1243/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1243/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η ανωτέρω έφεση της ως άνω εκκαλούσας εταιρείας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της προαναφερθείσας οριστικής απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η από 29.5.2013 και με αριθ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1243 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1243/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικός διάδοχος, εκ διασπάσεως της εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μάρκου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ν. Δ. του Θ., κατοίκου ..., 2)Α. Σ. του Α., κατοίκου ..., 3)Β. Κ. του Ε., κατοίκου ... και 4)Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/5/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αιγιαλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 44/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/7/2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από τις υπ' αριθμό ….27/31 Ιανουαρίου 2018, ….28/31 Ιανουαρίου 2018, ….02/12 Ιανουαρίου 2018 και …29/31 Ιανουαρίου 2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αιγίου Θ. Τ., που προσκομίζει η αναιρεσείουσα εταιρεία, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 18.7.2017 και με αριθ. κατάθ. 31/20.7.2017 αίτησης αναίρεσης αυτής με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (24.4.2018), καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτής νόμιμα και εμπρόθεσμα προσωπικά προς τους αναιρεσίβλητους (άρθ. 126 παρ. 1 περ. α του ΚΠολΔ). Εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτών.
Με την από 18.7.2017 και με αριθ. κατάθ. 31/20.7.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 44/6.6.2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, δικάσαντος ως Εφετείου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 19.2.2015 και με αριθ. κατάθ. 80 - 26/24.2.2015 έφεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", ήδη αναιρεσείουσας, ως καθολικής διαδόχου από διάσπαση κατά το άρθρο 7 του Ν. 4237/2014 της αρχικώς εναγομένης και υπό την αυτή επωνυμία ανώνυμης εταιρείας "...", κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 2/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας.
Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η ανωτέρω έφεση της ως άνω εκκαλούσας εταιρείας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της προαναφερθείσας οριστικής απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η από 29.5.2013 και με αριθ.
κατάθ. 53/28.5.2013 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά της αρχικά εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την αυτή επωνυμία "..." και είχαν επιδικασθεί σε αυτούς ως αποζημίωση, λόγω πλήρους συνταξιοδότησης αυτών, τα χρηματικά ποσά των (13.594,80), (13.122,10), (14.170,80) και (14.055,60) ευρώ αντιστοίχως. Με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε ως κατ' ουσία αβάσιμη η αντέφεση που άσκησαν οι εναγόμενοι με τις ενώπιον του εν λόγω Δικαστηρίου προτάσεις των.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 περίπτωση πρώτη του Ν. 3891/2010 "Αναδιάρθρωση, εξυγίανση και ανάπτυξη του ομίλου ΟΣΕ και της ΤΡΑΙΝΟΣΕ και άλλες διατάξεις για το σιδηροδρομικό δίκτυο" (ΦΕΚ Α 188/4.11.2010), όπως αυτή ίσχυε ως εκ του κρίσιμου χρόνου πριν από την τροποποίηση αυτής με την υποπαράγραφο ΙΒ. 2 παρ.7 του άρθρου πρώτου του Ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α 85), ορίσθηκε ότι "Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου κάθε υφιστάμενη συμβατική, νόμιμη ή άλλη αποζημίωση που καταβάλλεται από την Εταιρεία λόγω καταγγελίας και εν γένει με αφορμή τη λύση υφισταμένης ή μέλλουσας να συσταθεί σχέσης ή σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου απαγορεύεται να υπερβαίνει τα όρια των νόμων 2112/1920 και 3198/1955, όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν, για την αποζημίωση λόγω καταγγελίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου...".
Με τη διάταξη δε του άρθρου 21 του ιδίου Νόμου και υπό τον παράτιτλο "Κατεπείγον επιτακτικό γενικότερο συμφέρον και ρύθμιση γενικών όρων εργασίας" ορίσθηκε στην παράγραφο 1 αυτού ότι: "Οι διατάξεις των άρθρων 15 - 21 [που] ρυθμίζουν γενικούς όρους εργασίας και τίθενται σε ισχύ, ισχύουν, ακολουθούνται και εξυπηρετούν λόγους κατεπείγοντος επιτακτικού γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, που συνδέεται ιδίως με το πρόγραμμα εξυγίανσης και την ανάπτυξη της εταιρείας, την προστασία και την διασφάλιση των θέσεων εργασίας και την ανόρθωση των δημόσιων οικονομικών εν γένει και κατισχύουν κάθε αντίθετης ή άλλης, γενικής ή ειδικής, διάταξης, συμφωνίας, όρου ή ρήτρας νόμου, ή κανονισμού έχοντος ισχύ νόμου, κανονιστική ή άλλη ή συμβατικού ή οργανισμού ή συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης ή συλλογικής συμφωνίας ή ατομικής σύμβασης ή συμφωνίας ή επιχειρησιακής πρακτικής ή εργασιακής συνήθειας ή άλλης, πάσης μορφής και είδους, πηγής δικαίου" και στην παράγραφο 2 αυτού ότι "Κάθε ρύθμιση αντίθετη, άμεσα ή έμμεσα προς τις διατάξεις των άρθρων 15 - 21 καταργείται, των διατάξεων των άρθρων 15 - 21 θεωρουμένων ως ειδικότερων".
Οι διατάξεις αυτές, που αφορούσαν κατά το άρθρο 2 του εν λόγω Νόμου τον Οργανισμό Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ) και τις θυγατρικές αυτού εταιρείες, επεκτάθηκαν και στην εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "..." [της οποίας καθολική διάδοχος, κατόπιν διάσπασης αυτής σε δύο εταιρείες, κατέστη η υπό την αυτή επωνυμία αναιρεσείουσα εταιρεία, στην οποία εισφέρθηκαν όλα τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού της δραστηριότητας της παραγωγής όπλων, πυρομαχικών και εν γένει πολεμικού υλικού, δυνάμει του άρθρου 7 του Ν. 4237/2014 (ΦΕΚ Α 36)], με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 1 του Ν. 3899/2010 "Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του προγράμματος στήριξης της ελληνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α 212/17.12.2010), με την οποία ορίσθηκε ότι "Τα άρθρα 15 έως και 21 του ν. 3891/2010 (ΦΕΚ 188 Α') εφαρμόζονται αναλόγως και στα ...".
Σύμφωνα δε με την αιτιολογική έκθεση του ως άνω Ν. 3899/2010 η εναγομένη εταιρεία είχε σωρεύσει ένα τεράστιο χρέος, άνω του ενός δισεκατομμυρίου ευρώ και παρουσίαζε σοβαρά λειτουργικά προβλήματα, έχοντας πλεονάζον προσωπικό που αύξανε το λειτουργικό της κόστος σε μία περίοδο έλλειψης παραγγελιών - νέων συμβολαίων, λόγοι που καθιστούσαν αναγκαία την ανάλογη εφαρμογή των ρυθμίσεων των άρθρων 15 έως και 21 του Ν. 3891/2010 που είχαν ήδη θεσπισθεί για τον ΟΣΕ, ιδίως σε θέματα μεταφοράς του πλεονάζοντος προσωπικού και εξορθολογισμού του λειτουργικού της κόστους.
Ως χρόνος έναρξης της ισχύος των διατάξεων του τελευταίου αυτού νόμου (πλην ορισμένων εξαιρέσεων που δεν αφορούν τη συγκεκριμένη υπόθεση) ορίσθηκε η δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (17.12.2010) κατά το άρθρο 19 παρ.2 αυτού. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και ενόψει και του επιδιωκομένου με αυτές σκοπού μείωσης του λειτουργικού κόστους της εναγομένης εταιρείας σαφώς προκύπτει ότι από την έναρξη ισχύος του Ν. 3899/2010 (17 Δεκεμβρίου 2010) καταργήθηκαν οι τυχόν ευνοϊκότεροι όροι επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας που προηγουμένως δέσμευαν την εναγομένη, δυνάμει των οποίων το προσωπικό αυτής, σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και ειδικότερα λόγω συνταξιοδότησης, δικαιούτο μεγαλύτερης της προβλεπομένης από τις διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας αποζημίωσης.
Τέτοιοι όροι ήταν και εκείνοι των παρ. 1 και 3 του άρθρου 15 του Κεφαλαίου Β της από το έτος 2001 επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας, οι οποίοι επαναλήφθηκαν και σε μεταγενέστερες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που προέβλεπαν ο μεν πρώτος (παρ. 1) ότι σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ της Ελληνικής Βιομηχανίας Όπλων (ΕΒΟ) [η οποία συγχωνεύθηκε το έτος 2003 με την εταιρεία ....
με συνέπεια τη σύσταση της εναγομένης εταιρείας] και εργατοτεχνίτη ή αποχώρησης λόγω συνταξιοδότησης, η οφειλομένη αποζημίωση θα υπολογίζεται με βάση τις διατάξεις του Ν. 2112/1920 περί υπαλλήλων, ο δε δεύτερος (παρ. 3) ότι χορηγείται πρόσθετη παροχή στο προσωπικό της εταιρείας που είτε αποχωρεί λόγω συνταξιοδότησης για οποιοδήποτε λόγο, είτε λύεται λόγω καταγγελίας η σύμβαση εργασίας του το ισόποσο των δύο μηνιαίων μισθών, εφόσον οι εργαζόμενοι έχουν συμπληρώσει τρία (3) έτη υπηρεσίας στην ΕΒΟ τουλάχιστον και μέχρι δέκα έτη και το ισόποσο των τριών μηνιαίων μισθών, εφόσον οι εργαζόμενοι έχουν συμπληρώσει δέκα (10) έτη υπηρεσίας στην ΕΒΟ.
Επομένως προκειμένου περί εργατοτεχνιτών που αποχωρούν μετά τις 17 Δεκεμβρίου 2010 από την εργασία τους στην εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, ως καθολική διάδοχο της αρχικής εργοδότριας εταιρείας αυτών με την επωνυμία "Ελληνική Βιομηχανία Όπλων", λόγω συμπλήρωσης στο πρόσωπο αυτών των κατά νόμο προϋποθέσεων για την λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, η αποζημίωση αυτών θα υπολογισθεί σε ποσοστό 40% (εφόσον είναι επικουρικά ασφαλισμένοι) της αποζημίωσης των εργατοτεχνιτών που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 5 του Β.Δ/τος της 16/18.7.1920, το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 2 του Ν. 2112/1920, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 εδ.
β του Ν.3198/1955 που προστέθηκε με το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν.Δ/τος 3789/1957 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ.1 του Ν. 435/1976 και όχι με βάση τις ρυθμίσεις των όρων 15 παρ. 1 και παρ. 3 (της τελευταίας μειωμένης κατά το μέτρο του άρθρου 3 του Α.Ν. 173/1967) του κεφαλαίου Β της από το έτος 2001 επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας, αφού οι τελευταίες αυτές συλλογικές ρυθμίσεις καταργήθηκαν ως αντίθετες στις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 20 παρ.2 και 21 του Ν. 3891/2010, σύμφωνα με τη ρητή περί τούτου διάταξη του άρθρου 21 παρ.2 του Ν. 3891/2010 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 1 παρ.4 του Ν. 3899/2010.
Στη συνέχεια με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 της υπ' αριθ. 6/28.2.2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α 38), [εφεξής Π.Υ.Σ.] που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α 28/14.2.2012) και στο πλαίσιο της χορηγηθείσας νομοθετικής εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2307/2014) ορίσθηκε ότι: "Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή τη καταγγελία τους.
Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του Ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εντωμεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς όρους εργασίας αποκλειστικώς εκείνοι οι όροι που αφορούν α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.
Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή τροποποιημένης ατομικής σύμβασης".
Με τη διάταξη της παρ. 5 ορίσθηκε ότι οι διατάξεις των παρ. 1,4 και 5 του άρθρου 9 του Ν. 1876/1990 παύουν να ισχύουν και με την παρ. 6 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι κατά το στάδιο της μετενέργειας, ήτοι κατά τη χρονική περίοδο μετά την πάροδο του προβλεπομένου ως άνω τριμήνου από την καταγγελία συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης, οπότε λήγει η ισχύς των όρων αυτής, ή την πάροδο τριμήνου από την έναρξη εφαρμογής του Ν. 4046/2012 (14.2.2012) για όσες συλλογικές συμβάσεις είχαν ήδη λήξει ή καταγγελθεί, ήτοι από 14 Μαΐου 2012, καταργήθηκαν όλοι οι κανονιστικοί όροι συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή εξομοιουμένων με αυτές διαιτητικών αποφάσεων, με αποκλειστική εξαίρεση εκείνους που αφορούσαν το βασικό μισθό και τα ανωτέρω επιδόματα που εξακολούθησαν να ισχύουν ως προσωρινά πλέον ενσωματωμένοι ενοχικοί όροι των ήδη εν ισχύει ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 453/2010).
Επομένως καταργήθηκαν και οι κανονιστικοί όροι συλλογικών συμβάσεων που αφορούσαν την καταβολή επί πλέον παροχής, πέραν της αποζημίωσης, κατά τη λήξη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, λόγω πλήρους συνταξιοδότησης του μισθωτού ή για άλλο λόγο. Για την παύση της καταβολής των λοιπών ως άνω μισθολογικών παροχών, δεν απαιτείται κατά νόμο συναίνεση του εργαζομένου, ούτε προηγούμενη ενημέρωση των μισθωτών, αφού αυτή επιβάλλεται ευθέως από το νόμο.
Δεν καταλείπεται όμως έδαφος εφαρμογής της ως άνω διάταξης του άρθρου 2 παρ.4 της ως εν λόγω Π.Υ.Σ., ως προς το ύψος της οφειλομένης αποζημίωσης στις περιπτώσεις λύσης των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των μισθωτών της εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία προβλεπόταν από τις ρυθμίσεις του άρθρου 15 παρ.1 και 3 του κεφαλαίου Β της επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας του έτους 2001, που διατηρήθηκε σε ισχύ με μεταγενέστερες συλλογικές συμβάσεις, διότι οι συλλογικές αυτές ρυθμίσεις είχαν ήδη κατά τα ανωτέρω καταργηθεί από 17.12.2010, πριν δηλαδή τη θέση σε ισχύ της ως άνω με αριθ. 6/28.12.2012 Π.Υ.Σ., δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 20 παρ.2 και 21 του Ν. 3891/2010 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρο 1 παρ.4 του Ν. 3899/2010, οι οποίες είναι ειδικότερες και προγενέστερες σε σχέση με τη μεταγενέστερη και γενικότερου χαρακτήρα ως άνω ρύθμιση του άρθρου 2 παρ.4 της με αριθ. 6/28.2.2012 Π.Υ.Σ.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Τέλος κατά τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το Ν. 4335/2015 για αναιρέσεις που ασκούνται μετά την 1.1.2016, λόγος αναίρεσης (μεταξύ άλλων) στηριζόμενος στον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και κατά συνέπεια και στον ομοίου περιεχομένου αριθμό 1 του άρθρου 560 του ιδίου Κώδικα) εξετάζεται (και) αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο.
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με αναφορά στα επί μέρους αποδεικτικά μέσα δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: " Ο πρώτος ενάγων προσλήφθηκε από την εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΟΠΛΩΝ" την 1-11-1979, ο δεύτερος την 18-8-1985, ο τρίτος την 23-2-1981 και ο τέταρτος των εναγόντων [και ήδη αναιρεσίβλητων] την 21-4-1980 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εργάσθηκαν εκεί μέχρι την συνταξιοδότησή τους την 9-4-2013, την 19-2-2013, την 31-1-2013 και την 11-1-2013 αντίστοιχα.
Ειδικότερα ο πρώτος ενάγων παρείχε την εργασία του στην εναγομένη με την ειδικότητα του λιμαδόρου από 1-11-1979 έως 31-12-1984, από 1-1-1985 έως την 31-12-2004 με την ειδικότητα του χειριστή εργασιών πάγκου και από 1-1-2005 μέχρι 9-4-2013 με την ειδικότητα του ρυθμιστή μηχανών. Ο δε δεύτερος ενάγων παρείχε την εργασία του στην εναγομένη με την ειδικότητα του εργαλειοκατασκευαστή από 19-8-1985 μέχρι 19-2-2013.
Ο τρίτος ενάγων παρείχε την εργασία του στην εναγομένη με την ειδικότητα του λειαντή από 23-2-1981 έως 31-7-1983, με την ειδικότητα του χειριστή μηχανών από 1-8-1983 μέχρι 31-12-1984 και με την ειδικότητα του χειριστή/ρυθμιστή CNC μηχανών από 1-1-1985 μέχρι 31-1-2013. Ο δε τέταρτος ενάγων παρείχε την εργασία του στην εναγομένη με την ειδικότητα του χειριστή εργαλειομηχανών από 21-4-1984 έως 31-12-1984, με την ειδικότητα του χειριστή/ρυθμιστή μηχανών μεσαίων διαμετρημάτων από 1-1-1985 έως την 30-6-1987 και με την ειδικότητα του χειριστή/ρυθμιστή CNC μηχανών από 1-7-1987 μέχρι 11-1-2013.
Από το έτος 2003, την ως άνω εργοδότρια εταιρεία διαδέχθηκε η εναγομένη εταιρεία κατόπιν συγχωνεύσεως αυτής με την εταιρεία με την επωνυμία "..." με βάση το νόμο 3195/2003. Η σύμβαση συγχωνεύσεως υπεγράφη στις 28-12-2003, συνταχθείσης της υπ' αριθμ. ….6/28.12.2003 πράξεως της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Σ. που καταχωρήθηκε στις 21-1-2004 στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Αθηνών, η καταχώρηση δε αυτή δημοσιεύθηκε στο τεύχος ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ υπ' αριθ. 418/20-1-2004.
Από της ως άνω καταχωρήσεως στο Μητρώο ΑΕ της σχετικής εγκριτικής διοικητικής απόφασης επήλθαν αυτοδικαίως τα αποτελέσματα του άρθρου 75 ΚΝ 2190/1920 και του ν. 3195/2003 και η εναγομένη υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των συγχωνευθεισών εταιρειών, ως καθολική διάδοχος αυτών. Με το άρθρο 5 μάλιστα του ως άνω ιδρυτικού νόμου της εναγομένης εταιρείας προβλέπεται ότι οι εργαζόμενοι διατηρούν στη νέα εταιρεία και στις θυγατρικές της τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τις υφιστάμενες, κατά το χρόνο της συγχώνευσης, συμβάσεις και σχέσεις εργασίας.
Η εναγομένη συνέχισε να απασχολεί τους ενάγοντες, μέχρι τον προαναφερόμενο χρόνο, οπότε και αντίστοιχα λύθηκε η σύμβαση εργασίας [ενν. εκάστου των εναγόντων], λόγω πλήρους συνταξιοδότησης αυτών. Η εναγομένη, της οποίας καθολική διάδοχος είναι η παρισταμένη εταιρεία [ήδη αναιρεσείουσα] όφειλε αποζημίωση στους ενάγοντες, λόγω συνταξιοδοτήσεως, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 15 παρ.1 της Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας έτους 2001, το οποίο ορίζει ότι σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ ΕΒΟ και εργατοτεχνίτη ή αποχώρησης λόγω συνταξιοδότησης, η οφειλομένη αποζημίωση θα υπολογίζεται με βάση τις διατάξεις του ν. 2112/1920 περί υπαλλήλων.
Η ανωτέρω ΕΣΣΕ παρέμεινε σε ισχύ και κατά το χρόνο συνταξιοδότησης των εναγόντων και επομένως η αποζημίωσή τους, λόγω συνταξιοδότησης, καθοριζόταν από τις διατάξεις του ανωτέρω νόμου, περιοριζόμενη όμως, ως προς το ανώτατο όριο από το άρθρο 2 του Α.Ν. 173/1967. Ο ισχυρισμός της εναγομένης, ότι λόγω της εφαρμογής κατά το χρόνο συνταξιοδότησης των εναγόντων, της περίπτωσης πρώτης της παρ.2 του άρθ. 20 του Ν. 3891/2010, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με την υποπαρ.
ΙΒ. 2 περ.7 άρθρου πρώτου Ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α 85/7/4/2014) και στην ίδια (άρθ. 1 παρ. 4 Ν. 3899/2010, ΦΕΚ Α 212/17.12.2010), η αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης των εναγόντων υπολογίζεται με βάση τις διατάξεις του ΒΔ 16/18-7-1920 που αφορά την αποζημίωση των εργατοτεχνιτών, δεν είναι νομικά βάσιμος, γιατί η ανωτέρω διάταξη του ν. 3891/2010 αναφέρεται μόνο στα ανώτερα όρια της αποζημίωσης που προβλέπονται και όχι στις λοιπές διατάξεις των νόμων αυτών και δη στη διάκριση, ως προς την αποζημίωση, μεταξύ υπαλλήλου και εργατοτεχνίτη.
Όπως προαναφέρθηκε ο πρώτος και ο δεύτερος των εναγόντων αποχώρησαν λόγω συνταξιοδότησης από την εναγομένη εταιρεία την 9-4-2013 και 19-2-2013 αντίστοιχα με τελευταίες μικτές αποδοχές 1.181,75 ευρώ ο καθένας εξ αυτών, ο τρίτος την 31-1-2013 με τελευταίες μικτές αποδοχές 1.241,75 ευρώ και ο τέταρτος των εναγόντων την 11-1-2013 με τελευταίες μικτές αποδοχές 1.229,75 ευρώ, Η εναγομένη δεν κατέβαλε στους ενάγοντες, ως όφειλε, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις, όπως περιορίζεται από το άρθρο 2 του Α.Ν. 173/1967, ανερχομένη από το χρόνο υπηρεσίας τους (άρθρο 3 παρ.1,3 του Ν. 2112/1920 και άρθρο 15 παρ. 1 και 3 ΕΣΣΕ έτους 2001 και άρθρο 2 ΕΣΣΕ 2008) στο ποσό των 15.000 ευρώ.
Συνεπώς ο πρώτος εκ των εναγόντων, ο οποίος απασχολήθηκε στην εναγομένη από 1-11-1979 έως 9-4-2013, με τελευταίο καταβαλλόμενο μηνιαίο μισθό 1.181,75 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης λόγω συνταξιοδότησης, πρέπει να λάβει το συνολικό ποσό των 11.344,80 ευρώ (1.181,75 ευρώ τελικός μισθός Χ 24 μισθοί = 28.362 Χ 40% = 11.344,80 ευρώ). Επίσης, επειδή ο πρώτος ενάγων είχε απασχόληση μεγαλύτερη των δέκα ετών στην εναγομένη, η τελευταία είχε υποχρέωση να του καταβάλει ως πρόσθετη παροχή το ποσό των 3.545,25 ευρώ (1.181,75 ευρώ Χ 3 μηνιαίους μισθούς = 3.545,25, που περιορίζεται στο ποσό των 2.250 ευρώ), κατόπιν δε του περιορισμού της εν λόγω παροχής από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν.Δ. [ενν.
Α.Ν.] 173/1967 η εναγομένη οφείλει στον πρώτο ενάγοντα ως πρόσθετη παροχή το ποσό των 2.250 ευρώ (15.000 Χ 15%). Ο δεύτερος εκ των εναγόντων, ο οποίος απασχολήθηκε στην εναγομένη από 19-8-1985 έως 19-2-2013, με τελευταίο καταβαλλόμενο μηνιαίο μισθό 1.181,75 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης λόγω συνταξιοδότησης, πρέπει να λάβει το συνολικό ποσό των 10.872,10 ευρώ (1.181,75 ευρώ τελικός μισθός Χ 23 μισθοί = 27.180,25 Χ 40% = 10.872,10 ευρώ).
Επίσης, επειδή ο δεύτερος εκ των εναγόντων είχε απασχόληση μεγαλύτερη των δέκα ετών στην εναγομένη, η τελευταία είχε υποχρέωση να του καταβάλει ως πρόσθετη παροχή το ποσό των 3.545,25 ευρώ (1.181,75 ευρώ Χ 3 μηνιαίους μισθούς = 3.545,25, που περιορίζεται στο ποσό των 2.250 ευρώ), κατόπιν δε του περιορισμού της εν λόγω παροχής από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν.Δ. [ενν.
Α.Ν.] 173/1967 η εναγομένη οφείλει στον δεύτερο ενάγοντα ως πρόσθετη παροχή το ποσό των 2.250 ευρώ (15.000 Χ 15%). Ο τρίτος εκ των εναγόντων, ο οποίος απασχολήθηκε στην εναγομένη από 23-2-1981 έως 31-1-2013, με τελευταίο καταβαλλόμενο μηνιαίο μισθό 1.241,75 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης λόγω συνταξιοδότησης, πρέπει να λάβει το συνολικό ποσό των 11.920,80 ευρώ (1.241,75 ευρώ τελικός μισθός Χ 24 μισθοί = 29.802 Χ 40% = 11.920,80 ευρώ).
Επίσης, επειδή ο τρίτος εκ των εναγόντων είχε απασχόληση μεγαλύτερη των δέκα ετών στην εναγομένη, η τελευταία είχε υποχρέωση να του καταβάλει ως πρόσθετη παροχή το ποσό των 3.725,25 ευρώ (1.241,75 ευρώ Χ 3 μηνιαίους μισθούς = 3.725,25, που περιορίζεται στο ποσό των 2.250 ευρώ), κατόπιν δε του περιορισμού της εν λόγω παροχής από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν.Δ. [ενν.
Α.Ν.] 173/1967 η εναγομένη οφείλει στον τρίτο ενάγοντα ως πρόσθετη παροχή το ποσό των 2.250 ευρώ (15.000 Χ 15%). Τέλος, ο τέταρτος εκ των εναγόντων, ο οποίος απασχολήθηκε στην εναγομένη από 21-4-1980 έως11-1-2013, με τελευταίο καταβαλλόμενο μηνιαίο μισθό 1.229,75 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης λόγω συνταξιοδότησης, πρέπει να λάβει το συνολικό ποσό των 11.805,60 ευρώ (1.229,75 ευρώ τελικός μισθός Χ 24 μισθοί = 29.514 Χ 40% = 11.805,60 ευρώ).
Επίσης, επειδή ο τέταρτος εκ των εναγόντων είχε απασχόληση μεγαλύτερη των δέκα ετών στην εναγομένη, η τελευταία είχε υποχρέωση να του καταβάλει ως πρόσθετη παροχή το ποσό των 3.689,25 ευρώ (1.229,75 ευρώ Χ 3 μηνιαίους μισθούς = 3.689,25, που περιορίζεται στο ποσό των 2.250 ευρώ), κατόπιν δε του περιορισμού της εν λόγω παροχής από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν.Δ. [ενν.
Α.Ν.] 173/1967 η εναγομένη οφείλει στον τέταρτο ενάγοντα ως πρόσθετη παροχή το ποσό των 2.250 ευρώ (15.000 Χ 15%). Σημειωτέον πως οι τρεις μισθοί εδίδοντο ανελλιπώς σε όλους τους εργαζομένους που αποχωρούσαν από την εναγομένη από το 2001 και μετά". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως, απορρίπτοντας ως κατ' ουσία αβάσιμη την έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, η οποία με τους λόγους έφεσης, επικαλούμενη εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ισχυριζόταν ότι μετά την θέση σε ισχύ του άρθρου 1 παρ.4 του Ν. 3899/2010 σε συνδυασμό με το άρθρο 20 παρ.2 και 21 του Ν. 3891/2010, αλλά και στη συνέχεια μετά τη θέση σε ισχύ του άρθρου 2 παρ. 4 της υπ' αριθμό 6/28.2.2012 Π.Υ.Σ με την οποία έληξε η ισχύς των κανονιστικών όρων συλλογικών συμβάσεων εργασίας μετά την πάροδο τριμήνου από την ισχύ του Ν.4046/2012, η αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης των εναγόντων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων έπρεπε να υπολογισθεί με βάση τις διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας για την αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης εργατοτεχνιτών και ότι επί πλέον αυτοί δεν εδικαιούντο της πρόσθετης παροχής της ΕΣΣΕ του 2001, ως εκ του χρόνου λύσης (2013) των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των αναιρεσίβλητων.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε με την προσβαλλομένη απόφαση τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ.2 και 21 του Ν. 3891/2010 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 1 παρ.4 του Ν. 3899/2010, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέες αναλόγως και στην κρινόμενη υπόθεση, αφού η λύση των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των αναιρεσίβλητων, που κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης απασχολούνταν στην εναγομένη εταιρεία ως εργατοτεχνίτες, έλαβε χώρα μετά τις 17.12.2010 και συγκεκριμένα στις 9-4-2013, την 19-2-2013, την 31-1-2013 και την 11-1-2013 αντίστοιχα, οπότε πλέον είχαν καταργηθεί οι ευνοϊκότερες γι' αυτούς ρυθμίσεις του άρθρου 15 παρ.1 και 3 του κεφαλαίου Β της επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας του έτους 2001, που μέχρι τότε είχαν διατηρηθεί σε ισχύ με όρους μεταγενεστέρων ε.σ.σ.ε., οι οποίοι αφορούσαν το ύψος της οφειλομένης σε αυτούς αποζημίωσης λόγω συνταξιοδότησης και την χορήγηση για την αυτή αιτία επί πλέον πρόσθετης παροχής για τους έχοντες υπηρεσία στην εναγομένη άνω των τριών και δέκα ετών αντίστοιχα, παραλλήλως δε παρά το νόμο εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις της ως άνω ε.σ.σ.ε., παρότι αυτές είχαν καταργηθεί από 17.12.2010 με το άρθρο 21 παρ.2 του Ν. 3891/2010 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ.4 του Ν. 3899/2010.
Επομένως ο περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης κατά το ανωτέρω μέρος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης των άρθρων 20 παρ. 2 και 21 παρ.1 και 2 του Ν. 3891/2010 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ.4 του Ν. 3899/2010 αναφορικά με τον υπολογισμό της αποζημίωσης των αναιρεσιβλήτων με την κλίμακα των υπαλλήλων κατ' εφαρμογή του άρθρου 15 παρ. 1 της ε.σ.σ.ε.
του 2001 και της παραβίασης του άρθρου 2 παρ. 4 της υπ' αριθ. 6/28.2.2012 Π.Υ.Σ. αναφορικά με την παροχή πρόσθετης αποζημίωσης από μισθούς τριών μηνών κατ' εφαρμογή του άρθρου 15 παρ. 3 της ε.σ.σ.ε. του 2001 [παρελκούσης της έρευνας αυτού κατά το μέρος που αναφέρεται στη νομιμότητα της ως άνω ρύθμισης του άρθρου 15 παρ. 3 της ε.σ.σ.ε του έτους 2001 με τα άρθρα 2 παρ. 2 και 3 του Α.Ν. 173/1967 και 1 παρ.1 και 2 του Ν.Δ/τος 618/1970], είναι βάσιμος κατ' αμφότερα τα σκέλη του μόνο αναφορικά με την επικαλουμένη πλημμέλεια της παρά το νόμο μη εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων των Ν. 3891/2010 και 3899/2010 που αφορούν κατάργηση αμφοτέρων των ρυθμίσεων των παρ. 1 και 3 του άρθρου 15 της πιο πάνω ε.σ.σ.ε. (και όχι και της επικαλουμένης με αριθ. 6/2012 Π.Υ.Σ., οι ρυθμίσεις της οποίας δεν ευρίσκουν έδαφος εφαρμογής επί της πιο πάνω διαφοράς).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει κατά παραδοχή του λόγου αυτού, όπως αυτός συμπληρώνεται αυτεπαγγέλτως με την παρούσα κατά το άρθρο 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ), αφού αυτή χρήζει περαιτέρω διευκρίνησης ως προς το ύψος της οφειλομένης στους αναιρεσίβλητους αποζημίωσης λόγω πλήρους συνταξιοδότησης αυτών, κατά τις ρυθμίσεις του κοινού εργατικού δικαίου.
Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας εταιρείας, που παρέστη χωρίς να καταθέσει προτάσεις, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183 του ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 44/6.6.2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, δικάσαντος ως Εφετείου.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας εταιρείας από χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ