Supreme Court dismisses State's appeal on burden of proof regarding ownership of previously ownerless property.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the First Instance Court's decision to correct land registry records. The State argued it should bear the burden of proving ownership of the property, but the court held that the State failed to provide evidence establishing its title. Consequently, the court ruled that the burden of proof remained with the State, which did not meet it, leading to the rejection of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 559a, 564 of the Code of Civil Procedure; The State must prove its ownership of property claimed as ownerless, and failure to do so results in rejection of its claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1242 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1242/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Ευαγγελία Στεργίου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Διονυσία Νταϊφώτη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Ν. του Φ. και της Ε., 2) Α. Μ. του Ε. και της Ε., συζύγου Γ. Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δήμητρα Τσιούτσιου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 30-4-2019 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 43/2022 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-5-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αρ. 43/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που δίκασε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και απέρριψε την έφεση του κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ'αρ. 11/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την ανωτέρω απόφασή του συνεκδίκασε, κατά την ίδια διαδικασία (εκούσιας δικαιοδοσίας), αντιμωλία των διαδίκων, την αίτηση των αιτούντων - αναιρεσιβλήτων, περί διόρθωσης της πρώτης κτηματολογικής εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά φύλλα, ώστε να καταχωρηθούν εκείνοι ως (συγ)κύριοι του επίδικου ακινήτου, το οποίο κατά την πρώτη αυτή κτηματολογική εγγραφή φέρεται ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", με την κυρία παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου με την οποία αυτό ζητούσε, να διορθωθεί η εσφαλμένη κτηματολογική εγγραφή και να καταχωρισθεί στα κτηματολογικά βιβλία το ίδιο, ως αποκλειστικός κύριος του ιδίου αυτού ακινήτου και στη συνέχεια απέρριψε, ως ουσία αβάσιμη, την κύρια παρέμβαση και έκανε δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, την αίτηση των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ) για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Από το συνδυασμό των ορισμών του από 13/29 Δεκεμβρίου 1817 "Συντάγματος του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων" (Κεφ. Α άρθρο 2 Κεφ. Δ Τμήμα α' άρθρο 1, 2, 4 και 6 και Τμήμα β' άρθρο 6), των από 6 Ιουνίου και 7 Ιουνίου 1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, της από 9 Ιουλίου 1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, του ν. ΡΝ/1866 "περί εισαγωγής εν Επτανήσω της εν τω λοιπώ Βασιλείω ισχυούσης νομοθεσίας" (άρθρο 10.11.13 και 14), του ν. ΣΟΕ/1868 και του ν. ΑΦΙ/1887, συνάγεται ότι επί των κειμένων στην Επτάνησο δασών το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαιώματα κυριότητας, αφού κατά την ένωση αυτής με την Ελλάδα, ουδέν έλαβε, ούτε σαν διάδοχο του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων, το οποίο δεν είχε δημόσια κτήματα και μάλιστα δάση στην ιδιοκτησία του, ούτε στη συνέχεια από την επιχώριο (ή εγχώρια ή κοινή) καθεμιάς Νήσου περιουσία, δεδομένου ότι αυτή διανεμήθηκε μεταξύ των δήμων καθεμιάς Νήσου. Πράγματι δε, περί της διανομής των εγχωρίων περιουσιών του ν. ΡΝ/1866 μερίμνησαν ακολούθως ο ν. ΥΙΓ/ 1871 για την Ζάκυνθο, ο ν. ΨΙ/1878 για την Κεφαλληνία, ο ν. ΨΞΣΤ/... για την Λευκάδα, ο ν. ΑΦΙ/1887 για την Κέρκυρα (η διαχείριση της εγχωρίου περιουσίας της οποίας είχε ρυθμισθεί ειδικότερα με το ν. ΣΟΕ/1868 "περί της διαχειριστικής επιτροπής της κοινής της νήσου Κερκύρας περιουσίας"), και ο ν. 2355/1920 για τα Κύθηρα.
Συνεπώς, επί των κειμένων στην Επτάνησο Δασών, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή το, υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, τεκμήριο κυριότητας, που θεσπίστηκε από το β.δ. της 16-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", με το άρθρο 1 σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 και 3 του οποίου αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των αποτελουσών δάση εκτάσεων, από την έναρξη της ισχύος του, με εξαίρεση τα δάση, τα οποία προ της ενάρξεως του απελευθερωτικού αγώνα ανήκουν σε ιδιώτες βάσει εγγράφου αποδείξεως της Τουρκικής Αρχής, ή σε ιδιωτικά χωριά, των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από την επί των Οικονομικών Γραμματεία, στην οποία έπρεπε να υποβληθούν εντός του έτους από τη δημοσίευση του β.δ.
αυτού. Τούτο άλλωστε καθιερώθηκε νομοθετικώς με το άρθρο 62 παρ. 1 εδαφ. β' του Ν. 998/1979, όπως ισχύει, "Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", στο οποίο ορίζεται ότι το, κατά την § 1 εδ. α' του ίδιου άρθρου, τεκμήριο κυριότητας υπέρ του δημοσίου επί των δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων "δεν ισχύει στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης, των Νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και Κυκλάδων, των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων, της Δωδεκανήσου, πλην των νήσω όπου ισχύει ο κτηματολογικός κανονισμός, καθώς και της περιοχής της Μάνης, όπως αυτή ορίζεται από τα διοικητικά όρια των Καλλικρατικών Δήμων Ανατολικής και Δυτικής Μάνης (ΑΠ 11/2019).
Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς η μόνη και ορθή ερμηνευτική άποψη για τη νομική θέση των δασών στις άνω περιοχές, και ειδικότερα στα Ιόνια νησιά, κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση αυτών των περιοχών και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου επί των δασών που προβλέπεται στο από 17-11-1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών", με αποτέλεσμα, προκειμένου περί δασών που βρίσκονται στα Επτάνησα, μόνη η επίκληση από το δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης να μην αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ' αυτήν, αλλά (να) πρέπει το δημόσιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους τρόπους οι οποίοι προβλέπονται από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή τον Αστικό Κώδικα, μετά την 23-2-1946, ή τυχόν ειδικούς νόμους (Α.Π 341/2024, ΑΠ 1163/2022, ΑΠ 908/2023, ΑΠ 881/2022).
Κατά τα άρθρα 2, 13, 14 και 16 του περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων του νόμου της 21.6.1837, που ίσχυε στα Ιόνια Νησιά μετά την έκδοση του ν. ΡΝ/1866, με το άρθρο 2 του οποίου καταργήθηκαν τα έχοντα το ίδιο αντικείμενο άρθρα 402 - 409 του Ιόνιου Πολιτικού Κώδικα, δημόσια κτήματα είναι όσα ανήκουν στην Επικράτεια, όλα τα από ιδιώτες ή Κοινότητες μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα και τα κτήματα των αποθανόντων ακλήρων ή εγκαταλελειμμένα από τους κληρονόμους κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμένες απαιτήσεις και συνεπώς και τα αδέσποτα δάση και εν γένει δασικές εκτάσεις ανήκουν στο Δημόσιο (ΑΠ 341/2024, ΑΠ 11/2019, ΑΠ 957/2015).
Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι τα κατά την εισαγωγή του νόμου αυτού υπάρχοντα αδέσποτα περιήλθαν ex lege στο Δημόσιο, στο οποίο περιέρχονται και τα εκάστοτε καθιστάμενα αδέσποτα ακίνητα εγκαταλελειμμένα από τους ιδιοκτήτες, καθώς και εκείνα των αποβιωσάντων χωρίς διαθήκη και κληρονόμους (ΑΠ. 1163/2022).
Έπεται ότι τα αδέσποτα ακίνητα πρέπει να διακρίνονται από τα εγκαταλελειμμένα, τα οποία εξακολουθούν να ανήκουν στην κυριότητα κάποιου προσώπου αλλά ο κύριος αυτών εγκατέλειψε τη νομή ή κατοχή τους (δεδομένου ότι η κυριότητα ως απεριόριστο δικαίωμα περιλαμβάνει ακόμα και την ευχέρεια του κυρίου να μην κάνει καμία χρήση του ακινήτου) και είτε ουδείς τα κατέχει είτε κάποιος τρίτος τα κατέλαβε και τα κατέχει, χωρίς όμως ο κύριος να ασκήσει αγωγή κατά του κατόχου αυτού καθώς αυτά είναι δυνατόν να επανέλθουν στην ενεργό κυριότητα των εγκαίρως εμφανιζομένων ιδιοκτητών, είτε περιέρχονται στην κυριότητα των αληθώς και νομίμως χρησιδεσποσάντων αυτά, είτε τέλος καταλαμβάνονται από το δημόσιο προς δεκαετή διαχείριση, κατά τους όρους του σχετικού άρθρου 334 του α.ν. 1539/1938.
Με το άρθρο 49 του ΕισΝΑΚ ο εν λόγω νόμος "περί διακρίσεως κτημάτων" καταργήθηκε, αντ` αυτού δε ισχύει η αποδίδουσα όμοιο δίκαιο διάταξη του άρθρου 972 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι τα αδέσποτα ακίνητα καθώς και οι περιουσίες όσων πεθαίνουν χωρίς κληρονόμους ανήκουν στο Δημόσιο.
Τέλος κατά το σύστημα του προαναφερόμενου νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" καθώς και εκείνο του Αστικού Κώδικα, τα αδέσποτα ακίνητα διακρίνονται: α) σε εκείνα τα οποία δεν υπήρξαν ποτέ στην κυριότητα κανενός, δηλ. τα εξ αρχής αδέσποτα και β) σε εκείνα τα οποία έγιναν μεταγενέστερα αδέσποτα με εγκατάλειψη του προηγουμένου κυρίου, οπότε, για το νομότυπο της εγκατάλειψης αυτής απαιτείται μονομερής δήλωση του κυρίου με συμβολαιογραφικό έγγραφο ότι παραιτείται από την κυριότητα επί ορισμένου ακινήτου και μεταγραφή αυτής, δοθέντος ότι υπόκειται δικαιοπραξία που περιέχει κατάργηση της κυριότητας (ΑΠ 1163/2022, ΑΠ 11/2019).
Τέτοιο ειδικό τίτλο αποτελούν οι προαναφερθείσες διατάξεις του νόμου ΡΝ/1866 "Περί Εισαγωγής εν Επτανήσω της εν των λοιπώ Βασιλείω ισχυούσης Νομοθεσίας Γ Κωδ. Ε457 - άρθρα 1 και 2", δυνάμει της οποίας (άρθρου 1) εισήχθησαν και στα Ιόνια Νησιά από 1-7-1866 οι περί την διοίκηση και διαχείριση των δασών τότε ισχύουσες διατάξεις, δυνάμει δε του άρθρου 2 του εν λόγω νόμου ΡΝ/1866 εισήχθη και στα Ιόνια Νησιά από 1-7-1866 ο από 21.6.1837 νόμος περί διακρίσεως κτημάτων, κατ' άρθρο 16 του οποίου όλα τα αδέσποτα (εκτός των άλλων εκεί διακρίσεων) κτήματα επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλες αποδεδειγμένες απαιτήσεις ανήκουν στο Δημόσιο (ΑΠ 341/2024, ΑΠ 1163/2022).
Ο ισχυρισμός ότι ορισμένο πράγμα είναι δημόσιο κτήμα συνιστά ένσταση του αντιδίκου του επικαλούμενου κτήση κυριότητας επ' αυτού (είτε με παράγωγο είτε με πρωτότυπο τρόπο), που είναι διακωλυτική του επικαλούμενου με την αγωγή δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο και πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο, αφού ούτε από το δικαστήριο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και, όταν εναγόμενο είναι το Ελληνικό Δημόσιο, αυτό πρέπει να επικαλεστεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης να αποδείξει, ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητά του με κάποιο νόμιμο τρόπο, τον οποίο πρέπει να προσδιορίζει για να είναι ορισμένη η ένστασή του (ΑΠ. 341/2024).
Έτσι, αν το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το επίδικο αποτελεί δημόσια περιουσία και τεκμαίρεται ότι έχει επ' αυτού κυριότητα, ο ενάγων μπορεί να αρκεστεί στην άρνηση της ιδιότητας του επίδικου ως δημόσιας περιουσίας, προς απόκρουση του ισχυρισμού της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου σ' αυτό και στην περίπτωση υφιστάμενου τεκμηρίου κυριότητας βαρύνεται με την απόδειξη του αρνητικού του ισχυρισμού ότι το επίδικο δεν φέρει το χαρακτήρα δημόσιου κτήματος (ΑΠ 826/2018, ΑΠ 712/2015), αντιθέτως, όταν δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας καθένας αποδεικνύει το δικό του ισχυρισμό (ΑΠ 246/2023, ΑΠ 1776/2022, ΑΠ 1187/2022), επομένως, στην τελευταία περίπτωση, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο πρέπει να αποδείξει τον ισχυρισμό του και φέρει τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποίθησης ότι τα επίδικα ανήκαν στη κυριότητά του (ΑΠ 764/2023, ΑΠ 1935/2022, ΑΠ 284/2021).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, ΑΠ 374/2022, ΑΠ 2106/2022).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 1728/2022, ΑΠ 1836/2022).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 248/2023, ΑΠ 53/2023).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Οι αιτούντες απέκτησαν από τους Α. Φ. του Δ. και της Α. και Σ. σύζυγο Γ. Μ., το γένος Κ. και Α. Μ. δυνάμει του αριθμό ...-1998 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αργοστολιού, Σ. Ε. Τ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα ........., την κυριότητα κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος, ενός ακινήτου (αγροτεμαχίου), κείμενου στη θέση "ΚOΤΡΩΝΙ", εκτός των ορίων του οικισμού Λακύθρας, της κτηματικής περιφέρειας της ομώνυμης κοινότητας του Δήμου Κεφαλονιάς, έκτασης ................. (4,755τ.μ.), το οποίο εμφαίνεται περιμετρικά με τα αλφαβητικά στοιχεία (γ-Ζ- Η-Θ-Ι-Κ-Λ-α-β-γ) και χαρακτηρίζεται ως τεμάχιο (2) στο από Οκτωβρίου 1997 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ. Α. και το οποίο συνορεύει .............. Στο προαναφερόμενο ακίνητο, όπως αποτυπώνεται στα συνταχθέντα από τον Ιανουάριο του έτους 2018 τοπογραφικά διαγράμματα Τ1 και Τ2, κατά το σύστημα Ε.Γ.Σ.Α. 87, του τοπογράφου μηχανικού Δ. Α., υφίσταται διώροφη οικοδομή με υπόγειο (αριθμός άδειας 47/2005 της Πολεοδομίας Κεφαλληνίας), αποτελούμενη από υπόγειο εμβαδού ...., ισόγειο εμβαδού.... Και όροφο εμβαδού...., πισίνα εμβαδού 85,70τ.μ., μηχανοστάσιο πισίνας ....και κιόσκι.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στον δικαιοπάροχο των αιτούντων Α. Φ. είχε περιέλθει η κυριότητα του επίδικου ακινήτου, κατά ποσοστό 2/6 εξ αδιαιρέτου με την εξ αδιαθέτου κληρονομία της αποβιώσασας το έτος 1962 θείας του (αδελφής του πατέρα του), Α. χήρας Δ. Μ., το γένος Α. και Ε. Φ., την οποία κληρονομία αποδέχθηκε με την με αριθμό ...-1977 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου, Ε.
Ν., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα ........., όπως αυτή τροποποιήθηκε με τη με αριθμό ...-1988 διορθωτική πράξη αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας ως άνω συμβ0λαιογράφου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα ..................... Στη συνέχεια, o προαναφερθείς, Α. Φ. μεταβίβασε την κυριότητά του επι του ως άνω ακινήτου κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου, στη Σ.
Μ., δυνάμει του με αριθμό ...-1977 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα ...............Στη δικαιοπάροχο τους Σ. Μ. περιήλθε η κυριότητα του ανωτέρω ακινήτου: α) κατά ποσοστό 1/6 αδιαιρέτου, δυνάμει του προαναφερόμενου συμβολαίου αγοραπωλησίας και β) κατά ποσοστό 2/6 εξ αδιαιρέτου, με την εξ αδιαθέτου κληρονομία του αποβιώσαντος το έτος 1936 πατέρα της, Κ.
Μ. του Η. και της Σ. Τέλος, η ανωτέρω δικαιοπάροχος απέκτησε την ψιλή κυριότητα του ακινήτου, κατά ποσοστό 2/6 εξ αδιαιρέτου από την Υ. χήρα Σ. Μ., το γένος Ν. Μ., δυνάμει του με αριθμό ...-1956 συμβολαίου αγοραπωλησίας του τέως συμβολαιογράφου Αργοστολίου, Α. Δ. Τ. - Τ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα ........, τη δε επικαρπία αυτού την απέκτησε μετά το θάνατο της Υ.
χήρας Σ. Μ. το έτος 1981. Κατά τη διαδικασία όμως της κτηματογράφησης της περιοχής του Αργοστολίου το επίδικο ακίνητο, συνολικής έκτασης 4812,62 τμ καταχωρήθηκε ως τμήμα μείζονος γεωτεμαχίου με KAEK 250092005074/0/0, με δικαιούχο κυριότητας "άγνωστο ιδιοκτήτη". Ωστόσο από κανένα αποδεκτικό στοιχείο, δεν αποδείχθηκε ότι το τμήμα του επίδικου ακινήτου με KAEK 250092005074/0/0, όπως λεπτομερώς περιγράφεται πιο πάνω, δεν είναι δάσος ή δασική έκταση ούτε αδέσποτο, το δε εκκαλούν-κυρίως παρεμβαίνον, Ελληνικό Δημόσιο δεν κατέστη κύριος της επίδικης έκτασης, εμβαδού 149τ.μ., όπως ειδικότερα αυτό περιγράφεται στο δικόγραφο της κύριας παρέμβασης του Ελληνικού Δημοσίου με τα στοιχεία Α4-Α5-Α6-Α7-Α4, καθόσον ουδέποτε στο παρελθόν ενήργησε διακατοχικές πράξεις ούτε έχει καταστεί κύριος του επιδίκου ακινήτου με κάποιον από τους προβλεπόμενους στον Ιόνιο Κώδικα ή από την 23-2-1946 στον Αστικό Κώδικα τρόπους κτήσης, ούτε προέβησαν οι εφεσΙβλητοι-αιτούντες ή οι δικαιοπάροχοι αυτών σε κατάληψη ανωτέρω έκτασης με σκοπό την κτήση νομής, καθώς η επίδικη έκταση είχε περιέλθει στην (συγ)κυριότητα, (σύν)νομη και (συγ)κατοχή των εφεσίβλητων - αιτούντων σε ποσοστό 100% συνεπεία αγοράς το έτος 1998 με νόμιμο τίτλο και προηγούμενα των δικαιοπαρόχων τους, συνεπεία αγοράς και κληρονομίας από το έτος 1936, κατά τους αναφερόμενους στην ένδικη αίτησή τους νόμιμους τρόπους, όπως ειδικότερα αυτό περιγράφεται ανωτέρω.
Βάσει των ανωτέρω, οι εφεσίβλητοι - αιτούντες, κατά τον κρίσιμο χρόνο των πρώτων εγγραφών, ήταν αποκλειστικοί (συγ)κύριοι του επίδικου ακινήτου, κατά τα ανωτέρω ποσοστά εξ αδιαιρέτου.". Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε, ως αβάσιμους, τους προβληθέντες με λόγους έφεσης ισχυρισμούς περί ιδίας κυριότητας του επίδικου ακινήτου, ως κατά τεκμήριο δημοσίου, λόγω του δασικού χαρακτήρα αυτού, άλλως ως, εξ υπαρχής, αδεσπότου, περιελθόντος στην κυριότητα του εκκαλούντος- αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου - κυρίως παρεμβαίνοντος, όπως και την έφεσή του, στο σύνολό της, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι το επίδικο ακίνητο, δεν ήταν εξ υπαρχής αδέσποτο και ανεξουσίαστο, κατά τον κρίσιμο χρόνο της ένωσης των Επτανήσων με την Ελλάδα (1864) ούτε κατά τον μεταγενέστερο χρόνο δημοσίευσης του ν. ΡΝ/1866 και του από 21-06-1837 νόμου "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" ούτε μεταγενέστερα, ούτε μετά την 23-02-1946, 972 ΑΚ, και 49 του ΕισΝΑΚ, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις παραπάνω διατάξεις, διότι, κατά τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσίευσης του ν.
ΡΝ/1866 (αλλά και μέχρι το έτος 1946), το επίδικο ακίνητο δεν απεδείχθη ότι υπήρξε αδέσποτο και ανεξουσίαστα, όπως απαιτείται προκειμένου να περιέλθει ex lege στο Ελληνικό Δημόσιο. Παράλληλα, με αυτά που δέχθηκε δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, ως προς το ουσιώδες στοιχείο του χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου, κατά τον κρίσιμο χρόνο εισαγωγής "εν Επτανήσω της εν των λοιπώ Βασιλείω ισχύουσης Νομοθεσίας" ως εξουσιαζόμενου ακινήτου από ιδιώτες, αλλά διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, και, ειδικότερα, ότι δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ήταν αδέσποτο και ανεξουσίαστο από το έτος 1864, διότι το αναιρεσείον δεν απέδειξε ότι δεν εξουσιαζόταν κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο, ούτε επικαλέστηκε άλλο ειδικό τρόπο κτήσης της κυριότητας, είτε υπό το καθεστώς του Ιόνιου Αστικού Κώδικα είτε του Αστικού Κώδικα.
Επομένως, ο, από τους αρ. 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτού, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις, με τον αυτό παραπάνω λόγο αναίρεσης, αναφέρονται σε επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς υποστήριξη των αντίθετων προς το αποδεικτικό πόρισμα απόψεων αυτού, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, και υπό την επίφαση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου, πλήττεται η από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 341/2024, ΑΠ 1553/2023, ΑΠ 1117/2023).
Κατά το άρθρο 559 αρ.13 και Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ, βάρος της αποδείξεως, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.
Το βάρος της αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό, προσδιορίζει τον διάδικο στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα, περί αποδείξεως απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ.
και που οφείλει να αποδείξει ο υποβάλλων το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα. Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως (ΑΠ 148/2016).
Περαιτέρω, τους ισχυρισμούς περί ιδίας κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου που προβάλλονται από αυτό ως εναγόμενο σε αγωγή ιδιώτη, ο οποίος επικαλείται παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο κτήσεως ακινήτου, οφείλει να αποδείξει το Δημόσιο και για το λόγο αυτό τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών του και εντεύθεν της απόρριψής τους τις φέρει εκείνο (Δημόσιο) και όχι ο ενάγων. Κατά συνέπεια, εάν δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κυριότητας ή άλλου δικαιώματος του Δημοσίου η αγωγή δεν θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη (ΑΠ 1935/2022, ΑΠ 1118/2023, ΑΠ 894/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, με την αιτίαση ότι το Εφετείο αντέστρεψε το βάρος απόδειξης της ιδιότητας του επίδικου ακινήτου, ως υπαρχής αδεσπότου δημόσιου κτήματος, διότι, κατά τις αιτιάσεις του, ο ισχυρισμός του ότι το επίδικο αποτελούσε αρχήθεν αδέσποτο ακίνητο αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση, διότι τα παραγωγικά περιστατικά της κυριότητάς του είναι προγενέστερα απ' αυτά που επικαλούνται οι αιτούντες στην αίτησή τους για τη θεμελίωση της κυριότητας αυτής.
Ο ισχυρισμός του αυτός είναι αβάσιμος. Και, τούτο, διότι, τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά από το αναιρεσείον, ως διακωλυτικά της γένεσης της κυριότητας των αιτούντων ιδιωτών, αποτελούν ένσταση και όχι αιτιολογημένη άρνηση και ως εκ τούτου, σύμφωνα με όσα αναφέρονται αμέσως παραπάνω, το Ελληνικό Δημόσιο, ως εκκαλούν- κυρίως παρεμβαίνον, όφειλε να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι το επίδικο ακίνητο, ανήκει κατά κυριότητα στο Δημόσιο, ως δημόσιο κτήμα ή ως ανέκαθεν αδέσποτο και τον τρόπο με τον οποίο περιήλθε στην κυριότητά του και συνεπώς, τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποιθήσεως ότι το επίδικο ανήκε στη κυριότητά του τις έφερε το εκκαλούν - κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο και όχι οι αιτούντες - αναιρεσίβλητοι.
Κατόπιν τούτου, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν στο αναιρεσείον, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.05.2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της αριθμ. 43/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και των αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, ο αμέσως αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεοφάνης