Legislator Case Law & Legislation
1242/2018 AI generated

1242/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1242/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Λουκά Μόρφη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1242/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, με την επιφύλαξη αυτή, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για οιονδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζομένου λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη, δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός, αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.

Keywords

AI generated
occupational disability benefits employment subject to social contributions work education measure subsistence-securing employment leave for youth work unpaid work
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1242 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1242/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Λουκά Μόρφη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ" (Ο.Α.Ε.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κουλοχέρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ. Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Σ. Λ. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Ασημακόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/8/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 225/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1412/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10/10/2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 10.10.2016 και με αριθ. κατάθεσης …8/12.10.2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 1412/15.4.2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που έκρινε επί αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων. Με την προσβαλλομένη απόφαση: α) έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 15 Μαΐου 2014 και με αριθ.

κατάθ. …8/20.5.2014 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., εξαφανίσθηκε η υπ' αριθ. 225/21.1.2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε δεχθεί κατά ένα μέρος την από 2.8.2010 και υπ' αριθ. κατάθ. ...28/3.8.2010 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ως ουσιαστικά βάσιμη κατά την κυρία αυτής βάση, και δικάζοντας την άνω αγωγή, απέρριψε αυτήν ως νομικά αβάσιμη κατά την κυρία αυτής βάση, β) έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 12 Μαΐου 2014 και με αριθ.

κατάθ. …4/14.5.2014 αντίθετη έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφανίσθηκε η υπ' αριθ. 225/21.1.2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε απορρίψει κατά ένα μέρος την από 2.8.2010 και υπ' αριθ. κατάθ. ...28/3.8.2010 αγωγή αυτής ως ουσιαστικά αβάσιμη, και δικάζοντας την άνω αγωγή κατά το μέρος αυτό, δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη κατά την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση αυτής.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Με τη διάταξη του άρθρου 904 εδ. α του ΑΚ ορίζεται ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια και με τη διάταξη του άρθρου 908 εδ α του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι ο λήπτης υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ' αυτό.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οιονδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26-2-1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι των επιδομάτων (δώρων) εορτών και αδείας και των αποδοχών αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 879/2017, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1113/2013).

Επομένως, με την επιφύλαξη αυτή, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για οιονδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζομένου λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη, δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός, αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.

ΑΚ. Ειδικότερα, η ωφέλεια που ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο συνίσταται στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος.

Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις (ΑΠ 58/2015, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 760/2003) ή ο νόμος, σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις (ΑΠ 186/2010).

Η δε ωφέλεια (πλουτισμός) του εργοδότη απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης εργασίας και κατά συνέπεια είναι αδιάφορο εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης από οικονομικούς ή άλλους λόγους δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλου μισθωτού με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επόμ. ΑΚ, ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του δημοσίου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1022/2015, ΑΠ 535/2014).

Ειδικότερα, δεν εισάγεται υπέρ αυτών εξαίρεση με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση ή εκείνων των παρ. 7 και 8 του ιδίου άρθρου που προστέθηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος από 18.4.2001 με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ως και εκείνων του Ν. 2190/1994, που αφορούν το σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα ορίζοντας τους τρόπους πρόσληψης προσωπικού από τους εν λόγω φορείς, και παράλληλα αποκλείουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Και τούτο διότι η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης κατά τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας και εφ` όσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και γενικότερα ο φορέας του δημόσιου, στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία του ακύρως προσληφθέντος μισθωτού ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο και δεν συνιστά αιτία αποκλεισμού αυτού που εργάστηκε από την αναζήτηση της ωφέλειας (ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 41/2017, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1293/2015, ΑΠ 1022/2015, ΑΠ 535/2014).

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού, και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Εξάλλου, σύµβαση μαθητείας είναι η σύµβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαµβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισµένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύµβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύµβαση μαθητείας και η σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας).

Στη γνήσια σύµβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του, εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.

Αντίθετα, στη σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελµα, οπότε η εκμάθηση εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόµατη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.

Στις συμβάσεις αυτές, εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύµβασης αυτής είναι η παροχή εκ µέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αµοιβής, και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύµφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 217/2017, ΑΠ 933/2015, ΑΠ 126/2015, ΑΠ 885/2014, ΑΠ 1080/2014).

Συνακόλουθα στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζονται [στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού] και οι κατά τα άνω ρυθμίσεις του άρθρου 904 επόμ.

του ΑΚ προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη, από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζομένου. Εξ άλλου, με το άρθρο 20 παρ. 1 (όπως η παρ.1 συμπληρώθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 6 του Ν. 2956/2001) και 15 του Ν. 2639/1998 "Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 205) ορίσθηκαν με την πρώτη ότι ο Ο.Α.Ε.Δ.

μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι. και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση, στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του, προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης Ανέργων και ότι η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (παρ. 1) και με τη δεύτερη ότι ο Ο.Α.Ε.Δ.

μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου και ότι με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου (παρ. 15 εδ α' και β').

Μάλιστα με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προστέθηκε ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2190/1994 (μετέπειτα καταργηθείσα με το άρθρο 1 του Ν. 3812/2009) επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ και ορίσθηκε συγκεκριμένα ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ., διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά.

Συνεπώς η επιδοτούμενη κατά τα άνω πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα (ΑΠ 217/2017).

Τέλος ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή σύμβασης μαθητείας, γνήσιας ή μη, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση.

Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας ή μαθητείας (γνήσιας ή μη) ή ως σύμβασης εργασίας ορισμένης ή αόριστης διάρκειας δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006).

Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 58/2015). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη από 2.8.2010 και με αριθ. κατάθ. ...28/3.8.2010 αγωγή, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε ότι προσελήφθη από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ στις 9.12.2005, δυνάμει σύμβασης που ονομάσθηκε σύμβαση "μαθητείας - απόκτησης εργασιακής εμπειρίας" στο πλαίσιο προγράμματος STAGE, διάρκειας 18 μηνών, αντί αποδοχών ύψους 660 ευρώ μηνιαίως (30 ευρώ Χ 22 ημέρες εργασίας μηνιαίως), ότι μετά τη λήξη αυτής η σχέση εργασίας της συνεχίσθηκε μετά συνεχείς παρατάσεις και ανανεώσεις, ότι καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής της σε υπηρεσίες του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα στα Κέντρα Προώθησης της Απασχόλησης αυτού αρχικά στο ….

και στη συνέχεια στο …. Αττικής, δυνάμει τριών κατά τα άνω διαδοχικών συμβάσεων ομοίου περιεχομένου, με διάρκεια από 9.12.2005 έως 8.6.2007, από 14.6.2007 έως 13.9.2008 και από 20.10.2008 έως 18.5.2010 αντίστοιχα, παρείχε εξαρτημένη εργασία, απασχολούμενη κατά πλήρες ωράριο από Δευτέρα έως Παρασκευή, ασκώντας, υπό τον ιεραρχικό έλεγχο του προϊσταμένου της, καθήκοντα διοικητικού υπαλλήλου κατηγορίας ΠΕ με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, έκδοση καρτών ανεργίας και ανανέωσης αυτών, τήρηση πρωτοκόλλου και πληρωμή οικογενειακών επιδομάτων και επιδοτουμένων ανέργων, χωρίς η εργασία της να διαφέρει εκείνης του απασχολουμένου μόνιμου προσωπικού του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ.

και καλύπτοντας έτσι πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, με την επίκληση του άρθρου 8 παρ.3 του Ν.2112/1920, των ρυθμίσεων της Οδηγίας 1999/70, αλλά και της αρχής της ισότητας, α) ν' αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 18.5.2010 καταγγελίας, οπότε το εναγόμενο έπαυσε να δέχεται τις υπηρεσίες της, γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδεχθεί τις υπηρεσίες της με την ειδικότητα του διοικητικού υπαλλήλου ΠΕ, καταβάλλοντας τις νόμιμες αποδοχές της, με απειλή χρηματικής ποινής, δ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλλει τις προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές μεταξύ των νομίμων αποδοχών του διοικητικού υπαλλήλου κατηγορίας ΠΕ που ορίζει ο νόμος για το ενιαίο μισθολόγιο (Ν. 3205/2003) και του ποσού των 660 ευρώ μηνιαίως που αυτό της κατέβαλλε καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής της από 9.12.2005 έως 18.5.2010, πλέον των αναλογούντων κατά την περίοδο αυτή επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματος αδείας, που ουδόλως της κατέβαλλε το εναγόμενο, συνολικού ύψους 40.282,80 ευρώ, από το οποίο ποσό, μετά γενόμενο περιορισμό του εν λόγω αιτήματος σε εν μέρει αναγνωριστικό κατά την ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προφορική συζήτηση, 19.889 ευρώ καταψηφιστικά και 20.392,80 ευρώ αναγνωριστικά και ε) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ.

να καταβάλει στο ΙΚΑ τις αναλογούσες κατά τη διάρκεια της εργασίας της ασφαλιστικές εισφορές, επικολλώντας τα ανάλογα ένσημα. Επικουρικά, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι μεταξύ των διαδίκων δεν υφίστατο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή αυτή ήταν άκυρη, ζήτησε με την αγωγή της την καταβολή των ως άνω διαφορών με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού που συνίσταντο στην σε βάρος της ωφέλεια που αποκόμισε το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.

από την κατά τα άνω παροχή της εργασίας της, εξοικονομώντας αντίστοιχη δαπάνη από τη μη πρόσληψη άλλων μισθωτών. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η με αριθ. 225/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η ως άνω αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά την κυρία αυτής βάση ως προς τα υπό στοιχεία α, β, γ και ε αιτήματα, ενώ απορρίφθηκε η αγωγή ως προς το υπό στοιχείο δ κεφάλαιο καταβολής μισθολογικών διαφορών ως ουσιαστικά αβάσιμη (για το χρονικό διάστημα που οι σχετικές αξιώσεις δεν είχαν υποκύψει στην από το νόμο προβλεπομένη διετή παραγραφή), με το σκεπτικό ότι δεν είχε προσκομισθεί με επίκληση από την ενάγουσα πανεπιστημιακός τίτλος, ούτως ώστε αυτή να δικαιούται διαφορών αποδοχών με βάση τα αναγραφόμενα στην αγωγή μισθολογικά κλιμάκια του Ν.3205/2003.

Κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις από τους διαδίκους. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του, επιλαμβανόμενο των αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων: Α) δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την από 15 Μαΐου 2014 και με αριθ. κατάθ. 3328/20.5.2014 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που είχε δεχθεί την αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ως ουσιαστικά βάσιμη κατά την κυρία αυτής βάση και απέρριψε, στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, ως νομικά αβάσιμη την αγωγή κατά την κυρία αυτής βάση στο σύνολό της.

Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή κατά την κυρία βάση της είναι στο σύνολό της μη νόμιμη, καθότι μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος δεν είναι επιτρεπτή η μετατροπή των ως άνω διαδοχικών συμβάσεων, οι οποίες καταρτίσθηκαν μετά τις 18.4.2001 μεταξύ των διαδίκων, σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ανεξαρτήτως από το νομικό χαρακτηρισμό τους, ακόμη και εάν η ενάγουσα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ., ούτε μπορεί να εκτιμηθούν ως ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ούτε και με βάση τις διατάξεις της 1999/70 Οδηγίας.

Επίσης έκρινε ότι ως προς το κεφάλαιο καταβολής μισθολογικών διαφορών και επιδομάτων εορτών και αδείας η αγωγή δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε στις διατάξεις περί ισότητας, διότι η ενάγουσα δεν τελούσε υπό το ίδιο καθεστώς με τους λοιπούς υπαλλήλους του εναγομένου, αφού κατά τα εκτιθέμενα είχε προσληφθεί ως μαθητευόμενη και με σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, και επί πλέον δεν υπήρχε μεταξύ των διαδίκων έγκυρη σχέση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, Β) δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την από 12 Μαΐου 2014 και με αριθ.

κατάθ. …4/14.5.2014 αντίθετη έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που είχε απορρίψει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το κεφάλαιο καταβολής μισθολογικών διαφορών και επιδομάτων εορτών και αδείας (υπό στοιχείο δ κεφάλαιο της αγωγής) και δικάζοντας την άνω αγωγή κατά το μέρος αυτό, ως προς την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση αυτής, δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη και επιδίκασε σε αυτήν και για την εν λόγω αιτία το συνολικό ποσό των 18.026 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με αναφορά στα επί μέρους αποδεικτικά μέσα δέχθηκε σχετικά κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 6.12.2005 συμφωνητικού συνεργασίας στο πλαίσιο του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης και τον ΟΑΕΔ (stage Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης), το οποίο υπογράφηκε αφενός μεν μεταξύ του εναγομένου [και ήδη αναιρεσείοντος] ως υπεύθυνου φορέα και φορέα υλοποίησης του προγράμματος, αφετέρου δε της ενάγουσας [και ήδη αναιρεσίβλητης], η τελευταία απασχολήθηκε σε αποκεντρωμένες υπηρεσίες του εναγομένου και συγκεκριμένα στα Κέντρα Προώθησης Απασχόλησης αυτού, προκειμένου, όπως αναγράφεται σχετικά στο εν λόγω συμφωνητικό να αποκτήσει εργασιακή εμπειρία στο γνωστικό της αντικείμενο με την ειδικότητα "ΠΕ - ΤΕ Διοικητικού", με ωράριο που δεν θα υπερέβαινε τις επτά ώρες ημερησίως, από Δευτέρα έως Παρασκευή, και με μικτές ημερήσιες αποδοχές, ύψους 30 ευρώ.

Περαιτέρω η διάρκεια του ανωτέρω συμφωνητικού ορίσθηκε δεκαοκτάμηνη, δηλαδή από 9.12.2005 έως 8.6.2007. Ωστόσο, η ενάγουσα ακόμη και μετά την πάροδο του προαναφερόμενου χρονικού διαστήματος εξακολούθησε να απασχολείται στην ίδια ως άνω υπηρεσία, κατά τους ίδιους ως άνω όρους και συγκεκριμένα έως τις 31.8.2008, κατόπιν της με αριθμό 1276/20/2.5.2007 απόφασης του Δ.Σ.

του εναγομένου περί αυτοδίκαιης παράτασης της διάρκειας του αρχικού συμφωνητικού, ενώ δυνάμει του από 3.10.2008 νεώτερου συμφωνητικού η ενάγουσα επαναπροσλήφθηκε στην αυτή ως άνω υπηρεσία, υπό τους αυτούς ως άνω όρους και για δεκαοκτώ ακόμη μήνες, δηλαδή από 20.10.2008 μέχρι 19.4.2010, παρέμεινε δε στο εναγόμενο μέχρι τις 18.5.2010.

Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι, παρά τον αναγραφόμενο στα ένδικα συμφωνητικά σκοπό κατάρτισής της, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, συνίστατο στην από μέρους της ενάγουσας απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, με αυτά επιδιώχθηκε στην πραγματικότητα προεχόντως η παροχή εργασίας στον εναγόμενο.

Πράγματι η ενάγουσα απασχολείτο στον εναγόμενο όχι ως μαθητευομένη, αλλά υπό τους ίδιους ακριβώς όρους που εργάζονταν και οι μόνιμοι υπάλληλοί του, με τους οποίους ασκούσε τα ίδια καθήκοντα, τελούσε δε υπό τις δεσμευτικές για εκείνη οδηγίες του εναγομένου σχετικά με τον τόπο, τον τρόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας της.

Ειδικότερα, η ενάγουσα κατά το διάστημα της απασχόλησής της στον εναγόμενο μετέβαινε από Δευτέρα έως Παρασκευή στο Κέντρο Προώθησης Απασχόλησης αρχικά του …. και ακολούθως του …. και εργαζόταν με πλήρες ωράριο, ασκούσε δε τα καθήκοντα της χρήσης ηλεκτρονικού υπολογιστή, της έκδοσης καρτών ανεργίας και της ανανέωσής τους, της τήρησης πρωτοκόλλου, καθώς και της πληρωμής τόσον των οικογενειακών επιδομάτων, όσων και των επιδοτούμενων ανέργων.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο προέχων σκοπός των καταρτισθεισών μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων ήταν αυτός της παροχής εργασίας από την ενάγουσα προς τον εναγόμενο και στο σκοπό αυτό απέβλεψαν τα μέρη και ως εκ τούτου η συνδέουσα τα διάδικα μέρη σχέση είναι αυτή της απλής εργασιακής σχέσης και όχι σύμβαση μαθητείας.

Συνεπώς νόμιμος τυγχάνει ο επικουρικός αγωγικός ισχυρισμός περί υπάρξεως απλής σχέσης εργασίας, σύμφωνα με τον οποίο οι συμβάσεις αυτές μπορεί να είναι άκυρες, λειτούργησαν όμως στην πραγματικότητα, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και συνεπώς η ενάγουσα δικαιούται να λάβει, κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού, την αμοιβή που θα ελάμβανε άλλος, αντί αυτής, εργαζόμενος απασχολούμενος με έγκυρη σύμβαση εργασίας και το σχετικό αίτημα είναι νόμιμο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ.1 α του Συντάγματος, 20 παρ.15 του Ν. 2639/1998, 648 επ.

και 905 επ. ΑΚ, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός. Περαιτέρω, η αμοιβή - μισθός που λάμβανε η ενάγουσα κατά τη διάρκεια των παραπάνω συμβάσεων υπολειπόταν του νομίμου, ενώ δεν λάμβανε αυτή δώρα εορτών και επίδομα αδείας. Όμως οι ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας που αφορούν τα έτη 2005, 2006, 2007 και μέχρι την 31.7.2008 έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του Ν. 2362/1995, αφού από το χρόνο γενέσεως αυτών μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής την 4.8.2010 (βλ.

τη με αριθμό …..6/Δ/4.8.2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Π.) συμπληρώθηκε ο προβλεπόμενος από την παραπάνω διάταξη χρόνος παραγραφής για τις ως άνω επίδικες αξιώσεις της ενάγουσας, γεγονός που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως (άρθ. 52 εδ. γ' ν.δ. 496/1974), όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται η ενάγουσα με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Επομένως, ως προς τις εν λόγω αξιώσεις η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη...Αντιθέτως διατηρούνται οι αξιώσεις της ενάγουσας που απορρέουν από τις μισθολογικές διαφορές και τα επιδόματα εορτών και αδείας του χρονικού διαστήματος από 1.8.2008 μέχρι 18.5.2010 με τα ποσά που ελάμβαναν οι απασχολούμενοι σε παρόμοιες θέσεις υπάλληλοι του εναγομένου.

Ειδικότερα οι αξιώσεις της ενάγουσας για την παραπάνω αιτία ανέρχονται στο ποσό των 4.032,70 ευρώ για το χρονικό διάστημα από τον μήνα Αύγουστο 2008 μέχρι 31.12.2008, στο ποσό των 10.288 ευρώ για το έτος 2009 και στο ποσό των 3.705,30 ευρώ για το έτος 2010, δηλαδή συνολικά στο ποσό των 18.026 ευρώ, το ύψος του οποίου, καθώς και τον τρόπο υπολογισμού του σημειωτέον δεν αμφισβητεί ο εναγόμενος, παρά μόνο τη νομική υποχρέωση του προς καταβολή του.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει η από 12.5.2014 έφεση της ενάγουσας και η από 15.5.2014 έφεση του εναγομένου να γίνουν δεκτές ως βάσιμες κατ' ουσία και να εξαφανισθεί, όπως προαναφέρθηκε, η εκκαλουμένη απόφαση. Ακολούθως, αφού κρατηθεί και δικασθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 535 παρ.1 του ΚΠολΔ), πρέπει η αγωγή να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως προς την πρώτη ως άνω επικουρική βάση της (αδικαιολογήτου πλουτισμού) ως ουσιαστικά βάσιμη και μετά τον γενόμενο μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 18.026 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής".

Με την κρίση αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 επόμ. του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 22 παρ.1 α του Συντάγματος, 20 παρ.15 του Ν. 2639/1998 και 648 επόμ. του ΑΚ, τις οποίες αντιθέτως ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, εφόσον με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα με την προσβαλλομένη απόφαση δεκτά πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, η αναιρεσίβλητη κατά τη διάρκεια της απασχόλησής της στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

παρείχε στην πραγματικότητα σε αυτό εξαρτημένη εργασία διοικητικού υπαλλήλου, ακριβώς παρόμοια με εκείνη του μόνιμου υπαλληλικού προσωπικού του τελευταίου, τελώντας υπό τις δεσμευτικές για εκείνη οδηγίες του αναιρεσείοντος σχετικά με τον τόπο, τον τρόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας της κατά πλήρες ωράριο και καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, καθότι, παρά τον αναγραφόμενο σκοπό στα συναφθέντα μεταξύ των διαδίκων συμφωνητικά συνεργασίας στο πλαίσιο υλοποίησης προγράμματος Stage, ο οποίος (σκοπός) συνίστατο στην από μέρους της ενάγουσας απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, επιδιώχθηκε προεχόντως στην πραγματικότητα από τα μέρη η από αυτήν παροχή εργασίας στο αναιρεσείον, με συνέπεια τον πλουτισμό του τελευταίου από την εργασία της αυτή, συνιστάμενο στην αμοιβή που το τελευταίο θα κατέβαλλε, αντί αυτής, σε άλλον εργαζόμενο που θα απασχολείτο από αυτό με έγκυρη σύμβαση εργασίας, αφού λόγω των συνταγματικών και λοιπών νομοθετικών ρυθμίσεων δεν ήταν επιτρεπτή η κατάρτιση έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων, ανεξαρτήτως της από την αναιρεσίβλητη κάλυψης με την εργασία της πάγιων και διαρκών αναγκών του αναιρεσείοντος.

Ούτε επίσης παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 145 έως 151 υπό τον τίτλο ΙΧ (Απασχόληση) της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε.), οι οποίες αναφέρονται σε ρυθμίσεις για την ανάπτυξη από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη - μέλη μέτρων συντονισμένης στρατηγικής για την απασχόληση, με σκοπό τη δημιουργία εξειδικευμένου, εκπαιδευμένου και ευπροσάρμοστου εργατικού δυναμικού και αγοράς εργασίας που να ανταποκρίνεται στις εξελίξεις της οικονομίας προς επίτευξη των στόχων της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (άρθ. 145 της Σ.Λ.Ε.Ε) και για τη συμβολή της Ένωσης στην ενθάρρυνση της συνεργασίας των κρατών - μελών στον τομέα αυτό, υποστηρίζοντας και συμπληρώνοντας τη δράση τους (άρθ. 147 παρ.1 της Σ.Λ.Ε.Ε), χωρίς μάλιστα τα μέτρα αυτά να περιλαμβάνουν εναρμόνιση των περί τούτου νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων των κρατών - μελών (άρθ. 149 παρ.2 της Σ.Λ.Ε.Ε.) τα οποία (κράτη - μέλη) επομένως διατηρούν την προς τούτο αρμοδιότητά τους, ούτε παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.3 της Σ.Λ.Ε.Ε.

που καθορίζει τους τομείς όπου η Ένωση έχει συντρέχουσα αρμοδιότητα με τα κράτη - μέλη, ούτε, τέλος, τη διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 και 15 του Ν. 2639/1998 με την οποία θεσπίζονται στην Ελλάδα μέτρα υλοποίησης προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στο πλαίσιο εφαρμογής των ανωτέρω ρυθμίσεων και σε συνάρτηση με τις παρεχόμενες κατ' έτος κατευθυντήριες γραμμές των Οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που λαμβάνονται υπόψη κατά την υλοποίηση των εθνικών πολιτικών για την απασχόληση (άρθ. 148 παρ.2 της Σ.Λ.Ε.Ε.).

Και τούτο διότι οι ρυθμίσεις αυτές του Ευρωπαϊκού και του εσωτερικού δικαίου ουδόλως αποκλείουν την κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθ. 904 επόμ του ΑΚ) γένεση αξιώσεων προς απόδοση της ωφέλειας του φορέα απασχόλησης από την εργασία του προσληφθέντος μεν στο πλαίσιο προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage), πλην όμως στην πραγματικότητα απασχοληθέντος με σχέση εξαρτημένης εργασίας, όπως και το μόνιμο προσωπικό του φορέα απασχόλησης, στην οποία (εργασία) αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο απέβλεψαν τα συμβαλλόμενα μέρη, οπότε και η εκμάθηση εκ µέρους του προσληφθέντος ως άνω επέρχεται ως αυτόµατη συνέπεια της εφαρμογής της εργασιακής σχέσης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής.

Επομένως ο περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης κατ' αμφότερα τα σκέλη αυτού, με τον οποίο το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. υποστηρίζει τα αντίθετα, [με τον οποίο δεν πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τον τρόπο υπολογισμού των διαφορών που επιδικάσθηκαν], είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αναίρεση. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας αυτού (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.10.2016 και με αριθ. κατάθ. 868/12.10.2016 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 1412/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 3 Ιουλίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ