Supreme Court allows partial appeal on overwork pay, dismissing other claims as inadmissible or unsupported.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a labor court decision regarding unpaid overwork wages. The appellant argued the lower court erred in calculating Sunday work pay and failed to consider specific legal provisions, while the employer contended the judgment was legally sound. The court found the arguments regarding Sunday work and specific ministerial decisions inadmissible or unsupported, but ruled that the lower court erred in dismissing claims for overwork and night work, ordering a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 111(2), 118(4), 216(1a) of the Code of Civil Procedure; Article 559(1), (8), (14) of the Code of Civil Procedure; Article 262(1), 338(1) of the Code of Civil Procedure; Article 416 of the Civil Code; Article 5(1) of Law 133/1975; Article 12 and 13 of Decision 17663/1982: The Supreme Court may remand a case for further examination when the lower court fails to consider relevant facts or applies incorrect legal provisions, while inadmissible or unsupported arguments do not justify overturning the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1242 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1242/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Κωνσταντίνας Καλουπάκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε. ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής, και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτριου Αντωνίου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-7-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2414/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2243/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-11-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1α ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της, η δε έλλειψη, η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, καθιστά την αγωγή αόριστη. Η αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του, σχετικά με τη νομική θεμελίωση αυτής, αξίωσε περισσότερα από εκείνα που απαιτεί ο νόμος ή αν αντιθέτως αρκέσθηκε σε λιγότερα. Αν τυχόν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονται στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
λόγος αναιρέσεως. Αν όμως το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα, τότε ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 262 αρ1, 338 παρ. 1 ΚΠολΔ και 416 ΑΚ, συνάγεται ότι ο οφειλέτης, εναγόμενος προς πληρωμή ορισμένου χρέους, φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης της καταβολής που επάγεται την απόσβεση της οφειλής του.
Ειδικότερα, επί συμβάσεως εργασίας ,ο εργοδότης εναγόμενος από το μισθωτό για την επιδίκαση διαφορών από τη μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του μισθωτού, αποδοχών για την παροχή υπερεργασίας, υπερωριακής και νυχτερινής εργασίας δύναται να αντιτάξει τον ισχυρισμό ότι με προηγηθείσα καταβολή έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις για τις οποίες ενάγεται .
Κατά συνέπεια δεν απαιτείται να αναφέρονται στην αγωγή για το ορισμένο αυτής και τα ποσά που καταβλήθηκαν στον ενάγοντα μισθωτό από τον εναγόμενο εργοδότη του και μάλιστα χωριστά για κάθε επί μέρους αγωγικό κονδύλιο (όπως για υπερωριακή .νυχτερινή απασχόληση κλπ), διότι οι καταβολές αυτές θεμελιώνουν, κατά το άρθρο 416 του ΑΚ, ένσταση εξόφλησης εκ μέρους του εναγομένου εργοδότη.
Αν παρά ταύτα στο δικόγραφο της αγωγής διαλαμβάνεται συνολικά και το ποσό που για τις αιτίες αυτές καταβλήθηκε στον ενάγοντα, η ως άνω αναφορά ενέχει καθ' υποφοράν άρνηση του ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου εργοδότη περί περαιτέρω καταβολών και δεν καθιστά αόριστη και ως εκ τούτου απαράδεκτη την αγωγή, κατά τα ως άνω κεφάλαια, αφού οι καταβολές αυτές αποτελούν μέρος του συνόλου των αξιώσεων του μισθωτού από διάφορες αιτίες που θεμελιώνουν και την ιστορική βάση της αγωγής, από το άθροισμα δε όλων των επίδικων απαιτήσεων του ενάγοντος που θα προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία και αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς, θα αφαιρεθεί το συνολικό ποσό που στην αγωγή αναγράφεται ως καταβληθέν. (ΑΠ 1004/2017, 2109/2013).
2. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (ΚΠολΔ 561 αρ.2) του δικογράφου της από 13-7-2010 αγωγής προκύπτει, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, εξέθεσε σ' αυτή, εκτός των άλλων, ότι τυγχάνει εργατοτεχνίτης - οικοδόμος και προσελήφθη το έτος 2003 με την ως άνω ειδικότητα από την εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία αναλαμβάνει την κατασκευή τεχνικών έργων .Ότι εργάσθηκε σ' αυτήν με την ανωτέρω ειδικότητα εκτελώντας εργασίες οικοδόμου-σιδερά μέχρι και τον μήνα Ιανουάριο του 2010,οπότε αποχώρησε οικειοθελώς.
Ότι εργαζόταν με καθεστώς πενθήμερης εργασίας (από Δευτέρα έως Παρασκευή) με ελάχιστο ημερήσιο ωράριο από τις 07.00 έως τις 15.00, ότι κατά το από 1/1/2005 έως και 31/12/2006 χρονικό διάστημα εργαζόταν με εναλλασσόμενο ανά εβδομάδα ωράριο από 7 έως 19 και 19.00 έως 7.00, κατά το από 1.1.2007 έως 31.8.2009 εργαζόταν από 7.00 έως 18, ήτοι εργαζόταν πέραν του νομίμου εβδομαδιαίου ωραρίου των 40 ωρών, πραγματοποιώντας υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση και νυχτερινή εργασία, ότι επιπλέον παρείχε εργασία επί οκτάωρο κατά τα αναφερόμενα Σάββατα και τις Κυριακές.
Ότι σύμφωνα με τις οικείες Σ.Σ.Ε. για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών οικοδόμων και των συναφών κλάδων, η αμοιβή του ανερχόταν στα εις αυτή αναφερόμενα ποσά για κάθε αναφερόμενη χρονική περίοδο και ότι η εναγομένη του κατέβαλε μικρότερη αμοιβή απ' αυτή που εδικαιούτο, καθώς επίσης δεν του κατέβαλε αμοιβή για την εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές.
Ότι για υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση και νυχτερινή εργασία του κατέβαλε τα εκεί αναφερόμενα ποσά. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη για τις αιτίες αυτές να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 68.967,32 νομιμοτόκως, κατά τις εκεί διακρίσεις. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν στο σύνολο της, όπως τα επί μέρους κονδύλια είχαν παραδεκτώς περιοριστεί σε αναγνωριστικά.
Ύστερα από άσκηση έφεσης κατ' αυτής της εναγομένης εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με την οποία το Εφετείο δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη, δίκασε εκ νέου την αγωγή και απέρριψε αυτή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας για τα κεφάλαια αποδοχών για παροχή υπερεργασίας, υπερωριών και νυχτερινής εργασίας, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν για παροχή εργασίας κατά τα Σάββατα, ενώ δέχθηκε αυτή εν μέρει κατά τα λοιπά.
Ειδικότερα, το Εφετείο, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης της εναγομένης (ΚΠολΔ 522), έκρινε την αγωγή κατά τα κεφάλαια επιδίκασης διαφορών για υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση και νυχτερινή εργασία απαράδεκτη λόγω αοριστίας με το ακόλουθο σκεπτικό: "Ο ενάγων στο υπό στ.
Γ κεφάλαιο της αγωγής του ζητεί διαφορές αποδοχών για υπερεργασία, κατ' εξαίρεση υπερωρία, παράνομη υπερωρία και νυχτερινή απασχόληση για τα έτη 2005 έως 2009, και ενώ προσδιορίζει το δικαιούμενο για κάθε αιτία ποσό δεν προσδιορίζει από το συνολικό ποσό που ισχυρίζεται ότι του κατέβαλε η εναγομένη, ποιο ποσό του κατέβαλε για κάθε μια αιτία με αποτέλεσμα να καθίσταται η αγωγή κατά τα κεφάλαια αυτά απαράδεκτη λόγω αοριστίας".
Με τη κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας κατά τα επί μέρους ανωτέρω κεφάλαια διαφορών για υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση και νυχτερινή εργασία , κρίνοντας ότι τα αναφερόμενα σε αυτήν στοιχεία (καταβολές) δεν αναγράφονταν με πληρότητα, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο αφού, σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις που εκτίθενται στον αρ.1 της παρούσας, η μη αναφορά των επί μέρους ποσών που καταβλήθηκαν στον ενάγοντα μισθωτό από την εναγομένη εργοδότρια αυτού, χωριστά για κάθε επί μέρους αγωγικό κονδύλιο, δεν αποτελούσε κατά νόμο αναγκαίο στοιχείο του ορισμένου της αγωγής.
Επομένως ,οι λόγοι αναίρεσης, πρώτος και δεύτερος, με τους οποίους αποδίδεται η από τον αρ. 14 του άρθρου559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, είναι βάσιμοι. 3. Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 7 παρ.1 του ν. 1876/1990, που ορίζει ότι οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής σύμβασης εργασίας έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ, και 22 παρ.2 του Συντάγματος, που ορίζει ότι οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας συμπληρώνουν τους καθοριζόμενους από το νόμο γενικούς όρους εργασίας, συνάγεται ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, κατά τη σύναψη των ΣΣΕ ασκούν νομοθετική (κανονιστική) εξουσία, παραχωρούμενη σε αυτές από την ανωτέρω συνταγματική διάταξη, δηλαδή είναι φορείς δημόσιας εξουσίας κατά παραχώρηση από το Κράτος και, συνεπώς, οι ΣΣΕ, ως προς το κανονιστικό τους μέρος, έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου.
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 της Σ.Σ.Ε. (14.7.2009) για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Εργατοτεχνιτών Οικοδόμων και των Συναφών Κλάδων όλης της χώρας (Π.Κ. Υπ. Απασχ. 45/24.7.2009), η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 27699/2250/17.9.2009 (ΦΕΚ Β 2078/28.9.2009), τα κατώτατα όρια βασικών ημερομισθίων των Εργατοτεχνιτών Οικοδόμων και Συναφών Ειδικοτήτων και των δύο φύλων σ' όλη τη χώρα που απασχολούνται στις οικοδομικές και συναφείς προς τις οικοδομικές εργασίες ειδικότητες καθορίζονται για τους τεχνίτες (σιδεράδες μπετόν) από 1-1-2009 σε 61,93 ευρώ.
Με τις προϊσχύσασες ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών οικοδόμων και των συναφών κλάδων όλης της χώρας των ετών 2008,2007,2006και 2005,που κηρύχθηκαν υποχρεωτικές (αντιστοίχως με τις ΥΑ 69018/3228/6.10.2008 (ΦΕΚ Β 2137/15.10.2008), ΥΑ 13019/4.12.2007 (ΦΕΚ Β 2355/11.12.2007), ΥΑ 11893/5.7.2006 (ΦΕΚ Β 1018/28.7.2006) και ΥΑ 12833/21.9.2005 (ΦΕΚ Β 1350/27.9.2005) τα κατώτατα όρια βασικών ημερομισθίων για τους τεχνίτες καθορίζονται στα κάτωθι ποσά:
από 1-1-2008 σε 59,26 ευρώ, από 1-1-2007 σε 55,13 ευρώ, από 1.1.2006 σε 50,02 ευρώ ,από 1-9-2006 σε 51,52 ευρώ και από 1-1-2005 σε 48,10 ευρώ.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.2 του ν. 435/76 και 6 της από 14-2-1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας (ΕΓΣΣΕ) συνάγεται ότι, για την εργασία των υπαγομένων στο σύστημα της πενθήμερης βδομαδιαίας εργασίας μισθωτών, που παρέχεται κατά το Σάββατο [ή άλλη 6η ημέρα της εβδομάδος] και δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο της ημερήσιας απασχόλησης, οφείλεται αποζημίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΚ 904).
διότι πρόκειται για παροχή εργασίας σε ημέρα αναπαύσεως από την οποία επέρχεται πλουτισμός του εργοδότη κατά παράβαση απαγορευτικών κανόνων δημόσιας τάξης (ΑΠ 66/2007, ΑΠ 633/2004). Εξ άλλου, από τις διατάξεις της ΚΥΑ 8900/1945 Οικονομικών και Εργασίας, όπως ερμηνεύτηκε με την 25825/1951 απόφαση των ιδίων Υπουργών, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 2 του ν. 435/1976, προκύπτει ότι στους εργαζόμενους κατά τις Κυριακές και τις μη εργάσιμες εορτές καταβάλλεται, ανεξαρτήτως του κύρους για την απασχόληση, προσαύξηση του ημερομισθίου, η οποία υπολογίζεται επί του νομίμου μισθού και ισούται με το 75% ενός ημερομισθίου, εφόσον η εργασία εξαντλήσει το κανονισμένο ημερήσιο ωράριο.
Εάν υπολείπεται του νομίμου ωραρίου μειώνεται ανάλογα και αν υπερβαίνει αυτό αυξάνεται ανάλογα. (ΑΠ 1117/2017). Από τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ. με την οποία ορίζεται ότι η ενοχή αποσβέννυται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία της ένστασης εξόφλησης είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής.
Επομένως, για να είναι ορισμένη, ειδικότερα, η υποβαλλομένη από τον εναγόμενο εργοδότη ένσταση εξόφλησης των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από την σχέση εργασίας, με την επίκληση σχετικής έγγραφης απόδειξης του μισθωτού περί πληρωμής όλων των απαιτήσεών του, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον μισθωτό για την παρεχομένη εργασία του, εκτός εάν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά πρέπει να διαλαμβάνονται και τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, διότι έτσι μόνο προστατεύεται ο εργαζόμενος από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελαχίστων ορίων αποδοχών (άρθ. 3, 174, 679 ΑΚ, 8 του Ν 2112/1920. 8 παρ. 4 του Ν. 4020/1959).
Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, με το άρθ. 18 παρ. 1 του Ν. 1082/1980 επιβάλλεται στον εργοδότη η υποχρέωση να χορηγεί, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού του, εκκαθαριστικό σημείωμα ή σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος ανάλυση μισθοδοσίας που θα απεικονίζουν αναλυτικά τις πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού και τις επ' αυτών κρατήσεις (ΑΠ 836/2019, ΑΠ 529/2016, ΑΠ 1069/2014, ΑΠ 1688/2012).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 319/2017, 1420/2013, 1547/1997).
Από την προσβαλλομένη απόφαση, παραδεκτώς επισκοπούμενη 1 (ΚΠολΔ 561 παρ•2), προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ότι ο ενάγων, που είναι οικοδόμος και απόφοιτος του 1ου Επαγγελματικού Λυκείου Λάρισας, στις 7 Μαΐου του 2003, προσελήφθη από την εναγομένη εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα των κατασκευών, συντηρήσεων κλπ τεχνικών έργων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως οικοδόμος τεχνίτης και ειδικότερα ως σιδεράς μπετόν, δεδομένου ότι πληρούσε τις προϋποθέσεις της παρ. 3 παρ.
α της από 23-05-1990 ΣΣΕ "περί των όρων αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών οικοδόμων και συναφών κλάδων απάσης της Χώρας", η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την Υ.Α. 17238/1990 (ΦΕΚ Β' 721/1991),εφόσον εργαζόταν σε αντίστοιχης ειδικότητας οικοδομικές εργασίες από το 1995 και η ίδια η εναγόμενη του χορήγησε την από 09-10-2007 βεβαίωση, στην οποία αναφέρεται ότι ο ενάγων εργάζεται ως τεχνίτης - οικοδόμος (ημερομίσθιο).
Ότι ο ενάγων απασχολούμενος με την ανωτέρω ειδικότητα (οικοδόμου τεχνίτη - σιδερά) δικαιούται διαφορές αποδοχών δεδομένου ότι η εναγομένη του κατέβαλε ημερομίσθιο βοηθού τεχνίτη/ειδικευμένου εργάτη, κατώτερο του νομίμου της ειδικότητάς του. Ότι ο ενάγων εργαζόταν τις κατά τα κατωτέρω ειδικότερα αναφερόμενες ημέρες κατά μήνα και όχι, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, κατά μέσο όρο 23 ημέρες τον μήνα, γεγονός που δεν αποδεικνύεται, ο ισχυρισμός του δε ότι στις ανωτέρω ημέρες περιλαμβάνονται και δύο Σάββατα και μια Κυριακή που εργαζόταν κάθε μήνα είναι απορριπτέος δεδομένου ότι για τα Σάββατα και τις Κυριακές ο ενάγων ζητεί αυτοτελώς την αμοιβή στα υπό στοιχεία Δ και Ε κεφάλαια της αγωγής του και όχι στο κεφάλαιο για τις διαφορές αποδοχών, και ότι επιπλέον ο αριθμός των ημερών εργασίας που αναφέρεται στις αποδείξεις που προσκομίζει η εκκαλούσα- εναγομένη ταυτίζεται με αυτόν που αναφέρεται στο λογαριασμό ασφαλισμένου του ενάγοντος που προσκομίζει ο τελευταίος.
Ότι ειδικότερα, το έτος 2005 ο ενάγων εργάστηκε τον Ιανουάριο 19 ημέρες, τον Φεβρουάριο 22 ημέρες, τον Μάρτιο 22 ημέρες, τον Απρίλιο 23 ημέρες, τον Μάιο 23 ημέρες, τον Ιούνιο 21 ημέρες, τον Ιούλιο 19 ημέρες, τον Αύγουστο 19 ημέρες, τον Σεπτέμβριο 23 ημέρες, τον Οκτώβριο 22 ημέρες, τον Νοέμβριο 21 ημέρες και τον Δεκέμβριο 18 ημέρες, ήτοι σύνολο 252 ημέρες.
Ο ενάγων έλαβε τον Ιανουάριο 1.010,80 ευρώ, το Φεβρουάριο 1.170,40 ευρώ, το Μάρτιο 1.170,40, τον Απρίλιο 1.223,60 ευρώ, το Μάιο 1.223,60 ευρώ, τον Ιούνιο 1.117,20 ευρώ, τον Ιούλιο 1.010,80 ευρώ, τον Αύγουστο 1.061,34 ευρώ, τον Σεπτέμβριο έλαβε 1.284,78, τον Οκτώβριο 1.228,92, τον Νοέμβριο 1.173,06 και τον Δεκέμβριο 1.005,48 ευρώ καθώς και αναδρομικά 737,25 ευρώ και συνολικά για το ως άνω χρονικό διάστημα έλαβε 14.417,63 ευρώ ενώ έπρεπε να λάβει, με βάση το νόμιμο ημερομίσθιο, 16.606,8 (252 Χ 65,90 ΗΜ) και δικαιούται διαφοράς 2.189,17 ευρώ.
Ότι το έτος 2006 ο ενάγων εργάστηκε τον Ιανουάριο 12 ημέρες, τον Φεβρουάριο 21 ημέρες, τον Μάρτιο 21 ημέρες, τον Απρίλιο 18 ημέρες, τον Μάιο 18 ημέρες, τον Ιούνιο 19 ημέρες, τον Ιούλιο 19 ημέρες, τον Αύγουστο 10 ημέρες, τον Σεπτέμβριο 23 ημέρες, τον Οκτώβριο 18 ημέρες, τον Νοέμβριο 18 ημέρες και τον Δεκέμβρη 15 ημέρες, ήτοι σύνολο 212 ημέρες.
Ότι το νόμιμο ημερομίσθιο του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-08-2006 ανερχόταν σε 68,52 και από 1-9-2006 έως 31-12-2006 ανερχόταν σε 70,58 ευρώ. Ότι το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-08-2006 ο ενάγων εργάστηκε 138 ημέρες και έπρεπε να λάβει 9.445,76 (138 Χ 68,52) και το χρονικό διάστημα από 1-9-2006 έως 31-12-2006 εργάστηκε 74 ημέρες και έπρεπε να λάβει 5.222,92 (74 Χ 70,58) ευρώ και συνολικά : 14.678,68 ευρώ.
Ότι έλαβε για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-08-2006 τα εξής ποσά: τον Ιανουάριο 670,32 ευρώ, τον Φεβρουάριο 1.173,06, τον Μάρτιο 1.231,65 ευρώ, τον Απρίλιο 1.055,70 ευρώ, τον Μάιο 1.055,70 ευρώ, τον Ιούνιο 1.114,35 ευρώ, τον Ιούλιο 1.114,35, τον Αύγουστο 1.389,43 ευρώ και συνολικά 8.001,63 ευρώ και δικαιούται διαφοράς 1.454,13 ευρώ. Ότι για τον Σεπτέμβριο έλαβε 1.389,43, τον Οκτώβριο 1.087,38, τον Νοέμβριο 1.087,38 ευρώ και τον Δεκέμβριο 906,15 ευρώ καθώς και αναδρομικά 176,94 και συνολικά για ως άνω χρονικό διάστημα έλαβε 4.647,28 ευρώ και δικαιούται διαφοράς 575,64 ευρώ και συνολικά για το έτος 2006 δικαιούται 2.029,77 ευρώ.
Ότι το έτος 2007 ο ενάγων εργάστηκε τον Ιανουάριο 13 ημέρες, τον Φεβρουάριο 20 ημέρες, τον Μάρτιο 23 ημέρες, τον Απρίλιο 17 ημέρες, τον Μάιο 19 ημέρες, τον Ιούνιο 14 ημέρες, τον Ιούλιο 23 ημέρες, τον Αύγουστο 17 ημέρες, , τον Σεπτέμβριο 21 ημέρες, τον Οκτώβριο 22 ημέρες, τον Νοέμβριο 20 ημέρες και τον Δεκέμβρη 17 ημέρες, ήτοι σύνολο 224 ημέρες.
Ότι το νόμιμο ημερομίσθιο του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 30-04-2007 ανερχόταν σε 75,52 ευρώ και από 1-5-2007 έως 31-12-2007 ανερχόταν σε 78,28 ευρώ. Ότι το χρονικό διάστημα 1-1-2007 έως 30-04-2007 ο ενάγων εργάστηκε 73 ημέρες και έπρεπε να λάβει 5.512,96 (73 Χ 75,52) ευρώ και το χρονικό διάστημα 1-5-2007 έως 31-12-2007 εργάστηκε 151 ημέρες και έπρεπε να λάβει 11.820,28 (151 Χ 78,28) ευρώ.
Ότι έλαβε για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 30-04-2007 τα εξής ποσά: τον Ιανουάριο 785,33, τον Φεβρουάριο 1.208,20 ευρώ, τον Μάρτιο 1.449,84 και τον Απρίλιο 1.026,97 ευρώ και συνολικά 4.470,34 ευρώ και δικαιούται διαφοράς 1.042,62 ευρώ. Ότι ο ενάγων έλαβε τον Μάιο 1.055,70 ευρώ, τον Ιούνιο 845,74 ευρώ, τον Ιούλιο 1.486,72 ευρώ, τον Σεπτέμβριο 1.357,74 ευρώ, τον Οκτώβριο 1.422,08, τον Νοέμβριο 1.292,80, τον Δεκέμβριο 969,60 ευρώ και αναδρομικά 677,75 ευρώ και συνολικά για τους ως άνω μήνες 9.107,83 και δικαιούται διαφοράς 2.712,45 ευρώ και συνολικά για το έτος 2007 ποσό 3.755 07 ευρώ.
Ότι το έτος 2008 ο ενάγων εργάστηκε τον Ιανουάριο 21 ημέρες, τον Φεβρουάριο 19 ημέρες, τον Μάρτιο 18 ημέρες, τον Απρίλιο 20 ημέρες, τον Μάιο 22 ημέρες, τον Ιούνιο 22 ημέρες, τον Ιούλιο 23 ημέρες, τον Αύγουστο 13 ημέρες, τον Σεπτέμβριο 22 ημέρες, τον Οκτώβριο 19 ημέρες, τον Νοέμβριο 20 ημέρες και τον Δεκέμβριο 19 ημέρες, ήτοι σύνολο 238 ημέρες.
Ότι το νόμιμο ημερομίσθιο του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 31-12-2008 ανερχόταν σε 84,16ευρώ και έπρεπε να λάβει για το συγκεκριμένο έτος 20.030,08 ευρώ. Ότι ο ενάγων έλαβε για το έτος 2008 τα εξής ποσά : τον Ιανουάριο 1.357,44 ευρώ, τον Φεβρουάριο 1.228,16 ευρώ, τον Μάρτιο 1.163,52 ευρώ, τον Απρίλιο 1.292,80 ευρώ, τον Μάιο 1.422,08 ευρώ, τον Ιούνιο 1.422,08 ευρώ, τον Ιούλιο 1.486,72 ευρώ, τον Αύγουστο 903,37 ευρώ, τον Σεπτέμβριο 1.528,78 ευρώ, τον Οκτώβριο 1.320,31, τον Νοέμβριο 1.528,78, τον Δεκέμβριο 1.320,31 ευρώ και αναδρομικά 1.076,41 ευρώ και συνολικά το ποσό των 17.050,76 και δικαιούται διαφοράς 2.979,32 ευρώ.
Ότι το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 31-1-2010 ο ενάγων εργάστηκε τον Ιανουάριο 3 ημέρες, τον Φεβρουάριο 22 ημέρες, τον Μάρτιο 22 ημέρες, τον Απρίλιο 17 ημέρες, τον Ιούνιο 13 ημέρες, τον Ιούλιο 22 ημέρες, τον Αύγουστο 7 ημέρες, τον Σεπτέμβριο 22 ημέρες, τον Οκτώβριο 21 ημέρες, τον Νοέμβριο 16 ημέρες και τον Δεκέμβριο 6 ημέρες και τον Ιανουάριο του 2010 εργάστηκε 14 ημέρες, ήτοι σύνολο 185 ημέρες.
Ότι το νόμιμο ημερομίσθιο του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 31-10-2009 ανερχόταν σε 87,94 ευρώ και έπρεπε να λάβει για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα 16.268,9 ευρώ. Ότι ο ενάγων έλαβε για το ανωτέρω χρονικό διάστημα τα εξής ποσά : τον Ιανουάριο 208,47 ευρώ, τον Φεβρουάριο 1.528,78 ευρώ, τον Μάρτιο 1.528,78 ευρώ τον Απρίλιο 1.181,33 ευρώ τον Ιούνιο 903,37 ευρώ, τον Ιούλιο 1.528,78 ευρώ, τον Αύγουστο 486,43 ευρώ, τον Σεπτέμβριο 1.597,64 ευρώ, τον Οκτώβριο 1.518,76 ευρώ, τον Νοέμβριο 1.161,92 ευρώ, τον Δεκέμβριο 1.518,76 ευρώ, τον Ιανουάριο του 2010 1.518,76 ευρώ και αναδρομικά 458,60 ευρώ και συνολικά το ποσό των 15.140,38 ευρώ και δικαιούται διαφοράς 1.128,52 ευρώ.
Ότι συνολικά για διαφορές αποδοχών ο ενάγων δικαιούται 12.081,85 ευρώ (2.189,17 + 2.029,77 + 3.755,07 + 2.979,32 + 1.128,52) ευρώ. Ότι ο ενάγων απασχολείτο και κατά τις ημέρες του Σαββάτου (πέραν της πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης) και δικαιούται αποζημίωσης με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού για την εργασία του κατά ημέρα Σάββατο.
Ότι ειδικότερα ο ενάγων εργάσθηκε κατά το έτος 2005 27 Σάββατα, όμως ζητεί αμοιβή για 24 Σάββατα και επομένως δικαιούται 1.385 ευρώ (ήτοι 24 ημέρες Χ ημερ. 57,72, αφού αφαιρεθούν από το ημερομίσθιο των 65,90 το επίδομα γάμου και το επίδομα απόφ. Λυκείου που αφορούν τις προσωπικές περιστάσεις του ενάγοντος), κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-08-2006, 14 Σάββατα και δικαιούται το ποσό των 840,28 ευρώ (14 Χ 60,02, αφού αφαιρεθούν από το ημερομίσθιο των 68,52 ευρώ το επίδομα γάμου και το επίδομα απόφ.
Λυκείου που αφορούν τις προσωπικές περιστάσεις του ενάγοντος) και για το χρονικό διάστημα 1-9-2006 έως 31-12-2006, ήτοι για 8 Σάββατα το ποσό των 494,56 ευρών (8 Χ 61,82, αφού αφαιρεθούν από το ημερομίσθιο των 68,52 ευρώ το επίδομα γάμου και το επίδομα απόφ. Λυκείου που αφορούν τις προσωπικές περιστάσεις του ενάγοντος) και συνολικά για το έτος 2006 ο ενάγων δικαιούται ποσό 1.454,88 ευρώ.
Ότι το έτος 2007, ο ενάγων εργάστηκε το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 30-04-2007, 6 Σάββατα και δικαιούται το ποσό των 396,9 ευρώ (6 Χ 66,15, αφού αφαιρεθούν από το ημερομίσθιο των 75,52 ευρώ το επίδομα γάμου και το επίδομα απόφ. Λυκείου που αφορούν προσωπικές περιστάσεις του ενάγοντος) και για το χρονικό διάστημα από 1-5-2007 έως 31-12-2007 ο ενάγων εργάστηκε 22 Σάββατα, πλην όμως ζητεί αμοιβή για 6 Σάββατα και επομένως δικαιούται το ποσό 413,46 (6 Χ 68,91, αφού αφαιρεθούν από το ημερομίσθιο των 78,28 ευρώ το επίδομα γάμου και το επίδομα απόφ.
Λυκείου που αφορούν προσωπικές περιστάσεις του ενάγοντος) και δικαιούται συνολικά το έτος 2007 το ποσό των 810,36 ευρώ. Ότι το έτος 2008 ο ενάγων εργάστηκε 23 Σάββατα πλην όμως ζητεί την αμοιβή του για 12 Σάββατα και επομένως Δικαιούται ως αμοιβή το ποσό των 888,96 ευρώ (12 ημέρες Χ ημερ. 74,08,αφού αφαιρεθούν από το ημερομίσθιο των 84,16 ευρώ το επίδομα γάμου και το επίδομα απόφ.
Λυκείου, που αφορούν τις προσωπικές περιστάσεις του ενάγοντος). Ότι το έτος 2009 ο ενάγων εργάσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 31-08-2009 12 Σάββατα, πλην όμως ζητεί αμοιβή για 8 Σάββατα και επομένως δικαιούται το ποσό των 619,28 ευρώ (ήτοι 8 ημέρες Χ 77,41 ευρώ, αφού αφαιρεθούν από το ημερομίσθιο των 87,94 ευρώ το επίδομα γάμου και το επίδομα απόφ.
Λυκείου που αφορούν τις προσωπικές περιστάσεις του ενάγοντος), κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2009 έως 31-12-2009 ο ενάγων εργάστηκε 7 Σάββατα και δικαιούται το ποσό των 541,87 ευρώ (7 ημέρες Χ 77,41) και συνολικά για το έτος 2009 δικαιούται 1.161,15 ευρώ. Ότι η εναγόμενη κατέβαλε σε αυτόν το έτος 2005 το ποσό των 1.977 ευρώ για την εργασία των 24 Σαββάτων, για το έτος 2006 για εργασία 22 Σαββάτων κατέβαλε ποσό 1.663,2, για το έτος 2007 για εργασία 12 Σαββάτων κατέβαλε ποσό 935,04 ευρώ, για το έτος 2008 για εργασία 12 Σαββάτων κατέβαλε ποσό 1.000,32 ευρώ και για το έτος 2009 για εργασία 15 Σαββάτων κατέβαλε ποσό 1.344 ευρώ και επομένως ο ενάγων έχει εξοφληθεί για την εργασία Σαββάτων.
Ότι, περαιτέρω, ο ενάγων εργάσθηκε, κατά το έτος 2005 κατά μέσο όρο 21 Κυριακές και έπρεπε να λάβει για την εργασία του αυτή το ποσό των 2.421,82 ευρώ (21 Χ 65,90 Χ 75% όχι του εκ παραδρομής 175%). Ότι το έτος 2006, κατά το από 1-1-2006 έως 31-8-2006 χρονικό διάστημα 21 Κυριακές και δικαιούται ποσό 1.438,92 ευρώ (12 χ 68,52 ΕΥΡΩ Χ 175%) και κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2006 έως 31-12-2006 εργάστηκε 8 Κυριακές και δικαιούται ποσό 988,12 ευρώ (8 Χ 70,58 Χ 75% όχι του εκ παραδρομής 175%) και συνολικά για το 2006 ποσό 2.427,04.
Ότι, το έτος 2007 ο ενάγων εργάστηκε για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 30-04- 2007, 2 Κυριακές και δικαιούται ποσό 264,32 ευρώ (2 Χ 75,52 Χ 75%) και κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2007 έως 31-12-2007 εργάσθηκε, κατά μέσο όρο, 9 Κυριακές και δικαιούται ποσό 1.232,91 ευρώ (9 Χ 78,28 Χ 75%) και συνολικά για το 2007 ποσό 1.624,56 ευρώ. Ότι το έτος 2008, ο ενάγων εργάσθηκε, κατά μέσο όρο, 22 Κυριακές, πλην όμως ζητεί την αμοιβή του για 12 Κυριακές και επομένως δικαιούται 1.767,36 ευρώ (12 Χ 84,16 Χ 75%).
Ότι η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα για εργασία Κυριακών τα ακόλουθα ποσά για το έτος 2005 ποσό 1.996,56 ευρώ και δικαιούται 425,26 ευρώ (2.421,82 - 1.996,56), το έτος 2006 ποσό 2.055,53 ευρώ και ο ενάγων δικαιούται 371,51 ευρώ (2.427,04 - 2.055,53), το έτος 2007 ποσό 1.254,58 ευρώ και ο ενάγων δικαιούται 369,96 ευρώ (1.624,54 - 1.254,58) και το έτος 2008 κατέβαλε για τις 12 Κυριακές 1.506,36 και ο ενάγων δικαιούται 261 ευρώ (1.767,36 - 1.506,36) και συνολικά 1.427,73.
Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά το Εφετείο, κατά παραδοχή των σχετικών με τα κεφάλαια αυτά λόγων εφέσεως της εναγομένης και της επαναφερθείσας μ' αυτούς ένστασης εξόφλησης των αξιούμενων ανωτέρω ποσών για παροχή εργασίας για ημέρες Σάββατα και Κυριακές, δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη δίκασε εκ νέου την αγωγή και απέρριψε στο σύνολο τους τα αξιούμενα ποσά για παροχή εργασίας κατά τις ημέρες Σαββάτων λόγω εξόφλησης και δέχθηκε αυτή εν μέρει για διαφορές αποδοχών και εργασία κατά ημέρες Κυριακών για τα ποσά 12.081,85 και 1.427,73 ευρώ αντιστοίχως. 5.Με τις ανωτέρω παραδοχές το δικαστήριο της ουσίας ορθώς ερμήνευσε και προσηκόντως εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες (που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των ίδιων ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Τούτο διότι 1) σαφώς διαλαμβάνει ότι ο ενάγων δικαιούται το βασικό ημερομίσθιο τεχνίτη οικοδόμου σιδερά, που καθορίζεται από τις ΣΣΕ των ετών 2005, 2006, 2007, 2008, 2009 για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών οικοδόμων και των συναφών κλάδων όλης της χώρας (με βάση δε αυτό και τα νόμιμα επ' αυτού επιδόματα τριετιών, γάμου, αποφοίτου Λυκείου και υπόγειων τεχνικών έργων εξήγαγε το δικαιούμενο νόμιμο ημερομίσθιο της ειδικότητάς του, με το οποίο ακολούθως, υπολόγισε τις δικαιούμενες αποδοχές για τις οφειλόμενες διαφορές αποδοχών όπως και τα αξιούμενα ποσά για παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές, 2)σαφώς διαλαμβάνει τις ημέρες των Σαββάτων κατά τις οποίες απασχολήθηκε ο ενάγων, πέραν του πενθημέρου, το δικαιούμενο ποσό κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις ως προς τις ημέρες των Σαββάτων με βάση το νόμιμο ημερομίσθιο κατά τις ισχύουσες ΣΣΕ των ετών 2005, 2006, 2007, 2008 και 2009 (όπως το υπολογίζει ο ενάγων και ζητεί με την αγωγή του) μετ' αφαίρεση των επιδομάτων γάμου και επιδόματος αποφοίτου Λυκείου και 3) με σαφή αναφορά στα καταβληθέντα ποσά, στο χρόνο και στην αιτία κάθε μερικότερης καταβολής, κατέληξε σε απόσβεση των αξιώσεων για παροχή εργασίας τις ημέρες των Σαββάτων στο σύνολο τους και εν μέρει για παροχή εργασίας τις ημέρες των Κυριακών.
Επομένως, οι λόγοι της αιτήσεως ,τρίτος από τους αρ.1εδ.α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και τέταρτος από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που αποδίδεται παραβίαση των ανωτέρω με στ. 3 ουσιαστικών διατάξεων, ενιαίως κρινόμενοι, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, η με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια για ευθεία παραβίαση των άρθρων 12 και 13 της 17663/1982 αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας ,με την οποία κηρύχθηκε εκτελεστή η 74/82 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων κ.λ.π, είναι προεχόντως αβάσιμη τούτο διότι αυτή δεν ήταν εφαρμοστέα στην ένδικη διαφορά .Ακόμη, η με τον ίδιο λόγο αποδιδόμενη ευθεία παραβίαση του άρθρου 5 αρ.1 του Ν.133/1975,με τον οποίο κυρώθηκε η ΕΓΣΣΕ της 25/29.8.1975, στο οποίο (άρθρο 5) ορίζονται τα περί ωρομισθίου υπερεργασίας ,μετά την παραδοχή, κατά τα ανωτέρω υπό στ.2, με την παρούσα λόγου αναίρεσης ως προς το κεφάλαιο αξιώσεων για υπερεργασία, η έρευνα του λόγου αναίρεσης κατά το μέρος αυτό αποβαίνει περιττή, ενώ τέλος, με τις λοιπές αιτιάσεις των τρίτου και τέταρτου λόγων πλήττεται απαραδέκτως η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο.
6.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα κεφάλαια αυτής για διαφορές αποδοχών για υπερεργασία, υπερωρίες και νυχτερινή εργασία, να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 2243/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, ως προς αναιρεθέν μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή.
- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στον αναιρεσείοντα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ