Supreme Court remands insurance contract dispute to lower court for retrial due to insufficient reasoning on interpretation rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece remanded the case for retrial after finding the Court of Appeals' reasoning insufficient regarding contract interpretation. The appellant argued that the lower court failed to apply good faith principles when interpreting a clause on refunding prepaid amounts upon contract termination. Consequently, the Court of Appeals' decision was annulled and the case sent back for re-examination by a different panel.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1, Art. 575 no. 2, Art. 226 no. 4, 3 CPolD; Art. 173, Art. 200 AC; A cassation appeal is admissible if the lower court's reasoning is insufficient to justify the application of general interpretation rules, necessitating a remand for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1244 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1244/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI LIFE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΩΗΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γέγο.
Της αναιρεσίβλητης: ..., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2350/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 5156/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 29-12-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 20-3-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Από την υπ' αριθμ.... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ..., προκύπτει ότι με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της κρινόμενης από 29.12.2006 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5.156/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω αίτησης, με τις συνημμένες σ' αυτή πράξεις κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου, για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 31.03.2008, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη, με κλήση προς συζήτηση κατά την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (23.02.2009), της αναγραφής της υπόθεσης στο πινάκιο, ισχύουσας στην περίπτωση αυτή ως κλήτευσης της αναιρεσίβλητης, για την παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο (άρθρα 575 εδ.2, 226 παρ.4 εδ.2,3 ΚΠολΔ). Κατά την παρούσα όμως δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το πινάκιο, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ούτε με δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ.1 και 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης.
ΙΙ. Κατά το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.
εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους. (Ολ.ΑΠ 26/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα τα εξής: Στις 12.2.1999 οι διάδικοι συνήψαν εγγράφως σύμβαση έργου αορίστου διάρκειας, δυνάμει της οποίας η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία ενέθεσε στην εναγομένη καθήκοντα διευθύντριας προώθησης ασφαλίσεων ζωής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνετο και η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να συντονίζει τις εργασίες των ασφαλιστικών συμβούλων της ομάδας της, έναντι αμοιβής, που καθορίστηκε σε ποσοστά επί των προμηθειών των ασφαλιστικών συμβούλων, όπως ειδικότερα ορίζεται στο παράρτημα της εν λόγω σύμβασης.
Στο πλαίσιο της εν λόγω σύμβασης έργου, οι διάδικοι συνήψαν, κατά την ιδία ημέρα, έγγραφη σύμβαση "χρηματοδότησης", δυνάμει της οποίας η αναιρεσείουσα ανέλαβε την υποχρέωση να προκαταβάλει στην αναιρεσίβλητη ως ιδιαίτερη αμοιβή εφ' άπαξ το ποσό των 4.000.000 δραχμών, έναντι καταβολής της ετήσιας αμοιβής υπέρβασης ελαχίστου στόχου, σύμφωνα με τον κανονισμό πωλήσεων της αναιρεσείουσας.
Επί πλέον συμφωνήθηκε να καταβληθούν στην αναιρεσίβλητη δώδεκα μηνιαίες χρηματοδοτικές δόσεις, ποσού 500.000 δρχ. η κάθε μία, έναντι πάσης φύσεως αμοιβών, που απέρρεαν από την προαναφερόμενη σύμβαση έργου. Η αναιρεσείουσα, σε εκτέλεση των άνω συμφωνηθέντων, κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη κατά την 12.2.1999 το άνω εφάπαξ ποσό των 4.000.000 δρχ.
καθώς και την πρώτη δόση των 500.000 δρχ., ακολούθως δε από του Μαρτίου 1999 μέχρι και του Ιανουαρίου 2001 κατέβαλε σ'αυτή και τις υπόλοιπες ένδεκα μηνιαίες δόσεις εκ δραχμών 500.000 δρχ. το μήνα. Μετά την καταβολή των άνω ποσών, και ειδικότερα την 19.3.2001, η αναιρεσείουσα κατήγγειλε τη σύμβαση έργου και στη συνέχεια με εξώδικό της κάλεσε την αναιρεσίβλητη να της επιστρέψει τα καταβληθέντα σ' αυτή ως άνω ποσά.
Περαιτέρω το Εφετείο δέχεται, ότι δυνάμει του υπ' αριθμ.4 όρου της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσας σύμβασης, συμφωνήθηκε ότι "σε περίπτωση .... της για οποιοδήποτε λόγο αποχώρησης από την εταιρία (παραίτηση ή καταγγελία) είτε κατά τη διάρκεια της χρηματοδότησης είτε κατά τη διάρκεια αποπληρωμής της, τότε ολόκληρο το οφειλόμενο χρεωστικό υπόλοιπο, το οποίο θα προέκυπτε μετά τον συμψηφισμό των προμηθειών που δικαιούνταν η αναιρεσίβλητη, γίνεται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό...".
Στη συνέχεια το Εφετείο, δέχεται ότι με τον εν λόγω συμβατικό όρο καθορίζονται οι συνέπειες και συγκεκριμένα η επιστροφή του χρεωστικού υπολοίπου, μόνο στην περίπτωση αποχώρησης της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης). Αποχώρηση δε σημαίνει εκούσια απομάκρυνση της εναγομένης, είτε κατόπιν παραιτήσεως αυτής είτε με την εκ μέρους της καταγγελία και επομένως με τον όρο αυτό δεν έχει συμφωνηθεί κάποια απαλλαγή της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας, σε σχέση με την αμοιβή και ειδικότερα η υποχρέωση της εναγομένης να επιστρέψει την προκαταβληθείσα αμοιβή, σε περίπτωση καταγγελίας εκ μέρους της ενάγουσας της σύμβασης.
Κατόπιν τούτων το Εφετείο αφού δέχθηκε την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την αγωγή με την οποία η αναιρεσείουσα (ενάγουσα), επικαλούμενη τον ως άνω συμβατικό όρο, ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 30.173,74 ευρώ που αντιστοιχεί στο χρεωστικό υπόλοιπο, μετ' αφαίρεση των προκαταβολών των προμηθειών που εδικαιούτο να λάβει η εναγομένη. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των γενικών ερμηνευτικών κανόων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθόσον, αν και εμμέσως διεπίστωσε την ύπαρξη ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων διαδίκων, που περιέχονται στον άνω 4ο όρο της από 12.2.1999 χρηματοδοτικής σύμβασης, ως προς τις καθορισθείσες προϋποθέσεις επιστροφής από την εναγομένη του χρεωστικού υπολοίπου, που προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ των προκαταβληθλέντων ποσών και των προμηθειών που εδικαιούτο να λάβει η ίδια και ακολούθως προέβη σε ερμηνεία του κρίσιμου όρου, δεχθέν ότι, δυνάμει αυτού, η εναγομένη υποχρεούται στην επιστροφή του χρεωστικού υπολοίπου, μόνον αν αποχωρήσει οικειοθελώς ή η ίδια καταγγείλει τη σύμβαση και όχι όταν αυτή αποχωρήσει κατόπιν καταγγελίας της σύμβασης από την ενάγουσα, εντούτοις δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης των μερών, ως προς το άνω κρίσιμο ζήτημα, εφάρμοσε τους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.
Επομένως, ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, καταλογίζεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος, και ως εκ τούτου πρέπει, παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 5.156/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, με άλλη σύνθεση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από ευρώ δύο χιλιάδες (2000).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 25 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ