Supreme Court dismisses appeal for introducing new statute of limitations defense for the first time at second instance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision, ordering the appellant to pay the respondent's legal costs. The appellant attempted to introduce a new defense regarding the interruption of the statute of limitations for the first time during the appeal proceedings. The court ruled that this argument was inadmissible because it had not been properly presented to the first-instance court, violating procedural rules against introducing new claims at higher levels.
Legislator headnote
AI generatedArt. 562 para. 2 K.Pol.D.; Art. 527 K.Pol.D.: An appeal argument based on a claim not lawfully presented to the court of first instance is inadmissible unless it concerns public order or a defect inherent in the appealed decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1242 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1242/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α'1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Δημήτριο Πατινίδη - Εισηγητή και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : Χ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Στυλιανός Σταματόπουλος, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου : Της ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "...... Ο.Ε", που εδρεύει στην ...... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Θεόδωρος Γούσιος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 13 Μαρτίου 1996 και 28 Σεπτεμβρίου 1997 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 7088/1999 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3680/2001 προδικαστική και 1334/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 15 Ιουνίου 2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης ανέγνωσε την από 5 Οκτωβρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 240 εδ. α' Κ.Πολ.Δ., για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, που τους περιέχουν. Σκοπός της διατάξεως αυτής, κατά την αιτιολογική έκθεση του ν.
δ. 958/1971, είναι η αποτροπή της υπέρμετρης καταπόνησης των δικαστών με την αναζήτηση ισχυρισμών των διαδίκων που περιέχονται σε μακροσκελείς από πολλές σελίδες προτάσεις. Η παραπάνω διάταξη αναφέρεται σε ισχυρισμούς που προτάθηκαν και δεν εξετάσθηκαν από το δικαστήριο, ενώ, ως περιττή, δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο καλείται να εκδώσει οριστική απόφαση για ισχυρισμό για τον οποίο διατάχθηκαν αποδείξεις που διεξάχθηκαν, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προσδιορισμένος ο ισχυρισμός τον οποίο αφορά η συζήτηση.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί σ' αυτό, για σφάλμα που προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ή για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Προϋπόθεση του αποκλεισμού του λόγου αναίρεσης είναι η μη νόμιμη πρόταση του ισχυρισμού, στον οποίο στηρίζεται ο αναιρετικός λόγος, στο ουσιαστικό δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την επί του άρθρου 937 ΑΚ ερειδομένη ένσταση παραγραφής που πρότεινε η αναιρεσίβλητη - εναγομένη κατά της αγωγικής αξιώσεως του ενάγοντος (εκκαλούντος) αναιρεσείοντα, παρά το γεγονός η ένσταση αυτή επαναφέρθηκε στο Εφετείο κατά τρόπο που δεν πληροί τους όρους του άρθρου 240 ΚΠολΔ, ήτοι χωρίς να υποβάλει την ένσταση παραγραφής με τις από 8.3.2001 και 12.1.2006 προτάσεις της στο Εφετείο, σε περίληψη και χωρίς αναφορά ειδικά στις σελίδες των προηγούμενων (στην πρωτόδικη δίκη) προτάσεών της στους οποίους περιλαμβανόταν και η ένσταση παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων του ενάγοντος.
Όπως όμως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας και ειδικότερα από τις υποβληθείσες στο Εφετείο προτάσεις του ενάγοντος, ο τελευταίος υπέβαλε για πρώτη φορά τον επί του άρθρου 240 ΚΠολΔ ισχυρισμό του περί μη νομιμότητας της επαναφοράς του ισχυρισμού της παραγραφής της εναγομένης, με την από 17-1-2006 προσθήκη των προτάσεών του, όταν ήδη είχαν διαταχθεί και διεξαχθεί αποδείξεις με την 3680/2001 απόφαση (του Εφετείου) επί της ενστάσεως παραγραφής που πρόβαλε η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) και επί της αντενστάσεως διακοπής της παραγραφής που πρόβαλε ο ενάγων (αναιρεσείων).
Επομένως ο λόγος αυτός (πρώτος) αναίρεσης από το άρθρο 552 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Για τον αυτό λόγο είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι και οι δεύτερος και τρίτος (κατά το δεύτερο μέρος του) λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. περί της, παρά το νόμο, μη κηρύξεως απαραδέκτου της διαδικαστικής πράξης της επαναφοράς των ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης.
ΙΙΙ. Με τον τρίτο κατά το πρώτο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 914, 932 και 263 ΑΚ, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η από τις κρινόμενες από 13-3-1996 αγωγή δεν έχει την ίδια νομική βάση με εκείνη της προηγούμενης από 25-4-1993 αγωγής, που τελεσίδικα απορρίφθηκε ως αόριστη, αφού η πρώτη τούτων με την οποία αυτός άσκησε τις αξιώσεις για απώλεια μισθωμάτων, μείωση της αξίας του ακινήτου και χρηματική ικανοποίηση, είχε ως βάση το επικαλούμενο από τον ενάγοντα δικαίωμα επικαρπίας επί του επιδίκου ακινήτου, ενώ η προηγούμενη από 25-4-1993αγωγή είχε ως βάση το επικαλούμενο από τον ενάγοντα δικαίωμα ψιλής κυριότητας επί του ίδιου ακινήτου και συνακόλουθα δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 263 Α.Κ., που προϋποθέτει ταυτότητα ιστορικής και νομικής βάσης της δεύτερης αγωγής με την προηγούμενη αγωγή, γεγονός όμως που δεν ανταποκρίνεται στα πράγματα για τον αναφερόμενο στην αίτηση αναιρέσεως λόγο.
Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο με επάλληλη σκέψη δέχθηκε τα παραπάνω αναφερθέντα, διαλαβούσα στην προηγούμενη (κύρια) σκέψη της ότι "...ωστόσο ο εκκαλών - ενάγων δεν επικαλέσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τις προτάσεις του, ούτε με την προσθήκη αυτών, που υπέβαλε κατά τη συζήτηση της πρώτης κρινομένης από 13-3-1996 αγωγής του, με την οποία αυτός άσκησε τις ίδιες αξιώσεις για απώλεια μισθωμάτων, μείωση της αξίας του ακινήτου και χρηματική ικανοποίηση, ότι η παραγραφή των αξιώσεών του αυτών διακόπηκε και με την άσκηση της από 25-4-1993 αγωγής του, δηλαδή πριν από την παρέλευση πενταετίας από την 19-8-1988, που είχε διακοπεί η παραγραφή αυτών με την επικαλούμενη καθ' υποφορά με την από 13-3-1996 αγωγή του και όχι με τις προτάσεις του αναγνώριση των αξιώσεών του αυτών από την εφεσίβλητη - εναγομένη και ότι η δεύτερη από 13-3-1996 αγωγή του είχε ασκηθεί πριν καταστεί τελεσίδικη η παραπάνω απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ως αόριστη η προηγούμενη από 25-4-1993 αγωγή του, ώστε να θεωρηθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 263 Α.Κ., που αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, ότι η παραγραφή των αξιώσεών του, που άσκησε με την κρινόμενη από 13-3-1996 αγωγή του είχε διακοπεί με την προηγούμενη από 25-4-1993 αγωγή του και συνεπώς δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής.
Τέτοιο ισχυρισμό πρόβαλε ο εκκαλών - ενάγων για πρώτη φορά με την έφεσή του, λόγω όμως του ότι δεν τον είχε προβάλλει στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν μπορεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ., να τον προσβάλλει παραδεκτά για πρώτη φορά στο Εφετείο, λαμβάνοντας δε υπόψη ότι αυτός δεν επικαλείται οποιοδήποτε από τους αναφερόμενους στη διάταξη αυτή του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ.
λόγους, ο οποίος θα επέτρεπε την προβολή του για πρώτη φορά στο Εφετείο, δεν λαμβάνεται υπόψη". Ενόψει των παραπάνω αναφερθέντων και δεδομένου ότι λόγοι αναίρεσης που πλήσσουν την αιτιολογία της αποφάσεως που εκφέρεται εκ περισσού, αφού υπάρχει άλλη κύρια αιτιολογία που στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο εξεταζόμενος στην προκειμένη περίπτωση τρίτος λόγος αναιρέσεως και κατά το πρώτο μέρος του πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής.
IV. Κατόπιν των ανωτέρω η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-6-2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 1334/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, το ποσό της οποίας ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Απριλίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ