1244/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1244/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α' του Ν. 3198/1955, αφού και η παραίτηση του υπαλλήλου, χωρίς δικαίωμα εναντιώσεως της Τράπεζας, ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την αποχώρηση αυτού από την υπηρεσία με την συγκατάθεση της τελευταίας, ενώ και η σύμβαση του υπαλλήλου, που λύεται με την παραίτησή του πριν από την συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας του, μετατρέπεται από ορισμένου σε αορίστου χρόνου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1244 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1244/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1 , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Πετρόπουλο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Μιχαήλ Κοσμά και Γεωργία Ιατρού - Νικητιάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1228/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 1548/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-2-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 29-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή αμφοτέρων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 8 εδ. α΄ του Ν. 3198/1955 μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας διάρκειας αορίστου χρόνου, εφόσον συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη με την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας, σε περίπτωση δε ελλείψεως τέτοιου ορίου το 650 έτος της ηλικίας τους, και αποχωρήσουν από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, αποζημιώσεως για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, που υπολογίζεται με βάση το άρθρο παρ. 1 και 2 του αυτού Νόμου.
Η ως άνω διάταξη αναφέρεται σε συμβάσεις αορίστου χρόνου και αποβλέπει στην διευκόλυνση της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως των μισθωτών για την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, με την παροχή στους αποχωρούντες, υπό τους διαλαμβανόμενους σ' αυτή όρους, μειωμένης αποζημιώσεως. Εξάλλου, σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται από Κανονισμό του εργοδότη που έχει ισχύ νόμου και προβλέπει την αποχώρηση του μισθωτού με τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας, είναι σύμβαση ορισμένου χρόνου.
Αν όμως με τον κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 33 του ισχύοντος από 12.3.2001 νέου Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσείουσας Εθνικής Τράπεζας, ο οποίος καταρτίσθηκε κατά τις διατάξεις του Ν. 1876/1990, με την από 9.3.2001 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, που συνήφθη μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας και της συνδικαλιστικής οργανώσεως του προσωπικού του Συλλόγου Υπαλλήλων της Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος, κατατέθηκε νόμιμα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας με αριθμό .....
και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθρα 2 παρ. 6, 7 παρ. 1 και 8 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), η σύμβαση εργασίας με το προσωπικό της Τράπεζας λύεται με το θάνατο του υπαλλήλου, την έγγραφη παραίτησή του, η οποία και επιφέρει τη λύση της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας και με καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από την Τράπεζα για σπουδαίο λόγο, σε κάθε περίπτωση δε η λύση επέρχεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας.
Εξάλλου, οι όροι του εφαρμοζόμενου με ισχύ νόμου Κανονισμού εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού και συνεπώς η διεπόμενη από τέτοιο Κανονισμό ατομική σύμβαση εργασίας του μισθωτού περιέχει και τους όρους του κανονισμού (Ολ. ΑΠ 42/2002). Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, ο προαναφερόμενος όρος του Κανονισμού, ότι η σύμβαση εργασίας λύεται και πριν από το προβλεπόμενο όριο ηλικίας με την έγγραφη παραίτηση του υπαλλήλου, η οποία και επιφέρει τη λύση της συμβάσεως χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας, εμπίπτει στην περίπτωση του άρθρου 8 εδ.
α' του Ν. 3198/1955, αφού και η παραίτηση του υπαλλήλου, χωρίς δικαίωμα εναντιώσεως της Τράπεζας, ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την αποχώρηση αυτού από την υπηρεσία με την συγκατάθεση της τελευταίας, ενώ και η σύμβαση του υπαλλήλου, που λύεται με την παραίτησή του πριν από την συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας του, μετατρέπεται από ορισμένου σε αορίστου χρόνου.
Ώστε, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της εν λόγω διατάξεως, ο αποχωρών με έγγραφη παραίτηση υπάλληλος της Ε.Τ.Ε. δικαιούται τη μειωμένη ως άνω αποζημίωση, αφού είναι δεδομένη και η συγκατάθεση της Τράπεζας, που θεωρείται ότι δόθηκε εκ των προτέρων με παρεχόμενο από τον κανονισμό δικαίωμα παραιτήσεως του μισθωτού από την εργασία του, χωρίς να απαιτείται για την άσκηση αυτού ή την επέλευση των αποτελεσμάτων της παραιτήσεως η αποδοχή αυτής από την Τράπεζα ή η ρητή συγκατάθεσή της στην αποχώρηση των εργαζομένων (AΠ 693/2007, ΑΠ 371/2007, ΑΠ 83/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, που έχει γεννηθεί την 9-11-1959, προσλήφθηκε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα και εργάσθηκε σ' αυτή κατά το χρονικό διάστημα από 12-6-1978 μέχρι 2-4-2001, ως υπάλληλος, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Η σύμβαση αυτή ήταν ορισμένου χρόνου, διότι τόσο στον προϊσχύοντα Οργανισμό, υπό το καθεστώς του οποίου προσελήφθη, όσο και στον ισχύοντα Κανονισμό Προσωπικού, προβλεπόταν, και προβλέπεται, η αυτοδίκαιη λύση της συμβάσεως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας των υπαλλήλων της. Την 2-4-2001 η αναιρεσείουσα, η οποία μετά συνεχή υπηρεσιακή εξέλιξη είχε προαχθεί στο βαθμό του Τμηματάρχη Β', πριν τη συμπλήρωση του ως άνω ορίου ηλικίας, υπέβαλε εγγράφως την παραίτησή της από την υπηρεσία.
Η γενόμενη αυτή καταγγελία επέφερε αφενός τη λύση της συμβάσεως εργασίας και αφετέρου την μετατροπή αυτής από ορισμένου σε αορίστου χρόνου. Η αναιρεσίβλητη αυθημερόν δήλωσε προς αυτήν εγγράφως ότι δεν αποδέχεται την παραίτησή της. Με τα δεδομένα αυτά, και παρά το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα, κατά το χρόνο της παραιτήσεώς της, είχε συμπληρώσει υπερδεκαπενταετή υπηρεσία (22 ετών), δεν δικαιούται της προβλεπόμενης από το άρθρο 8 εδ.
α' του Ν. 3198/1955 αποζημιώσεως, διότι η αναιρεσίβλητη δεν συγκατατέθηκε ρητώς και κατηγορηματικώς στην παραίτησή της. Εφόσον δε δεν αποδεικνύεται η απαιτούμενη συγκατάθεση της αναιρεσίβλητης για την αποχώρηση της αναιρεσείουσας από την υπηρεσία πρέπει να απορριφθεί ως κατ ουσίαν αβάσιμη η αγωγή της τελευταίας με την οποία ζητείται η αναγνώριση της υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης σε πληρωμή σ΄ αυτή της ως άνω αποζημιώσεως.
Ακολούθως, το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε επιδικαστεί στην αναιρεσείουσα ως αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, περιορισμένη όμως στο ανώτατο όριο του άρθρου 2 παρ. 2 του αν.ν. 173/1967, ποσό 4.402,05 ευρώ, απέρριψε την ένδικη αγωγή στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρεβίασε τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955 και 33 του νέου Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσίβλητης Τράπεζας. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, απορρέων πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των αμέσως πιο πάνω διατάξεων είναι βάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1548/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ