Legislator Case Law & Legislation
1243/2023 AI generated

1243/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1243/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1243/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΚΠολΔ), μετά την έκδοση της με αριθμό 497/2020 απόφασης του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, το οποίο αφού απέρριψε, ως αβάσιμους, τους πρώτο και δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους αναίρεσης, ανέβαλλε, κατ' άρθρο 249 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, τη συζήτηση επί των δευτέρου, κατά το δεύτερο σκέλος του και τρίτου αναιρετικών λόγων, από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1243 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1243/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ευτυχίας Τσούντου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ό. Η. του Β., κατοίκου ... και 2) Δ. Σ. του Β., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Γεωργίας Βαβλέκα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-10-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 6059/15-10-2010. Εκδόθηκαν η 591/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης αντιθέτων εφέσεων κατ' αυτής, η 2781/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-11-2018 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 497/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, που ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης έως ότου εκδοθεί οριστική απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.

Εκδόθηκε η 4/2021 απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και την υπόθεση επανέφεραν για εκ νέου συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι με την από 11-2-2022 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 11-02-2022 κλήση των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 22-11-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 10775/877/22-11-2018 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος - εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου κατά της με αριθμό 2781/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ.

ΚΠολΔ), μετά την έκδοση της με αριθμό 497/2020 απόφασης του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, το οποίο αφού απέρριψε, ως αβάσιμους, τους πρώτο και δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους αναίρεσης, ανέβαλλε, κατ' άρθρο 249 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, τη συζήτηση επί των δευτέρου, κατά το δεύτερο σκέλος του και τρίτου αναιρετικών λόγων, από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ.

α' του ΚΠολΔ, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, για το νομικό ζήτημα σχετικά με την εφαρμογή (ή μη) των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και της βάσης υπολογισμού της σχετικής ωφέλειας του φορέα απασχόλησης, από την εργασία του ακύρως απασχοληθέντος στο Δημόσιο (ή σε δημόσιο φορέα), υπό τις αυτές συνθήκες εργασίας με το μόνιμο προσωπικό, οσάκις ο φορέας απασχόλησης, δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένου, στη θέση, όπου απασχόλησε τον συμβασιούχο, ο οποίος απασχολήθηκε εκεί, δυνάμει σχετικού συμφωνητικού συνεργασίας, καταρτισθέντος μεταξύ του απασχοληθέντος και του Ο.Α.Ε.Δ., στο πλαίσιο σχετικού προγράμματος, για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (stage).

Το συγκεκριμένο νομικό ζήτημα είχε παραπεμφθεί με τη με αριθμό 186/2019 απόφαση του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, ως αντικείμενο λόγου αναίρεσης, ενώπιον της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 περ. β' του ΚΠολΔ και 23 παρ. 2 εδ. γ' περ. β' του Κ.Ο.Δ. και Κ.Δ.Λ. (ν. 1756/1988 όπως ισχύει, μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 2331/1991), ως ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος.

Ήδη, δε, μετά την έκδοση της με αριθμό 4/2021 απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε αμετακλήτως επί του ιδίου ως άνω ζητήματος, ήτοι της νομιμότητας της αγωγικής βάσης, σε περίπτωση απασχόλησης από τον οικείο δημόσιο φορέα, με άκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του προσλαμβανομένου ανέργου, σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, παραπεμφθέντος σε αυτήν, με τη με αριθμό 1063/2019 απόφαση του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης με την ως άνω κλήση των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων.

Με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. του ΚΠολΔ) με αριθμό 2781/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο συνεκδίκασε : α) την από 30-05-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2333/08-04-2015 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων Ό.

Β.. Η. και Δ. Β.. Σ. και β) την αντίθετη από 11-01-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 210/13-01-2016 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της με αριθμό 591/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία θεώρησε ως μη ασκηθείσα την από 05-10-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 179814/6059/15-10-2010 αγωγή, ως προς την τρίτη ενάγουσα Σ.

Μ.. Λ. (μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη) και δέχθηκε εν μέρει αυτήν, ως προς τους λοιπούς. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις αυτές και την μεν έφεση των εναγόντων απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την δε έφεση του εναγομένου δέχθηκε κατ' ουσίαν και, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, εξέτασε την αγωγή, κατά την επικουρική βάση αυτής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, που δεν ερευνήθηκε πρωτοδίκως, κράτησε την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό και δέχθηκε την αγωγή, ως ορισμένη, νόμιμη και ως βάσιμη κατ' ουσίαν και επιδίκασε στους ενάγοντες τα εκεί αναγραφόμενα επιμέρους χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση αυτή Δικαστηρίου στις 22-11-2018 και δεν προκύπτει, η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 23-11-2016, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552 553, 556, 558, 564 παρ. 3 - όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015, με έναρξη ισχύος από 01-01-2016 άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 - 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των δευτέρου, κατά το δεύτερο σκέλος και τρίτου αναιρετικών λόγων (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 904 εδαφ. α' του Α.Κ. ορίζεται ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια και με τη διάταξη του άρθρου 908 εδαφ. α' του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι ο λήπτης υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, επί παροχής εργασίας από άκυρη, για οιονδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού), που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης, που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 Υ.Α. Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975, που κύρωσε την από 26.02.1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι τα επιδόματα (δώρα) εορτών και αδείας και τις αποδοχές αδείας δικαιούνται, όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (Α.Π. 1242/2018, Α.Π. 879/2017, Α.Π. 131/2015, Α.Π. 1113/2013).

Επομένως, με την επιφύλαξη αυτή, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας, λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, για οποιοδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζομένου, λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη, δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός, αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού), κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.

του Α.Κ. και συγκεκριμένα της ωφέλειας, που αυτός αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία, αφού αυτή έγινε σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης και, επομένως, δεν υφίσταται νόμιμη αιτία, που να δικαιολογεί τη διατήρηση της ωφέλειας στο λήπτη της εργοδότη, στο βαθμό που αυτός έτσι καθίσταται πλουσιότερος, σε βάρος της περιουσίας του εργαζόμενου, από αιτία μη αναγνωριζόμενη από το νόμο.

Ειδικότερα, η ωφέλεια, την οποία ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο, συνίσταται στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε, εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας, υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες, για την ίδια εργασία, σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς όμως να λαμβάνονται υπόψη παροχές, όπως οικογενειακά επιδόματα, επιδόματα τριετιών, κ.λ.π., που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού, εφόσον αυτά δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυναμένου να προσληφθεί εγκύρως (ΑΠ 780/2017, ΑΠ 775/2017, ΑΠ 217/2017, ΑΠ 126/2015).

Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις (Α.Π. 1242/2018, Α.Π. 58/2015, Α.Π. 131/2015, Α.Π. 760/2003) ή ο νόμος, σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο, με έγκυρη σύμβαση εργασίας, υπό τις ως άνω προϋποθέσεις (Α.Π. 1242/2018, Α.Π. 186/2010).

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ωφέλεια (πλουτισμός) του εργοδότη απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού, στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης εργασίας, ως προέχοντος στοιχείου, για τη γένεση αξίωσης από αδικαιολόγητο πλουτισμό και, κατά συνέπεια, είναι αδιάφορο εάν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο εργοδότης, από οικονομικούς ή άλλους λόγους, δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλου μισθωτού, με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επ. του Α.Κ., ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ.

Α.Π. 218/1977). Ειδικότερα, δεν εισάγεται υπέρ αυτών εξαίρεση με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση ή εκείνων των παρ. 7 και 8 του ιδίου άρθρου, που προστέθηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος από 18.04.2001, με το από 06.04.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ως και εκείνων του Ν. 2190/1994, που αφορούν το σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ορίζοντας τους τρόπους πρόσληψης προσωπικού από τους εν λόγω φορείς και, παράλληλα, αποκλείουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Και τούτο διότι, η, παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης, κατά τα άρθρα 174 και 180 του Α.Κ., συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας και εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 Α.Κ., το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και γενικότερα ο φορέας του δημοσίου, στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία του ακύρως προσληφθέντος μισθωτού, ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας, που προήλθε από την εργασία, η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο και δεν συνιστά αιτία αποκλεισμού αυτού που εργάστηκε από την αναζήτηση της ωφέλειας (Ολ.

Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 218/1977). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 904 εδ. α' του Α.Κ., προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού του ενός και της μείωσης της περιουσίας ή της ζημίας του άλλου και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) (άρθρο 219 ΚΠολΔ) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση, όταν δηλαδή η εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αξίωση ασκείται υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, αρκεί για την νομική πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης, να γίνεται απλή επίκληση των προαναφερθεισών τεσσάρων προϋποθέσεων με στοιχεία α' έως δ', για τη θεμελίωση της αντίστοιχης αξίωσης στη διάταξη του άρθρου 904 εδ.

α' του Α.Κ., χωρίς να είναι αναγκαία, στη δικονομικώς αυτή ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό η επίκληση, εκ μέρους του ενάγοντος, των προϋποθέσεων ανυπαρξίας των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, αφού αυτές (προϋποθέσεις), θα διαγνωσθούν δικαστικά στην ίδια δίκη και θα είναι δεδομένες, κατά την επακολουθούσα εξέταση της επικουρικής βάσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (Ολ Α.Π. 22/2003, Α.Π. 15/2020, Α.Π. 1151/2017, Α.Π. 438/2017, Α.Π. 1414/2015, Α.Π. 981/2013, Α.Π.1468/2010).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του Α.Κ. και 6 του α.ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ., κατά το άρθρο 38 του Εισ.Ν.Α.Κ.), προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Εξάλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας, είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας).

Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν, δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του Α.Κ., εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης, κ.λπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.

Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση επιδιώκοντας, παραλλήλως, την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας, σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, οπότε η εκμάθηση εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.

Συνεπώς, στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή, εκ μέρους του μαθητευόμενου, εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (Ολ.

Α.Π. 4/2021). Συνακόλουθα, στις συμβάσεις αυτές (μη γνήσιες συμβάσεις μαθητείας) εφαρμόζονται [στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού] και οι κατά τα άνω ρυθμίσεις του άρθρου 904 επ.

του Α.Κ., προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή εργασίας, εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζομένου. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 εδ. α' και β' (όπως το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 8 του Ν. 2956/2001) και 15 εδ. α' και β' του Ν. 2639/1998 "Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 205), ορίστηκε, αντίστοιχα, ότι: "1.

Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι. και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής, την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων.

Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" και "15. Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων, αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες, σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου".

Μάλιστα, με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999, εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προστέθηκε, ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2190/1994 (μετέπειτα καταργηθείσα με το άρθρο 1 του Ν. 3812/2009) επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού, σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ.

και ορίσθηκε συγκεκριμένα ότι η πρόσληψη του προσωπικού, το οποίο προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ., διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά.

Συνεπώς, η επιδοτούμενη, κατά τα άνω πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και, για το λόγο αυτό, ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα (Α.Π. 589/2022, Α.Π. 1242/2018, Α.Π. 217/2017).

Από τις ανωτέρω διατάξεις παρέπεται ότι, εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο Φορέα του προσλαμβανομένου, βάσει των προπαρατιθεμένων διατάξεων, σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ., προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου, δεν αποβλέπει, κατά κύριο λόγο, στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδίκευσης, αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας και το Δημόσιο ή τα άλλα δημόσια νομικά πρόσωπα, ως καθιστάμενα, εντεύθεν, αδικαιολογήτως πλουσιότερα, υποχρεούνται, κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ.

α' και 908 εδ. α' του Α.Κ., στην απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισαν από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλαν σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας, με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού και χωρίς η νομιμότητα της σχετικής αγωγής να επηρεάζεται από το γεγονός ότι δεν υπήρχε δυνατότητα έγκυρης πρόσληψης άλλου μισθωτού στη θέση του ακύρως απασχοληθέντος (Ολ.

Α.Π. 4/2021). Εξάλλου, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης, ως σύμβασης έργου, ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή σύμβασης μαθητείας, γνήσιας ή μη, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση, η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ (Ολ.

Α.Π. 7/2011 Α.Π. 530/2013). Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης, ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας ή μαθητείας (γνήσιας ή μη) ή ως σύμβασης εργασίας ορισμένης ή αόριστης διάρκειας, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α., των Ν.Π.Δ.Δ. και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.

ΑΠ 7/2011, Ολ. ΑΠ 18/2006, Α.Π. 1242/2018, Α.Π. 795/2020).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

Α.Π. 5/2021, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 381/2019, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα : Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι Ό. Β.. Η. και Δ. Β.. Σ. - και η Σ. Μ.. Λ., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη - στην από 05-10-2010 αγωγή τους, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξέθεταν ότι στις ...

προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον και απασχολήθηκαν σε υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών, κατά τα ειδικότερα χρονικά διαστήματα και με τις ειδικότητες που αναφέρονται στην αγωγή. Ότι η πρόσληψή τους έγινε με τη μορφή συμφωνητικών συνεργασίας, στο πλαίσιο συμμετοχής τους σε πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ. (stage).

Ότι, καθόλη τη διάρκεια της απασχόλησής τους στις διοικητικές υπηρεσίες του εναγομένου, παρείχαν εξαρτημένη εργασία, κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας, επί πενθήμερο, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, χωρίς η εργασία τους να διαφέρει εκείνης των μονίμων υπαλλήλων του, καλύπτοντας έτσι πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, τα αρμόδια όργανα του οποίου καθόριζαν τον τόπο, χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας τους, ασκώντας τον έλεγχο και την εποπτεία των παρεχομένων υπηρεσιών τους.

Ότι ουσιαστικά, μεταξύ αυτών και του εναγομένου, συνήφθησαν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, οι οποίες καταγγέλθηκαν άκυρα από το εναγόμενο, χωρίς τη καταβολή νόμιμης αποζημίωσης, δεδομένου ότι το εναγόμενο από ... έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, μετά την τυπική λήξη των εν λόγω συμφωνητικών συνεργασίας.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, κατά μεν την κύρια βάση της ένδικης αγωγής: 1) να αναγνωρισθεί ότι η συνδέουσα αυτούς με το εναγόμενο συμβατική εργασιακή σχέση, αποτελούσε εξ αρχής μία ενιαία έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, 2) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της γενομένης στις ...

καταγγελίας των επιδίκων εργασιακών συμβάσεων 3) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, υπό καθεστώς έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καταβάλλοντας τις οφειλόμενες μηνιαίες αποδοχές τους, με την απειλή χρηματικής ποινής, ύψους τριακοσίων (300,00) ευρώ, για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσης προς την υποχρέωσή του αυτή, 4) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει μισθούς υπερημερίας για το από ...

έως ... χρονικό διάστημα, αντίστοιχα, τα ποσά των είκοσι επτά χιλιάδων τριακοσίων είκοσι επτά (27.327,00) ευρώ και τριάντα χιλιάδων πεντακοσίων σαράντα οκτώ (30.548,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο αφότου εκάστη μηνιαία οφειλή κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, 5) επικουρικώς δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει, ως αποζημίωση, λόγω καταγγελίας, αντίστοιχα, τα ποσά των δύο χιλιάδων διακοσίων ευρώ και τριάντα τεσσάρων λεπτών (2.200,34) και δύο χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα επτά (2.457,00) ευρώ, νομιμότοκα από την ημέρα απολύσεως (...), άλλως από την επίδοση της αγωγής, 6) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει, για τα ειδικότερα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, ως μισθολογικές διαφορές, μεταξύ των δικαιουμένων ως εργαζομένων, υπό καθεστώς συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και των καταβληθεισών, υπό καθεστώς συμβάσεως μαθητείας, αντίστοιχα, τα ποσά των δέκα οκτώ χιλιάδων πεντακοσίων ενός ευρώ και σαράντα τριών λεπτών (18.501,43) και είκοσι χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα εννέα ευρώ και ενενήντα επτά λεπτών (20.699,97), με το νόμιμο τόκο αφότου εκάστη απαίτηση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής, κατά δε την επικουρική βάση της αγωγής, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι μεταξύ των διαδίκων δεν υφίστατο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή ότι αυτή ήταν άκυρη, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. του ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής, πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87 / 23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01.01.2016 κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 591/2014 οριστική απόφασή του, με την οποία θεώρησε ως μη ασκηθείσα την ένδικη αγωγή, ως προς την τρίτη ενάγουσα Σ.

Μ.. Λ. και δέχθηκε εν μέρει αυτήν, ως προς τους λοιπούς. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση αντιθέτων εφέσεων από τα διάδικα μέρη, ήτοι : α) της από 30-05-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2333/08-04-2015 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και β) της από 11-01-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 210/13-01-2016 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 2781/2016 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά αμφότερες τις εφέσεις, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων και δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου και, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου (ΚΠολΔ 535 παρ. 1), εξέτασε την αγωγή, κατά την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, που δεν ερευνήθηκε πρωτοδίκως, λόγω αποδοχής της κύριας βάσης της αγωγής, κράτησε την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό και δέχθηκε αυτήν, ως νόμιμη και ως βάσιμη κατ' ουσίαν και επιδίκασε στους ενάγοντες τα εκεί αναγραφόμενα επιμέρους χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση.

Ειδικότερα, από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, χάριν της εξετάσεως των δευτέρου, κατά το δεύτερο σκέλος του και τρίτου αναιρετικών λόγων (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, ως προς τις συνθήκες πρόσληψης και απασχόλησης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων:

Ότι με την 30484/4-7-2006 (ΦΕΚ Β' 881/11-7-2006) κοινή υπουργική απόφαση, καταρτίσθηκε πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας 9.000, κατ' αρχήν, ανέργων, σε υπηρεσίες και φορείς του Δημοσίου, του ευρύτερου δημόσιου τομέα και των Ο.Τ.Α., διάρκειας δέκα οκτώ (18) μηνών, με τον Ο.Α.Ε.Δ., ως υπεύθυνο φορέα. Ότι, στη συνέχεια, δυνάμει της 57808/899/30-10-2008 (ΦΕΚ Β' 2288/11-11-2008) κοινής υπουργικής απόφασης, καταρτίσθηκε εκ νέου πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας 4.000 ανέργων, ίσης διάρκειας, με τους ίδιους δικαιούχους φορείς υλοποίησης και τον ίδιο υπεύθυνο φορέα.

Ότι, στο πλαίσιο των ως άνω προγραμμάτων, υπογράφηκαν μεταξύ του Ο.Α.Ε.Δ., του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, συμφωνητικά συνεργασίας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (stage) στις υπηρεσίες του Δημοσίου και ειδικότερα : 1) Η πρώτη ενάγουσα συνήψε το από 10-05-2007 συμφωνητικό συνεργασίας με τον Ο.Α.Ε.Δ.

και το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, διάρκειας 18 μηνών, από ... έως 23-11-2008, για να απασχοληθεί, ως υπάλληλος, στο γραφείο του ... του ως άνω Υπουργείου, με αμοιβή είκοσι πέντε (25,00) ευρώ ημερησίως μικτά, για 22 ημέρες μηνιαίως και ακολούθως, την 09-12-2008, συνήψε νέο συμφωνητικό συνεργασίας, με τους ίδιους όρους, διάρκειας 18 μηνών, από 10-12-2009 (το σωστό 10-12-2008) έως ..., η οποία απασχολήθηκε και στην υπηρεσία της διεύθυνσης έγκρισης και ελέγχου ιδιωτικών επενδύσεων και 2) Ο δεύτερος ενάγων συνήψε το από 10-05-2007 συμφωνητικό συνεργασίας με τον Ο.Α.Ε.Δ.

και το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, διάρκειας 18 μηνών, από ... έως 23-11-2008, για τη θέση πρακτικής άσκησης, ειδικότητας ΠΕ-ΤΕ διοικητικού, ως υπάλληλος γραφείου, στη ... του άνω φορέα απασχόλησης, αμειβόμενος με το ποσό των τριάντα (30,00) ευρώ ημερησίως μικτά, για 22 ημέρες μηνιαίως. Ότι, την 09-12-2008, συνήψε νέο συμφωνητικό συνεργασίας, με τους ίδιους όρους, διάρκειας 18 μηνών, από 10-12-2008 έως ....

Ότι οι ενάγοντες δεν ελάμβαναν επιδόματα εορτών και άδειας και απασχολούνταν καθημερινά όλες τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, με ωράριο από 8:00' έως 15:00'. Ότι τελούσαν υπό τον έλεγχο και την εποπτεία των προϊσταμένων τους και εκτελούσαν τα ανατιθέμενα σε αυτούς καθήκοντα, με τους ίδιους όρους, όπως οι μόνιμοι διοικητικοί υπάλληλοι, στις αντίστοιχες υπηρεσίες.

Ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες των παραπάνω υπηρεσιών, με σκοπό την εύρυθμη λειτουργία τους, λόγω της έλλειψης επαρκούς αριθμού μονίμων υπαλλήλων. Ότι οι ενάγοντες αν και είχαν προσληφθεί, τυπικά, στο πλαίσιο προγράμματος, που απέβλεπε στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ουσιαστικά προσλήφθηκαν για να προσφέρουν και, πράγματι, προσέφεραν εξαρτημένη εργασία, εξυπηρετώντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες των υπηρεσιών του εναγομένου και ότι τελούσαν με το τελευταίο σε απλή σχέση εργασίας, αφού δεν μπορούσε να υπάρχει έγκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ίδιοι, αλλά ούτε και σχέση μαθητείας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εναγόμενο.

Ότι, επίσης, απορριπτέα είναι και η βάση της αγωγής, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στην αρχή της ίσης μεταχείρισης, αφού αυτή προϋποθέτει έγκυρη σύμβαση εργασίας. Ότι, επομένως, το εναγόμενο όφειλε να αμείβει τους ενάγοντες, με τα ποσά που θα δαπανούσε, ως μισθούς, για εργαζομένους με έγκυρη σύμβαση εργασίας και κάτω από τους ίδιους όρους, ωφεληθέν αδικαιολόγητα τη διαφορά μεταξύ των δικαιουμένων ποσών και των ποσών που πράγματι κατέβαλε στους ενάγοντες και ότι πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της έφεσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου.

Ότι οι αξιώσεις των εναγόντων, που γεννήθηκαν κατά το από ... έως 03-11-2008 χρονικό διάστημα, έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή των άρθρων 90 παρ. 3, 91 και 94 του ν. 2362/1995, διατάξεις που δεν αντίκεινται στην αρχή της ισότητας ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στο εναγόμενο την 03-11-2010 (όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών επί του αντιγράφου της αγωγής, που επιδόθηκε στο εναγόμενο).

Περαιτέρω, το Εφετείο, αφού εξέτασε την αγωγή κατά την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, δεν ερευνήθηκε πρωτοδίκως, δέχθηκε ότι η μεν πρώτη ενάγουσα δικαιούται, κατά το χρονικό διάστημα από 03-11-2008 έως ..., το συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων οκτακοσίων ογδόντα επτά ευρώ και σαράντα τριών λεπτών (2.887,43), για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και επιδόματα εορτών και άδειας, ο δε δεύτερος ενάγων δικαιούται, κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα από 03-11-2008 έως ..., το συνολικό ποσό των δώδεκα χιλιάδων διακοσίων ενενήντα τριών ευρώ και εννέα λεπτών (12.293,09), για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και επιδόματα εορτών και άδειας και ότι πρέπει να του επιδικασθεί το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό των χιλίων οκτακοσίων ενενήντα τριών ευρώ και τριάντα εννέα λεπτών (1.893,39), διότι αυτός δεν προσέβαλε το συγκεκριμένο κεφάλαιο της εκκαλουμένης απόφασης, ποσά κατά τα οποία ωφελήθηκε αδικαιολόγητα το εναγόμενο και που θα δαπανούσε, αν απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας άλλους εργαζομένους, κάτω από τους ίδιους όρους εργασίας.

Στη συνέχεια, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που επιδίκασε στους ενάγοντες, βάσει της αρχής της ισότητας, τα ποσά των τριών χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα τριών ευρώ και είκοσι τριών λεπτών (3.453,23) και χιλίων οκτακοσίων ενενήντα τριών ευρώ και τριάντα εννέα λεπτών (1.893,39), αντίστοιχα, έσφαλε ως προς την ερμηνεία του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων και δέχθηκε την έφεση του εναγομένου ως ουσιαστικά βάσιμη, εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη με αριθμό 591/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δικάζοντας εκ νέου την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν, ως προς την επικουρική βάση αυτής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην μεν πρώτη ενάγουσα το ποσό των δύο χιλιάδων οκτακοσίων ογδόντα επτά ευρώ και σαράντα τριών λεπτών (2.887,43) και στον δε δεύτερο ενάγοντα το ποσό των χιλίων οκτακοσίων ενενήντα τριών ευρώ και τριάντα εννέα λεπτών (1.893,39), ποσά τα οποία συνίστανται στη χρηματική αποτίμηση των παρασχεθεισών υπηρεσιών και στη δαπάνη, την οποία εξοικονόμησε το αναιρεσείον από τη μη ανάθεση των ιδίων υπηρεσιών, υπό έγκυρες συμβάσεις εργασίας, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση.

Με το παραπάνω περιεχόμενο, η εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, επικουρική βάση της αγωγής, η οποία σωρεύθηκε παραδεκτά, υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας αγωγικής βάσης, από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας των εναγόντων, είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 904 εδαφ.

α' του Α.Κ., δεδομένου ότι στο αγωγικό δικόγραφο αναφέρεται ότι, το εναγόμενο οφείλει στους ενάγοντες κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εκείνα τα ποσά που θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε άλλο υπάλληλό του, υπό καθεστώς έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Επιπλέον, τα περιστατικά στα οποία στηρίζεται η αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι σαφώς διάφορα εκείνων, επί των οποίων στηρίζεται η κύρια βάση της αγωγής.

Ειδικότερα, με βάση τα σε αυτή εκτιθέμενα, εάν ήθελε κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων ήταν άκυρη, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερο, εις βάρος της περιουσίας αυτών, κατά τα ποσά, τα οποία θα κατέβαλλε σε οποιοδήποτε άλλο μισθωτό, που θα απασχολούσε στην ίδια θέση και ο οποίος θα παρείχε τις ίδιες με αυτούς υπηρεσίες, υπό τις αυτές συνθήκες απασχόλησης.

Επομένως, θεμελιώνεται σε διαφορετικά από τη σύμβαση περιστατικά και ειδικότερα στην ακυρότητα της σύμβασης εργασίας, η απλή επίκληση της οποίας, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα νομική σκέψη, αρκεί, αφού σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα. Κατά συνέπεια, το Εφετείο που με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι νόμιμη και, στη συνέχεια, εξέτασε κατ' ουσίαν την αγωγή, κατά την επικουρική βάση της, ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 904 εδαφ.

α' του Α.Κ. Επομένως, τα όσα αντίθετα συναφώς υποστηρίζει το αναιρεσείον, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδαφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα, διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, οι εν λόγω εργαζόμενοι, που απασχολήθηκαν, βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, δικαιούνται τις διαφορές των νομίμων αποδοχών, κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Τούτο διότι, εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο φορέα του προσλαμβανόμενου, βάσει των διατάξεων του άρθρου 20 παρ. 1 και 15 του ν. 2639/1998 σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ., προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων, δεν αποβλέπει κατά κύριο λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδίκευσης, αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας και, συνεπώς, ο φορέας απασχόλησης, ως καθιστάμενος εντεύθεν αδικαιολογήτως πλουσιότερος, υποχρεούται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 και 908 του Α.Κ., στην απόδοση της ωφέλειας, την οποία απεκόμισε από την εργασία του μισθωτού, συνιστάμενη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε σε άλλον εργαζόμενο, με έγκυρη σύμβαση εργασίας, με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού.

Σε κάθε περίπτωση, μετά την παραδοχή ότι υπήρξε παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και για επίδομα άδειας (άρθρα 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 Κ.Υ.Α. Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (Α.Π. 25/2018, Α.Π. 1805/2017).

Επομένως, έτσι που αποφάνθηκε το Εφετείο, κρίνοντας ουσιαστικά βάσιμη την προμνημονευόμενη αγωγή, ως προς την επικουρική βάση αυτής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, λόγω απασχόλησης από το εναγόμενο, με άκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας των προσληφθέντων ανέργων εναγόντων, σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 904 εδαφ.

α' και 908 εδαφ. α' του Α.Κ. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδαφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κρίνοντας ως βάσιμη κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή, ως προς την επικουρική βάση αυτής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και επιδικάζοντας στους ενάγοντες τα ως άνω χρηματικά ποσά, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 904 του Α.Κ., καθόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, διότι το Δημόσιο δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένου, στη θέση που απασχόλησε ακύρως τους ενάγοντες, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι οι λοιποί λόγοι αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 εδ. α', 19 και 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, έχουν ήδη απορριφθεί με τη με αριθμό 497/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, του οποίου η νομική εκπροσώπηση έλαβε χώρα από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ. 2 και 20 παρ. 1 του Ν. 4831/2021 (Α.Π. 331/2022 βλ. και Α.Π. 1065/2019, υπό την ισχύ της διάταξης του άρθρου 17 παρ. 1 του Ν. 3086/2002), λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το μέτρο των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 του Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-01-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987 (πρβλ. Α.Π. 91/2020), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-11-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 10775/877/22-11-2018 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 2781/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Αυγούστου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ