Supreme Court allows partial restitution of funds paid under voided appellate judgment to appellant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's request for restitution of funds paid under a voided appellate decision. The appellant had paid 34,235 euros to defendants following the appellate court's order to restore the case to its prior state, but the appellate judgment was later annulled. The court held that restitution is legally required only for the 4,235 euros paid in execution of the annulled judgment, while the remaining 30,000 euros remains enforceable under the original first-instance decision.
Legislator headnote
AI generatedArticle 703 paragraph 1 of the Civil Code; Article 340 of the Code of Civil Procedure: The court orders restitution of funds paid under an annulled judgment only to the extent that the payment was made in execution of the annulled decision, leaving the remainder enforceable under the original valid title.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1244 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1244/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παναγιώτου.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ψ1, κατοίκου ..., 2) Ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "...- ... και ... Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο ΠΕΛΑΡΓΟΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Ο.Ε., που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ψ3, κατοίκου ..., 4) Ψ4, κατοίκου ..., 5) Ψ5, κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χαρίκλεια Θεοφανίδη και επίσης εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σταθέα, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ., ο 3ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κοσκινά, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ., ο 4ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Σπηλιάδη, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ. και ο 5ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πολλάκη, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/3/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 173/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1083/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/5/2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας ανέγνωσε την από 20/3/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δεύτερου και έκτου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, η πληρεξούσια των παρόντων αναιρεσίβλητων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 703 παρ. 1 ΑΚ, εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μιας συμβάσεως, έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνο αν η σύμβαση καταρτιστεί ως συνέπεια αυτής της μεσολαβήσεως ή υποδείξεως. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι κύριες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι:
α) η υπόδειξη αμοιβής για τη μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη συμβάσεως, β) μεσιτική δραστηριότητα με οποιαδήποτε μορφή (μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας), γ) σύναψη της σκοπούμενης κύριας συμβάσεως και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας και τη σύναψη της συμβάσεως. Ειδικότερα, καθόσον αφορά την υπό στοιχ.
γ' προϋπόθεση, για το απαιτητό της αμοιβής πρέπει να καταρτιστεί η σύμβαση την οποία ήθελε ο υποσχεθείς την αμοιβή. Αν, μετά τις ενέργειες του μεσίτη, οι συμβαλλόμενοι προβούν σε κατάρτιση άλλης συμβάσεως, δεν οφείλεται αμοιβή, εκτός αν από τα συγκεκριμένα δεδομένα, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, προκύπτει ότι ο εντολέας εννοούσε να επιτύχει την κατάρτιση συμβάσεως με ορισμένο αποτέλεσμα, ισοδύναμο, ανεξάρτητα από τη μορφή αυτής (ΑΠ 942/2006).
Τέτοια σύμβαση, αντί εκείνης της πωλήσεως συγκεκριμένου ακινήτου, αποτελεί και η μεταβίβαση των μεριδίων του ιδίου ακινήτου που προέκυψαν από την εκούσια διανομή του μεταξύ των συγκυρίων, η οποία υπαγορεύτηκε από τα οικονομικά συμφέροντα των συμβαλλομένων. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχτηκε τα ακόλουθα:
Οι τέταρτος και πέμπτος των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι το μήνα Σεπτέμβριο 2001, ήταν συνεπικαρπωτές κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος του κείμενου στην περιοχή ..., στη θέση "..." και επί της ομώνυμης λεωφόρου αρ. 66, ακινήτου (οικοπέδου), εκτάσεως 6.000 τ.μ., με την αντίστοιχη εξ αδιαιρέτου ψιλή κυριότητα τούτου να ανήκει στα τέκνα τους, ανέθεσαν, δια μέσου του τρίτου εναγομένου, επίσης μεσίτη, στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, η οποία ασκεί νομίμως μεσιτικές εργασίες για τη σύναψη αστικών συμβάσεων, την εντολή ανευρέσεως και υποδείξεως αγοραστή, για το παραπάνω ακίνητο.
Για τη συγκεκριμένη σύμβαση, με μεσιτικούς εντολείς τους τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων, αυτοί κατά την κατάρτισή της συμβλήθηκαν δια του εκούσιου άμεσου αντιπροσώπου τους, τρίτου των εναγομένων, προς τον οποίο παρείχαν τη σχετική πληρεξουσιότητα. Σχετικά με την ειδικότερη θέση, το εμβαδόν και τη χωροταξική διαμόρφωση του παραπάνω ακινήτου, η αναιρεσείουσα ενημερώθηκε από τον τρίτο των εναγομένων, ο οποίος είχε τη συναφή εξουσία εκπροσωπήσεως των τέταρτου και πέμπτου εξ αυτών.
Ακολούθως η αναιρεσείουσα συναντήθηκε και με τους εν λόγω εντολείς της οι οποίοι της παρέδωσαν τοπογραφικό σχεδιάγραμμα της τότε υφιστάμενης και προοριζόμενης προς πώληση ενιαίας οικοπεδικής εκτάσεως. Η ανωτέρω συμφωνία αφορούσε την πώληση ολοκλήρου του προαναφερόμενου ακινήτου αντί τιμήματος 3.100.000.000 δρχ.
ήτοι 9.097.578 €, στο οποίο σαφώς απέβλεψαν οι παραπάνω αναιρεσίβλητοι, προκειμένου στη συνέχεια να καταβάλλουν στην αναιρεσείουσα τη συμφωνηθείσα αμοιβή της. Ως τέτοια συμφωνήθηκε ποσοστό 1% επί του ανωτέρω προσδοκόμενου τιμήματος για την πώληση του ακινήτου. Στη συνέχεια και κατόπιν καταρτίσεως με τον πρώτο αναιρεσίβλητο, που ενεργούσε ατομικά και για λογαριασμό της μη εισέτι ιδρυθείσας δεύτερης των αναιρεσιβλήτων ομόρρυθμης εταιρείας, μεσιτικής εντολής, υπέδειξε σ' αυτόν το προαναφερόμενο ακίνητο, με ζητούμενο τίμημα το παραπάνω ποσό.
Επίσης γνωστοποίησε σ' αυτόν και τα στοιχεία των πωλητών του ακινήτου και έτσι κατέστησε δυνατή τη μεταξύ τους συναλλακτική επαφή και επικοινωνία. Ως αμοιβή δε της αναιρεσείουσας και σε περίπτωση καταρτίσεως της συμβάσεως αγοραπωλησίας, συμφωνήθηκε ποσοστό 2% επί του ανωτέρω τιμήματος. Όμως, οι ανωτέρω υποψήφιοι για το συγκεκριμένο ακίνητο αγοραστές οι οποίοι έλαβαν γνώση το πρώτον για την ύπαρξη του προοριζόμενου προς πώληση ακινήτου, κατόπιν της ανωτέρω ενέργειας της αναιρεσείουσας μεσίτριας, απέσυραν το ενδιαφέρον τους, για την αγορά του ακινήτου, θεωρώντας ότι το ζητούμενο τίμημα, λαμβανομένων υπόψη των δυνατοτήτων της πολεοδομικής, οικιστικής και εν γένει εμπορικής εκμεταλλεύσεως του ακινήτου και των συναφών στην περιοχή, όπου τούτο κείται, περιορισμών της χρήσεώς του, ως επαγγελματικής στέγης, ήτοι εμπορικού κέντρου, σούπερ μάρκετ, ξενοδοχείου δυναμικότητας άνω των 20 κλινών και πρατηρίου υγρών καυσίμων, ήταν πολύ υψηλό.
Κατόπιν, πρωτοβουλίας των τέταρτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, συνεπικαρπωτών του υπόψη ακινήτου και προκειμένου να λυθεί η επ' αυτού υφιστάμενη μεταξύ αυτών και των τέκνων τους, κατά ιδιαίτερο εμπράγματο δικαίωμα (επικαρπίας και ψιλής κυριότητας), κοινωνία, ώστε του λοιπού καθένας των συγκοινωνών να μπορεί, ελευθέρως διαπραγματευόμενος, να διαθέσει το περιερχόμενο σ' αυτόν διακεκριμένο μικρότερο τμήμα, η αξιοποίηση και εν γένει η πώληση του οποίου στην ελεύθερη αγορά θα ήταν ευκολότερη, το συγκεκριμένο μείζον ακίνητο διανεμήθηκε μεταξύ των ανωτέρω.
Από την εν λόγω διανομή η οποία πραγματοποιήθηκε με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Α. Γιούσα, που μεταγράφηκε νόμιμα, προέκυψαν τρία επί μέρους άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα, τα οποία περιήλθαν διακεκριμένως στους ανωτέρω πρότερον συγκοινωνούς, ως ακολούθως. Ένα οικόπεδο, εμβαδού 2.950,10 τ.μ., περιήλθε στον τέταρτο εναγόμενο κατά επικαρπία και στα τέκνα του ΑΑ και ΒΒ, συμμέτρως, κατά ψιλή κυριότητα, ένα οικόπεδο, εμβαδού 1.559 τ.μ., περιήλθε στον πέμπτο εναγόμενο κατά επικαρπία και στη θυγατέρα του ΓΓ κατά ψιλή κυριότητα και ένα οικόπεδο εμβαδού 1.400,10 τ.μ., περιήλθε στον πέμπτο εναγόμενο κατά επικαρπία και στον υιό του ΔΔ κατά ψιλή κυριότητα.
Στη συνέχεια, οι ανωτέρω προέβησαν στην εκποίηση των παραπάνω ιδιοκτησιών τους, αντί ανταλλάγματος σε είδος και σε χρήμα, προς τους πρώτο και δεύτερη των εναγομένων, καθώς επίσης ατομικώς προς τους ΕΕ και ΣΤ, οι οποίοι και ετύγχαναν ομόρρυθμα μέλη της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας και συνδιαχειριστές αυτής, με τους εξής μεταβιβαστικούς ψιλής κυριότητας και επικαρπίας νόμιμα μεταγεγραμμένους τίτλους:
Α) του πρώτου πιο πάνω οικοπέδου α) με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο ανταλλαγής ακινήτων, της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Καταπόδη, που συντάχθηκε μεταξύ αφενός των τέταρτου εναγομένου και της ΑΑ και αφετέρου του πρώτου εναγομένου και των ΕΕ και ΣΤ, αναφορικά με το δικαίωμα της ισοβίου επικαρπίας, επί του παραπάνω οικοπέδου, αξίας 487.955 €, Και β) με το υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο της ιδίας συμβολαιογράφου, που συντάχθηκε μεταξύ αφενός του πρώτου εναγομένου και των ΕΕ και ΣΤ, αναφορικά με το δικαίωμα ψιλής κυριότητας του οικοπέδου αυτού, αξίας 262.745 €. Β) του δεύτερου πιο πάνω οικοπέδου εμβαδού 1.559 τ.μ. με το υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του ιδίου πιο πάνω συμβολαιογράφου Αθηνών, που καταρτίστηκε μεταξύ της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων ομόρρυθμης εταιρείας και των ΓΓ και Ψ5, αναφορικά με το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας τούτου, αντί τιμήματος 439.450,92 ευρώ, και γ) όσον αφορά το οικόπεδο εμβαδού 1400,ιο τ.μ., με το υπ' αριθμ. ...
αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του αυτού συμβολαιογράφου, που καταρτίστηκε μεταξύ της δεύτερης αναιρεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρείας και των ΔΔ και Ψ5, αναφορικά με το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας τούτου, αντί τιμήματος 394.660,18 ευρώ. Τέλος, με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο πρώτος αναιρεσίβλητος και οι ΕΕ και ΣΤ πώλησαν στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ομόρρυθμη εταιρεία, αντί τιμήματος 834.111 ευρώ, το ανήκον σ' αυτούς ανωτέρω υπό στοιχείο Α' οικόπεδο, εμβαδού 2.959,20 τ.μ.
Έτσι, η εν λόγω εταιρεία έγινε κυρία ενός ενιαίου ακινήτου, συνολικού εμβαδού 5.918,20 τ.μ. , το οποίο ταυτίζεται με το προαναφερόμενο ακίνητο εμβαδού 6.000 τ.μ., που αποτέλεσε το αντικείμενο της αγοραπωλητήριας συμβάσεως και στη σύναψη της οποίας, με την παροχή της αντίστοιχης μεσιτικής εντολής στην αναιρεσείουσα μεσίτρια, καθένα των συμβαλλομένων και ήδη διαδίκων μερών απέβλεψε.
Η συνολική αξία του συμφωνηθέντος και καταβληθέντος κατά τα ανωτέρω τιμήματος, χωρίς να συνυπολογίζεται το τίμημα που καταβλήθηκε από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρεία, για την απόκτηση της κυριότητας του οικοπέδου των 2.959, 14 τ.μ., ανήλθε, κατά τα αναφερόμενα στα αντίστοιχα μεταβιβαστικά συμβόλαια, σε 1.510.458, 48 ευρώ.
Το εν λόγω ποσό υπολείπεται κατά πολύ του τιμήματος που ζητήθηκε αρχικά από τους τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσιβήτων, για την πώληση ενιαίως του μείζονος ακινήτου των 6.000 τ.μ., ήτοι του ποσού των 9.097.578 ευρώ, καθόσον τούτο τυγχάνει υποπολλαπλάσιο αυτού, γεγονός το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, ενήργησε αποφευκτικά για την αγορά του συγκεκριμένου ακινήτου από τους υποψήφιους αγοραστές, στους οποίους συγκαταλέγονταν οι πρώτος και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, όταν στις 15-11-2001 η αναιρεσείουσα τους το υπέδειξε.
Επιπλέον, δεν αποδεικνύεται ότι η κατά το έτος 2003 πραγματική αξία των επιμέρους εδαφικών τμημάτων του ακινήτου, τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο των ανωτέρω διαδοχικών μεταβιβάσεων, προσέγγιζε το ποσό των 9.097.578 ευρώ. Ενόψει των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, οι προαναφερόμενες ενέργειες της αναιρεσείουσας, οι οποίες συνιστούν προς τους αναιρεσίβλητους μεσιτικούς εντολείς και σύμφωνα με τη συναλλακτική ιδιότητα ενός εκάστου (είτε δηλαδή εκείνης του πωλητή, είτε εκείνης του αγοραστή του ακινήτου), υπόδειξη ευκαιρείας, δεν προκάλεσαν το επιθυμητό γι' αυτούς αποτέλεσμα.
Τούτο διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ουδόλως υπήρξε, κατά τον κρίσιμο της υποδείξεως του ακινήτου χρόνο (15-11-2001), η δυνατότητα συνάψεως της σκοπούμενης αγοραπωλητήριας συμβάσεως, αναφορικά με το συγκεκριμένο ακίνητο, στην αρχική και τη μεγαλύτερη έκταση τούτου των 6.000 τ.μ. και μάλιστα αντί του επιθυμητού, για μεν τους αναιρεσίβλητους πωλητές τιμήματος των 9.097.578 ευρώ, για δε τους αναιρεσίβλητους αγοραστές του πολύ μικρότερου, με περαιτέρω εννόμως σημαντικό παρακολούθημα να ελλείπει οποιαδήποτε δικαιοπρακτική βούληση καθενός των παραπάνω αναιρεσιβλήτων και συμβαλλομένων σε κάθε μία των επίδικων μεσιτικών συμβάσεων, για τη σύναψη μετά του άλλου ενδιαφερομένου και τυγχάνοντος ως προς αυτόν τρίτου της οριστικής συμβάσεως αγοραπωλησίας.
Και περαιτέρω, εξαιτίας της αδυναμίας αυτής, να έχει διακοπεί ο οπωσδήποτε απαιτούμενος για την εκ μέρους της αναιρεσείουσας λήψη της δικαιούμενης μεσιτικής αμοιβής, αντικειμενικός σύνδεσμος, μεταξύ της μεσιτικής της υποδείξεως και του μη παραχθέντος τελικά αποτελέσματος, όπως αυτό επιδιώχθηκε από τους υποσχεθέντες την αμοιβή της, αντιδίκους της, εφόσον η παραπάνω ενέργειά της, υπό τους υφιστάμενους κατά το χρόνο της εκδηλώσεώς της, συνθήκες και περιστάσεις, δεν ήταν ικανή και πρόσφορη κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να επιφέρει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή εκείνο το οποίο αυτοί (αναιρεσίβλητοι), εκτιμώντας τα αντίστοιχα περιουσιακά τους συμφέροντα, έκριναν ως επιθυμητό και αποδέξιμο.
Και σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως του ότι ισχυρισμός θεμελιωτικός της εναγώγιμης αξιώσεως στη σύναψη συμφωνίας για την απόληψη της μεσιτικής αμοιβής δεν υφίσταται από την ενάγουσα, κατόπιν της με οιονδήποτε τρόπο πωλήσεως του ακινήτου, δηλαδή είτε ενιαίως είτε κατόπιν της διαιρέσεώς του, σε επί μέρους εδαφικά τμήματα, δε σχηματίζεται δικανική πεποίθηση περί του οικονομικώς ισοδυνάμου του επιδιωχθέντος με τις μεσιτικές συμβάσεις αποτελέσματος και εκείνου που τελικά επήλθε για αμφότερες τις συμβαλλόμενες πλευρές, κατόπιν της με τον προεκτιθέμενο τρόπο, αποκτήσεώς του από τη δεύτερη εναγόμενη εταιρεία.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 703 ΑΚ, καθόσον, κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές του, η σύναψη της συμβάσεως αγοραπωλησίας του ένδικου ακινήτου που αναφερόταν στη μεσιτική εντολή, υπήρξε αποτέλεσμα της υποδείξεως της εν λόγω ευκαιρίας στους αντισυμβαλλόμενους, πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων (αγοραστών) αφενός και τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων (πωλητών) αφετέρου, από την αναιρεσείουσα μεσίτρια.
Δεν ασκεί δε έννομη επιρροή το γεγονός ότι μεταξύ της υποδείξεως της ευκαιρίας και της τελικής συμβάσεως αγοραπωλησίας, η οποία κατά τις παραδοχές αφορούσε το αναφερόμενο στις εκατέρωθεν μεσιτικές εντολές ακίνητο, παρεμβλήθηκαν ενδιάμεσες εμπράγματες συμβάσεις μεταξύ των μεσιτικών εντολέων (διανομής μεταξύ των συγκυρίων και μεταβιβαστικές των επιμέρους αυτοτελών μεριδίων που προήλθαν από τη διανομή), αφού το τελικό αποτέλεσμα, που ταυτίζεται με το σκοπούμενο και συνδέεται αιτιωδώς με τις μεσιτικές εντολές, ήταν η αγοραπωλησία ολόκληρου του αναφερόμενου στις μεσιτικές εντολές ακινήτου, το οποίο περιήλθε πράγματι ως ενιαίο στην κυριότητα της δεύτερης αναιρεσίβλητης.
Επίσης, είναι αδιάφορο αν το τίμημα που επιτεύχθηκε, ανεξάρτητα από το ότι δεν αναφέρεται στην απόφαση ποιο ήταν το πραγματικό, συνυπολογιζομένου και του εις είδος συμφωνηθέντος, ήταν μικρότερο εκείνου που αναφερόταν στις μεσιτικές εντολές, διότι η εκτέλεση της μεσιτικής παροχής εξαντλείται και με την απλή υπόδειξη της ευκαιρίας και δεν εξαρτάται από την επίτευξη και του επιδιωχθέντος τιμήματος, εκτός αν στη σχετική εντολή περιέχεται και ο όρος αυτός, περίπτωση που δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι συντρέχει.
Ούτε, άλλωστε, η μη επίτευξη του εν λόγω τιμήματος, μεταβάλλει την καταρτισθείσα σύμβαση ως μη σκοπούμενη με τη μεσιτική εντολή. Πολύ δε περισσότερο δεν ισχύει τούτο για τους αγοραστές, από τους οποίους η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, μεσιτική εντολέας, απέκτησε ολόκληρο το αναφερόμενο στη σχετική μεσιτική εντολή ακίνητο με τίμημα μικρότερο του επιδιωχθέντος από τους αγοραστές.
Επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αποτελούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Με τη διάταξη του άρθρου 579 παρ.2 Κ.Πολ.Δ παρέχεται στον Άρειο Πάγο η δυνατότητα, αν έχει εκτελεσθεί η απόφαση που εξαφανίσθηκε με την αναίρεση, να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εξαφάνιση της αποφάσεως. Με τη διάταξη αυτή ο επιτυχών την αναίρεση της αποφάσεως διάδικος αποκτά εκτελεστό τίτλο, χωρίς να απαιτηθεί η εκ μέρους του άσκηση αγωγής κατά του αντιδίκου του με αντικείμενο την αποκατάσταση των πραγμάτων. Στη περίπτωση όμως που η πρωτοβάθμια οριστική προσωρινώς εκτελεστή κηρυχθείσα απόφαση, που εκτελέστηκε, στη συνέχεια εξαφανίστηκε μετά από παραδοχή εφέσεως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο συγχρόνως διέταξε κατά τη διάταξη του άρθρου 914 Κ.Πολ.Δ την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της προσωρινώς εκτελεστής αποφάσεως και η διάταξη αυτή εκτελέστηκε, η αναίρεση της αποφάσεως του Εφετείου επάγεται την αναβίωση της κηρυχθείσας προσωρινώς εκτελεστής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επομένως υπάρχει εκτελεστός τίτλος προκειμένου ο επιτυχών την αναίρεση διάδικος να επαναεισπράξει το ποσό που με την εξαφανισθείσα εφετειακή απόφαση αναγκάστηκε να επιστρέψει στον αντίδικό του.
Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα με αυτοτελές δικόγραφο που ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κοινοποιηθέν στους αναιρεσιβλήτους τη προτεραία της συζητήσεως της αναιρέσεως (βλ. ... και ... εκθέσεις επιδόσεως της δικ. Επιμελητρίας Αθηνών ...) εκθέτει ότι με την 173/2006 απόφαση του Μον. Πρ. Αθηνών έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή της, υποχρεώθηκαν οι αναιρεσίβλητοι σε καταβολή του αναφερομένου ποσού, η καταψηφιστική αυτή διάταξη κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για ποσό 30.000 ευρώ, το οποίο της κατέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι.
Ότι με την ήδη αναιρούμενη απόφαση του Εφετείου απορρίφθηκε η αγωγή τους, διατάχθηκε η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και υποχρεώθηκε σε καταβολή (επιστροφή) στους αντιδίκους της ποσού 34.082,67 ευρώ, ποσό το οποίο πλέον εξόδων κοινοποιηθείσας επιταγής εκ 152,33 ευρώ, ήτοι συνολικώς 34.235 ευρώ, κατέβαλε στους αντιδίκους και ζητεί την επιστροφή του.
Με το ιστορικό αυτό η αίτηση επαναφοράς είναι νόμιμη μόνο για το ποσό των 4.235 ευρώ, η καταβολή του οποίου έγινε εκτέλεση διατάξεως της αναιρουμένης αποφάσεως, ενώ για το υπόλοιπο ποσό των 30.000 ευρώ υπάρχει εκτελεστός τίτλος βάσει του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη του ποσού αυτού, δηλαδή η κηρυχθείσα προσωρινώς εκτελεστή απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία αναβίωσε μετά την αναίρεση της εφετειακώς αποφάσεως που την είχε εξαφανίσει.
Επομένως αποδεικνυομένης της καταβολής από την αναιρεσείουσα του παραπάνω ποσού των 4.235 ευρώ προς τους αναιρεσίβλητους (βλ. την άνω 3.10.2007 απόδειξη της πληρεξουσίας δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων Χαρίκλειας Θεοφανίδου) πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση της αναιρούμενης αποφάσεως, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
Κατά τη γνώμη όμως του μέλους του Δικαστηρίου αυτού αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα, η αίτηση επαναφοράς είναι νόμιμη ως προς το σύνολο του αιτούμενου προς επιστροφή ποσού, αφού το ποσό αυτό υποχρεώθηκε να καταβάλει η αναιρεσείουσα στους αναιρεσίβλητους σε εκτέλεση διατάξεως της ήδη αναιρούμενης εφετειακής αποφάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1083/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Δέχεται κατά ένα μέρος την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στη προτέρα κατάσταση.
Διατάσσει τους αναιρεσίβλητους να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα ποσό τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων τριάντα πέντε (4.235) ευρώ.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ