Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding admissibility of incidental counterclaims in traffic accident cases.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the motorcycle rider against the insurance company and the other driver. The lower court had accepted an incidental counterclaim where the defendants argued the plaintiff was 99% at fault, a claim the Supreme Court found legally valid despite the defendants' initial stance of sole fault. The court ruled that the appeal arguments regarding the legal basis and reasoning of the lower court's decision were inadmissible because the substantive validity of the counterclaim must be judged solely on its content, not on the lower court's justification.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review the substantive legal validity of an incidental counterclaim through an appeal argument claiming lack of legal basis or insufficient reasoning, as such validity is determined exclusively by the content of the claim itself.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1243 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Ν.T.
Αριθμός 1243/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2 του Χ1, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Βέμμο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, κατοίκου ... και 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ιωάννη Γκρίτζαλη και Κωνσταντίνο Τριανταφυλλίδη.
Κοινοποιουμένης της αναίρεσης προς: 1. Φ, κάτοικο ...και 2. Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ", που εδρεύει στην... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από ... αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 703/2003 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23 Απριλίου 2004 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, ανέγνωσε την από 9 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την 3/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως α) έγινε εν μέρει δεκτή η από 19-3-1999 αγωγή του Φ κατά των αναιρεσιβλήτων, περί επιδικάσεως στον πρώτο αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως για την περιουσιακή ζημία και την ηθική βλάβη αντιστοίχως, που υπέστη λόγω του τραυματισμού του κατά τη σύγκρουση του μοτοποδηλάτου, στο οποίο επέβαινε και το οποίο οδηγείτο από τον πρώτο των αναιρεσειόντων και ανήκε κατά κυριότητα στον δεύτερο από αυτούς, με το οδηγούμενο από τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων και ασφαλισμένο στη δεύτερη από αυτούς αυτοκίνητο, β) απορρίφθηκε η από 2-1-2001 παρεμπίπτουσα αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειόντων και του Επικουρικού Κεφαλαίου, περί επιδικάσεως στους αναιρεσιβλήτους του ποσού της αποζημιώσεως, το οποίο αναλογεί στο ποσοστό συνυπαιτιότητας 99% του πρώτου των αναιρεσειόντων στην πρόκληση του άνω ατυχήματος και το οποίο σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της πρώτης από 19-3-1999 αγωγής θα υποχρεωθούν να καταβάλουν στον Φ και γ) διατάχθηκε η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενάγοντος και η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης επί της από 11-3-2000 αγωγής του πρώτου των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων, περί επιδικάσεως στον πρώτο αποζημιώσεως για τη ζημία που υπέστη εξαιτίας του ίδιου ατυχήματος.
Επί της ασκηθείσας κατά της αποφάσεως αυτής από 22-1-2002 εφέσεως των αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειόντων, του Φ και του Επικουρικού Κεφαλαίου, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 703/2003 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση και ακολούθως έγινε εν μέρει δεκτή η από 19-3-1999 αγωγή, ενώ η από 2-1-2001 παρεμπίπτουσα αγωγή (εξ αναγωγής) απορρίφθηκε ως προς το Επικουρικό Κεφάλαιο και έγινε εν μέρει δεκτή ως προς τους αναιρεσείοντες.
ΙΙ.Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν κατεβάλλετο, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξάλλου, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργούνται, ο μεν πρώτος, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρεβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή τα διδάγματα της κοινής πείρας και εφόσον αυτά αφορούν στην εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, όχι όμως και στην εκτίμηση των αποδείξεων προς εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Έτσι, επί αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτόν λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι η σύγκρουση του οδηγούμενου από τον πρώτο των αναιρεσειόντων ανασφάλιστου και χωρίς αριθμό κυκλοφορίας μοτοποδηλάτου του δεύτερου από αυτούς με το οδηγούμενο από τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων και ασφαλισμένο στη δεύτερη από αυτούς ...
αυτοκινήτου (ταξί), επήλθε υπό τις ακόλουθες συνθήκες: Την 11-5-1998 και ώρα 10.00' πρωί στην πόλη της ... ο πρώτος των αναιρεσειόντων, οδηγώντας το άνω μοτοποδήλατο, στο οποίο επέβαινε ο Φ, εκινείτο επί της οδού ..., πλάτους 5,90 μέτρων και διπλής κατευθύνσεως, με κατεύθυνση προς το κέντρο της πόλεως. Στη διασταύρωση της οδού αυτής με τη νέα περιφερειακή οδό ..., όπου δημιουργείται ισόπεδος οδικός κόμβος, υπήρχαν στην πορεία του άνω οδηγού πινακίδες με τις ενδείξεις ότι είχαν προτεραιότητα τα επί της περιφερειακής οδού κινούμενα οχήματα (ΡΙ) και ότι υπήρχε κίνδυνος λόγω συχνής διελεύσεως παιδιών (Κ16), οι πινακίδες δε αυτές, από την κανονική θέση τους στη δεξιά πλευρά ως προς την πορεία του μοτοποδηλάτου είχαν μεταφερθεί και τοποθετηθεί προχείρως στην αριστερή πλευρά της οδού ....
Συγχρόνως, ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, οδηγώντας το προαναφερόμενο αυτοκίνητο (ταξί), εκινείτο επί της άνω περιφερειακής οδού, που έχει πλάτος 16 μέτρων, είναι ευθεία σε μήκος 100 μέτρων και χωρίζεται με διαχωριστική νησίδα σε δυο ρεύματα κατευθύνσεως με δυο λωρίδες κυκλοφορίας το καθένα, ενώ στην πορεία και πριν από τη διασταύρωση υπήρχαν πινακίδες για την προτεραιότητα των επί της οδού ...
κινούμενων οχημάτων (Ρ1), για τον κίνδυνο λόγω συχνής διελεύσεως παιδιών (Κ16), για την υποχρεωτική διακοπή της πορείας (STOP-P2) και για τη διάβαση πεζών (Π 21), είχε δε αναγραφεί στο οδόστρωμα η ένδειξη "STOP". Στη διασταύρωση των οδών τα δύο οχήματα συγκρούσθηκαν, με συνέπεια να τραυματισθεί ο επιβαίνων του μοτοποδηλάτου Φ, ο οποίος υπέστη διατάραξη της ανατομικής ακεραιότητας του ιστού από ενεργητικό πλήγμα του τριχωτού της κεφαλής, κάταγμα δεξιού μηρού, κάταγμα δεξιού αντιβραχίου και μώλωπα αριστερής οφθαλμικής κόγχης.
Η σύγκρουση οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια αμφοτέρων των οδηγών, εκ των οποίων ο μεν οδηγός του αυτοκινήτου (πρώτος των αναιρεσιβλήτων) δεν ήταν συνεχώς προσηλωμένος στην οδήγηση, ούτε ασκούσε τον προσήκοντα έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ενώ ακόμη, όταν έφθασε στη διασταύρωση, δεν ακινητοποίησε, όπως υπεχρεούτο, το αυτοκίνητό του για να ελέγξει και να βεβαιωθεί αν εκινούντο οχήματα επί της οδού ..., σε καταφατική δε περίπτωση να παραμείνει στάσιμος μέχρι τη διέλευση όλων των οχημάτων, αλλά παρά τις ανωτέρω ενδείξεις στις πινακίδες και στο οδόστρωμα, συνέχισε την πορεία του και απερισκέπτως εισήλθε στη διασταύρωση, χωρίς να μειώσει την αρχική και αυξημένη για κατοικημένη περιοχή ταχύτητα των 68 χιλιομέτρων ωριαίως και χωρίς προηγουμένως να προβεί σε κανένα έλεγχο, με συνέπεια να παρεμβληθεί στην πορεία του μοτοποδηλάτου και να συγκρουσθεί με αυτό, ο δε οδηγός του μοτοποδηλάτου (πρώτος των αναιρεσειόντων) δεν ήταν προσηλωμένος στην οδήγηση, ούτε, ενόψει της προσεγγίσεώς του στη διασταύρωση, ρύθμισε καταλλήλως την ταχύτητα του μοτοποδηλάτου, ώστε να έχει τον έλεγχο και την εποπτεία αυτού και να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του (άρθρο 26 παρ. 1 Κ.Ο.Κ.), αλλά συνέχισε να κινείται, χωρίς να ελέγξει προηγουμένως την κυκλοφορία των οχημάτων επί της περιφερειακής οδού και να παραχωρήσει προτεραιότητα στο επί της οδού αυτής κινούμενο αυτοκίνητο του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, με συνέπεια να μην αντιληφθεί την πορεία του αυτοκινήτου και, κατά την είσοδό του στη διασταύρωση, να συγκρουσθεί με αυτό.
Το γεγονός ότι η σχετική με την προτεραιότητα των επί της περιφερειακής οδού κινούμενων οχημάτων ενδεικτική πινακίδα (Ρ1) ήταν τοποθετημένη στην αριστερή πλευρά της οδού ... και όχι, όπως θα έπρεπε, στη δεξιά πλευρά, δεν αναιρεί την αμελή συμπεριφορά του πρώτου των αναιρεσειόντων, αφού, αν κατέβαλε την επιμέλεια του μέσου συνετού οδηγού, θα μπορούσε να αντιληφθεί την ύπαρξη της εν λόγω πινακίδας, η οποία ήταν τοποθετημένη έμπροσθεν της πορείας του.
Ακολούθως το εφετείο προσδιόρισε τη συνυπαιτιότητα σε ποσοστά 70% για τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων και 30% για τον πρώτο των αναιρεσείοντα και στη συνέχεια α) δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, β) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του Φ, καταδικάζοντας τους αναιρεσιβλήτους να πληρώσουν εις ολόκληρον ο καθένας σ' αυτόν το ποσό των 16.815.75 ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση και γ) δέχθηκε εν μέρει την ενωμένη σε προσεπίκληση παρεμπίπτουσα αγωγή εξ αναγωγής των αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειόντων, αναγνωρίζοντας ότι οι τελευταίοι οφείλουν να πληρώσουν εις ολόκληρον ο καθένας στους πρώτους, μετά την εκ μέρους τους καταβολή του επιδικασθέντος ως άνω ποσού στον Φ, το αναλογούν στη συνυπαιτιότητα του πρώτου των αναιρεσειόντων ποσό των 5.043,52 ευρώ.
Με τις εκτεθείσες παραδοχές το εφετείο δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών, αναφορικώς με τη συνυπαιτιότητα του πρώτου των αναιρεσειόντων στην πρόκληση του κρίσιμου ατυχήματος.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, του οποίου επιχειρείται η στήριξη στο άρθρο 559 αρ .1 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1, 11 και 19 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο εφετείο τις αιτιάσεις α) ότι δεν έλαβε υπόψη το προσκομισθέν με επίκληση από τον Φ στην έκκλητη δίκη με αριθμό πρωτ.... έγγραφο της Αστυνομικής Διευθύνσεως ..., στο οποίο αναφέρεται "απαντώντας στην ανωτέρω σχετική αίτησή σας, σας γνωρίζουμε ότι, όπως προκύπτει από το τηρούμενο στην υπηρεσία μας αρχείο, με το άρθρο 2 της υπ' αριθμ. 10/1994 απόφασης της Αστυνομικής Δ/νσης ...
η νέα περιμετρική οδός έχει χαρακτηρισθεί σαν οδός προτεραιότητας έναντι όλων των άλλων οδών με τις οποίες διασταυρώνεται πλην των οδών ... και ..." και β) ότι παρεβίασε, παραλείποντας να εφαρμόσει, την ως άνω κανονιστικού χαρακτήρα 10/1994 απόφαση, η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 52 του ν. 2094/1992 (προϊσχύων Κ.Ο.Κ.) και η οποία τοιχοκολλήθηκε και δημοσιεύθηκε σε τοπικές εφημερίδες.
Ως προς την πρώτη (υπό α') αιτίαση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση του εφετείου ότι για τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη μεταξύ άλλων "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και εκείνα της ποινικής δικογραφίας", δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία για τη συνεκτίμηση του ανωτέρω εγγράφου.
Ως προς τη δεύτερη (υπό β') αιτίαση, είναι αβάσιμος, διότι, το Εφετείο δεν παρέλειψε να εφαρμόσει την ως άνω 10/1994 κανονιστική απόφαση. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι τα επί της οδού ...κινούμενα οχήματα είχαν προτεραιότητα έναντι των οχημάτων που εκινούντο επί της περιφερειακής οδού, επί της οποίας υπήρχαν ενδεικτικές πινακίδες για την προτεραιότητα αυτή (Ρ1), για τον κίνδυνο λόγω συχνής κινήσεως παιδιών (Κ16), για την υποχρεωτική διακοπή της πορείας (STOP-P2) και για τη διάβαση πεζών (Ρ21) και επιπλέον είχε αναγραφεί στο οδόστρωμα η ένδειξη "STOP".
Δέχθηκε όμως ακόμη ότι και επί της αριστερής, ως προς την πορεία του μοτοποδηλάτου, πλευράς της οδού ... υπήρχαν ενδεικτικές πινακίδες για τον κίνδυνο λόγω συχνής κινήσεως παιδιών (Κ16) και για την προτεραιότητα των επί της περιφερειακής οδού κινούμενων οχημάτων (Ρ1) και ότι αμφότεροι οι οδηγοί δεν συμμορφώθηκαν με τις υποχρεώσεις που επιβάλλοντο από τις ως άνω ενδείξεις, γεγονός το οποίο άλλωστε, ως προς την ενδεικτική πινακίδα Ρ1, τυποποιείται και ως αξιόποινη πράξη (άρθρο 4 παρ.
Κ.Ο.Κ.). Ως προς την αιτίαση περί ελλείψεως νόμιμης βάσεως, ο ερευνώμενος λόγος ενέχει παντελή αοριστία και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο γίνεται επίκληση μόνο του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς να αναφέρονται καθόλου τα αναγκαία για τη συγκρότηση της εν λόγω πλημμέλειας στοιχεία, δηλαδή σε τι συνίσταται σχετικώς η έλλειψη νόμιμης βάσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση.
IV. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 926, 927 ΑΚ, 4, 10 παρ.1 του ν.ΓΠΝ/1911, 69 παρ.1 περ.ε' και 88 ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση που από τη σύγκρουση μεταξύ δύο αυτοκινήτων τραυματισθεί ο επιβάτης του ενός από αυτά και ο ίδιος, προς αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας και της ηθικής του βλάβης, εναγάγει τον οδηγό του άλλου αυτοκινήτου και την έχουσα ασφαλίσει τούτο ασφαλιστική εταιρία, τότε οι δύο τελευταίοι (εναγόμενοι) έχουν δικαίωμα, επικαλούμενοι συντρέχον πταίσμα του οδηγού του πρώτου αυτοκινήτου, να ασκήσουν προσεπίκληση με ενωμένη σ'αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή εξ αναγωγής κατά του εν λόγω οδηγού και του ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου και να αξιώσουν να τους επιδικασθεί το ποσό της αποζημιώσεως, το οποίο αναλογεί στο ποσοστό συνυπαιότητας του άνω οδηγού και το οποίο σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της κυρίας αγωγής θα υποχρεωθούν να καταβάλουν στον παθόντα επιβάτη.
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά που απαιτεί προς τούτο ο νόμος. Αν όμως, για τον σχηματισμό της άνω κρίσεώς του, έλαβε υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και τα οποία ασκούν πράγματι ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, τότε η πλημμέλεια αυτή ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στο εφετείο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, η αιτίαση ότι με εσφαλμένη ερμηνεία των αναφερόμενων στην αρχή του συλλογισμού τούτου κανόνων δικαίου έκρινε ως νόμω βάσιμη την από 2-1-2001 παρεμπίπτουσα αγωγή εξ αναγωγής των αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειόντων, ενώ αυτή είναι μη νόμιμη, αφού οι αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες εξ αναγωγής), χωρίς να δέχονται συνυπαιτιότητα του πρώτου από αυτούς, επικαλούνται μόνο τη συνδρομή αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου των αναιρεσειόντων (εναγομένων εξ αναγωγής). 'Οπως προκύπτει όμως από την επισκόπηση του δικογράφου της εν λόγω παρεμπίπτουσας αγωγής, οι αναιρεσίβλητοι ισχυρίζοντο με αυτή ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων (οδηγός του μοτοποδηλάτου), στο οποίο επέβαινε ο τραυματισθείς Φ) ήταν αποκλειστικώς υπαίτιος, άλλως (δηλ.
επικουρικώς) συνυπαίτιος κατά ποσοστό 99% για το ατύχημα, με βάση δε τον επικουρικώς προβληθέντα ισχυρισμό αυτόν ζητούσαν να τους επιδικασθεί αναγνωριστικώς το αναλογούν στη συνυπαιτιότητα του πρώτου των αναιρεσειόντων ποσό της αποζημιώσεως, που θα επιδικάζετο στον παθόντα Φ, σε περίπτωση αποδοχής της κύριας αγωγής του κατ'αυτών (αναιρεσιβλήτων) Εμπεριέχεται συνεπώς στην αγωγή αυτή, επικουρικώς, ο απαιτούμενος για τη νομική της βασιμότητα ισχυρισμός περί συνυπαιτιότητας του πρώτου των αναιρεσειόντων, τον ισχυρισμό δε αυτόν, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη το εφετείο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί της νομικής βασιμότητας της παρεμπίπτουσας αγωγής.
Επομένως, ο ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως στηρίζεται επί ανακριβούς προϋποθέσεως. Με την εκδοχή του κατ'αναλογισμού στο εφετείο της εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ απορρέουσας πλημμέλειας, ότι τον άνω ισχυρισμό τον έλαβε υπόψη χωρίς να περιέχεται στο αγωγικό δικόγραφο, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ψέγουν το εφετείο ότι χωρίς αιτιολογία έκρινε ως νόμω βάσιμη την παρεμπίπτουσα αγωγή εξ αναγωγής. 'Όμως, η νομική βασιμότητα της αγωγής ερευνάται αποκλειστικώς και μόνο με βάση το περιεχόμενό της, γι'αυτό και η καταφατική σχετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν μπορεί να ελεγχθεί μέσω του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η θεμελίωση του οποίου προϋποθέτει ελλείψεις της αιτιολογίας αναφορικώς με την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής.
Επομένως, ο λόγος αυτός, ως προς την αποδιδόμενη ως άνω αιτίαση, είναι απαράδεκτος. Κατ'ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως των Χ1 κλπ. κατά της 703/2003 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Απριλίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 14 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ