Legislator Case Law & Legislation
1243/2007 AI generated

1243/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1243/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1243/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επίσης, από τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζομένων που διαπνέει το εργατικό δίκαιο συνάγεται, ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ των τελευταίων δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση συλλογικής σύμβασης εργασίας και ατομικής σύμβασης, αλλά και στη σχέση περισσότερων πηγών (νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, που ρυθμίζουν την εργατική σχέση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1243 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1243/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1 , 2) Χ2 και 3) Χ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Λαμπρόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", αποκεντρωμένης μονάδος του Α΄ Πε.Σ.Υ. Αττικής, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταθαρά βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 614/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 8159/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 28-2-2002 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1341/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 5873/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-1-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 28-9-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 361 Α. Κ., που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση της ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ' ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο και να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη.

Επίσης, από τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζομένων που διαπνέει το εργατικό δίκαιο συνάγεται, ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ των τελευταίων δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση συλλογικής σύμβασης εργασίας και ατομικής σύμβασης, αλλά και στη σχέση περισσότερων πηγών (νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, που ρυθμίζουν την εργατική σχέση.

Με βάση την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, που καθιέρωνε το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3239/1955 (που ίσχυσε μέχρι την 8.5.1990), σε συνδυασμό με το άρθρο 680 Α. Κ., την οποία αρχή προβλέπει τώρα η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας.

Αυτό, διότι οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής σύμβασης εργασίας περιέχουν κατώτατα όρια προστασίας, που απαγορεύουν τη δυσμενέστερη ρύθμιση με ατομική σύμβαση, επιτρέπουν όμως με την τελευταία τη βελτίωση της προστασίας αυτής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 1397/1983 για το εθνικό σύστημα υγείας (Ε.Σ.Υ.), νοσοκομειακές μονάδες που λειτουργούν κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (7.10.1983) ως υπηρεσίες ν.π.δ.δ.

και ασφαλιστικών οργανισμών ή ν.π.ι.δ., εφόσον επιχορηγούνται με οποιοδήποτε τρόπο από το Δημόσιο ή οι δαπάνες λειτουργίας τους βαρύνουν τον προϋπολογισμό ν. π. δ. δ., μετατρέπονται, μέσα σ' ένα χρόνο από τη δημοσίευση του ίδιου αυτού νόμου, σε ν.π.δ.δ. και υπάγονται στις διατάξεις του ν.δ. 2592/1953 ή συγχωνεύονται σε νοσηλευτικά ιδρύματα που υπάγονται στις διατάξείς αυτού του νομοθετικού διατάγματος.

Σε περίπτωση μη μετατροπής ή μη συγχώνευσής τους σε ν.π.δ.δ., γίνονται ν.π.ι.δ. και διακόπτεται η επιχορήγησή τους. Το προσωπικό, πλην του ιατρικού, που υπηρετεί στις μονάδες αυτές που μετατρέπονται σε ν.π.δ.δ., ύστερα από αίτησή του εντάσσεται σε αντίστοιχες θέσεις, που συνιστώνται με τον οργανισμό του νοσοκομείου.

Το προσωπικό που δεν συγκεντρώνει τα νόμιμα προσόντα ή δεν υποβάλλει αίτηση ένταξης εξακολουθεί να υπηρετεί με τις ίδιες προϋποθέσεις, με τις οποίες υπηρετούσε και στη μονάδα που μετατράπηκε, σε προσωρινές θέσεις, που καταργούνται όταν κενωθούν με οποιοδήποτε τρόπο. Μέχρι να εκδοθεί ο νέος οργανισμός και να γίνει η ένταξη στις θέσεις που προβλέπονται απ' αυτόν, το προσωπικό εξακολουθεί να διέπεται από τις διατάξεις που ίσχυσαν κατά το χρόνο δημοσίευσης του προεδρικού διατάγματος της μετατροπής.

Το ως άνω άρθρο, το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 132 του ν. 2071/1992, επαναλήφθηκε στο άρθρο 48 του ίδιου αυτού νόμου 2071/1992. Με το Π.Δ. 30515-8-1983 (ΦΕΚ Α' 108/17-8-1983), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 1397/1983, το αναιρεσίβλητο μετατράπηκε σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και έχει υπαχθεί στις διατάξεις του ν.δ. 2592/1953 και ν. 1397/1983, ενώ με την Α3β/οικ. 13891/17-9-1990 απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και του Αναπληρωτή Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 642/11-101990) εκδόθηκε ο νέος οργανισμός του νοσοκομείου αυτού, που ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (άρθρο 131 ν. 2071/1992), και μετονομάστηκε, φέροντας έκτοτε την επωνυμία "Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ".

Κατά το άρθρο 2 του άνω Π.Δ., το προσωπικό που υπηρετεί κατά τη δημοσίευση του Δ/τος αυτού στο αναιρεσίβλητο εξακολουθεί να υπηρετεί σ΄ αυτό με την ίδια σχέση εργασίας και μετά την κατά το προηγούμενο άρθρο υπαγωγή του στις διατάξεις του ν.δ. 2592/53, μέχρι κατάρτισης του νέου οργανισμού του, που με τις διατάξεις του θα καθοριστεί η υπηρεσιακή του κατάσταση, κατά δε το άρθρο 17 παρ. 3 του πιο πάνω νέου οργανισμού, το προσωπικό που δεν εντάσσεται σε οργανικές θέσεις αυτού (οργανισμού) εξακολουθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο νοσοκομείο με την ίδια εργασιακή σχέση.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του Π.Δ. 410/1998 οι αποδοχές του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. που προσλαμβάνεται για κάλυψη οργανικών θέσεων, καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 1198/1972, όπως ισχύει, δηλαδή με ειδικές συλλογικές συμβάσεις που καταρτίζονται σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στις διατάξεις του.

Τέλος, με την από 22-12-1988 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας, που κηρύχτηκε υποχρεωτική με την 17853/1989 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 741/1989) για όλους τους εργοδότες και εργαζόμενους του επαγγέλματος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1-7-1988, ορίστηκε (άρθρο 3 παρ. 1 και 2 αυτής), ότι επεκτείνονται στο σύνολό τους οι διατάξεις του ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 1810/1988, στους εργαζόμενους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του ν.δ. 2592/1953, που είναι μέλη σωματείων τα οποία ανήκουν στην πανελλήνια ομοσπονδία εργαζομένων δημοσίων νοσοκομείων (ΠΟΕΔΗΝ), οι οποίοι και κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια με βάση τα τυπικά προσόντα πρόσληψής τους, ενώ με το άρθρο 9 της ως άνω ειδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας ορίστηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές διατηρούνται (Ολ.

ΑΠ 9/2007, ΑΠ 26/2006). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με την από 23-12-1997 ένδικη αγωγή τους, ισχυρίστηκαν ότι προσλήφθηκαν την 21-4-1958 ο πρώτος τη 14-4-1970 ο δεύτερος και την 6-10-1969 ο τρίτος από το αναιρεσίβλητο νοσοκομείο, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, ως αδειούχοι διπλωματούχοι ηλεκτροτεχνίτες), και συμφώνησαν να αμείβονται με τις Σ.Σ.Ε.

και Δ.Α. που διέπουν τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων κ.λ.π. όλης της χώρας, όπως αυτές ίσχυαν κάθε φορά. Ότι μετά τη δημοσίευση του π.δ. 305/1983, με το οποίο το εναγόμενο νοσοκομείο μετατράπηκε σε ΝΠΔΔ, αυτοί δεν εντάχθηκαν σε οργανικής θέσεις, αλλά παρέμειναν σε προσωρινές θέσεις και συνέχισαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με τις ίδιες προϋποθέσεις και δη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μισθοδοτούμενοι με βάση τις ως άνω ΣΣΕ, έως την 2-6-1997 ο πρώτος, την 31-11-1997 ο δεύτερος και την 5-7-1997 ο τρίτος, οπότε αποχώρησαν λόγω γήρατος και συνταξιοδοτήθηκαν.

Ότι το εναγόμενο, εφαρμόζοντας τη δυσμενέστερη γι' αυτούς από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, που αφορά τους εργαζόμενους με σχέση ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία, έπαυσε να τους μισθοδοτεί από το έτος 1997 με βάση τις ΣΣΕ ή ΔΑ των ηλεκτροτεχνιτών, με συνέπεια να τους καταβάλει κατώτερες αποδοχές από εκείνες που εδικαιούντο να λάβουν βάσει της 42/1997 ΔΑ "ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών κ.λ.π.".

Με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει για μισθολογικές διαφορές των χρονικών διαστημάτων από 1-1-1997 έως 2-61997, από 1-1-1997 έως 30-11-1997 και από 1-1-1997 έως 5-7-1997, αντιστοίχως, στον πρώτο 1.468.207, στον δεύτερο 2.500.177 και στον τρίτο των εναγόμενων 1.506.622 δραχμές, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Με το εκτεθέν περιεχόμενο, η κρινόμενη αγωγή είναι σαφές ότι περιέχει και τον ισχυρισμό ότι οι αγωγικές αξιώσεις στηρίζονται σε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για την εφαρμογή των Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων κλπ όλης της χώρας και για τον χρόνο μετά την ισχύ της Ε.Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ. Αυτό προκύπτει ιδίως από την αναφορά στο αγωγικό δικόγραφο της φράσεως ότι "προσελήφθημεν....

κατόπιν εργασιακών συμβάσεων.......έναντι των νομίμων αποδοχών μας, καθοριζομένων υπό των εκάστοτε Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας ή Διαιτητικών Αποφάσεων". Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ότι ο προαναφερόμενος ισχυρισμός προεβλήθη για πρώτη φορά με τις προτάσεις των αναιρεσειόντων στην έκκλητη δίκη και τον απέρριψε ως συνιστώντα απαράδεκτη μεταβολή της αγωγικής βάσεως, υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου, όπως βασίμως υποστηρίζεται με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο, κατ΄ εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από την παραπάνω διάταξη.

Κατ΄ ακολουθίαν, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5873/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ