Legislator Case Law & Legislation
1242/2017 AI generated

1242/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1242/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 5.56, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

Legislator headnote

AI generated

1242/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): 552, 553, 5.56, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

Keywords

AI generated
fraud on creditors bank guarantee claim event bank charges consumer credit agreement satisfaction of claim damage to credit
AI generated
99/2020
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/5/2007 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 6233/2009 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2326/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 4098/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 23/5/2016 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 2/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανέβαλλε την συζήτηση της υποθέσεως. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 6/7/2018 κλήση τους.
897/2008
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1283/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
232/2025
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1009/2021
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/4/2014 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 442/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 29/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/5/2017 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1242 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1242/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 83/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Σ. Θ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σημέλα Ηλωνίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: ... Ανώνυμη Εταιρεία, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, πρώην "Τράπεζα ... Ανώνυμη Εταιρεία". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4411/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1178/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως η τελευταία διορθώθηκε με την 812/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κατά της 1178/2010 απόφασης, όπως αυτή διορθώθηκε με την 812/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 250/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως για αναίρεση της 1178/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης

Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η Τράπεζα ... Ανώνυμη Εταιρεία με την από 20-9-2016 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Παπανδρέου, ανέγνωσε την από 17-1-2013 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 28-7-2011 αίτηση αναίρεσης της 1178/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως αυτή διορθώθηκε με την 812/2011 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα 1178/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης,, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του ενάγοντος -αναιρεσείοντος κατά της 4411/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε απορρίψει την με αριθμ. Έκθεσ. Κατάθ. ...2005 αγωγή του ενάγοντος.

1. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 5.56, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

2. Επειδή, κατά το άρθρο 2 παρ.6 του ν. 2251/1994 "περί προστασίας ίων καταναλωτών", όπως ο νόμος αυτός ισχύει, οι γενικοί όροι συναλλαγών (ΓΟ,Σ), δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος του καταναλωτή.

Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία εξαρτάται. Κατά δε την παρ. 7 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, καταχρηστικοί, ενδεικτικά, είναι οι ΓΟΣ, που, μεταξύ άλλων α).....ε) επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς λύσης ή τροποποίησης της σύμβασης χωρίς ορισμένο, ειδικό και σπουδαίο λόγο και επιτρέπουν στον προμηθευτή να απαιτήσει από τον καταναλωτή υπέρμετρες εγγυήσεις....λ) επιβάλλουν στον καταναλωτή, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της παροχής του, υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση.

Οι πιο πάνω αναφερόμενες ενδεικτικά περιπτώσεις γενικών όρων θεωρούνται άνευ ετέρου, από το νόμο, ως καταχρηστικοί, χωρίς να χρειάζεται ως προς αυτούς και η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας της παρ. β του άρθρου 2 του ν. 2251/1994. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες ως προς τον έλεγχο των ΓΟ.Σ αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ με τα αναφερόμενα σ’ αυτές κριτήρια, για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών, λαμβάνεται υπόψη κατά κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή με συνεκτίμηση όμως της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στα πλαίσια επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών.

Ως μέτρο ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο, που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση. Τα συμφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων σε βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει έναν γενικό όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η διατάραξη δε αυτή πρέπει να είναι, σύμφωνα με τη νέα διατύπωση της παρ. 6 του άρθρου 2 του άνω νόμου, που επέφερε το άρθρο 10 παρ. 24 του ν. 2741/1999, σημαντική ή ουσιώδης (ΟλΑΠ 6/2006, 15/2007) σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης.

Προς τούτο λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των συμβαλλόμενων στη συγκεκριμένη σύμβαση μερών και εξετάζεται ποιο είναι το συμφέρον του προμηθευτή για διατήρηση του όρου που ελέγχεται και ποιο είναι εκείνο του καταναλωτή για κατάργηση του. Δηλαδή ερευνάται ποιες συνέπειες θα έχει η διατήρηση ή κατάργηση του όρου για κάθε πλευρά, πώς θα μπορούσε κάθε μέρος να εμποδίσει την επέλευση του κινδύνου, που θέλει να αποτρέψει ο συγκεκριμένος γενικός όρος και πώς μπορεί κάθε μέρος να προστατευθεί από τις συνέπειες της επέλευσης του κινδύνου με δικές του ενέργειες.

Οι ΓΟΣ, τέλος, πρέπει, σύμφωνα με την (καθοδηγητική) αρχή της διαφάνειας, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή (ΑΠ 430/2005, ΑΠ 1219/2001). Εξάλλου, η τράπεζα υπάγεται στην έννοια του προμηθευτή σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περίπτωση β’ του ν. 2251/1994, που ορίζει ότι "ο προμηθευτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατά την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας προμηθεύει προϊόντα ή παρέχει υπηρεσίες στον καταναλωτή" οι δε παρεχόμενες από τις τράπεζες υπηρεσίες σαφώς απευθύνονται και αφορούν στο ευρύ καταναλωτικό κοινό, δεν προσφέρονται ούτε σχεδιάζονται για ορισμένο αποδέκτη, αλλά έχουν κατά κανόνα μαζικό χαρακτήρα και έντονο το στοιχείο της τυποποίησης.

Ενόψει των ανωτέρω, ο ν. 2251/1994 εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις τραπεζικών συναλλαγών. Ως καταναλωτής νοείται όχι μόνον ο πελάτης της τράπεζας, ο οποίος μπορεί να είναι πιστολήπτης (άρθρο 1 παρ. 4 στοιχ. α’ ν. 2251/1994, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο 1 ν. 3587/2007), αλλά και ο εγγυητής, ο οποίος δεν είναι πελάτης και, συνεπώς, αποδέκτης των υπηρεσιών της τράπεζας, ωστόσο, ενόψει της φύσης της εγγύησης, ως παρεπόμενης της σύμβασης χορήγησης καταναλωτικού δανείου και επί πλέον λόγω της ίδιας ανάγκης προστασίας με δανειολήπτη, που πρέπει να έχει ο εγγυητής απέναντι στους προδιατυπωμένους όρους των συμβάσεων που συνάπτει με την τράπεζα, εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο των διατάξεων του ν. 2251/1994.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: "Η Γ. Τ. του Δ., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, συνήψε στις 13-11-2001, με την εναγομένη- εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα, στο υποκατάστημα της τελευταίας στη Θεσσαλονίκη επί της οδού ...

σύμβαση καταναλωτικού δανείου, δυνάμει της οποίας η τελευταία χορήγησε στην ανωτέρω δάνειο, ποσού 1.000.000 δραχμών και ήδη 3.000 ευρώ. Η αποπληρωμή του δανείου κατά κεφάλαιο και τόκους θα γινόταν σε δόσεις, τη συχνότητα και τον αριθμό των οποίων επέλεγε η οφειλέτρα.

Στην εν λόγω σύμβαση ο ενάγων-εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, συνδεόμενος με φιλικές σχέσεις προς τη δανειολήπτρια, συνεβλήθη ως εγγυητής, ο οποίος εγγυήθηκε προς την εφεσίβλητη την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε απαίτησης της από το δάνειο, ενεχόμενος εις ολόκληρον με την άνω υπέρ’ ης η εγγύηση, ως αυτοφειλέτης αφού παραιτήθηκε της ένστασης της δίζησης και των μη προσωποπαγών ενστάσεων της πρωτοφειλέτριας-δανειολήπτριας.

Σύμφωνα με τον επίμαχο 10° όρο της παραπάνω σύμβασης, όπως το περιεχόμενο του δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, "ο οφειλέτης και ο εγγυητής εξουσιοδοτούν την τράπεζα να χρεώνει με τα οφειλόμενα ποσά οποιοδήποτε λογαριασμό τους στην τράπεζα ανεξάρτητα από το νόμισμα στο οποίο τηρούνται και ενδεικτικά το λογαριασμό ταμιευτηρίου του οφειλέτη που έχει ανοιχθεί για τη διευκόλυνση της αποπληρωμής του δανείου.

Η τράπεζα έχει σε κάθε περίπτωση δικαίωμα συμψηφισμού των απαιτήσεων της προς οποιαδήποτε ληξιπρόθεσμη ή μη ανταπαίτηση του οφειλέτη ή του εγγυητή έναντι της τράπεζας. Οι παραπάνω εξουσιοδοτήσεις συμφωνούνται ανέκκλητες, εφόσον αφορούν στο συμφέρον όλων των συμβαλλομένων". Ο εκκαλών διατηρούσε στο ίδιο υποκατάστημα της εφεσίβλητης τον υπ’ αριθ. ...

κοινό λογαριασμό με τον ανεψιό του Χ.- Σ. Θ. του Δ.. Όπως συνομολογείται, στις 30-9-2002 και 15-10-2002 η εφεσίβλητη προέβη στη χρέωση και στη συνέχεια αφαίρεσε από τον άνω κοινό λογαριασμό τα ποσά των 270 και 360 ευρώ, αντίστοιχα. Στην ενέργεια αυτή προέβη η τελευταία, λόγω καθυστέρησης καταβολής από την άνω πρωτοφειλέτρια αντίστοιχων οφειλών της, γεγονός που δεν αμφισβητείται.

Λόγω του ότι η απαίτηση της εφεσίβλητης Τράπεζας κατά της πρωτοφειλέτριας είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, η εφεσίβλητη, κατ’ εφαρμογή του προεκτεθέντος 10ου όρου, χρέωσε με τα οφειλόμενα ως άνω ποσά από την πρωτοφειλέτρια τον παραπάνω λογαριασμό του εκκαλούντος, συμψηφίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την ήδη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή απαίτηση της από τη δανειακή σύμβαση με την ανταπαίτηση του εκκαλούντος-εγγυητή κατ’ αυτής.

Ο εκκαλών ισχυρίσθηκε και ισχυρίζεται ότι ο εν λόγω όρος, που διατυπώθηκε μονομερώς από την αντίδικο του, χωρίς να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων, είναι άκυρος, ως καταχρηστικός, διότι ενέχει υπέρμετρη δέσμευση της βούλησης του και προσκρούει στη δημόσια τάξη. Όμως, ο όρος αυτός δεν κρίνεται καταχρηστικός, σύμφωνα με τα άρθρο 2 παρ. 6 και 7 του άνω ν. 2251/1994, διότι αποδίδει την έννοια του μονομερούς συμψηφισμού του άρθρου 440 ΑΚ και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβληθέντων σε βάρος του καταναλωτή και εν προκειμένω του εκκαλούντος.

Διότι, λαμβανομένων υπόψη της φύσης και του σκοπού της σύμβασης εγγύησης, ο εγγυητής γνωρίζει ότι, σε κάθε περίπτωση, εφόσον ο πρωτοφειλέτης δεν προβεί σε εμπρόθεσμη εξόφληση του χρέους του προς το δανειστή, αναλαμβάνει ο ίδιος την ευθύνη της καταβολής τούτου, εκπληρώνοντας δική του συμβατική υποχρέωση, χωρίς αυτό να αποτελεί υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας του ή αντίθεση προς τη δημόσια τάξη ή προς τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ.

Επίσης, ο εκκαλών, εμμένοντας στην επικαλούμενη καταχρηστικότητα του άνω όρου, τον οποίο συνδέει με τον συμψηφισμό των 630 ευρώ, παραπονείται ότι δεν ενημερώθηκε από την εφεσίβλητη για την ανάληψη των άνω χρηματικών ποσών από το λογαριασμό του, ούτε για το χρόνο κατά τον οποίο θα προέβαινε αυτή σε συμψηφισμό της ανταπαίτησής της.

Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν, διότι δεν αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών υπέστη οποιαδήποτε ζημία λόγω της μη ενημέρωσης του από την εφεσίβλητη, δεδομένου ότι αυτός, ως εγγυητής, ήταν υποχρεωμένος στην καταβολή του άνω ποσού των 630 ευρώ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος είναι κατ’ ουσίαν αβάσιμη και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση του τελευταίου κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 του ν. 2251/1994, αφού υπό τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα πραγματικά περιστατικά δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Η περαιτέρω δε αιτίαση, που διατυπώνεται με τον ως άνω λόγο, κατά το ίδιο μέρος, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι δεν αποδείχθηκε ότι (ο αναιρεσείων) υπέστη οποιαδήποτε ζημία λόγω της μη ενημέρωσης του από την αναιρεσίβλητη, δεδομένου ότι αυτός, ως εγγυητής, ήταν υποχρεωμένος στην καταβολή του άνω ποσού των 630 ευρώ, παραβίασε την .../21 -10-2002 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, σύμφωνα με την οποία τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να παρέχουν επαρκή ενημέρωση στους συναλλασσόμενους με τις τράπεζες, ώστε να καλύπτονται πλήρως οι ανάγκες και του μη έμπειρου καταναλωτή, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι η εν λόγω πράξη του Διοικητή δε συνιστά κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, συνεπώς, δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης.

3.- Επειδή, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε το αίτημα της ένδικης αγωγής για κήρυξη ως άκυρης, λόγω κατα-χρηστικότητας της ενέργειας της αναιρεσίβλητης να κλείσει τον αναφερόμενο σ’ αυτή αδρανή τραπεζικό λογαριασμό του, αφού τον χρέωσε με έξοδα προμηθείας συνολικού ποσού 2,62 ευρώ, ως αόριστο, με την αιτιολογία, ότι ο ενάγων-αναιρεσείων δεν εκθέτει αν υπήρξε σχετικός όρος της σύμβασης (ανοίγματος κοινού τραπεζικού λογαριασμού), που συνήψαν με την εναγομένη ο ίδιος και οι δύο συνδικαιούχοι που αναφέρονται στην αγωγή και ποιο είναι το περιεχόμενο τούτου.

Το Εφετείο, ειδικότερα δέχθηκε, ότι το ως άνω αίτημα είναι αόριστο, διότι ο ενάγων δεν επικαλείται υπό ποιες προϋποθέσεις επιβάλλονται οι άνω δαπάνες (π.χ. ύπαρξη κατωτάτου υπολοίπου-μη κίνηση του λογαριασμού για κάποιο χρονικό διάστημα), δεδομένου ότι η τραπεζική κατάθεση αποτελεί ανώμαλη παρακαταθήκη επί της οποίας δεν επιτρέπεται κατ’ αρχήν η καταβολή αμοιβής και εξόδων φύλαξης για το θεματοφύλακα, ωστόσο οι διατάξεις αυτές είναι ενδοτικού δικαίου και μπορεί να συμφωνηθεί άλλως, η συμφωνία όμως αυτή υπάγεται στον έλεγχο περί καταχρηστικότητας, ώστε να καταστεί δυνατό να ελεγχθεί από το Δικαστήριο η (τυχόν) καταχρηστικότητα του όρου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 του ν. 2251/1994.

Τα ίδια ισχύουν και για το δικαίωμα μονομερούς λύσης της σύμβασης εκ μέρους της εναγομένης Τράπεζας, ώστε να κριθεί, αν οι λόγοι για τους οποίους έκλεισε η τελευταία το λογαριασμό είναι ή όχι ορισμένοι, ειδικοί και σπουδαίοι. Τέλος, δεν εκθέτει ποια ήταν η βλάβη του από τις άνω ενέργειες της εναγομένης, όσον αφορά τον εν λόγω (δεύτερο) λογαριασμό, ήτοι αν υπέστη συγκεκριμένη ζημία και ποια, δεδομένου ότι η απλή επιβάρυνση με το συνολικό ποσό των 2,62 ευρώ που χρεώθηκε ο κοινός (τριών καταθετών) λογαριασμός, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σημαντική ανισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβληθέντων μερών, σύμφωνα και με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.

Ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατ’ Ορθή αρίθμηση, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι με το να απορρίψει το πιο πάνω αίτημα του ως αόριστο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία την πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 παρ.6 του ν.2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", διότι αξίωσε για την εφαρμογή του ένα ποσοτικό κριτήριο (ύψος ζημίας), που δεν προβλέπεται από το νόμο.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού ανεξάρτητα από την τελευταία παραδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης ότι "η απλή επιβάρυνση με το συνολικό ποσό των 2,62 ευρώ που χρεώθηκε ο κοινός (τριών καταθετών) λογαριασμός, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σημαντική ανισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβληθέντων μερών, σύμφωνα και με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών", το πιο πάνω αίτημα έπασχε αοριστία εκ μη αναφοράς των πιο πάνω (εκτός της ζημίας) στοιχείων.

4- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, δε κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι αρνητικοί απλώς ισχυρισμοί ή εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψνγ16νΊσχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση έχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο, κατ’ ορθή αρίθμηση, λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.8 περ.

β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του, που διατύπωσε με τις προτάσεις του, τους σχετικούς με την υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να προβεί, πριν την εκταμίευση οιοδήποτε ποσού από τους τραπεζικούς λογαριασμούς του, στην ενημέρωση του. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι ισχυρισμοί αυτοί ελήφθησαν υπόψη και απορρίφθηκαν (ρητώς και εκ του πράγματος) με την ανωτέρω παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων υπέστη οποιαδήποτε ζημία λόγω της μη ενημέρωσης του από την αναιρεσίβλητη, δεδομένου ότι αυτός, ως εγγυητής, ήταν υποχρεωμένος στην καταβολή του άνω ποσού των 630 ευρώ.

5.- Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης.

Ειδικότερα, ως προς τον από το 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, που ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, απαιτείται, εκτός από την παράθεση των κρίσιμων παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης.

Γενικές εκφράσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης ή για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δεν αρκούν, αλλά πρέπει να καθορίζεται και η αιτία για την οποία συμβαίνει τούτο. Συγκεκριμένα, αν η αιτίαση αναφέρεται σε αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να καθορίζεται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 28-7-2011 κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει την από 28.7.2011 κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της 1178/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ