Legislator Case Law & Legislation
1243/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court correctly considered the collective agreement as the basis for salary differences.

Case Number 1243/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the first-instance judgment regarding salary differences. The appellant argued the court improperly considered the collective agreement without the employee's explicit claim, but the court found the collective agreement was explicitly referenced in the employee's own complaint as the basis for her wage claims. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560 no. 5 and 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if the lower court considered facts explicitly raised by the parties in the initial complaint, even if not separately pleaded, as these facts form the historical basis of the claim.

Keywords

AI generated
appeal admissibility collective agreement salary differences Code of Civil Procedure legal costs labor dispute factual basis

Cited Legislation

AI generated
Article 560 no. 5 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 554 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 579 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 25/2003
OLAP 12/2000
OLAP 3/1997
OLAP 469/1984
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1243 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1243/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ]

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ESA SECURITY SOLUTIONS Ιδιωτική Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας Ανώνυμη Εταιρεία" με το διακριτικό τίτλο "ESA SECURITY SOLUTIONS" όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Πυλαία Θεσσαλονίκης και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Γάτσιου, που ανακάλεσε την δήλωση (αρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ) και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ι. Π. του Κ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Κωστίκα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 5441/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 8764/2017 μη οριστική και 11624/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-11-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[1] Υπόκειται προς κρίση η από 12-11-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της εκδοθείσας, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, 11624/2018 τελεσίδικης αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 11-10-2018 (βλ. επισημείωση επ' αυτής του δικαστικού επιμελητή Φίλιππου Εμμανουηλίδη) και η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατ' αυτής κατατέθηκε στην αρμόδια γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 12-11-2018 ημέρα Δευτέρα (βλ. πράξη κατάθεσης αυτής). Ενόψει του ότι η συμπλήρωση στις 10-11-2018 της τριακονθήμερης προθεσμίας προς άσκησή της (άρθρο 564 αρ.1 ΚΠολΔ) συνέπιπτε με ημέρα Σάββατο, εξαιρετέα και μη εργάσιμη ημέρα, εμπροθέσμως ασκήθηκε η ένδικη αίτηση την επόμενη, μη εξαιρετέα ημέρα, στις 12-11-2018. (ΚΠολΔ 144 αρ.1 και 3). Συνεπώς, αυτή ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 554, 556, 558, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

2. Από το συνδυασμό των άρθρων 22 παρ.2 του Συντάγματος και 3 παρ.1, 7, 8 παρ.2, 10 παρ. 2 και 11 παρ. 2 του ν. 1876/1990 «Ελεύθερες Συλλογικές Διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις» συνάγονται τα ακόλουθα: Περιεχόμενο των ΣΣΕ είναι η ρύθμιση των όρων, των συνθηκών και της αμοιβής της εργασίας των εργαζομένων. Κατά τη σύναψη των ΣΣΕ, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν νομοθετική (κανονιστική) εξουσία κατά παραχώρηση του Κράτους. Ως εκ τούτου, οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ ουσιαστικού νόμου και, αν είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζόμενους, υπερισχύουν των τυπικών νόμων, εκτός αν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια (ΑΠ 56/2012, ΑΠ 692/2014).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.1 περ.β' και γ' του ν. 1876/1990, οι ΣΣΕ διακρίνονται, μεταξύ άλλων, σε "κλαδικές", οι οποίες αφορούν στους εργαζόμενους περισσότερων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων ορισμένης πόλης ή περιφέρειας ή και όλης της χώρας που δεσμεύουν κατ' αρχήν τα μέλη των συμβαλλόμενων εργοδοτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων και ότι οι ΣΣΕ, πλην των εθνικών γενικών, δεσμεύουν καταρχήν τους εργοδότες και εργαζομένους που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, ο Υπουργός Εργασίας, όμως, με απόφασή του (που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας) μπορεί να επεκτείνει την ισχύ και να κηρύξει γενικά υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους ενός κλάδου ή επαγγέλματος ΣΣΕ, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος, έκτοτε δε η ΣΣΕ δεσμεύει όλους τους εργοδότες του κλάδου ή τους εργαζομένους του επαγγέλματος που αυτή αφορά, εφόσον αυτοί θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στην σύναψή της, με την επιφύλαξη ότι μία κλαδική ΣΣΕ (ή ΔΑ) υπερισχύει σε περίπτωση συρροής αυτής με άλλη, ομοιοεπαγγελματική, ΣΣΕ (ΑΠ 132/2016, 1409/2014, 56/2012), ενώ για το προηγούμενο της κήρυξης της ΣΣΕ ως γενικά υποχρεωτικής χρονικό διάστημα ισχύει η, αυτεπάγγελτα εφαρμοζομένη, προηγουμένως ισχύουσα ΣΣΕ που ήδη είχε κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική, από τον χρόνο κήρυξής της ως γενικά υποχρεωτικής (ΑΠ 723/2011).

Εξάλλου, σύμφωνα με την «αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων» (ΑΚ 361) οι συμβαλλόμενοι έχουν απεριόριστη δυνατότητα για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο ή να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΟλΑΠ 1/2007). Επομένως, σε ατομικό επίπεδο, είναι έγκυρη η μεταξύ εργοδότη και μισθωτού συμφωνία, κατά την οποία ο δεύτερος θα λαμβάνει, για την παρεχόμενη εργασία, την αμοιβή που προβλέπεται από την εκάστοτε ισχύουσα ή μέλλουσα να ισχύσει ΣΣΕ, η οποία καταρτίζεται μεταξύ τρίτων, έστω και αν τα μέρη της ατομικής σύμβασης δεν είναι μέλη των οργανώσεων, που καταρτίζουν τη ΣΣΕ, ή θέτει προϋποθέσεις που δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος μισθωτός. Για το κύρος της συμφωνίας αυτής δεν απαιτείται η τήρηση τύπου. Σε μια τέτοια περίπτωση, αν με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης ΣΣΕ, τότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης και οι συλλογικές ρυθμίσεις προς τις οποίες γίνεται η παραπομπή με την ατομική σύμβαση, αποκτούν έναντι των συμβαλλομένων συμβατική δύναμη (ΑΠ 248/2020, 692/2014).

Με την ΣΣΕ του έτους 2009 (08-04-2009) για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Εργαζομένων στις Επιχειρήσεις Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας και Συστημάτων Ασφαλείας όλης της χώρας έτους 2009 (Π.Κ. Υπ. Απασχ. 23/25.5.2009), ετήσιας διάρκειας, που δεν κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική, ορίστηκαν τα κατώτερα όρια αποδοχών και το επίδομα επικινδυνότητας των καλυπτόμενων από αυτήν μισθωτών.

3. Προς εναρμόνιση της ελληνικής εργατικής νομοθεσίας με την οδηγία 91/553 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκδόθηκε το Π.Δ. 156/1994, με το οποίο επιβάλλεται σε κάθε εργοδότη η υποχρέωση να ενημερώνει τον εργαζόμενο σχετικά με τους όρους της σύμβασης ή της εργασιακής σχέσης.. Σύμφωνα με το άρθ. 2 παρ. 2 του ως άνω Π.Δ.

η ενημέρωση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστο τα σ' αυτό αναφερόμενα στοιχεία μεταξύ των οποίων και: ζ) τις πάσης φύσεως αποδοχές που δικαιούται ο εργαζόμενος και την περιοδικότητα καταβολής τους, θ) αναφορά της συλλογικής ρύθμισης που έχει εφαρμογή και καθορίζει τους ελάχιστους όρους αμοιβής και εργασίας του εργαζομένου.

Η υποχρέωση ενημέρωσης αφορά δηλαδή την ήδη υπάρχουσα νομική κατάσταση της σύμβασης ή της εργασιακής σχέσης και δεν δημιουργεί νέα κατάσταση ή νέα συμφωνία, αφού το εν λόγω διάταγμα δεν αποτελεί πηγή δικαίου, αλλά έχει απλά ενημερωτικό χαρακτήρα. Ενόψει αυτού, χωρίς την ύπαρξη ειδικής συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, με την οποία να γίνεται ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης ΣΣΕ, μόνη η έγγραφη ενημέρωση του εργαζομένου, κατά τις διατάξεις του Π.Δ. 158/1994, για τις ισχύουσες κατά το χρόνο της ενημέρωσης συλλογικές ρυθμίσεις και η αποδοχή τους από τον εργαζόμενο, δεν καθιστά αυτοδικαίως τους όρους της συγκεκριμένης ΣΣΕ και όρους της ατομικής σύμβασης του μισθωτού.

Με την εκτέλεση δηλαδή, εκ μέρους του εργοδότη, των όσων επιβάλλουν οι διατάξεις του Π.Δ. 156/1994 γίνεται απλώς ενημέρωση του εργαζομένου για τους ισχύοντες όρους που διέπουν τη σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται ήδη από το νόμο και τη συλλογική σύμβαση και δεν επέρχεται κάποια μεταβολή στη συγκεκριμένη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας από μόνη την ενέργεια αυτή (ΑΠ 251/2012).

4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. (ΟλΑΠ 3/2020, 1/2016,2/2013,7/2006).

Εξ' άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες νοούνται στη διάταξη αυτή οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 319/2017, 1184/2015).

5. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα, παραδεκτώς επισκοπούμενα (αρ. 561 αρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα:

Ο ενάγων με την από 16-12-2014 με αρ.καταθ. 18733/22.12.2014 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης εξέθετε ότι στις 10-04-2009 προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρεία που κατά το σκοπό της παρέχει υπηρεσίες ασφαλείας με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως φύλακας.

Ότι, κατά το έτος της πρόσληψής του, ίσχυε η από 08-04-2009 κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και συστημάτων ασφαλείας όλης της χώρας, η οποία περιλήφθηκε και ως όρος της ατομικής του σύμβασης.

Ότι ο ενάγων απασχολήθηκε στην εναγομένη με πλήρη απασχόληση κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή και ότι η τελευταία δεν του κατέβαλε τις νόμιμες αποδοχές με βάση τις κλαδικές ΣΣΕ της ειδικότητάς του, τις προσαυξήσεις για νυχτερινή εργασία και εργασία κατά τις Κυριακές. Ζήτησε, με βάση αυτά, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για το χρονικό διάστημα από το μήνα Απρίλιο του 2009 έως το μηνά Δεκέμβριο του 2012 για διαφορές αποδοχών, προσαυξήσεις για εργασία κατά τις Κυριακές και τη νύχτα συνολικό ποσό 10.618,00 ευρώ, νομιμοτόκως κατά τις εκεί διακρίσεις, άλλως κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 5441/2015 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν.

Ύστερα από άσκηση έφεσης κατ' αυτής της εναγομένης εταιρείας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη 11624/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε την έφεση κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη, δίκασε εκ νέου την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 9.961,47 ευρώ, νομιμοτόκως κατά τις εκεί διακρίσεις.

6. Το δικαστήριο της ουσίας, από την παραδεκτώς επισκοπούμενη αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (ΚΠολΔ 561 αρ.2), δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:

Ότι ο ενάγων, κάτοχος της ... της 24-04-2009 άδειας εργασίας προσωπικού ασφαλείας ιδιωτικής επιχείρησης παροχής υπηρεσιών ασφαλείας, προσλήφθηκε στις 10-04-2009 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του φύλακα, από την εναγόμενη επιχείρηση, που είχε τότε την επωνυμία ISS ASPIS SECURITY S.Α. και πλέον την αναφερόμενη στα εισαγωγικά της παρούσας- επωνυμία ISS SECURITY ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, με έδρα τη Θεσσαλονίκη, και με αντικείμενο δραστηριοτήτων την παροχή υπηρεσιών ασφαλείας.

Ότι τοποθετήθηκε σε έργο φύλαξης, που είχε αναλάβει η εργοδότρια, στο ... μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2009, οπότε και μετατέθηκε στο εργοτάξιο του Μετρό στην ... και αργότερα στο εργοτάξιο του Μετρό στην .... Από τον Απρίλιο του 2010 παρείχε τις υπηρεσίες του στο εργοτάξιο του Μετρό του ..., τον Απρίλιο του 2011 μεταφέρθηκε στο Μετρό της ... και τέλος μετατέθηκε στη φύλαξη του ΟΣΕ.

Ότι το χρονικό διάστημα από 10-04-2009 έως 31-12-2012 εργαζόταν πέντε ημέρες εβδομαδιαίως επί οκτάωρο ημερησίως, ήτοι 40 ώρες εβδομαδιαίως με το σύστημα των βαρδιών και συγκεκριμένα 06:00-14:00 (πρωινή βάρδια), 14:00-22:00 (απογευματινή βάρδια), 22:00-06:00 (βραδινή βάρδια). Έτσι εργαζόταν τουλάχιστον 7 νύχτες ανά μήνα, όταν ο μήνας είχε 30 ημέρες και 8 νύχτες όταν ο μήνας είχε 31 ημέρες. Εργαζόταν τουλάχιστον 4 Κυριακές το μήνα και ελάμβανε δύο αναπληρωματικές ημέρες ανάπαυσης (ρεπό) στην εβδομαδιαία εργασία του μόνο τις καθημερινές- εργάσιμες ημέρες καθώς η επιχείρηση της εναγομένης, ως εκ της φύσης της, με βάση και τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 4 ΒΔ. 748/1966, νόμιμα λειτουργεί όλες τις ημέρες της εβδομάδας επί 24 ώρες και συνεπώς δεν εφαρμόζονται επ' αυτής οι κείμενες από το ως άνω ΒΔ διατάξεις περί υποχρεωτικής αναπαύσεως την ημέρα της Κυριακής και των εξαιρετέων ημερών αργίας.

Ότι η αμοιβή του συμφωνήθηκε να είναι η προβλεπόμενη από την Εθνική Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, ότι για το έτος 2009 ίσχυε η από 08-04-2009 Εθνική Κλαδική ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις Επιχειρήσεις Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας και Συστημάτων Ασφαλείας όλης της χώρας (Πρ. Κατ. Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων 23/25-5-2009).

Ότι, από αυτό προκύπτει ότι κατά το χρόνο πρόσληψής του ο ενάγων θα πληρωνόταν με αυτά που προέβλεπε η εθνική Κλαδική ΣΣΕ του έτους 2009, παρόλο που ο ενάγων δεν ήταν μέλος του συνδικαλιστικού σωματείου και ανεξάρτητα από την κήρυξη ή μη αυτής ως υποχρεωτικής.

Ότι με βάση την ανωτέρω ΣΣΕ ο μισθός του ενάγοντος ανερχόταν από την πρόσληψή του μέχρι το τέλος του έτους 2009 σε 813,84 ευρώ (739,56 ευρώ βασικός μισθός+επίδομα επικινδυνότητας 74,28 ευρώ). Ότι και μετά τη λήξη του έτους 2009 οι νόμιμες αποδοχές του ενάγοντος, ανέρχονταν στο ίδιο παραπάνω ποσό, διότι ενσωματώθηκαν στην ατομική του σύμβαση και αποτελούσαν όρο αυτής.

Ότι η επόμενη κλαδική ΣΣΕ του έτους 2010 (29-06-2010) δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω, αφού ο ενάγων δεν ήταν μέλος της εργατικής συνδικαλιστικής οργάνωσης που υπέγραψε τις από 29-06-2010 και από 01-09-2011 Εθνικές Κλαδικές ΣΣΕ. για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Εργαζομένων στις Επιχειρήσεις Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας και Συστημάτων Ασφαλείας όλης της χώρας. Ούτε και αποδείχθηκε ότι υπήρξε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, έστω και σιωπηρή, για την εφαρμογή των Κλαδικών αυτών ΣΣΕ (των μεταγενέστερων αυτής του έτους 2009).

Ότι οι διάδικοι δεν δεσμεύονται παρά μόνον από την προαναφερθείσα κλαδική συλλογική σύμβαση που ίσχυε κατά την κατάρτιση της μεταξύ τους σύμβασης,

ενώ δεν υπήρξε ατομική συμφωνία εφαρμογής άλλης ΣΣΕ.

Με βάση αυτά, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με βάση τον προβλεπόμενο από την ανωτέρω Κλαδική ΣΣΕ βασικό μισθό υπολόγισε τις νόμιμες αποδοχές του ενάγοντος και ακολούθως εξήγαγε τα αξιούμενα ποσά για διαφορές δεδουλευμένων, επιδομάτων εορτών και αδείας, προσαυξήσεων για νυχτερινή εργασία και εργασία κατά τις Κυριακές, για το από την πρόσληψή του και επέκεινα χρονικό διάστημα.

7. Με τις ανωτέρω παραδοχές το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφαση ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 361 ΑΚ. Τούτο διότι δέχεται ανελέγκτως ότι ως αμοιβή του αναιρεσιβλήτου -ενάγοντος συμφωνήθηκε, ατύπως, και χωρίς να ταυτίζεται η κατάρτιση της ανωτέρω συμφωνίας με την ενημέρωση της αναιρεσείουσας προς τον αναιρεσίβλητο, η προβλεπόμενη στην από 08-04-2009 Εθνική Κλαδική ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις Επιχειρήσεις Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας και Συστημάτων Ασφαλείας και ότι οι όροι της ανωτέρω παραπεμπόμενης ΚΣΣΕ κατέστησαν συμβατικοί όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας του, και ως τέτοιοι ήταν εφαρμοστέοι στην ένδικη σύμβαση.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται η από τον αρ.1 εδ. α’ του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια για ευθεία παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων και αυτής του άρθρου 361 ΑΚ, όπως και του Π.Δ. 156/1994, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, υπό τις διαλαμβανόμενες παραδοχές, το αποδεικτικό πόρισμα θεμελειώνεται στη συμβατική παραπομπή της ατομικής σύμβασης εργασίας στην ΚΣΣΕ του έτους 2009 για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας (ΠΚ Κατ.

Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων 23/25-5-2009) και ως εκ τούτου ο ίδιος λόγος για ευθεία παραβίαση της από 08-04-2009 ΚΣΣΕ, των άρθρων 3 παρ.1 β’ και 4,6 παρ.2,7 παρ.2,8 παρ.2,9,11 παρ.2 του Ν.1876/1990, υπό την επίκληση της μη δέσμευσης της αναιρεσείουσας από την ανωτέρω ΚΣΣΕ, στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης.

Τούτο διότι η ανωτέρω ΚΣΣΕ δεν εφαρμόστηκε υπό την κανονιστική της μορφή. Περαιτέρω, η με τον ίδιο πρώτο λόγο αιτίαση περί αοριστίας της αγωγής κατά την αγωγική βάση αυτής από το άρθρο 361ΑΚ, προεχόντως προβάλλεται απαραδέκτως, καθόσον δεν γίνεται επίκληση ότι τον σχετικό ισχυρισμό περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής είχε προτείνει η αναιρεσείουσα παραδεκτά ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. (ΚΠολΔ 562 παρ.2).

Τέλος, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται η από τον αρ.6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, είναι αόριστος, διότι δεν διαλαμβάνεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει καθόλου ή περιέχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και επί ποίων ουσιωδών για την έκβαση της δίκης ισχυρισμών.

8. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ως και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια, αλλά αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα-εναγομένη, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως, αποδίδει στην προσβαλλόμενη την αναιρετική πλημμέλεια ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. Ειδικότερα, ότι έλαβε υπόψη ως βάση των αξιούμενων νόμιμων μισθολογικών διαφορών για το ένδικο χρονικό διάστημα τη συμβατική παραπομπή της ατομικής σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου στους μισθολογικούς όρους της από 08-04-2009 ΚΣΣΕ, την οποία δεν επικαλείτο ο ενάγων. Όμως, από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής, στην οποία, μεταξύ άλλων, εκτίθεται, ότι για το έτος 2009 ίσχυε η από 08-04-2009 ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής ασφαλείας και συστημάτων ασφαλείας όλης της χώρας και ακολούθως επί λέξει ότι "η εφαρμογή της περιλαμβάνονταν και ως όρος της ατομικής μου σύμβασης εργασίας", προκύπτει ότι σ'αυτήν διαλαμβάνονταν βάση με την κατά τα ανωτέρω άτυπη παραπομπή στην τελευταία κατά το άρθρο 361 ΑΚ. Επομένως, ο από τον αρ.5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως, είναι αβάσιμος.

9. Με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση. Κατόπιν της απόρριψης της αιτήσεως, το παραδεκτώς ασκούμενο με τις κατατεθείσες προτάσεις, που κατατέθηκαν την προηγούμενη ημέρα της συζητήσεως, αίτημα της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, (ΚΠολΔ 579) με την υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου ν' αποδώσει σ' αυτήν το ποσό των 6.381,02 ευρώ του εισέπραξε σε εκτέλεση (εκούσια) της απόφασης που αναιρέθηκε, καθίσταται άνευ αντικειμένου. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-11-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της 11624/2018 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 2α Ιουνίου 2020. –Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στην Αθήνα, την 8η Δεκεμβρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ