Supreme Court dismisses appeal for failure to specify legal error and distortion of evidence content.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's liability ruling in a traffic accident case. The appellant argued the lower court erred in fact-finding and distorted evidence, but the court found these grounds insufficient. The appeal was dismissed because the legal errors cited were not clearly defined and the claim of evidence distortion lacked specific details required by law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 576, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the exact legal error with reference to the violated substantive law provision, and claims of evidence distortion must define the true content of the documents to be considered admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1244 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1244/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ελένη Μαραμαθά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Γερασίμου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και 2. ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Ιανουαρίου 2002 αγωγή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 437/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 151/2004 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19 Ιανουαρίου 2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην του 1ου αναιρεσιβλήτου, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Μαραμαθά, ανέγνωσε την από 20 Δεκεμβρίου 2005 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Από την έκθεση επιδόσεως με αριθμό 7086β/9-5-2005 του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Πρέβεζας που προσκομίζει και επικαλείται η νόμιμα παριστάμενη αναιρεσείουσα προκύπτει, ότι με επιμέλεια αυτής επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως μαζί με την κάτω από το δικόγραφο αυτό πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για εμφάνιση αυτού κα΄τα τη συζήτηση της υποθέσεως που ορίστηκε νόμιμα, επιδόθηκε νομότυπα στον αναιρεσίβλητο ..., ο οποίος δεν εμφανίσθηκε κατά την σημειουμένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου. Επομένως και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 ΚΠολΔ πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση που επισπεύδεται από την αναιρεσείουσα παρά την απουσία αυτού του αναιρεσιβλήτου.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμός 4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίον αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ΄ ουσίαν πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες παραδοχές του, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προσαπτόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
Εξ άλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. για το λόγο ότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως διότι έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και η αντίφαση και από ποια ανεπαρκή ή αντιτιθέμενα μέρη της αιτιολογίας προκύπτει (Ολ.Α.Π. 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο κατά το πρώτο μέρος της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ. για το λόγο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 932, 929, 330β και 346 Α.Κ. με το να δεχθεί ότι δεν υπάρχει παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 1 και 5 του Κ.Ο.Κ.
από τον ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων, αλλά παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 21 παρ. 1 και 2 του Κ.Ο.Κ. από την ίδια ενάγουσα – εκκαλούσα αναιρεσείουσα. Στο αναιρετήριο όμως υπάρχουν μόνο οι πραγματικοί ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας που αποτέλεσαν την ιστορική βάση της αγωγής της χωρίς να καθορίζεται η νομική πλημμέλεια του δικαστηρίου, ήτοι σε τι συνίσταται το σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή των διατάξεων αυτών.
Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του. Ο ίδιος λόγος κατά τα λοιπά είναι απορριπτέος επίσης ως απαράδεκτος, αφού υπό την επίκληση της πιο πάνω πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ. πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Περαιτέρω απορριπτέος είναι ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. κατά τον οποίο η αναιρεσιβαλλομένη περιέχει «ανεπαρκείς αιτιολογίες και αντιφατικές παραδοχές ουσιώδεις όμως για την έκβαση της δίκης», αφού δεν καθορίζεται ποιες είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες, ως και οι ανεπαρκείς τοιαύτες, σε ποιά ζητήματα αναφέρονται, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Εξ άλλου δεν συνιστούν αντίφαση τα από την αναιρεσείουσα εξαγόμενα συμπεράσματα με βάση τις παραδοχές του Εφετείου ενώ οι λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται με τον ίδιο λόγο πλήττουν απαραδέκτως την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία είναι σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
αναιρετικώς ανέλεγκτη.
ΙΙΙ
.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη ως αληθή πράγματα μη προταθέντα ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος είτε ως επιθετικού, είτε ως αμυντικού μέσου και όχι ισχυρισμοί οι οποίοι συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Επομένως επί αγωγής αποζημιώσεως συνεπεία αυτοκινητικού ατυχήματος στηριζομένου στην υπαιτιότητα του εναγομένου δεν δημιουργείται λόγος αναιρέσεως εκ του ότι το δικαστήριο της ουσίας για να δικαιολογήσει την κρίση του επί του ζητήματος της υπαιτιότητος διέλαβε στην απόφασή του λεπτομέρειες περί των συνθηκών του ατυχήματος, οι οποίες δεν είναι μεν απαραίτητο να είναι αυτές που αναφέρονται στην αγωγή προέκυψαν όμως από την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων.
Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι η ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι εκινείτο πλησίον του δεξιού της οδού με κανονική ταχύτητα και ενώ προτίθετο να εξέλθει της Εθνικής οδού δια να εισέλθει εις την προς τα αριστερά του ρεύματος πορείας της κειμένην αγροτική οδό, αφού ήλεγξε την κίνηση των όπισθεν αυτής οχημάτων και έθεσε σε λειτουργία τον αριστερό δείκτη πορείας και προσέγγισε το σημείο διασταυρώσεως της Εθνικής οδού μετά της αγροτικής τοιαύτης ο εναγόμενος κινούμενος με υπερβολική ταχύτητα επεχείρησε αντικανονικά προσπέρασμα του μοτοποδηλάτου από αριστερά εισελθών στο αντίθετο ρεύμα πορείας και με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του επέπεσε επί του οπισθίου τμήματος του μοτοποδηλάτου της, ως σημεία δε συγκρούσεως των οχημάτων αναφέρονται το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου και το οπίσθιο του μοτοποδηλάτου.
Το Εφετείο εκτιμώντας ανελέγκτως τα αποδεικτικά στοιχεία δέχθηκε ότι ο εναγόμενος επεχείρησε να προσπεράσει το μοτοποδήλατο από αριστερά. Προς το σκοπό αυτό από απόσταση μεγαλύτερη των 100 μέτρων άναψε προειδοποιητικό φλάς και προοδευτικά κινήθηκε προς το κέντρο της οδού. ΄Όταν είχε ήδη πλησιάσει το μοτοποδήλατο και βρισκόταν ακριβώς πίσω του και επέκειτο η ολοκλήρωση της υπερβάσεως η οδηγός του μοτοποδηλάτου από το άκρο δεξιό του δρόμου που εκινείτο μέχρι εκείνη τη στιγμή κινήθηκε απότομα και χωρίς καμία προειδοποίηση προς τα αριστερά, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και κατέλαβε λοξή κατεύθυνση, προκειμένου έτσι λοξά να εισέλθει στην αγροτική οδό.
Αποτέλεσμα της απότομης και χωρίς προειδοποίηση με το δείκτη κατευθύνσεως του μοτοποδηλάτου κίνησής της, ήταν να παρεμβληθεί στην πορεία του αυτοκινήτου του εναγομένου, ο οποίος παρά τον αποφευκτικό ελιγμό που διενήργησε ακαριαία προς τα αριστερά κορνάροντας συγχρόνως, δεν κατόρθωσε να αποφύγει τη σύγκρουση, η οποία είχε ως συνέπεια τον τραυματισμό της ενάγουσας στο αριστερό πόδι.
Με τις παραδοχές αυτές με τις οποίες δέχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας οδηγού του μοτοποδηλάτου το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και δεν υπέπεσε στην αποδιδομένη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ. Επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του εναντίου δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.
VI. Για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει να προσδιορίζεται επαρκώς στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση με το τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο τριών φωτογραφιών, ως και την ένορκη προακριτική κατάθεση της μάρτυρος ...
που νόμιμα είχε προσκομιστεί μετ΄επικλήσεως προς απόδειξη της υπαιτιότητας του αντιδίκου της στην επέλευση του ατυχήματος, με το να καταλήξει σε αντίθετες παραδοχές. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος γιατί δεν αναφέρεται το αληθινό περιεχόμενο των φερομένων ως παραμορφωθέντων εγγράφων και το από την προσβαλλομένη απόφαση γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο.
Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος ελέγχεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού με την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ, πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, η οποία είναι ανέλεγκτη από τον 'Αρειο Πάγο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη της παραστάσης αναιρεσιβλήτου σε βάρος της αναιρεσείουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Ιανουαρίου 2005 αίτηση της ... για αναίρεση της 151/2004 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων. ΚαιΕπιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 14 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ