1244/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1244/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1244 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1244/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 83/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Γεώργιο Παπανδρέου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Θ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Περπατάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Παπαδόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-11-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3729/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 981/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-8-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Με την από 24-8-2016 αίτηση αναίρεσης της 981/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, απόφαση με την οποία απορρίφθηκε έφεση της εναγομένης -αναιρεσείουσας κατά της 3729/2013απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει δεκτή την με αριθμ. Έκθεσ. Κατάθ. ...2010 αγωγή του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
II). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ ΑΠ 1/1999).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος απαραίτητη προϋπόθεση είναι το δικαστήριο της ουσίας με τη προσβαλλομένη απόφαση του να έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης των αποδείξεων και διατύπωσης αποδεικτικού πορίσματος. Επομένως δεν ιδρύεται ο σχετικός λόγος, αν η εν λόγω πλημμέλεια αφορά τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού βάσει της οποίας το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή για άλλο τυπικό λόγο (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1208/2008, ΑΠ 121/2009).
Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο σε σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας, μπορεί να αφορά επιθετικά ή αμυντικά μέσα (ΑΠ 1499/1995 ΕΛ.Δ/ΥΝΗ 1997-1544), όχι όμως και την άρνηση της αγωγής(ΑΠ 652/1990), ή την επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΑΠ 1510/2011).
Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 413/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή του αναιρεσίβλητου από σύμβαση δανείου για απόδοση δανείσματος ποσού 29.000 ευρώ από την αντισυμβαλλόμενη αναιρεσείουσα, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι συνδέθηκαν ερωτικά περί τις αρχές του έτους 2009 και η σχέση τους αυτή διήρκεσε μέχρι τις αρχές Σεπτεμβρίου 2010, οπότε και διαλύθηκε.
Στις 16-3-2010 δυνάμει σύμβασης δανείου, που καταρτίσθηκε μεταξύ τους άτυπα, ο ενάγων μεταβίβασε κατά κυριότητα στην εναγόμενη το ποσό των 45.000 ευρώ, η δε εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση να του το αποδώσει άτοκα, χωρίς να συμφωνηθεί χρόνος απόδοσης. Ειδικότερα, το ως άνω συμφωνηθέν ποσό του δανείου των 45.000 ευρώ, μετά από σχετική εντολή του ενάγοντα μεταφέρθηκε από τον ατομικό λογαριασμό του, που διατηρούσε στην τράπεζα ...
με αριθμό ..., στον κοινό τους λογαριασμό με αρ. ..., ο οποίος δημιουργήθηκε αυθημερόν στην ίδια Τράπεζα αποκλειστικά και μόνο για τον σκοπό αυτό. Από αυτό το κοινό λογαριασμό η εναγόμενη ανέλαβε ολόκληρο το ποσό την ίδια μέρα. Τα χρήματα αυτά αποτελούσαν αποταμιεύσεις αποκλειστικά του ενάγοντα και δεν αποδείχθηκε ότι σε αυτές συνέβαλε καθ’ οιονδήποτε τρόπο η εναγόμενη.
Η τελευταία έλαβε το ποσό αυτό ως δάνειο, προκειμένου να υπερθεματίσει στον πλειστηριασμό του ποσοστού συγκυριότητας 1/2 εξ αδιαιρέτου, του υπό στοιχεία Γ-4 διαμερίσματος του τρίτου ορόφου πολυκατοικίας επί της ... στη .... Συγκεκριμένα, το ως άνω ακίνητο, το οποίο ανήκε στην ίδια και τον πρώην σύζυγο της Θ.
Β., κατά ποσοστό Υ2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, είχε κατασχεθεί αναγκαστικώς κατά το άνω ποσοστό (1/2 εξ αδιαιρέτου) με τη με ...2010 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Π. και ετίθετο σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό στις 17 -3-2010 με τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό των 45.000 ευρώ, με επίσπευση της εναγόμενης, δυνάμει του πρώτου απογράφου εκτελεστού της με αρ. 357/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και προς ικανοποίηση αξίωσης ύψους 48.735 ευρώ, που είχε αυτή κατά του πρώην συζύγου της λόγω συμμετοχής σε αποκτήματα.
Μάλιστα, την ίδια ημέρα της μεταφοράς και ανάληψης του ποσού, ήτοι την 16-3-2010, εκδόθηκε σε διαταγή της εναγόμενης η με αρ. ... επιταγή της ως άνω Τράπεζας συνολικού ποσού 45.000 ευρώ, η οποία κατατέθηκε ως εγγύηση στη συμβολαιογράφο Αθηνών Μ. Μ. ως επί του πλειστηριασμού υπάλληλο για τη συμμετοχή της στον προαναφερθέντα πλειστηριασμό, στον οποίο και τελικά υπερθεμάτισε και κατακυρώθηκε σ’ αυτήν το Υ2 εξ αδιαιρέτου του άνω ακινήτου για το ποσό- των 45.000 ευρώ, και συντάχθηκε προς τούτο κα η με αρ. ...-3-2010 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ποσοστού εξ αδιαιρέτου οριζόντιας ιδιοκτησίας της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου.
Ο ενάγων δικαιολογημένα δάνεισε στην εναγόμενη το ως άνω ποσό χωρίς να απαιτήσει από αυτήν να του υπογράψει κάποια σχετική σύμβαση, διότι, κατά την κρίση του δικαστηρίου και σύμφωνα με 393 §1 και 394. § 1 περ. β’ ΚΠολΔ, ήτοι του ερωτικού τους δεσμού και της εμπιστοσύνης που έτρεφε αυτός προς το πρόσωπο της, μια τέτοια απαίτηση εκ μέρους του θα αποτελούσε μη ανεκτή δυσπιστία και άρα υπήρχε ηθική αδυναμία στον ενάγοντα να απαιτήσει και να αποκτήσει τέτοιο έγγραφο, Περαιτέρω ,η εναγόμενη στις 16-6-2010 απέδωσε στον ενάγοντα μέρος της οφειλής της και συγκεκριμένα του κατέβαλε το ποσό των 16.000 ευρώ προς εξόφληση μέρους του δανείου με πίστωση του προαναφερθέντος με αρ. ...
ατομικού λογαριασμού του ενάγοντα. Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2010 και μετά τη διάλυση της σχέσης τους ο ενάγων ζήτησε από την εναγόμενη να του αποδώσει και το υπόλοιπο του δανείου, ήτοι το ποσό των 29.000 ευρώ, καταγγέλλοντας με τον τρόπο αυτό τη σύμβαση, πλην όμως η τελευταία αρνήθηκε να του το αποδώσει".
Με βάση τα ανωτέρω το Εφετείο, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της εκκαλουμένης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 10.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τις 1-11-2010 και αναγνώρισε ότι τη εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 19.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-11-2010, από σύμβαση ατόκου δανείου που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων.
Έτσι που έκρινε το εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του πλήρεις; σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της συνάψεως της ένδικης συμβάσεως δανείου μεταξύ των διαδίκων. Δεν υφίσταται δε αντίφαση στην απόφαση όσον αφορά την αδυναμία κτήσης εγγράφου αποδείξεως του ληφθέντος δανείου, την οποία η απόφαση στηρίζει στον ερωτικό δεσμό των διαδίκων και τη σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ των διαδίκων. Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι δεν υπήρξε μεταξύ τους ελεύθερη συμβίωση ,ούτε ο αναιρεσίβλητος έτρεφε εμπιστοσύνη στο πρόσωπό της και ότι υπήρχε μια απλή σχέση μεταξύ των διαδίκων και συνεπώς ,με βάση τα ανωτέρω, έπρεπε να γίνει δεκτό ότι ουδέποτε καταρτίσθηκε η ένδικη σύμβαση δανείου πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος γιατί με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ επιχειρείται ανεπιτρέπτως να ανατραπεί η κρίση του δικαστηρίου σχετικά με την ανέλεγκτη κρίση του περί την ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων κατά παράβαση του άρθρου 561 ΚΠολΔ.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ κατά τρόπο τελείως αόριστο γιατί δεν αναφέρεται ποιοί κανόνες ουσιαστικού δικαίου και ποια διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάσθηκαν, σε κάθε δε περίπτωση με τον λόγο αυτό επιχειρείται αληθώς να ανατραπεί η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και πρέπει να απορριφθεί. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ (ΚΠολΔ 183) και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο(άρθρ 495 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την ...-9-2016 αίτηση της Θ. Κ. για αναίρεση της 981/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ