Supreme Court partially allows appeal against hospital's failure to apply statutory holiday and medical allowance reductions for 2010.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a single-instance court judgment regarding hospital employee allowances. The appellants argued the lower court failed to apply statutory reduction rates for Christmas, Easter, and medical leave bonuses effective January 1, 2010, citing specific laws. The court rejected the argument that these legal provisions were inadmissible because they were not raised as claims in the original trial, ruling instead that they constitute applicable legal rules. Consequently, the judgment was annulled only regarding the specific allowances for 2010, and the case was remitted to the same court of appeal for further examination by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 562, 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure; The failure to apply mandatory statutory reduction rates for holiday and medical leave allowances constitutes a direct violation of law, and such legal provisions are admissible on appeal even if not raised as specific claims in the original trial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1242 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1242/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των καλούντων - αναιρεσιβλήτων: 1) …, και 20) …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο - Χαράλαμπο Καλαματιανό, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του καθ' ου η κλήση - αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΒΟΛΟΥ "ΑΧΙΛΛΟΠΟΥΛΕΙΟ", που εδρεύει στο Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Αποστολάκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/1/2011 αγωγή των ήδη καλούντων και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 124/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 37/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 13/6/2018 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1063/2019 απόφαση του Β2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε ενώπιον της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου τον λόγο αναιρέσεως περί παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 904 παρ. 1 εδ. α' και 908 εδ. α' ΑΚ. Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου εξέδωσε την 4/2021 απόφαση, η οποία απέρριψε τον παραπεφθέντα πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και ανέπεμψε την υπόθεση στο Β2' Πολιτικό Τμήμα, προς έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης. Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 27/7/2021 κλήση των καλούντων, η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την παρ.3 του άρθρου 580 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015 (Α 87), ορίζεται ότι "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές.
Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα", με την παρ.4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου, δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" και, τέλος, με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Αν ο Άρειος Πάγος, δικάζοντας σε ολομέλεια, απορρίψει τους λόγους αναίρεσης που παραπέμφθηκαν στην ολομέλεια και υπάρχουν και άλλοι λόγοι αναίρεσης που δεν έχουν παραπεμφθεί, η υπόθεση αναπέμπεται στο τμήμα που την παρέπεμψε, στο οποίο συζητείται με κλήση σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 568.
Αν αναιρέσει την απόφαση, παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 3".
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής : Με την από 3.1.2011 και με αριθ. κατάθ. 2/5.1.2011 αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, οι είκοσι ένα (21) ενάγοντες και ήδη είκοσι (20) αναιρεσίβλητοι, στους οποίους (αναιρεσίβλητους) δεν συμπεριλαμβάνεται η 17η ενάγουσα Ν.
Β., ως προς την οποία υπήρξε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εξέθεταν, ότι εργάσθηκαν με συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage) μέσω Ο.Α.Ε.Δ., σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος αυτού στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. "Γενικό Νοσοκομείο Βόλου Αχιλλοπούλειο", για δήθεν απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, στα πλαίσια προγράμματος κατάρτισης ανέργων (πρόγραμμα stage), στο οποίο συμμετείχε ως φορέας υλοποίησης αυτού το Ελληνικό Δημόσιο.
Ότι στα πλαίσια του ως άνω προγράμματος ειδικότερα εργάσθηκαν : 1) η 1η ενάγουσα Α. Τ. από 16.8.2007 έως 31.3.2009 και από 30.4.2009 έως 24.11.2010, σε διοικητικές υπηρεσίες, 2) η 2η ενάγουσα Ε. Κ. από 7.8.2007 έως 6.2.2009 και από 30.4.2009 έως 11.10.2010, σε διοικητικές υπηρεσίες, 3) η 3η ενάγουσα Κ. Χ. από 16.8.2007 έως 15.2.2009 και από 30.4.2009 έως 9.10.2010, σε διοικητικές υπηρεσίες, 4) η 4η ενάγουσα Κ.
Κ. από 11.6.2007 έως 5.1.2009 και από 30.4.2009 έως 3.11.2010, σε διοικητικές υπηρεσίες, 5) η 5η ενάγουσα Α. Ε. από 4.7.2009 έως 26.10.2010 ως νοσηλεύτρια, 6) η 6η ενάγουσα Β. Χ. από 11.6.2007 έως 21.1.2009 και από 4.5.2009 έως 31.12.2010, ως παρασκευάστρια ιατρικών εργαστηρίων, 7) η 7η ενάγουσα Κ. Μ. από 7.7.2009 μέχρι και την άσκηση της αγωγής, σε διοικητικές υπηρεσίες και ότι είχε εργασθεί στο εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από 2.4.2007 έως 1.12.2007 και από 6.8.2008 έως 5.4.2009, 8) η 8η ενάγουσα Δ.
Χ. από 23.7.2003 έως 21.7.2005, από 30.7.2007 έως 29.1.2009 και από 4.5.2009 έως 3.11.2010, ως νοσηλεύτρια, 9) η 9η ενάγουσα Σ. Ν. από 13.8.2007 έως 26.2.2009 και από 4.5.2009 έως 12.3.2010, ως νοσηλεύτρια, 10) η 10η ενάγουσα Μ. Ε. από 20.8.2007 έως 19.2.2009 και από 4.5.2009 έως 5.11.2010, ως χειρίστρια ιατρικών συσκευών απεικονίσεων, 11) η 11η ενάγουσα Π. Μ. από 11.7.2005 έως 12.2.2007, από 16.8.2007 έως 13.3.2009 και από 4.5.2009 έως 31.12.2010, ως βοηθός ιατρικών και βιολογικών εργαστηρίων, 12) η 12η ενάγουσα Α.
Κ. από 18.6.2007 έως 13.2.2009 και από 30.4.2009 έως 24.12.2010, ως βοηθός ιατρικών και βιολογικών εργαστηρίων, 13) η 13η τρίτη ενάγουσα Μ. Σ. από 11.6.2007 έως 10.12.2008 και από 28.4.2009 έως 4.5.2010 ως νοσηλεύτρια, 14) η 14η ενάγουσα Τ. Σ. από 9.8.2004 έως 18.1.2006, από 11.6.2007 έως 10.12.2008 και από 30.4.2009 έως 31.10.2010, ως νοσοκόμα, 15) η 15η ενάγουσα Μ. Κ. από 24.7.2007 έως 23.1.2009 και από 30.4.2009 έως 31.10.2010 ως νοσηλεύτρια, 16) ο 16ος ενάγων Α.
Κ. από 11.6.2007 έως 10.2.2008 και από 29.4.2009 έως 31.10.2010 ως νοσηλευτής, 17)...., 18) η 18η ενάγουσα Χ. Π. από 25.7.2007 έως 26.1.2009 και από 30.4.2009 μέχρι και την άσκηση της αγωγής, ως βοηθός ιατρικών και βιολογικών εργαστηρίων, 19) η 19η ενάγουσα Ε. Τ. από 11.6.2007 έως 10.2.2009 και από 30.4.2009 έως 24.12.2010, σε διοικητικές υπηρεσίες, 20) η 20η ενάγουσα Κ.
Π. από 11.6.2007 έως 12.12.2008 και από 2.7.2009 μέχρι και την άσκηση της αγωγής, ως νοσηλεύτρια και 21) ο 21ος ενάγων Α. Π. από 11.6.2007 έως 12.12.2008 και από 5.5.2009 έως 4.11.2010, ως αποθηκάριος. Ότι οι μηνιαίες αποδοχές που τους καταβάλλονταν για την 1η ενάγουσα (κατηγορίας ΠΕ) και για τους 2η έως 7η ενάγοντες (κατηγορίας ΤΕ) ανέρχονταν στο ποσό των 660 ευρώ και ότι για τους υπολοίπους ενάγοντες (κατηγορίας ΔΕ) ανέρχονταν στο ποσό των 550 ευρώ.
Ότι οι συμβάσεις τους με το εναγόμενο έφεραν το χαρακτήρα εγκύρων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού καταρτίσθηκαν κατ' επίφαση για απόκτηση επαγγελματικής εμπειρίας και στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του εναγομένου. Ότι κατά τη διάρκεια των ως άνω συμβάσεων, που απασχολήθηκαν, αμείβονταν με τα πιο πάνω ποσά που ήταν κατώτερα από τα ελάχιστα όρια αποδοχών, που προέβλεπε ο Ν. 3205/2003 για τους εργαζόμενους στο εναγόμενο ΝΠΔΔ με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ενώ το εναγόμενο δεν τους κατέβαλε τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας ούτε τις αποδοχές αδείας, με συνέπεια να τους οφείλει για την αιτία αυτή τα αναγραφόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά.
Ότι τα ως άνω χρηματικά ποσά, οφείλει να τους καταβάλει το εναγόμενο με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, καθότι κατέβαλε αυτά και στους λοιπούς εργαζομένους του. Ότι επικουρικά, εφόσον ήθελε κριθεί ότι δεν υφίσταται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με το εναγόμενο ή ότι αυτή ήταν άκυρη, το εναγόμενο τους οφείλει τα ίδια χρηματικά ποσά με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεδομένου ότι από την εργασία τους έγινε πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας τους κατά τα εν λόγω ποσά, τα οποία θα κατέβαλλε σε άλλον μισθωτό της ειδικότητάς τους, τον οποίο θα απασχολούσε υπό τις αυτές συνθήκες απασχόλησης και εργασίας.
Ζήτησαν δε, μετά από μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος εκάστου ενάγοντα σε εν μέρει αναγνωριστικό, κατά την κύρια βάση της αγωγής, να αναγνωρισθεί ότι αυτοί εξ υπαρχής συνδέονταν με το εναγόμενο με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωρισθεί περαιτέρω η ακυρότητα της σιωπηρής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους απασχολεί στην προηγούμενη αυτών θέση, και να υποχρεωθεί και να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να τους καταβάλει για διαφορές αποδοχών τα αιτούμενα από το έκαστο ενάγοντα ποσά και κατά την επικουρική βάση της αγωγής να τους καταβάλει τα ίδια ποσά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, με το νόμιμο τόκο.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου), με την υπ' αριθμ. 124/31.10.2013 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς όλα της τα αιτήματα. Επί της από 5.9.2014 και με αριθμ. κατάθ. 264/14.10.2014 έφεσης των εναγόντων, εκδόθηκε από το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, η υπ' αριθμ. 37/16.1.2018 αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία κήρυξε απαράδεκτη την έφεση ως προς την 17η ενάγουσα-εκκαλούσα Ν.
Β., απέρριψε ως αβάσιμους λόγους έφεσης των εναγόντων με τους οποίους ζητούσαν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης ως προς τα απορριφθέντα, ως μη νόμιμα, αιτήματα να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται οι ενάγοντες με το εναγόμενο ΝΠΔΔ με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και να τους καταβληθούν διαφορές αποδοχών με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης και έκανε δεκτό ως βάσιμο κατ' ουσία το λόγο έφεσης των εναγόντων που αφορούσε την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, την οποία έκρινε νόμιμη με το σκεπτικό : "Καθ' ο μέρος, όμως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σιγή απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής, που θεμελιωνόταν, κατά τα εκτιθέμενα σ'αυτήν, στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δηλαδή στο ότι η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν η απλή εργασιακή σχέση, λόγω ακυρότητας της πιο πάνω σύμβασης εργασίας και ότι το εναγόμενο ωφελήθηκε, αποφεύγοντας να καταβάλει τα πιο πάνω χρηματικά ποσά σε άλλο υπάλληλο που θα ήταν υποχρεωμένο να προσλάβει για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, κατά το βάσιμο σχετικό λόγο της έφεσης.
Και τούτο διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι συμβάσεις των εναγόντων με το εναγόμενο ναι μεν έλαβαν χώρα στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ, όπου οι εξ αυτών απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένη διάρκεια, δεν είχαν όμως το χαρακτήρα της γνήσιας σύμβασης μαθητείας, εφόσον, κατά τα ιστορούμενα, κύριος σκοπός ήταν η παροχή εργασίας στο νοσοκομείο, καλύπτοντας τις ανάγκες του, όπως οι λοιποί υπάλληλοι αυτού, έναντι αμοιβής, παρεπόμενος δε, η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, είχαν δηλαδή το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, με συνέπεια να μη μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του ν. 2112/1920, να δικαιούνται, όμως, αυτοί, συνεπεία της εξ αυτού του λόγου ακυρότητας της σύμβασης εργασίας τους, να ζητήσουν, κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού, την αμοιβή που ο εναγόμενος εργοδότης τους θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενοι με έγκυρη σύμβαση εργασίας και τις ίδιες συνθήκες" (2η σελίδα του 8ου φύλλου ).
Στη συνέχεια, το Εφετείο, μετά από μερική εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς την επικουρική εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση αυτής, υποχρέωσε δε το αναιρεσείον ΝΠΔΔ να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους τα αναφερόμενα για έκαστο ενάγοντα ποσά για τα χρονικά διαστήματα που εργάσθηκαν τα έτη 2009 και 2010, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας (ποσοστό 6%) από την επίδοση της αγωγής (για τα προγενέστερα χρονικά διαστήματα έκρινε ότι αυτά είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή των άρθρων 48 παρ.3 και 49 του ν.δ/τος 46/1974).
Επί της από 13 Ιουνίου 2018 με αριθμό κατάθεσης 41/13.6.2018 αίτησης αναίρεσης του εναγομένου-εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ κατά των εναγόντων-εκκαλούντων (πλην της 17ης ενάγουσας-εκκαλούσας) και ήδη αναιρεσίβλητων και κατά της με αριθμ. 37/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, εκδόθηκε η με αριθμ. 1063/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά και νόμιμα, παραπέμφθηκε ενώπιον της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος αυτού που αφορούσε αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που είχε κρίνει νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρα 904 και 908 εδ.α ΑΚ) και ανέβαλε τη συζήτηση των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης.
Κατόπιν της από 15.6.2020 κλήσης των αναιρεσίβλητων, κατά του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, εκδόθηκε η με αριθ. 4/2021 απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο πρώτος εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, κατά το μέρος που με το λόγο αυτό το αναιρεσείον είχε προσάψει στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου την αιτίαση ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 904 παρ.1 εδ.α και 908 εδ.α του ΚΠολΔ έκρινε νόμιμη την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της από 3.1.2011 αγωγής των αναιρεσίβλητων, με το σκεπτικό ότι αυτή (αγωγή) "...είναι νόμιμη ως προς την επικουρική της βάση, που έχει ως αίτημα να επιδικασθούν οι αιτούμενες μισθολογικές διαφορές (πλέον των επιδομάτων εορτών και αδείας) κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, καθόσον, με βάση τα σε αυτή εκτιθέμενα, εάν ήθελε κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας των εναγόντων (και ήδη αναιρεσίβλητων) ήταν άκυρη, το εναγόμενο (και ήδη αναιρεσείον) Ν.Π.Δ.Δ.
κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας αυτών κατά τα ποσά, τα οποία θα κατέβαλλε σε οποιοδήποτε άλλο μισθωτό, που θα απασχολούσε στην ίδια θέση και ο οποίος θα παρείχε τις ίδιες με αυτούς υπηρεσίες υπό τις αυτές συνθήκες απασχόλησης. Επομένως έτσι που αποφάνθηκε το Εφετείο, κρίνοντας νόμιμη την προμνημονευόμενη αγωγή, ως προς την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, λόγω απασχόλησης από το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.
με άκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας των προσληφθέντων ανέργων - εναγομένων σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ. α και 908 εδ. α ΑΚ" και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο παρόν αναιρετικό Β2 Πολιτικό Τμήμα προς περαιτέρω διερεύνηση των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης.
Ακολούθως, με την από 27-7-2021 κλήση των καλούντων-αναιρεσίβλητων νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η από 13 Ιουνίου 2018 με αριθμό κατάθεσης 41/13.6.2018 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ κατά των αναιρεσίβλητων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 269/2020).
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1361/2019, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 550/2017).
Στην περίπτωση αυτή δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη απόφαση κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1373/2019, ΑΠ 319/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με τον πρώτο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τις αιτιάσεις ότι με την κρίση του ότι η αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων είναι νόμιμη ως προς την επικουρική της βάση που στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, κάνοντας δεκτή την έφεσή τους και στην συνέχεια κάνοντας δεκτή εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή ως προς την ως άνω βάση, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις (άρθρα 904 επ.
ΑΚ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 και 669 του ΑΚ, 6 του Ν. 765/1943, 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, 21 του ν. 2190/1994, 20 παρ.4 του ν. 2739/1999, 20 παρ.1 και παρ.15 του ν. 2639/1998, ενώ αν τις ερμήνευε και τις εφάρμοζε σωστά όφειλε να απορρίψει καθολοκληρία την έφεση των εναγόντων και την αγωγή τους και ως προς την ως άνω επικουρική της βάση ως μη νόμιμη και ότι αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) στερείται νόμιμης βάσης.
Όπως προεκτέθηκε, με την προαναφερθείσα απόφαση της Πλήρους Ολομελείας του Αρείου Πάγου (4/2021) απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος με το οποίο το αναιρεσείον ΝΠΔΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι εσφαλμένα έκρινε νόμιμη την αγωγή των εναγόντων ως προς την επικουρική της εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση.
Κατά το μέρος, δε, που με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι στερείται νόμιμης βάσης, ο ως άνω λόγος, κατά το μέρος αυτό, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι, αφενός μεν στο οικείο δικόγραφο της αίτησης διαλαμβάνεται ως προς την κατ' ουσία εξέταση από το Εφετείο της υπόθεσης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, επιλεκτικά και αποσπασματικά, μόνο η παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης "Αν και όλοι οι εργαζόμενοι προσλήφθηκαν για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, στην πραγματικότητα ουδέποτε εργάσθηκαν ως μαθητευόμενοι.
Και τούτο διότι η απασχόληση τους στο Νοσοκομείο ήταν παρόμοια με των άλλων υπαλλήλων, έφερε δηλαδή τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου" (2η σελίδα του 9ου φύλλου) ενώ οι λοιπές αναγραφόμενες στην αίτηση αναίρεσης παραδοχές αυτής (προσβαλλομένης απόφασης) αφορούν την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η αγωγή είναι νόμιμη ως προς την επικουρική της βάσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (2η σελίδα του 8ου φύλλου) και δεν διαλαμβάνονται σ' αυτή (αίτηση), όλες οι κρίσιμες επί της ουσίας παραδοχές αυτής επί του ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το εν λόγω Εφετείο ως θεμελιωτικά του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι οι έγγραφες συμβάσεις-σύμφωνα συνεργασίας, δυνάμει των οποίων οι ενάγοντες απασχολήθηκαν στο εναγόμενο ΝΠΔΔ, που χαρακτηρίσθηκαν ως συμβάσεις εργασιακής εμπειρίας, στην πραγματικότητα λειτούργησαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και λόγω της ακυρότητάς τους ως απλές σχέσεις εργασίας και ως εκ τούτου έκαστος ενάγων δικαιούται τις διαφορές αποδοχών μεταξύ των καταβληθεισών και εκείνων που θα κατέβαλε το εναγόμενο αν τον απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, αφετέρου δε γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, όπως θα έπρεπε για να είναι ορισμένος ο ως άνω λόγος, η εξειδίκευση της πλημμέλειας που αποδίδεται με αυτόν στο δικαστήριο της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή δε διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, αναγκαίο στοιχείο της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη είναι και η πληρότητα της ιστορικής της βάσεως, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, που σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια.
Ωστόσο, η αγωγή δεν είναι ανάγκη να περιέχει νομική βάση, ούτε η υπαγωγή με αυτή των επικαλούμενων περιστατικών σε συγκεκριμένη νομική διάταξη είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, το οποίο αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων (ΑΠ 83/2019, ΑΠ 2091/2013).
Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή τυχόν ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (Ολ.
ΑΠ 18/1998, ΑΠ 83/2019, ΑΠ 2091/2013). Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με το λόγο από το άρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 1115/2020, ΑΠ 18/2020).
Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας πρέπει η σχετική ένσταση, η οποία δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 1088/2019, ΑΠ 290/2018, ΑΠ 83/2019, ΑΠ 1731/2008) στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 1239/2020, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 83/2019, ΑΠ 434/2017, ΑΠ 1020/2013).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ. προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσεως και μπορεί να ασκηθεί μόνο όταν ελλείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απορρίψεως της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία.
Επομένως αν η αγωγή στηρίζεται ως προς τη σωρευόμενη ακόμα και επικουρικά βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται και η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη ως προς την αγωγική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό γιατί, αφού κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία, ο ενάγων μπορεί να ασκήσει τις αξιώσεις του από αυτές, όχι όμως να προσφύγει έστω και επικουρικά στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 1450/2017, ΑΠ 493/2010).
Τέτοια περίπτωση, όμως, δεν συντρέχει, όταν στη σωρευόμενη κατά δικονομική επικουρικότητα (ΚΠολΔ 219) βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από σύμβαση, γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, καθότι αυτό αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα.
Και τούτο διότι, στην τελευταία περίπτωση, η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνο, αν η στηριζόμενη στην έγκυρη σύμβαση, κύρια βάση της αγωγής, απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της σύμβασης για ορισμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ' ένσταση του εναγομένου, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης.
Έτσι πληρούται με τον τρόπο αυτό ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή. Επομένως, στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον ενάγοντα του λόγου της ακυρότητας της σύμβασης, που διαγνώσθηκε ήδη δικαστικά στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος κατά την εξέταση της ως άνω επικουρικής βάσης (ΟλΑΠ 23/2003, ΑΠ 15/2020, ΑΠ 1151/2017, ΑΠ 438/2017).
Τέλος, ο πιο πάνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ έχει εφαρμογή και επί άκυρης απασχόλησης μισθωτού του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, που ενέχονται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία που παρασχέθηκε σ' αυτό (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 1169/2020, ΑΠ 186/2019, ΑΠ 1321/2015, ΑΠ 82/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με τον δεύτερο εκ των αριθμών 1 και 19 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κρίνοντας νόμιμη την αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της έφεσής τους ως προς την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 158, 159 και 904 του ΑΚ ενώ αν εφάρμοζε σωστά τις ως άνω διατάξεις όφειλε να την απορρίψει ως μη νόμιμη καθότι αυτή θεμελιωνόταν στα ίδια πραγματικά περιστατικά που στηριζόταν η κύρια βάση της αγωγής τους και ότι παράλληλα δεχόμενη αυτή εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση.
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που το αναιρεσείον ΝΠΔΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του αφενός γιατί αφενός μεν δεν εκτίθεται στην αίτηση ότι ο λόγος περί νομικής αοριστίας της αγωγής ως προς τη σωρευόμενη με την κυρία αγωγή επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό προτάθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον στο δικαστήριο της ουσίας, αφετέρου δε δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, ώστε να ελεγχθεί και να κριθεί αν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρίνοντας νόμιμη την εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού επικουρική βάση της αγωγής, υπέπεσε στην ως άνω επικαλούμενη πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 158, 159 και 904 του ΑΚ.
Σε κάθε δε περίπτωση ο ως άνω λόγος κατά το μέρος που το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος. Και τούτο διότι από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της από 3.1.2011 αγωγής προκύπτει ότι οι ενάγοντες ιστορούσαν ότι εργάζονταν στο εναγόμενο ΝΠΔΔ, με συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage) μέσω ΟΑΕΔ, σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ., κατά τα αναφερόμενα σε αυτή χρονικά διαστήματα, σε διοικητικές υπηρεσίες αυτού, ως νοσηλευτές, ως βοηθοί ιατρικών βιολογικών εργαστηρίων ή χειριστές ιατρικών συσκευών απεικονίσεων, στα πλαίσια προγράμματος κατάρτισης ανέργων (πρόγραμμα stage), ότι οι συμβάσεις τους με το εναγόμενο έφεραν το χαρακτήρα εγκύρων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού καταρτίσθηκαν κατ' επίφαση γι' απόκτηση επαγγελματικής εμπειρίας και στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του εναγομένου, ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους με τις ως άνω συμβάσεις αμείβονταν με τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά, που ήταν κατώτερα από τα ελάχιστα όρια αποδοχών που προέβλεπαν οι διατάξεις του Ν 3205/2003 με τις οποίες αμείβονταν οι με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εργαζόμενοι στο εναγόμενο, ενώ αυτό δεν τους κατέβαλε τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας ούτε τις αποδοχές αδείας, με συνέπεια να τους οφείλει για την αιτία αυτή τα αναγραφόμενα στην αγωγή ποσά, ότι επικουρικά το εναγόμενο οφείλει να τους καταβάλει τα ως άνω ποσά με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης και ότι όλως επικουρικά, εφόσον ήθελε κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας τους ήταν άκυρη, τους οφείλει τα ίδια ποσά με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεδομένου ότι από την εργασία τους αυτή έγινε πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας τους κατά τα εν λόγω ποσά, τα οποία θα κατέβαλλε σε άλλον μισθωτό της ειδικότητάς τους, τον οποίο θα απασχολούσε υπό τις αυτές συνθήκες απασχόλησης και εργασίας (σελ. 105 και 106).
Έτσι, η σωρευόμενη παραδεκτά με την κύρια βάση της αγωγής από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εργασίας των εναγόντων και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της βάσης αυτής, επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, στηρίζεται σε διαφορετικά πραγματικά από την κυρία βάση, που στηρίζεται, όπως προεκτέθηκε, σε έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ενώ η σωρευόμενη επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό θεμελιώνεται σε ακυρότητα καθεαυτή της ως άνω σύμβασης, ως προϋπόθεση εφαρμογής του πραγματικού των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγούμενη νομική σκέψη, δεδομένου ότι στο αγωγικό δικόγραφο αναφέρεται ότι υπό το παραπάνω καθεστώς, το εναγόμενο οφείλει σε έκαστο ενάγοντα κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού εκείνα τα ποσά που θα κατέβαλε σε άλλον υπό καθεστώς έγκυρης σύμβασης εργασίας, χωρίς να είναι αναγκαία η αναφορά του λόγου ακυρότητας της σύμβασης, αφού διαγνώσθηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένη κατά την εξέταση της ως άνω επικουρικής βάσης.
Κατά, δε, το μέρος που, με τον ως άνω δεύτερο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, αφού αφενός μεν δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, παρά μόνο επιλεκτικά και αποσπασματικά, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, οι κρίσιμες επί της ουσίας παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το εν λόγω Δικαστήριο ως θεμελιωτικά του αποδεικτικού του πορίσματος ότι οι αναιρεσίβλητοι τελούσαν σε σχέση εργασίας με το αναιρεσείον ΝΠΔΔ και ότι ως εκ τούτου δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τα επιδικασθέντα επιδόματα εορτών και αδείας και με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού τις επιδικασθείσες διαφορές αποδοχών για τα αναγραφόμενα σ αυτή χρονικά διαστήματα των ετών 2009 και 2010 και αφετέρου δεν εξειδικεύεται η πλημμέλεια του δικαστηρίου της ουσίας σε σχέση με το ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή δε διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.
Με το άρθρο 8 περ.Α. παρ.5 του Ν 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις" (ΦΕΚ Α 297) ορίζεται ότι εκτός από το βασικό μισθό χορηγείται επίδομα "Νοσοκομειακό και τροφής, για το προσωπικό των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της χώρας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας, των Ν.Π.Δ.Δ.
του Τομέα Πρόνοιας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, οριζόμενο ως εξής: α. Για το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων, των κλάδων ΤΕ Φυσικοθεραπευτών, ΔΕ Βοηθών Φαρμακείου και Καθαριότητας, σε διακόσια σαράντα ευρώ (240 Ε). β. Για το τεχνικό προσωπικό και προσωπικό εργαζόμενο στην εστίαση, καθώς και το λοιπό προσωπικό σε διακόσια δέκα ευρώ (210 Ε)".
Με την παρ. 7 του άρθρου 1 του Ν. 3554/2007 (ΦΕΚ Α 80) ορίζεται ότι " Τα ποσά των περιπτώσεων α' και β' της παρ. 5 του άρθρου 8 του Ν. 3205/2003, για τις αναφερόμενες σε αυτές κατηγορίες δικαιούχων, αναπροσαρμόζονται, κατά μήνα, ως εξής: α.i. Από 1.1.2007, σε διακόσια πενήντα επτά ευρώ και πενήντα λεπτά (257,50). ii. Από 1.7.2007, σε διακόσια εβδομήντα πέντε ευρώ (275) iii.
Από 1.1.2008, σε τριακόσια δέκα ευρώ (310) iv. Από 1.1.2009 και εφεξής, σε τριακόσια σαράντα πέντε ευρώ (345)... β. i. Από 1.1.2007, σε διακόσια είκοσι επτά ευρώ και πενήντα λεπτά (227,50), ii. Από 1.7.2007, σε διακόσια σαράντα πέντε ευρώ (245). iii. Από 1.1.2008, σε διακόσια ογδόντα ευρώ (280). iv. Από 1.1.2009 και εφεξής, σε τριακόσια δεκαπέντε ευρώ (315)".
Με το άρθρο 9 του Ν. 3205/2003 ορίζεται ότι "1. Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων ορίζεται ίσο με το μηνιαίο βασικό μισθό του μισθολογικού κλιμακίου που έχει κάθε φορά ο υπάλληλος. Το επίδομα αυτό χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Απριλίου μέχρι 15 Δεκεμβρίου κάθε έτους και καταβάλλεται στις 16 Δεκεμβρίου κάθε έτους. 2.
Το επίδομα εορτών Πάσχα ορίζεται ίσο προς το ήμισυ του μηνιαίου βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου που έχει κάθε φορά ο υπάλληλος. Το επίδομα αυτό χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Δεκεμβρίου μέχρι και 15 Απριλίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται δέκα ημέρες πριν από το Πάσχα.3.
Το επίδομα αδείας ορίζεται ίσο προς το ήμισυ του μηνιαίου βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου που έχει κάθε φορά ο υπάλληλος. Το επίδομα αυτό χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 1ης Ιουλίου μέχρι και 30 Ιουνίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται την 1η Ιουλίου κάθε έτους. 4.
Τα παραπάνω επιδόματα υπολογίζονται στο βασικό μισθό που έχει ο υπάλληλος, κατά τις οριζόμενες στις προηγούμενες παραγράφους ημερομηνίες. 5. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε για χρονικό διάστημα μικρότερο από τα οριζόμενα στις παραγράφους 1, 2 και 3 του όρθρου αυτού, καταβάλλεται τμήμα επιδόματος ανάλογο προς αυτό που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα της μισθοδοσίας του. 6...".
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 του Ν. 3833/2010 "Προστασία της εθνικής οικονομίας - Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης" (ΦΕΚ Α 40/15.3.2010), με έναρξη ισχύος των διατάξεων του ως άνω άρθρου από 1.1.2010 (άρθρο 20), ορίζεται ότι: "Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), των μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος μειώνονται κατά ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12%).
Τα επιδόματα των παραγράφων A3 των άρθρων 30 και 33 του ν. 3205/2003 (297 Α), όπως ισχύουν, μειώνονται κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) και τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) αντίστοιχα. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται και για το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ.
και των Ο.Τ.Α., των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας". Επακολούθησε ο Ν. 3845/2010 "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη - μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο" (ΦΕΚ Α 65/6.5.2010), στο άρθρο τρίτο παρ. 1 και 6 του οποίου, με έναρξη ισχύος την 1.6.2010, σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου έβδομου του ιδίου νόμου 3845/2010, ορίζεται ότι: (παρ.1) "1.
Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων των φορέων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010 [...] μειώνονται κατά ποσοστό οκτώ τοις εκατό (8%)" και (παρ 6) "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, καθώς και για πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 5, καθορίζονται ως εξής:
α) επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ, β) επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, γ) επίδομα αδείας σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγουμένου εδαφίου καταβάλλονται, εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγουμένου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Αν με την καταβολή των επιδομάτων του προηγουμένου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους".
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 του Ν. 3833/2010 και 3 παρ. 6 του Ν. 3845/2010 και ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνοντας νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής επιδίκασε στους ενάγοντες επιδόματα εορτών και αδείας ποσά ανώτερα από αυτά που καθορίσθηκαν με τις ως άνω διατάξεις από 1.1.2010 και για όσο χρονικό διάστημα εργάσθηκαν εντός του έτους αυτού και επιπρόσθετα τους επιδίκασε νοσοκομειακό επίδομα ύψους 345 ευρώ το μήνα αντί του ορθού και νομίμου ύψους 279,31 ευρώ το μήνα, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις και ότι επιπρόσθετα εσφαλμένα επιδίκασε τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών, σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, με βάση τις καταβαλλόμενες αποδοχές στο λοιπό προσωπικό αυτού που εργαζόταν ως μόνιμο προσωπικό ή με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καθότι η ως άνω αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση.
Ο ως άνω λόγος κατά το μέρος που το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι εσφαλμένα επιδίκασε τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών, σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 1611/2008), αφού, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτή απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος έφεσης των εναγόντων κατά το μέρος που με αυτόν προσέβαλαν την υπ' αριθμ. 124/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγική βάση που στηριζόταν στην αρχή της ίσης μεταχείρισης (8ο φύλλο), ενώ, αντίθετα, δέχθηκε ως νόμιμη και κατ' ουσία βάσιμη μόνο την επικουρική βάση της αγωγής από τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Κατά το μέρος που με τον ως άνω τρίτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 1 παρ.2 του Ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου παρ.1 και 6 του Ν. 3845/2010, ο λόγος αυτός είναι βάσιμος.
Και τούτο διότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του επιδικάζοντας σε έκαστο ενάγοντα για επιδόματα εορτών και αδείας και για νοσοκομειακό επίδομα από 1.1.2010 και για όσο χρονικό διάστημα έκαστος εργάσθηκε εντός του έτους αυτού, χρηματικά ποσά τα οποία υπολόγισε ως προς τα επιδόματα εορτών και αδείας με βάση τις διατάξεις του άρθρου 9 του Ν. 3205/2003 και ως προς το νοσοκομειακό επίδομα, με βάση τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 7 περ.
α υποπ. ιv του Ν. 3554/2007 (345 ευρώ το μήνα), και συγκεκριμένα επιδικάζοντας για κάθε ενάγοντα για το χρονικό διάστημα εργασίας του το έτος 2010 α) για νοσοκομειακό επίδομα το ποσό των 345 ευρώ το μήνα και β) για επιδόματα εορτών και αδείας τα εξής ποσά : στην 1) στην 1η ενάγουσα (κατηγορίας ΠΕ) για το διάστημα από 1.1.2010 έως 24.11.2010 για επίδομα εορτής Πάσχα το ποσό των 492,50 ευρώ (985 ευρώ βασικός μισθός Χ 1/2), για επίδομα εορτής Χριστουγέννων το ποσό των 739 ευρώ (985 Χ 3/4) και για επίδομα αδείας το ποσό των 492,50 ευρώ, 2) στην 2η ενάγουσα (κατηγορίας ΤΕ) για το διάστημα από 1.1.2010 έως 11.10.2010 για επίδομα εορτής Πάσχα το ποσό των 469 ευρώ (938 ευρώ βασικός μισθός Χ 1/2), για επίδομα εορτής Χριστουγέννων το ποσό των 625 ευρώ (938 Χ 2/3) και για επίδομα αδείας το ποσό των 469 ευρώ, 3) στην 3η ενάγουσα (κατηγορίας ΤΕ) για το διάστημα από 1.1.2010 έως 9.10.2010 για επίδομα εορτής Πάσχα το ποσό των 469 ευρώ (938 ευρώ βασικός μισθός Χ 1/2), για επίδομα εορτής Χριστουγέννων το ποσό των 625 ευρώ (938 Χ 2/3) και για επίδομα αδείας το ποσό των 469 ευρώ, 4) στην 4η ενάγουσα (κατηγορίας ΤΕ) για το διάστημα από 1.1.2010 έως 3.11.2010 για επίδομα εορτής Πάσχα το ποσό των 469 ευρώ (938 ευρώ βασικός μισθός Χ 1/2), για επίδομα εορτής Χριστουγέννων το ποσό των 625 ευρώ (938 Χ 2/3), για επίδομα αδείας το ποσό των 469 ευρώ, 5) στην 5η ενάγουσα (κατηγορίας ΤΕ) για το διάστημα από 1.1.2010 έως 26.10.2010 για επίδομα εορτής Πάσχα το ποσό των 469 ευρώ (938 ευρώ βασικός μισθός Χ 1/2), για επίδομα εορτής Χριστουγέννων το ποσό των 625 ευρώ (938 Χ 2/3) και για επίδομα αδείας το ποσό των 469 ευρώ, 6) στην 6η ενάγουσα (κατηγορίας ΤΕ) για το διάστημα από 1.1.2010 έως 31.12.2010 για επίδομα εορτής Πάσχα το ποσό των 469 ευρώ (938 ευρώ βασικός μισθός Χ 1/2), για επίδομα εορτής Χριστουγέννων το ποσό των 938 ευρώ και για επίδομα αδείας το ποσό των 469 ευρώ, 7) στην 7η ενάγουσα (κατηγορίας ΤΕ) για το διάστημα από 1.1.2010 έως 31.12.2010 για επίδομα εορτής Πάσχα το ποσό των 469 ευρώ (938 ευρώ βασικός μισθός Χ 1/2), για επίδομα εορτής Χριστουγέννων το ποσό των 938 ευρώ και για επίδομα αδείας το ποσό των 469 ευρώ, 8) στην 8η ενάγουσα (κατηγορίας ΔΕ) για το διάστημα από 1.1.2010 έως 3.11.2010 για επίδομα εορτής Πάσχα το ποσό των 415 ευρώ (830 ευρώ βασικός μισθός Χ 1/2), και για επίδομα αδείας το ποσό των 415 ευρώ, ενώ δεν επιδικάσθηκε επίδομα εορτής Χριστουγέννων, 9) στην 9η ενάγουσα (κατηγορίας ΔΕ) για το διάστημα από 1.1.2010 έως 12.3.2010 επιδικάσθηκε νοσοκομειακό επίδομα, ενώ δεν επιδικάσθηκαν επιδόματα εορτών και αδείας, 10) στην 10η ενάγουσα (κατηγορίας ΔΕ) για το διάστημα από 1.1.2010 έως 5.11.2010 για επίδομα εορτής Πάσχα το ποσό των 415 ευρώ (830 ευρώ βασικός μισθός Χ 1/2), και για επίδομα εορτής αδείας το ποσό των 415 ευρώ, ενώ δεν επιδικάσθηκε επίδομα εορτής Χριστουγέννων, 11) στην 11η ενάγουσα (ΔΕ) για το διάστημα από 1.1.2010 έως 31.12.2010 για επίδομα εορτής Πάσχα το ποσό των 415 ευρώ (830 ευρώ βασικός μισθός Χ 1/2), για επίδομα εορτής Χριστουγέννων το ποσό των 830 ευρώ και για επίδομα αδείας το ποσό των 415 ευρώ, 12) στην 12η ενάγουσα (κατηγορίας ΔΕ) για το διάστημα από 1.1.2010 έως 24.12.2010 για επίδομα εορτής Πάσχα το ποσό των 415 ευρώ (830 ευρώ βασικός μισθός Χ 1/2) για επίδομα εορτής Χριστουγέννων το ποσό των 830 ευρώ και για επίδομα αδείας το ποσό των 415 ευρώ, 13) στην 13η ενάγουσα (κατηγορίας ΔΕ) για το διάστημα από 1.1.2010 έως 4.5.2010 για επίδομα εορτής Πάσχα το ποσό των 415 ευρώ (830 ευρώ βασικός μισθός Χ 1/2), ενώ δεν επιδικάσθηκαν επιδόματα αδείας και εορτής Χριστουγέννων, 14) στην 14η ενάγουσα (κατηγορίας ΔΕ) για το διάστημα από 1.1.2010 έως 31.10.2010 για επίδομα εορτής Πάσχα το ποσό των 415 ευρώ (830 ευρώ βασικός μισθός Χ 1/2) και για επίδομα αδείας το ποσό των 415 ευρώ, ενώ δεν επιδικάσθηκε επίδομα εορτής Χριστουγέννων, 15) στην 15η ενάγουσα (κατηγορίας ΔΕ) για το διάστημα από 1.1.2010 έως 31.10.2010 για επίδομα εορτής Πάσχα το ποσό των 415 ευρώ (830 ευρώ βασικός μισθός Χ 1/2) και για επίδομα αδείας το ποσό των 415 ευρώ, ενώ δεν επιδικάσθηκε επίδομα εορτής Χριστουγέννων, 16) στον 16ο ενάγοντα (κατηγορίας ΔΕ) για το διάστημα από 1.1.2010 έως 31.10.2010 για επίδομα εορτής Πάσχα το ποσό των 415 ευρώ (830 ευρώ βασικός μισθός Χ 1/2) και για επίδομα αδείας το ποσό των 415 ευρώ, ενώ δεν επιδικάσθηκε επίδομα εορτής Χριστουγέννων, 17)..... 18) στην 18η ενάγουσα (κατηγορίας ΔΕ) για το διάστημα από 1.1.2010 έως 31.12.2010 για επίδομα εορτής Πάσχα το ποσό των 415 ευρώ (830 ευρώ βασικός μισθός Χ 1/2), για επίδομα Χριστουγέννων το ποσό των 830 ευρώ και για επίδομα εορτής αδείας το ποσό των 415 ευρώ, 19) στην 19η ενάγουσα (κατηγορίας ΔΕ) για το διάστημα από 1.1.2010 έως 24.12.2010 για επίδομα εορτής Πάσχα το ποσό των 415 ευρώ (830 ευρώ βασικός μισθός Χ 1/2), για επίδομα εορτής Χριστουγέννων το ποσό των 830 ευρώ και για επίδομα αδείας το ποσό των 415 ευρώ, 20) στην 20η ενάγουσα (κατηγορίας ΔΕ) για το διάστημα από 1.1.2010 έως 31.12.2010 για επίδομα εορτής Πάσχα το ποσό των 415 ευρώ (830 ευρώ βασικός μισθός Χ 1/2), για επίδομα εορτής Χριστουγέννων το ποσό των 830 ευρώ και για επίδομα αδείας το ποσό των 415 ευρώ, 21) στον 21ο ενάγοντα (κατηγορίας ΔΕ) για το διάστημα από 1.1.2010 έως 4.11.2010 για επίδομα εορτής Πάσχα το ποσό των 415 ευρώ (830 ευρώ βασικός μισθός Χ 1/2) και για επίδομα αδείας το ποσό των 415 ευρώ, ενώ δεν επιδικάσθηκε επίδομα εορτής Χριστουγέννων, εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 1 παρ.2 του Ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου παρ. 1 και 6 του Ν. 3845/2010, με βάση τις οποίες α) το ύψος του ως άνω νοσοκομειακού επιδόματος μειωνόταν από 1.1.2010 κατά ποσοστό 12% και από 1.6.2010 κατά (επιπλέον) ποσοστό 8% και β) το ύψος των επιδομάτων εορτών και αδείας μειωνόταν από 1.1.2010 κατά ποσοστό 30% και από 1.6.2010 καθορίσθηκε στο ποσό των 500 ευρώ για το επίδομα εορτής Χριστουγέννων και στο ποσό των 250 ευρώ για το επίδομα εορτής Πάσχα και για το επίδομα αδείας, διατάξεις που ήταν εφαρμοστέες ως προς τις αξιώσεις των αναιρεσειόντων εργαζομένων του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., και ως εκ τούτου υπέπεσε στην εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παράβασης των ως άνω διατάξεων του άρθρου 1 παρ.2 του Ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου παρ.1 και 6 του Ν. 3845/2010.
Ο ισχυρισμός των αναιρεσίβλητων ότι ο λόγος αυτός προτείνεται απαραδέκτως διότι οι ως άνω μειώσεις δεν είχαν προταθεί από το αναιρεσείον στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθότι η σχετική διάταξη αφορά "ισχυρισμούς" και όχι νομικούς κανόνες (ΑΠ 518/2022, ΑΠ 290/2018).
Συνακόλουθα κατά παραδοχή του ως άνω τρίτου λόγου αναίρεσης πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μόνο κατά το μέρος που επιδίκασε στους ενάγοντες επιδόματα εορτών και αδείας και νοσοκομειακό επίδομα για το χρονικό διάστημα εργασίας τους το έτος 2010 και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση ως προς το ως άνω αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ).
Τέλος η δικαστική δαπάνη των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολο της λόγω της μερικής νίκης και μερικής ήττας των διαδίκων (άρθρο 178 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το αναγραφόμενο στο σκεπτικό μέρος την με αριθ. 37/16.1.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη της παρούσας αναιρετικής δίκης .
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ