλιστική οργάνωση, όπως αβάσιμα αυτή ισχυρίζεται, υπήρξε αντισυμβαλλόμενη της εναγομένης κατά την ίδρυση του Λογαριασμού.

Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τους επ' αυτής πρόσθετους λόγους κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεχόμενο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με το να κρίνει ότι η ενάγουσα δεν έχει έννομο συμφέρον και δεν νομιμοποιείται ενεργητικά προς άσκηση της ένδικης, από 10-7-2008, αγωγής ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν, εφόσον το αναιρεσείον επαγγελματικό σωματείο των εργαζομένων της αναιρεσίβλητης δεν νομιμοποιείται, κατ' άρθρο 669 παρ. 1 ΚΠολΔ, στην άσκηση των δικαιωμάτων των μελών του, που πηγάζουν από διμερείς συμφωνίες μεταξύ του συνδικαλιστικού φορέα του και της διοίκησης της αναιρεσίβλητης, καθόσον οι διατάξεις των συμφωνιών αυτών, ως μη συνομολογούμενες υπό τους αυστηρώς καθορισμένους όρους, προϋποθέσεις και διαδικασίες που προβλέπονται από το ν. 1876/1990, για τη συνομολόγηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, δεν εξομοιώνονται προς τις διατάξεις αυτών.

Κατά συνέπεια, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι νομιμοποιείται η ενάγουσα και έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση της ως άνω αγωγής, πρέπει ν1 απορριφθεί ως αβάσιμος.

7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, η υπό κρίση αναίρεση και οι πρόσθετες υπέρ της αναιρεσείουσας παρεμβάσεις πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμες και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Σε βάρος των προσθέτως παρεμβαινόντων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου δεν θα επιβληθούν δικαστικά έξοδα, διότι η αναιρεσίβλητη δεν υποβλήθηκε σε ιδιαίτερες δαπάνες προς αντίκρουση των παρεμβάσεων αυτών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-3-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4291/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και τις από 27-9-2018, 4-10-2018 και 25-9-2018 πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ της αναιρεσείουσας. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Σεπτεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 8 Οκτωβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ