Legislator Case Law & Legislation
1242/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on unjust enrichment claim lacking independent factual basis from co-ownership dispute.

Case Number 1242/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's rejection of his co-ownership and unjust enrichment claims. The appellant argued the second claim was valid, but the Court of Appeal correctly ruled it inadmissible because it relied on identical facts as the primary co-ownership claim. The Court upheld this decision, stating that unjust enrichment requires distinct factual circumstances beyond those of the primary claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 785, 786, 787, 792, 904, 961, 962, 1113 of the Civil Code; Unjust enrichment claims are accessory in nature and require independent factual circumstances distinct from the primary claim, otherwise they are inadmissible.

Keywords

AI generated
unjust enrichment co-ownership accessory claim independent facts Civil Code Article 904 appeal admissibility legal basis

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 785, 786, 787, 792 of the Civil Code
Article 904 of the Civil Code
Article 961 of the Civil Code
Article 962 of the Civil Code
Article 1113 of the Civil Code
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1242 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1242/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Χ. του Β., κατοίκου δημοτικής ενότητας …. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Μητσού, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. χήρας Δ. Β., το γένος Ε. Π., 2) Α. Β. του Δ., 3) Ν. Β. του Δ. και 4) Α. - Ε. Β. του Δ., κατοίκων δημοτικής ενότητας ….. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Γρηγοριάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2002, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη, 153/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 93/2018 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-8-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 93/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία απέρριψε την έφεση και τον πρόσθετο λόγο έφεσης, που άσκησε ο αναιρεσείων κατά της υπ' αριθ. 153/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν η από 10-9-2001 αγωγή του τελευταίου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 786, 787, 792 παρ. 2, 961, 962 και 1113 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι, και αν δεν πρόβαλαν αξίωση σύγχρησης, να απαιτήσουν απ` αυτόν, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματός τους μερίδα από το όφελος (καρπούς και γενικότερα ωφελήματα), που αυτός αποκόμισε ή εξοικονόμησε και το οποίο συνίσταται στην αξία της επιπλέον της ιδανικής του μερίδας χρήσης του κοινού (ΑΠ 1121/2017, ΑΠ 2191/2007).

Η σχετική αξίωση γεννιέται από μόνο το γεγονός της αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν εκ των κοινωνών (ΑΠ 852/2019). Προκειμένου περί αστικού ακινήτου, το όφελος αυτό συνίσταται στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσης μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσης κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια (ΑΠ 802/2017, ΑΠ 187/2015).

Κατά τα λοιπά ο τρόπος που ο κοινωνός χρησιμοποίησε αποκλειστικά για λογαριασμό του το κοινό πράγμα είναι κατ` αρχήν αδιάφορος και μπορεί αυτός να το έχει εκμισθώσει ή να το έχει χρησιδανείσει σε άλλον ή να το έχει ιδιοχρησιμοποιήσει με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή έστω και διατηρώντας αυτό αδρανές ή προκειμένου για ακίνητο διατηρώντας το κλειστό και ανεκμετάλλευτο, εφόσον με τον τρόπο αυτό αποκλείει στην πράξη τη σύγχρηση των λοιπών κοινωνών και ο ίδιος έχει οποτεδήποτε την ευχέρεια να το εκμεταλλευτεί κατά την κρίση και το συμφέρον του (ΑΠ 852/2019, ΑΠ 276/2016, ΑΠ 767/2014).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Ως πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1418/2018). "Πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 248/2019, ΑΠ 845/2011).

Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς, εξομοιώνονται και εκείνοι, που προτείνονται μη νομίμως και ειδικώς απαραδέκτως. Η ερμηνεία αυτή δεν αποκλείεται από το ότι η διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ανάγει σε ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης και την από το δικαστήριο παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου, διότι η διάταξη αυτή, που καλύπτει πολλές περιπτώσεις δικονομικών απαραδέκτων, ασχέτων προς τη διάταξη του αριθμού 8 του ιδίου άρθρου, συμπορεύεται με την τελευταία στην περίπτωση, κατά την οποία έχουν ληφθεί υπόψη "πράγματα", που προτάθηκαν απαραδέκτως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποκλειστεί η παράλληλη εφαρμογή και των δύο λόγων αναίρεσης στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 899/2019, ΑΠ 128/2008).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 527 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν : 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο ... εναγόμενο ..., ως υπεράσπιση κατά της έφεσης του ενάγοντος. Κατά τη σαφή έννοια της διάταξης αυτής ο εναγόμενος, ως εφεσίβλητος, μπορεί, για την απόκρουση της έφεσης του ενάγοντος, να προτείνει με τις προτάσεις του στην κατ' έφεση δίκη το πρώτον νέους αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιπλέον δε και εκείνους που είχαν προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο απαραδέκτως ή αορίστως, τους οποίους μπορεί να προτείνει για πρώτη φορά, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι και αυτοί συντελούν στην υπεράσπισή του κατά της έφεσης (ΑΠ 796/2020, ΑΠ 1674/2017, ΑΠ 1433/2011, ΑΠ 342/2009), στην κατάλυση δηλαδή του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος και μέσω τούτου σε απόρριψη της έφεσης και την στήριξη του (απορριπτικού της αγωγής) διατακτικού της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΑΠ 941/2010), ανεξάρτητα από τον ειδικότερο λόγο απόρριψης της αγωγής (ΑΠ 1118/2013), επομένως ακόμη και στην περίπτωση που αυτή είχε απορριφθεί κατά παραδοχή του επανυποβληθέντος στο εφετείο ισχυρισμού, ο οποίος είχε προταθεί πρωτοδίκως κατά τρόπο αόριστο.

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 14 και 8 του άρθρου 559 ΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την προβληθείσα, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με τις έγγραφες προτάσεις των εφεσίβλητων ένσταση, περί ύπαρξης συμφωνίας για τον τρόπο χρήσης του επικοίνου ακινήτου και, κατά τούτο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν νομίμως.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την από 10-9-2001 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, ο ενάγων-εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, επικαλούμενος ότι με τον αρχικώς εναγόμενο Δ. Β. (στη θέση του οποίου υπεισήλθαν, λόγω θανάτου του, οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, Α.

χήρα Δ. Β., Α. Β., Ν. Β. και Α.-Ε. Β., ως καθολικοί διάδοχοί του, εναγόμενοι-εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι), είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, του περιγραφόμενου διώροφου ακινήτου και ότι ο εναγόμενος, κατά το χρονικό διάστημα από 23-11-1996 έως 10-9-2001, έκανε αποκλειστική χρήση της περιγραφόμενης μεγαλύτερης του ημίσεως επιφανείας του ακινήτου εισπράττοντας τα ωφελήματα, χωρίς να του αποδώσει την αναλογία αυτών.

Ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλλει το ποσό των 55.804.000 δραχμών, άλλως των 163.792,19 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, που αντιστοιχεί στη μερίδα του στους καρπούς της αποκλειστικής χρήσης του άνω τμήματος του ακινήτου, ως αποζημίωση χρήσης, με βάση τις διατάξεις περί κοινωνίας δικαιώματος, άλλως κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.

Με την υπ' αριθ. 153/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου άνω δικαστηρίου, η αγωγή, κατά την κυρία βάση της, κρίθηκε νόμιμη, ακολούθως δε, απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατά παραδοχή, ως κατ' ουσίαν βάσιμης, καταλυτικής της αγωγής ένστασης, που πρόβαλαν οι εναγόμενοι (εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος αρχικώς εναγομένου), περί ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ των συγκυρίων διαδίκων για τον τρόπο χρήσης του επικοίνου ακινήτου, ενώ, κατά την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.

Κατά της ανωτέρω απόφασης ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε έφεση και πρόσθετο λόγο έφεσης, με τους οποίους παραπονείτο για τη μη απόρριψη της ως άνω ένστασης ως αόριστης και για την κατ' ουσίαν παραδοχή της, και, επέκεινα, την απόρριψη ως κατ' ουσίαν αβάσιμης της αγωγής του για επιδίκαση αποζημίωσης χρήσης.

Οι εφεσίβλητοι ήδη αναιρεσίβλητοι, με τις προτάσεις τους ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή τους, προς απόκρουση της έφεσης και υποστήριξη του διατακτικού της εκκαλουμένης απόφασης, επαναπρόβαλαν την ως άνω ένσταση και ζήτησαν την κατ' ουσίαν απόρριψη της έφεσης και του πρόσθετου λόγου της και της αγωγής.

Το Εφετείο δέχθηκε ότι ήταν παραδεκτή η προβολή της ένστασης αυτής στην κατ' έφεση δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 527 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, ήτοι ότι προβλήθηκε προς υπεράσπιση κατά της έφεσης και του πρόσθετου λόγου της. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια των αριθμών 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με τους πρώτο και δεύτερο (κατά το πρώτο σκέλος) λόγους της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι ρηθείσες πλημμέλειες (παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου της ένστασης και, κατά τούτο, της λήψης υπόψη πραγμάτων μη νομίμως προταθέντων), είναι αβάσιμοι, ενώ ο ίδιος (δεύτερος) λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, δοθέντος ότι για την ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου απαιτείται κρίση επί της ουσίας, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω.

Απορριπτέος, ως απαράδεκτος, είναι και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τον ίδιο αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη αιτιολογίας, ως προς την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 527 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, διότι η εν λόγω διάταξη, όπως από το περιεχόμενό της προκύπτει, διαλαμβάνει κανόνες δικονομικού δικαίου, ο δε προβλεπόμενος από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης αναφέρεται στην παραβίαση κανόνα ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου (ΑΠ 837/2008).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ ΑΠ 4/2018, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 156/2019, ΑΠ 204/2018, ΑΠ 96/2018). Επίσης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος για αναίρεση απόφασης αν δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναγόμενου απ' αυτές συμπεράσματος, γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση αυτή ανέλεγκτα (άρθρ. 561 ΚΠολΔ), εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 118/2019, ΑΠ 425/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Το επίδικο ακίνητο είναι μία διώροφη λιθόκτιστη οικοδομή, που βρίσκεται στην παλιά (μεσαιωνική) πόλη της … επί της οδού ..., με κτηματολογικά στοιχεία, τόμος …, φύλλο …, μερίδα …-… και φάκελλος … οικοδομών …, νομικής φύσης μουλκ, αποτελείται δε από πέντε χώρους στο ισόγειο και κατά νεότερη εμβαδομέτρηση από τρεις χώρους καθώς και από τρεις χώρους στον πρώτο όροφο, συνολικής επιφανείας 292 τ.μ.

στο ισόγειο και 242 τ.μ. στον πρώτο όροφο. Τιτλούχος από αρχική θεµελιώδη καταγραφή φέρεται η Σ. Τ. του Ν. κατά πλήρη κυριότητα, μετά δε το θάνατό της κληρονοµήθηκε, δυνάμει της µε αριθμό …/ 1939 δημόσιας διαθήκης του τότε συμβολαιογράφου Α. Γ. που δηµοσιεύθηκε στη … µε την µε αριθμό …/1947 πράξη του τότε Συµβ/φου Ρόδου Γεωργίου Παπανικήτα και μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, από τη Δ.

Β. του Γ. χήρα Κ. Χ. και Δ. Τ., κατά ποσοστό 1 /2 εξ αδιαιρέτου έκαστος. Περαιτέρω, µε το µε αριθμό …./…-3-1977 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ρόδου Σακελλάρη Μαϊλη που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία κτηματολογικά βιβλία (αριθµ. 2486/31-3-1977 διάταξη του Κτηματολογικού Δικαστή), η Δ. Β. μεταβίβασε λόγω πώλησης το ιδανικό της μερίδιο στον ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντα).

Ακολούθως, µε το µε αριθμό …/…-11-1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ρόδου Μαρίας Πρώτου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία κτηματολογικά βιβλία (αριθμ. 714/24-1-1996 διάταξη του Κτηματολογικού Δικαστή), ο Δ. Τ. μεταβίβασε λόγω πώλησης το δικό του ιδανικό μερίδιο στον εναγόμενο (ήδη δικαιοπάροχο αναιρεσιβλήτων). 'Έτσι οι διάδικοι κατέστησαν συγκύριοι του επικοίνου ακινήτου, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας.

Σε τμήμα του επικοίνου ακινήτου διατηρούσε την επιχείρησή του ο ενάγων και στο έτερο τμήμα του ακινήτου διατηρούσε την επιχείρησή του (επιχείρηση τουριστικών ειδών) ο έτερος συγκύριος, Δ. Τ.. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι µε τα από 1-1-1986, 1-1-1990, 20-12-1994 και 10-7-1995 ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως οι τότε συγκύριοι του επιδίκου, ως εκμισθωτές, δηλαδή ο ενάγων και ο Δ.

Τ., εκμίσθωσαν στον εναγόμενο το τμήμα του ακινήτου, στο οποίο στέγαζε την επιχείρησή του ο Δ. Τ.. Εν συνεχεία, εφόσον µε το υπ' αριθμ. …/….-11-1996 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβ/φου Ρόδου Μαρίας Πρώτου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο εναγόμενος αγόρασε από το Δ.Τ. ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, όπως προεκτέθηκε, έληξε η συμβατική σχέση της μίσθωσης και δημιουργήθηκε μεταξύ των διαδίκων κοινωνία δικαιώματος.

Μετά την ως άνω μεταβίβαση, τόσο ο ενάγων όσο και ο εναγόμενος συνέχισαν να χρησιμοποιούν τα ίδια τμήματα του επικοίνου ακινήτου για τη στέγαση των επιχειρήσεών τους. Ειδικότερα, ο ενάγων χρησιμοποιούσε τμήμα του ισογείου, ο δε εναγόμενος, αφενός τμήμα του ισογείου, αφετέρου ολόκληρο τον πρώτο όροφο του ακινήτου.

Η συνολική επιφάνεια του ακινήτου που χρησιμοποιούσε ο εναγόμενος υπερέβαινε το ήμισυ της συνολικής επιφανείας του ακινήτου και κατά συνέπεια ήταν μεγαλύτερη από εκείνη που χρησιμοποιούσε ο ενάγων. Γι' αυτό το λόγο, οι διάδικοι, ως μοναδικοί πλέον συγκύριοι, ήλθαν σε συμφωνία να συνεχίσει ο εναγόμενος να κάνει αποκλειστική χρήση του μεγαλύτερου αυτού τμήματος του ακινήτου, καταβάλλοντας, όμως, ως αντιστάθμισμα στον ενάγοντα ορισμένο ποσό ετησίως και ειδικότερα το ποσό των 340.000 δραχμών.

Όπως προκύπτει δε από τις αποδείξεις που προσκομίζονται -η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται- ο εναγόμενος κατέβαλε για την αιτία αυτή στον ενάγοντα για το έτος 1998 το ποσό των 340.000 δρχ. και για το έτος 1999 το ποσό των 360.000 δρχ. Πρέπει να σημειωθεί ότι στις εν λόγω αποδείξεις αναγράφεται ως αιτία καταβολής "ενοίκια", όμως οι καταβολές αυτές δεν αποτελούν μισθώματα, αφού είχε λήξει η σύμβαση μισθώσεως, αλλά το παραπάνω ποσό που ορίσθηκε ως αντιστάθμισμα στα πλαίσια της συμφωνίας των διαδίκων για τον τρόπο σύγχρησης του κοινού πράγματος.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου, περί ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, ενισχύεται, εκτός των προαναφερομένων αποδεικτικών μέσων, και από την κατάθεση της μάρτυρος του ιδίου του ενάγοντος, Μ. Χ., θυγατέρας του, η οποία εξεταζόμενη στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου επιβεβαίωσε τις καταβολές αυτές, καταθέτοντας:"...

η κ. Β. κατέβαλε σαν ετήσιο μίσθωμα 340.000 δραχμές νομίζω, κάπου εκεί...επειδή καταλάμβανε τον παραπάνω χώρο...τα κατέβαλε αυθαίρετα..." χωρίς όμως να εξηγήσει πειστικά για ποιο λόγο ο εναγόμενος κατέβαλλε αυτό το ποσό και ο ενάγων το εισέπραττε, χωρίς να υπάρχει συμφωνία των μερών. Η συμφωνία αυτή μεταξύ των διαδίκων τηρήθηκε μέχρι το έτος 2000, οπότε ο ενάγων αρνήθηκε την είσπραξη του ως άνω συμφωνηθέντος ποσού από τον εναγόμενο.

Μετά την άρνηση αυτή, ο εναγόμενος συνέχισε να καταβάλλει το ορισθέν ετησίως ποσό, υπέρ του ενάγοντος, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (βλ. την υπ' αριθμ. …/….-9-2001 πράξη κατάθεσης, ποσού 360.000 δραχμών, για το έτος 2000, την υπ' αριθμ. …/…-9-2002 πράξη κατάθεσης, ποσού 1.056,50 ευρώ, για το έτος 2001, την υπ' αριθμ. …/…-5-2007 πράξη κατάθεσης, ποσού 3.345 ευρώ, για τα έτη 2004, 2005, 2006 και την υπ' αριθμ.

…/…-1-2009 πράξη κατάθεσης, ποσού 2.230 ευρώ, για τα έτη 2007, 2008). Πρέπει να σημειωθεί ότι η συμφωνία, µε την οποία τα μέρη κανονίζουν τη χρήση του κοινού πράγματος, είναι έγκυρη, κατ' άρθρ. 788 ΑΚ και δεν μπορεί να τροποποιηθεί μονομερώς, αλλά είτε µε νεότερη συμφωνία των μερών είτε, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, µε προσφυγή στο δικαστήριο, κατ' άρθρο 790 ΑΚ ...

Συνεπώς, η ανωτέρω συμφωνία, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε μεταγενέστερη τροποποιητική συμφωνία των μερών, συνέχισε να ισχύει, παρά το γεγονός ότι ο ενάγων από το έτος 2000 και εντεύθεν αρνείτο να εισπράττει το συμφωνηθέν ετησίως ποσό, το οποίο, σε εκτέλεση της συμφωνίας τους, συνέχισε να καταβάλλει ο εναγόμενος. Ο ενάγων είχε το δικαίωμα να προσφύγει στο δικαστήριο για να ρυθμιστεί διαφορετικά ο τρόπος χρήσης του κοινού ακινήτου -που όμως δεν έπραξε- όχι όμως το δικαίωμα να τροποποιήσει τη συμφωνία του µε τον εναγόμενο μονομερώς, η οποία, κατ' άρθρο 791 ΑΚ, ισχύει ακόμη και υπέρ και κατά των διαδόχων των κοινωνών και μάλιστα για αόριστο χρονικό διάστημα, ήτοι ενόσω υφίσταται η κοινωνία, αν δεν τροποποιηθεί µε μεταγενέστερη συμφωνία ή µε δικαστική απόφαση...

Συνεπώς, κρίνεται βάσιμη και κατ' ουσίαν η σχετική ένσταση του εναγοµένου, περί ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για τον τρόπο χρήσης του επικοίνου ακινήτου, η οποία (ένσταση) είναι καταλυτική των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος για αποζημίωση χρήσης λόγω αποκλειστικής χρήσης τμήματος του επιδίκου ακινήτου εκ μέρους του εναγοµένου... .

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω έπρεπε η ένδικη αγωγή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση κατέληξε στην ίδια κρίση, έστω και με εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία-αφού έλαβε υπόψη του την υπ' αριθμ. …/…-11-2012 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ε. Ζ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρόδου Μαρίνας Παπαγεωργίου, η οποία είναι ανύπαρκτο αποδεικτικό μέσο ...

η οποία (αιτιολογία) αντικαθίσταται με την αιτιολογία της παρούσας αποφάσεως (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά κατ' αποτέλεσμα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα με τους λόγους της εφέσεως και τον πρόσθετο λόγο εφέσεως κρίνονται αβάσιμα...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε, ότι παραδεκτά προβλήθηκε η καταλυτική της αγωγής ένσταση, περί ύπαρξης συμφωνίας για αποκλειστική χρήση εκ μέρους του αρχικώς εναγομένου κοινωνού επιπλέον της ιδανικής του μερίδας του κοινού ακινήτου, απέρριψε κατ` ουσίαν την έφεση και τον πρόσθετο λόγο αυτής και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει την αγωγή, ως κατ` ουσία αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 785, 786, 787 792 παρ. 2, 961, 962 και 1113 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της, κατόπιν συμφωνίας των κοινωνών διαδίκων, αποκλειστικής χρήσης εκ μέρους του αρχικώς εναγομένου κοινωνού επιπλέον της ιδανικής του μερίδας του κοινού ακινήτου, γεγονός το οποίο αναιρεί το δικαίωμα του ενάγοντος, να απαιτήσει το όφελος που ο τελευταίος αποκόμισε από την αποκλειστική χρήση επιπλέον της ιδανικής του μερίδας.

Επομένως, ο έβδομος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει και τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή της συγκυριότητας των διαδίκων και των μερίδων αυτών επί του κοινού ακινήτου, της αποκλειστικής χρήσης, εκ μέρους του αρχικώς εναγομένου κοινωνού, επιπλέον της ιδανικής του μερίδας του εν λόγω κοινού ακινήτου κατά την επίδικη χρονική περίοδο, του τρόπου χρήσης αυτού, καθώς και της ύπαρξης συμφωνίας περί της αποκλειστικής χρήσης εκ μέρους του αρχικώς εναγομένου κοινωνού, επιπλέον της ιδανικής του μερίδας επί του επικοίνου.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, και δη ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι το ποσό του συμφωνηθέντος ανταλλάγματος ανερχόταν στο ποσό των 340.000 δραχμών διέλαβε αντιφατική αιτιολογία, αφού αριθμητικώς και με ετήσια αναγωγή δεν προκύπτει το εν λόγω ποσό (340.000 δραχμών) από τις αποδείξεις ποσού 360.000 δραχμών και πράξεις κατάθεσης ποσών 360.000 δραχμών, 1.056,50 ευρώ, 3.345 ευρώ, 2.230 ευρώ, όπως η προσβαλλόμενη δέχεται, δημιουργώντας έτσι αμφιβολίες, ως προς το ποσό της δήθεν συμφωνίας, είναι απαράδεκτος.

Και τούτο διότι, η ως άνω αιτίαση σχετίζεται με τις, αναιρετικά ανέλεγκτες, ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, αναφορικά με την ύπαρξη της συμφωνίας των κοινωνών και ανάγεται στην αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων, πλήττοντας, με το πρόσχημα της παράβασης της ως άνω διάταξης, την ανέλεγκτη αναιρετικώς επί της ουσίας κρίση του Εφετείου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ιδίου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 112/2020 , ΑΠ 1633/2009).

Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρισίμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/2008).

Δεν ιδρύεται, όμως, ο παραπάνω λόγος, αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε μεν υπόψη του το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, πλην δεν το υιοθέτησε, διότι έκρινε πειστικότερα άλλα, αντίθετα προς αυτό, αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 112/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αφενός μεν τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και αφετέρου έγγραφα, και δη τα από 1-1-1990 και 1-7-1995 μισθωτήρια συμβόλαια, το από 9-2-2016 πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής, το από 4-12-2015 ιδιωτικό συμφωνητικό συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, τα …/…-6-2011 και …/…-8-2011 αντίγραφα διπλοτύπων του Κτηματολογίου Ρόδου, τις …/…-6-2012 και …/..-8-2011 τριπλότυπες αποδείξεις της Δ.Ο.Υ.

Ρόδου, το …/2011 κληρονομητήριο, την 93/2009 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου και τις σχετικές περιλήψεις μεταγραφής της, τις …/2011 και …/2011 αιτήσεις, το από 30-10-2012 αντίγραφο του κτηματολογικού φύλλου, το …/2014 πιστοποιητικό ιδιοκτησίας του Κτηματολογίου Ρόδου περί μεταγραφής της 403/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου με την 6786/12-8-2011 διάταξη του Κτηματολογικού Δικαστή, την 28/12-2-2014 αίτηση προς τον Πρόεδρο Πρωτοδικών Ρόδου και τον Εντεταλμένο Δικαστή του Πρωτοδικείου Ρόδου και τις 7029, 7030, 7031 και 7032/ 10-3-2014 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου Α.

Π., με τις οποίες επιδόθηκε στους αντιδίκους του η ως άνω αίτηση. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του, ότι: " ... από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, τις υπ' αριθμ.

…/…-3-2017, …/…-3-2017 και …/…-3-2017 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του συμβολαιογράφου Ρόδου Σταύρου Κουταλιανού, που ελήφθησαν με επιμέλεια του εκκαλούντος, μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση των εφεσιβλήτων (βλ. τις υπ' αριθμ. 2636Γ 2637Γ 2638Γ και 2639Γ της 15-3-2017 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Δωδεκανήσου Α.

Κ.)..., καθώς και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ... ", σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, προβαίνοντας, μάλιστα, σε αναλυτική αξιολόγηση και στάθμιση ορισμένων εξ αυτών.

Με τον έκτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής του, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.

Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 10-9-2001 αγωγή του ο ενάγων-αναιρεσείων, όπως προεκτέθηκε, ζήτησε, κυρίως, με βάση τις περί κοινωνίας διατάξεις και, επικουρικά, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, την καταβολή του σε αυτή και παραπάνω αναφερομένου ποσού. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε την αγωγή νόμιμη ως προς την κύρια βάση της και την απέρριψε κατ' ουσίαν, ενώ, ως προς την επικουρική βάση της έκρινε αυτήν μη νόμιμη και την απέρριψε.

Ακολούθως, κατόπιν άσκησης έφεσης και προσθέτου λόγου έφεσης από τον ενάγοντα κατά της άνω απόφασης εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, η αγωγή ως προς μεν την κύρια βάση της εκ της κοινωνίας κρίθηκε νόμιμη αλλά κατ' ουσίαν αβάσιμη, ως προς δε την επικουρική βάση της εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, μη νόμιμη, μετ' επικύρωση δε της πρωτόδικης απόφασης, απερρίφθη κατ' ουσίαν η έφεση και ο πρόσθετος αυτής λόγος.

Ειδικότερα, το Εφετείο, ως προς το ζήτημα της νομιμότητας της επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής, δέχθηκε τα ακόλουθα: " ...η ένδικη αγωγή, κατά την από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό επικουρική βάση της, είναι μη νόμιμη, καθόσον από το άρθρο 904 ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσεως και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία...ενώ στην προκειμένη περίπτωση η αγωγή δεν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται κατά την κυρία βάση της (κοινωνία δικαιώματος).

Η εκκαλουμένη, που είπε τα ίδια, δεν έσφαλε αλλά ορθά εφάρμοσε το νόμο, κρίνεται δε αβάσιμος ο πέμπτος λόγος της εφέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα". Με τις κρίσεις αυτές το Εφετείο δεχόμενο ότι, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, είναι μη νόμιμη αυτή κατά την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρική βάση της, με την αιτιολογία ότι δεν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται, κατά την κύρια βάση της, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ.

Επομένως, ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι εσφαλμένα το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής, είναι αβάσιμος.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-8-2018 αίτηση του Δ. Χ. για αναίρεση της υπ' αριθ.93/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Οκτωβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ