Supreme Court dismisses appeal where lower court correctly rejected annulment but applied wrong legal basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the First Instance Court's annulment decision. The State argued the lower court erred in applying Article 997 of the Civil Procedure Code instead of specific tax law provisions regarding the priority of claims. The Court found the lower court's ruling on the annulment itself correct but noted the reasoning was legally flawed, yet rejected the appeal because the State failed to demonstrate a legal interest in overturning the final judgment.
Legislator headnote
AI generatedArt. 578, 176, 183, 191, 22 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the lower court's decision is substantively correct despite erroneous reasoning, unless the appellant proves a legal interest in avoiding a detrimental precedent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1243 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1243/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Ε' Αθηνών και ήδη από τον τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Α' Αθηνών, μετά από συγχώνευση των ως άνω Δ.Ο.Υ. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωγραφιά Ευαγγελίδου - Τσικρικά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2010 ανακοπή του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) και την από 8-2-2010 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 1/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-12-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι τo αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε κατά της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ", δικαιοπαρόχου της νυν αναιρεσίβλητης (ειδικής αυτής διαδόχου τράπεζας Πειραιώς), την από 8-2-2010 ανακοπή με την οποία ζήτησε για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους την ακύρωση του συνταγέντος, μνημονευόμενου στην ανακοπή, πίνακος κατάταξης και την αποβολή της ως άνω καθής, άλλως τη μεταρρύθμισή του κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο οικείο δικόγραφο. Η ως άνω ανακοπή συνεκδικάστηκε με την από 2-2-2010 ανακοπή του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κατά του εδώ αναιρεσείοντος (Ελληνικού δημοσίου ) και της αυτής ως άνω καθής.
Εκδόθηκε δε επ' αυτών η 70/2012 απόφαση του Μον/λούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, η οποία, αφού απέρριψε την από 2-2-2010 ανακοπή του ΙΚΑ ως προς το Ελληνικό Δημόσιο, δέχθηκε αυτήν κατά τα λοιπά, ενώ την από 8-2-2010 ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου απέρριψε κατά το κύριο αυτής λόγο και την δέχθηκε ως προς τον ως άνω επικουρικό της λόγο. Κατά το μέρος που η πρωτόδικη απόφαση απέρριψε τον κύριο λόγο της ανακοπής του, το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη 1/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Χαλκίδας.
Στο άρθρο 38 του Κ.Ε.Δ.Ε., (ν.δ. 356/1974, Α' 90), ορίζονται τα εξής: "1. Από της ημέρας της κατά τα άρθρα 36 και 37 του παρόντος Ν. Δ/τος επιδόσεως εις τον οφειλέτην αντιγράφου της εκθέσεως κατασχέσεως στερείται ούτος του δικαιώματος ελευθέρας διαθέσεως του κατασχεθέντος πράγματος, πάσα δε από της ημέρας τούτης επιχειρηθείσα απαλλοτρίωσις ή ενεργηθείσα μεταγραφή ή εγγραφή δι' οιανδήποτε επιβάρυνσιν είναι αυτοδικαίως άκυρος έναντι του Δημοσίου. 2.
Μετά την κατά το άρθρον 39 εγγραφήν της κατασχέσεως του Δημοσίου εις το οικείον βιβλίον, η εγγραφή δι' οιανδήποτε επιβάρυνσιν είναι αυτοδικαίως άκυρος μόνον υπέρ του Δημοσίου. 3. ...". Περαιτέρω, το άρθρο 89 του Κ.Ε.Δ.Ε. ορίζει ότι "οι διατάξεις του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται εφ' όσον δεν αντίκεινται εις τας διατάξεις του παρόντος Ν.
Δ/τος. ...". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 997 παρ. 3 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, σε όποιον επέβαλε την κατάσχεση και στους δανειστές που αναγγέλθηκαν δεν αντιτάσσεται η μεταγραφή ή η εγγραφή υποθήκης (ή προσημείωσης υποθήκης, σύμφωνα με το άρθρο 41 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ.) που έγινε μετά την εγγραφή της κατάσχεσης στο βιβλίο των κατασχέσεων, σε οποιονδήποτε τίτλο και αν στηρίζεται η υποθήκη.
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, σε περίπτωση που επισπεύδεται εκτέλεση κατά τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε., δεν εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 997 του Κ.Πολ.Δ., διότι το δικαίωμα των αναγγελθέντων δανειστών, που καθιερώνεται με τη διάταξη αυτή, να αντιτάξουν την ακυρότητα της υποθήκης ή προσημείωσης που εγγράφεται στο οικείο βιβλίο μετά την εγγραφή της αναγκαστικής κατάσχεσης, έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 38 παρ. 2 του Κ.Ε.Δ.Ε., που καθιερώνει τη σχετική υπέρ του Δημοσίου ή του επισπεύδοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ακυρότητα της εγγραφής κάθε νομικής επιβάρυνσης του ακινήτου, που έπεται χρονικά της εγγραφής κατάσχεσης από αυτό, κατά τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε (ΣτΕ 2261/2017).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άνω άρθρων (38 παρ. 1 και 2 και 39 παρ. 1 εδ. 1 και 4 εδ. 1 ΚΕΔΕ), σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2, 4 παρ. 1, 5, 6, 7, 8, 28 παρ. 1, 36 παρ, 2, 37 και 61 του ν. δ356/1974 "περί κώδικος εισπράξεως δημοσίων εσόδων", σύμφωνα με τις οποίες η επίσπευση της αναγκαστικής εκτελέσεως, ειδικότερα δε η κατάσχεση και η εγγραφή της στο βιβλίο κατασχέσεων γίνεται για ορισμένο χρέος, προκύπτει ότι η, από την ημέρα της επιδόσεως στον οφειλέτη αντιγράφου της κατασχετήριας εκθέσεως, στέρηση της εξουσίας του να διαθέτει το κατασχεθέν, καθώς και η μετά την εγγραφή της κατάσχεσης στο οικείο δημόσιο βιβλίο ακυρότητα, υπέρ του Δημοσίου, κάθε επιβάρυνσης, αναφέρονται μόνο στην απαίτηση του Δημοσίου για την οποία έγινε η κατάσχεση και η οποία προκύπτει από την εγγραφή της στο βιβλίο κατασχέσεων, στην οποία (απαίτηση) περιλαμβάνονται και οι τυχόν συμπληρωματικές απαιτήσεις του Δημοσίου, εφόσον όμως αναγγέλθηκαν πριν γίνει η μεταγραφή της απαλλοτριωτικής πράξεως ή η εγγραφή της επιβάρυνσης.
Για άλλες συμπληρωματικές απαιτήσεις, που γεννήθηκαν ή βεβαιώθηκαν ή αναγγέλθηκαν μετά τη μεταγραφή της πράξης διάθεσης ή επιβάρυνσης δεν παρέχεται η προστασία που προβλέπεται υπέρ του Δημοσίου από το ως άνω άρθρο 38, δεν επέρχεται δηλαδή η σχετική υπέρ αυτού ακυρότητα. Διάφορη εκδοχή θα ήταν ασυμβίβαστη προς την αρχή της δημοσιότητας των εμπράγματων σχέσεων επί των ακινήτων και προς την επιδιωκόμενη με αυτήν ασφάλεια των συναλλαγών.
Διότι θα κατέληγε σε ακυρότητα της διαθέσεως ή επιβαρύνσεως χάριν άδηλων απαιτήσεων, οι οποίες δεν είχαν αναγγελθεί μέχρι τη μεταγραφή της διαθέσεως ή την εγγραφή της επιβαρύνσεως και δεν προέκυπταν από το οικείο δημόσιο βιβλίο (ΟλΑΠ 38/1998, ΟλΑΠ 3/1988, ΑΠ 157/2020, ΑΠ 1507/2006, ΑΠ 104/1997). Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται τόσο στην περίπτωση που ο πλειστηριασμός έγινε με βάση την κατάσχεση του Δημοσίου, όσο και στην περίπτωση που έγινε με βάση την κατάσχεση άλλου δανειστή (ΟλΑΠ 29/1997, ΑΠ 157/2020).
Επομένως, σε περίπτωση που το Δημόσιο είχε επιβάλλει αρχικώς αναγκαστική κατάσχεση για απαίτησή του σε ακίνητο οφειλέτη του, το οποίο τελικώς εκπλειστηριάσθηκε δυνάμει κατασχέσεως που επέβαλε αργότερα άλλος δανειστής, ο οποίος προηγουμένως (αλλά μετά την ανωτέρω κατάσχεση του Δημοσίου) είχε εγγράψει προσημείωση υποθήκης, η υπέρ του Δημοσίου και μόνο ακυρότητα της προσημειώσεως αυτής (που ενεγράφη μετά την κατάσχεση, την οποία αυτό επέβαλε), μπορεί να αντιταχθεί μόνο υπέρ των απαιτήσεων που καλύπτονται από την επιβληθείσα εκ μέρους του (αρχική) κατάσχεση (ή τυχόν συμπληρωματικών - παρεπόμενων των ως άνω απαιτήσεών του, που είχαν αναγγελθεί πριν την εγγραφή της προσημείωσης), όχι όμως και υπέρ άλλων απαιτήσεων για τις οποίες το Δημόσιο αναγγέλθηκε μεν στον πλειστηριασμό, αλλά δεν καλύπτονταν από την κατά τα άνω επιβληθείσα εκ μέρους του αρχική κατάσχεση ως μη περιλαμβανόμενες στο χρέος της οικείας εκθέσεως (κατασχέσεως).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον κύριο λόγο της ανακοπής του, τον οποίο επανέφερε στο Εφετείο με λόγο εφέσεως, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει της …/2009 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβ/φου Στυρέων Ευβοίας Δ.Τσεκούρα-Γκεμίση, εκπλειστηριάστηκε, με επίσπευση της καθής ελληνικής τράπεζας, που επέβαλε και την …/…-10-2008 αναγκαστική κατάσχεση για απαίτησή της κατά του οφειλέτη της Δ.
Β. ύψους 17.110,53 ευρώ, το περιγραφόμενο στην ανακοπή ακίνητο αυτού, αντί του ποσού των 67.340 ευρώ, στο ίδιο δε ακίνητο είχε προηγηθεί την 1-12-2006 η εγγραφή αναγκαστικής κατασχέσεως με επίσπευση του Δημοσίου (Ε'Δ.Ο.Υ Αθηνών) για ποσό 24.543,98 ευρώ. Ότι στον πλειστηριασμό αναγγέλθηκε το ανακόπτον (δια του Προϊσταμένου της Ε'Δ.Ο.Υ) στις 31-7-2009 για τις περιγραφόμενες στον ενσωματωμένο στην ανακοπή πίνακα χρεών ληξιπρόθεσμες οφειλές του άνω οφειλέτη συνολικού ποσού 40.241,91 ευρώ (βεβαιωθείσες από 31-7-2007 ως 31-12-2008), ο διευθυντής του Δ' Ταμείου Είσπραξης Εσόδων ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για 9.316 ευρώ και η καθής για 21.067,14 ευρώ, η οποία, κατά τα αναφερόμενα στην ανακοπή, είχε εγγράψει στις 15-2-2008 προσημείωση υποθήκης στο εν λόγω ακίνητο για ποσό 14.578,29 ευρώ και στις 24-4-2008 προσημείωση για ποσό 6.488,85 ευρώ.
Ότι η ως άνω συμβολαιογράφος συνέταξε τον …/2009 πίνακα κατάταξης δανειστών στον οποίον, αφού προαφαίρεσε από το πλειστηρίασμα ποσό 7.589,70 για έξοδα εκτέλεσης, κατέταξε στο υπόλοιπο ποσό των 59.650,30 ευρώ το ανακόπτον προνομιακά και οριστικά για το ποσό των 38.583,16 ευρώ, ήτοι στο 1/3 του πλειστηριάσματος εκ ποσού 19.883,43 ευρώ, συν το ποσό των 18.699,73 ευρώ που περίσσευσε μετά την ικανοποίηση της προσημειούχου επισπεύδουσας, και την τελευταία (επισπεύδουσα καθής) προνομιακά και τυχαία στα 2/3 του πλειστηριάσματος ποσού 21.067,14 ευρώ, υπό τον όρο της τελεσιδικίας της απαίτησής της.
Επικαλούμενο ακολούθως το ανακόπτον ότι εσφαλμένα κατετάγη η καθής κατά τα προεκτεθέντα, ενόψει του ότι οι προαναφερόμενες προσημειώσεις της καθής ενεγράφησαν μετά την αρχική κατάσχεση του ιδίου (ανακόπτοντος) και δεν αντιτάσσονται κατ' αυτού κατά την παρ. 3 του άρθρου 997 ΚΠολΔ, ζήτησε την ακύρωση του πίνακα κατάταξης με αποβολή αυτής, ώστε να καταταγεί προνομιακά και οριστικά το ίδιο για το σύνολο της απαίτησής του, κατ' εφαρμογή του άρθρου 975 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός της ανακοπής δεν είναι νόμιμος, καθόσον, σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη αναπτύχθηκαν, οι εφαρμοζόμενες στην προκειμένη περίπτωση ως άνω διατάξεις των άρθρων 38 παρ. 1 και 2, 39 παρ. 1 εδ.1 και 4 εδ. 1, 36 παρ. 4 εδ.β', 37, 61 του ΚΕΔΕ καθιερώνουν σχετική υπέρ του Δημοσίου ακυρότητα μόνον υπέρ της απαίτησης των 24.543,98 ευρώ, η οποία καλύπτεται από την αρχική κατάσχεση που αυτό επέβαλε την 1-12-2006, ενώ, αντιθέτως, δεν παρέχεται η προστασία που προβλέπεται υπέρ του Δημοσίου, δηλαδή δεν επέρχεται η σχετική υπέρ αυτού ακυρότητα, για τις επίδικες απαιτήσεις ποσού 40.241,91 ευρώ, για τις οποίες δεν γίνεται μνεία στην ανακοπή ότι συμπεριλαμβάνονται στο χρέος της επιβληθείσας υπ' αυτού αρχικής κατάσχεσης, ούτε ότι αποτελούν συμπληρωματικές ή παρεπόμενες απαιτήσεις της εν λόγω κατασχεμένης απαίτησης και οι οποίες, κατά τα εκτιθέμενα, αναγγέλθηκαν μετά την εγγραφή στις 15-2-2008 και 24-4-2008 των επίμαχων προσημειώσεων από την αναιρεσίβλητη τράπεζα, η οποία επέβαλε μεταγενεστέρως (7-10-2008) κατάσχεση στο ίδιο ακίνητο και τελικώς επέσπευσε στις 29-7-2009 τον πλειστηριασμό.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, που παραδεκτά επισκοπείται κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ερευνώντας τον παραπάνω λόγο της ανακοπής, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος τα ακόλουθα: "...Δυνάμει της υπ' αριθ.2165/2008 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείου Χαλκίδας Γ.
Κ., εκτέθηκε στις 29-7-2009 σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό με επίσπευση της εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (πρώην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ)", ...το περιγραφόμενο στην εν λόγω κατασχετήρια έκθεση ακίνητο του καθ'ου η εκτέλεση οφειλέτη της, Δ.
Β.... προκειμένου να ικανοποιηθεί απαίτησή της ύψους 17.110,53 ευρώ, πλέον τόκων, ... βασιζόμενη στην ...6687/2000 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Εν όψει του ότι το πλειστηρίασμα ποσού 67.240 ευρώ, δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση όλων των αναγγελθεισών απαιτήσεων, συντάχθηκε από την υπάλληλο του πλειστηριασμού ο με αρ…./….-12-2009 πίνακας κατάταξης πιστωτών, με τον οποίο, αφού αφαιρέθηκαν από το επιτευχθέν πλειστηρίασμα τα έξοδα της εκτέλεσης συνολικού ποσού 7.589,70 ευρώ, στο υπόλοιπο ποσό των 59.650,30 ευρώ κατετάγησαν 1) το Ελληνικό Δημόσιο (Ε1 ΔΟΥ Αθηνών) προνομιακά και οριστικά για μέρος της απαίτησης που είχε αναγγείλει και συγκεκριμένα για ποσό 38583,16 ευρώ, το οποίο προέκυψε από το 1/3 του πλειστηριάσματος, ύψους 19.883,43 ευρώ συν 18.699,73 ευρώ που περίσσεψαν μετά την ικανοποίηση της εφεσίβλητης, 2) η επισπεύδουσα "Ελληνική Τράπεζα", λόγω των από 15-2-2008 και 24-4-2008 προσημειώσεων υποθήκης ποσών 14578,29 και 6.488,85 αντίστοιχα, που είχαν γραφτεί στο εκπλειστηριασθέν ακίνητο προνομιακά και τυχαία στο συνολικό ποσό των 21.067,14 ευρώ με τον όρο της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησης.
Από την επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής του εκκαλούντος στο οποίο έχει επισυναφθεί ο υπ' αριθμ.8/2009 πίνακας χρεών, αποτελώντας αναπόσπαστο τμήμα του, προκύπτει ότι οι αναγγελθείσες απαιτήσεις του ελληνικού δημοσίου γεννήθηκαν και βεβαιώθηκαν από την αρμόδια ΔΟΥ σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο της έγγραφης κατάσχεσης στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Στύρων.
Συγκεκριμένα τα βεβαιωμένα χρέη του οφειλέτη προς τη ΔΟΥ, ξεκινούν από 11-4-2007 (αρ. βεβαίωσης ….) και καταλήγουν 28-5-2009 (αρ. βεβαίωσης χρεών …)...". Ακολούθως το Εφετείο, έκρινε ότι ο συγκεκριμένος λόγος της ανακοπής είναι μη νόμιμος κατ' αρθρο 997 παρ. 3 ΚΠολΔ και κατόπιν αυτού απέρριψε την έφεση του ελληνικού δημοσίου επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.
Κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δυσμενές δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το αναιρετικό δικαστήριο, συνίσταται στην, με την απόφασή του, υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης.
Στην περίπτωση δηλαδή αυτή το διατακτικό της αποφάσεως του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναίρεσης διάταξη και στο σκεπτικό παράθεση του ορθού αιτιολογικού σε αντικατάσταση του εσφαλμένου (ΑΠ Ολομ. 30/1998, 37/1996). Ως αιτιολογικό νοείται η νομική αιτία, δηλαδή η διάταξη νόμου που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού (ΑΠ Ολομ. 30/1998, ΑΠ 1264/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης που απέρριψε ως μη νόμιμο το λόγο της ανακοπής του αναιρεσείοντος είναι ορθό, αλλά το αιτιολογικό αυτής εσφαλμένο, διότι εφάρμοσε τον μη εφαρμοστέο κανόνα του άρθρου 997 παρ3 ΚΠολΔ, αντί των διατάξεων των άρθρων 38 παρ. 1 και 2, 39 παρ. 1 εδ. 1 και 4 εδ. 1, 36 παρ. 4 εδ.
β', 37, 61 του ΚΕΔΕ που ήσαν εφαρμοστέες, πλην όμως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 578 ΚΠολΔ, ο μοναδικός της λόγος της αίτησης αναίρεσης εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 997 παρ. 3ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, το δε αναιρεσείον δεν επικαλείται έννομο συμφέρον προς αποτροπή δυσμενούς δεδικασμένου, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας του (άρθρο 176, 183, 191 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 ν. 3693/1957, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-12-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αρ. 1/2018 αποφάσεως του Μον/λούς Εφετείου Ευβοίας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ