Legislator Case Law & Legislation
1242/2007 AI generated

1242/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1242/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1242/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 201 Α.Κ., αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μέλλον και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αιρέσεως). Κατά δε το άρθρο 207 παρ. 1 Α.Κ., η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.

Keywords

AI generated
administrative status of officials language skills bankruptcy administrator banking profession improvement of employability assessment of candidates’ abilities
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1242 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1242/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Απριλίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της καθ΄ ου η κλήση - αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βενετσιάνα Κίτρου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Της καλούσας - αναιρεσίβλητης: Ψ1 , υπεισελθούσης στην παρούσα δίκη ως μόνης εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αρχικώς αναιρεσιβλήτου και ήδη αποβιώσαντος Ψ2 , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Κάπο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-1997 αγωγή του αρχικώς αναιρεσιβλήτου και ήδη αποβιώσαντος Ψ2 , που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 5672/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 20-12-1999 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 950/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 5672/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 2556/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 19-9-2002 αίτησή της, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για την 4-4-2006, κατά την οποία ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 8-5-2006 κλήση της κληρονόμου. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, διάβασε την από 21-3-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Μάριου - Φώτιου Χατζηπανταζή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

H προκειμένη δίκη επί της από 19-9-2002 αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία διεκόπη εξαιτίας του γνωστοποιηθέντος θανάτου του αναιρεσείοντος, που συνέβη στις 17-10-2003, ήτοι μετά την άσκηση της εν λόγω αιτήσεως, νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 286 εδ. α, 287 παρ. 1 και 290 του Κ.Πολ.Δ., επαναλαμβάνεται με ρητή δήλωση, καταχωρηθείσα στα πρακτικά αυτού του δικαστηρίου, από τη μοναδική κληρονόμο σύζυγο του θανόντος Ψ1 , της οποίας η ιδιότητα δεν αμφισβητήθηκε από την αναιρεσείουσα.

Κατά το άρθρο 201 Α.Κ., αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μέλλον και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αιρέσεως). Κατά δε το άρθρο 207 παρ. 1 Α.Κ., η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.

Τέτοια υπό αναβλητική αίρεση δικαιοπραξία είναι και εκείνη με την οποία συμφωνείται μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού η προαγωγή του τελευταίου ή η χορήγηση άλλων παροχών, που βελτιώνουν τη θέση του στην επιχείρηση αν συντρέξουν στον κατάλληλο χρόνο ορισμένες συμφωνηθείσες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων θα διαπιστώνεται από τον εργοδότη ή όργανό του, γεγονός που συμβαίνει όταν η υπό προϋπόθεση βαθμολογική εξέλιξη του υπαλλήλου προβλέπεται από τον κανονισμό του εργοδότη, ο οποίος επέχει ισχύ συμβάσεως.

Στην περίπτωση αυτή η αίρεση υπό την οποία τελεί η προαγωγή θεωρείται ότι πληρώθηκε, εφόσον θα διαπιστωθεί ότι η κρίση του εργοδότη, ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του μισθωτού των προς προαγωγή προϋποθέσεων, είναι κατάφωρα άδικη ή παρακωλύθηκε εναντίον της καλής πίστης να πληρωθεί , η δε προαγωγή θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από το χρονικό σημείο από το οποίο έπρεπε να είχε διατυπωθεί η ευμενής κρίση.

Στην κρινόμενη υπόθεση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Κατά το άρθρο 12 του Οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας και Κανονισμού Βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, που έχει συμβατική ισχύ, όπως ισχύει μετά τη συμπλήρωσή του με τις από 29-9-1981 και 29-2-1982 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου της, η προαγωγή των υπαλλήλων της από τον βαθμό του τμηματάρχη σ' εκείνον του εντεταλμένου-τμηματάρχη αποφασίζεται από το Γενικό Συμβούλιο αυτής κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από το ίδιο άρθρο, ήτοι α)ύπαρξη κενής οργανικής θέσεως, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας στον προηγούμενο βαθμό τριών ετών, γ) ύπαρξη προσόντων ανώτερης θέσεως, δ)επίδειξη εξαιρετικής επιδόσεως, ήθους, ικανότητας και φιλεργίας και ε) ικανότητα συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού των διαθεσίμων μέσων και του υπάρχοντος προσωπικού με τρόπο που να αυξάνει την απόδοση του έργου της υπηρεσίας και την παραγωγικότητα των εργαζομένων σ' αυτήν.

Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα στις 2-11-1970 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο του προσωπικού της, όπου και εξακολουθεί να υπηρετεί με το βαθμό ήδη του τμηματάρχη, στον οποίο προήχθη από 1-1-1987.

Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Διοικήσεως Επιχειρήσεων της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών (ΑΣΟΕΕ) και γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα, αν και δεν κατέχει σχετικό τίτλο σπουδών, ενώ περαιτέρω έχει παρακολουθήσει και τέσσερα (4) επιμορφωτικά σεμινάρια. Από της προσλήψεώς του υπηρέτησε ως υπάλληλος του Υποκαταστήματος της εναγομένης στην ........, όπου από τις 23-10-1980 του ανατέθηκαν καθήκοντα προϊσταμένου της υπηρεσίας χρηματοδοτήσεων και συναλλάγματος.

Το έτος 1985 του ανατέθηκαν παραλλήλως προς τα ανωτέρω καθήκοντα και εκείνα του ελέγχου των Εμπορικών Τραπεζών, των Ειδικών Πιστωτικών Οργανισμών και των χρηματοδοτούμενων από τα ανωτέρω πιστωτικά ιδρύματα επιχειρήσεων, καθώς και των επιχειρήσεων των υπαγομένων στο Ν.Δ. 3838/1958 "περί ελέγχου πωλήσεων ειδών διαρκείας" των περιφερειών των Νομών Αρκαδίας και Αργολίδος, καθήκοντα που άσκησε έως και το έτος 1991.

Επί πλέον ορίσθηκε γραμματέας- εισηγητής της Επιτροπής Βιομηχανικών Πιστώσεων..... με αντικείμενο την έγκριση των προτάσεων των Εμπορικών Τραπεζών των Νομών ....... και ...... για τη χορήγηση δανείων στις βιοτεχνικές επιχειρήσεις των περιοχών αυτών και του ανατέθηκε η εκπροσώπηση της εναγομένης Τράπεζας στο Εμπορικό και Βιοτεχνικό Επιμελητήριο του Νομού .....

ως μέλος του Διοικητικού της Συμβουλίου, ενώ επελέγη από τους λοιπούς υπαλλήλους της για να διενεργήσει, κατόπιν αποφάσεως του Δημοτικού Συμβουλίου της Τριπόλεως, τον οικονομικό και διαχειριστικό έλεγχο του Ραδιοφωνικού Σταθμού Τριπόλεως. Όλα τα ανωτέρω καθήκοντα ο ενάγων άσκησε παραλλήλως προς εκείνα του προϊσταμένου της προαναφερόμενης υπηρεσίας, αλλά και εκείνα του αναπληρωτή Διευθυντή του Υποκαταστήματος ......

έως και το έτος 1991, οπότε τοποθετήθηκε ως πράκτορας στο πρακτορείο της εναγομένης στο ...... Στα φύλλα ποιότητάς του των ετών 1987, 1988 και 1989 (έκτοτε δεν συντάχθηκαν φύλλα ποιότητας όχι μόνον γι' αυτόν αλλά και για όλους τους υπαλλήλους της εναγομένης) βαθμολογήθηκε στην κλίμακα των βαθμών 1 έως 5, με άριστα το 1, για το έτος 1987 σε έξι προσόντα με το βαθμό 1 και σε δύο προσόντα με το βαθμό2, για το έτος 1988 σε επτά προσόντα με το βαθμό1 και σε ένα προσόν με το βαθμό2 και κατά το έτος 1989 σε όλα τα προσόντα με το βαθμό1, ενώ περαιτέρω αυτός δεν έχει ελεγχθεί πειθαρχικά.

Κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 1997, που αποφασίσθηκαν κατά τη συνεδρίαση της 14-2-1997 του Γενικού Συμβουλίου της εναγόμενης Τράπεζας και ανακοινώθηκαν με την υπ' αριθμ....... εγκύκλιο, αυτή παρέλειψε να προαγάγει τον ενάγοντα ενώ προήγαγε στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου τους ομοιόβαθμους συναδέλφους του Ζ1 , Ζ2 , Ζ3 , Ζ4 , Ζ5 και Ζ6.

Ο πρώτος απ' αυτούς (Ζ1 ) προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 17-9-1971 και προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη από 1-10-1989. Είναι απόφοιτος Γυμνασίου και από της προσλήψεώς του τοποθετήθηκε στο Τμήμα Προεξοφλήσεων και Πιστώσεων Υποκαταστημάτων, όπου παρέμεινε έως και τις 2-3-1981, οπότε τοποθετήθηκε στο τμήμα υπηρεσιακής εξελίξεως προσωπικού της Διευθύνσεως Διοικητικού, στο οποίο από το έτος 1986 άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας και ακολούθως, από το έτος 1992 καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου τμήματος.

Η βαθμολογία του ήταν το έτος 1987 σε επτά προσόντα 1 και σε ένα προσόν 2 και κατά τα έτη 1988 και 1989 σ'όλα τα προσόντα (οκτώ) 1. Ο δεύτερος (Ζ2) προσλήφθηκε στις 9-12-1964 και προήχθη στον βαθμό του τμηματάρχη την 1-1-1988. Είναι απόφοιτος Γυμνασίου, τοποθετήθηκε δε στο τμήμα Καταθέσεων και Ταμείων, όπου από το έτος 1986 άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας, από 28-12-1993 καθήκοντα αναπληρωτή Τμήματος και από 13-2-1995 καθήκοντα προϊσταμένου Τμήματος.

Η βαθμολογία του κατά τα έτη 1987 και 1988 ήταν σε έξι προσόντα 1 και σε δύο προσόντα 2 και για το έτος 1989 σε επτά προσόντα 1 και σε ένα προσόν 2. Ο τρίτος (Ζ3 ) προσλήφθηκε στις 27-3-1969 και προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη από 5-2-1988. Είναι απόφοιτος Γυμνασίου και έχει παρακολουθήσει ένα επιμορφωτικό σεμινάριο. Μετά την απόσπασή του έως και το 1978 στο Σύλλογο Υπαλλήλων της εναγομένης Τράπεζας, τοποθετήθηκε στο τμήμα Εγκρίσεων Εισαγωγών και ακολούθως από την 4-2-1987 στο Τμήμα Εθνικών Δανείων, όπου από το επόμενο έτος (1988) άσκησε καθήκοντα αναπληρωτή υπηρεσίας, ενώ, τέλος, τοποθετήθηκε στο Τμήμα Σχέσεων μετά του Δημοσίου, όπου από 1-11-1988 άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας, και από 27-7-1989 καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου Τμήματος.

Κατά τα έτη 1987 και 1988 η βαθμολογία του ήταν σε έξι προσόντα 1 και σε δύο προσόντα 2 και για το έτος 1989 σε επτά προσόντα 1 και σε ένα προσόν 2. Ο τέταρτος (Ζ4 ) προσλήφθηκε στις 14-9-1971 και προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1-10-1989. Είναι απόφοιτος Γυμνασίου και έχει παρακολουθήσει δύο επιμορφωτικά σεμινάρια. Υπηρέτησε αρχικά στο Τμήμα Διαχείρισης Συναλλάγματος, όπου από 16-7-1989 άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας και ακολούθως, τοποθετήθηκε στο τμήμα Συναλλάγματος και Συναλλαγματικής Πολιτικής, όπου από 14-4-1983 άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου υπηρεσίας και από 8-7-1994 καθήκοντα αναπληρωτή Τμήματος.

Κατά το έτος 1987 βαθμολογήθηκε σε επτά προσόντα με 1 και σε ένα προσόν με 2, ενώ κατά τα έτη 1988, 1989 βαθμολογήθηκε και στα οκτώ προσόντα με το βαθμό 1. Ο πέμπτος (Ζ5 ) προσλήφθηκε στις 20-5-1969 και προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1-7-1986. Είναι απόφοιτος Γυμνασίου και υπηρέτησε διαδοχικά στο Τμήμα Ταμείων Διαλογής και Καταμέτρησης και στο Τμήμα Ταμειακών Συναλλαγών του Υποκαταστήματος ........

Ακολούθως, από 26-9-1990 τοποθετήθηκε ως ελεγκτής στο τμήμα Ελέγχου Διαχειρίσεων, από 12-9-1991 ως αναπληρωτής προϊστάμενος στο Τμήμα Ταμείων και Γραμματείας, όπου από 2-9-1992 του ανατέθηκαν καθήκοντα προϊσταμένου του Τμήματος αυτού και τέλος, τοποθετήθηκε ως Προϊστάμενος του Τμήματος Ταμειακών Εργασιών του ίδιου πάντα Υποκαταστήματος .......

Η βαθμολογία του κατά το έτος 1987 ήταν σε πέντε προσόντα 1 και σε τρία προσόντα 2, κατά το έτος 1988 σε έξι προσόντα 1 και σε δύο προσόντα 2 και κατά το έτος 1989 σε επτά προσόντα 1 και σε ένα προσόν 2. Τέλος, ο έκτος (Ζ6 ) προσλήφθηκε στις 1-3-1969 και προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη από 1-7-1987. Είναι απόφοιτος Γυμνασίου και έχει παρακολουθήσει δύο σεμινάρια.

Τοποθετήθηκε στο Υποκατάστημα ....... αρχικώς στο τμήμα Ναυτιλιακού Συναλλάγματος και στη συνέχεια στο Τμήμα Λογιστηρίου και Γραμματείας. Και στα δύο αυτά Τμήματα άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας στο πρώτο από το έτος 1985 και στο δεύτερο από 15-6-1987, στο οποίο και από τις 18-1-1995 ασκεί καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου τμήματος.

Κατά το έτος 1987 βαθμολογήθηκε σε έξι προσόντα με το βαθμό 1 και σε δύο προσόντα με 2 και κατά τα έτη 1988 και 1989 σε επτά προσόντα με το βαθμό 1 και σε ένα προσόν με το βαθμό 2. Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο, ότι από τη σύγκριση των προσόντων των ως άνω συγκρινόμενων προς εκείνα του ενάγοντος προκύπτει ότι ο τελευταίος υπερέχει όλων αυτών ως προς τους τίτλους σπουδών (αυτός πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ, εκείνοι απόφοιτοι Γυμνασίου), ως προς τη γνώση ξένη γλώσσας (αυτός γνωρίζει καλά την αγγλική, εκείνοι δεν γνωρίζουν ξένη γλώσσα), ως προς την παρακολούθηση επιμορφωτικών σεμιναρίων (αυτός παρακολούθησε τέσσερα, ενώ αντιθέτως οι πρώτος, δεύτερος και πέμπτος κανένα, ο τρίτος 1 και καθένας από τους τέταρτο και έκτο 2 σεμινάρια), ως προς την ειδική στο βαθμό αρχαιότητα (κατά 3 έτη και 9 μήνες του πρώτου, κατά 2 έτη του δεύτερου, κατά 2 έτη και ένα μήνα του τρίτου, κατά 3 έτη και 9 μήνες του τέταρτου, κατά 6 μήνες του πέμπτου και κατά 1 1/2 έτος του έκτου) και ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα έναντι του πρώτου και του τετάρτου κατά ένα έτος και κατά 8 1/2 μήνες αντιστοίχως, ενώ αντιθέτως υπερέχουν αυτού κατά το εν λόγω στοιχείο οι λοιποί συγκρινόμενοι, ο δεύτερος κατά 6 έτη, ο τρίτος κατά 1 έτος και 7 μήνες, ο πέμπτος κατά 1 έτος και 4 περίπου μήνες και ο έκτος κατά 1 έτος και 7 μήνες.

Ο ενάγων υπερέχει έναντι των συγκρινομένων και ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, διότι πέραν του ότι ανέλαβε καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας από το έτος 1980 σε αντίθεση με αυτούς, από τους οποίους ο πρώτος και ο δεύτερος ανέλαβαν τέτοια καθήκοντα από το έτος 1986, ο τρίτος από το έτος 1988, ο τέταρτος από το έτος 1984, ο πέμπτος από το έτος 1990 και ο έκτος από το 1985, αυτός από το ίδιο έτος (1980) ασκούσε και καθήκοντα αναπληρωτή Διευθυντού του Υποκαταστήματος ......

ενώ συγχρόνως από το έτος 1985 έως και το έτος 1991 του είχαν ανατεθεί καθήκοντα ελεγκτή όλων των Εμπορικών Τραπεζών και των Ειδικών Πιστωτικών Οργανισμών, καθώς και όλων των επιχειρήσεων που χρηματοδοτούνται από τα ανωτέρω πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και εκείνων που υπάγονταν στις διατάξεις του ΝΔ 3838/1958 "περί ελέγχου πωλήσεων ειδών διαρκείας", καθήκοντα που προϋποθέτουν πλήρη γνώση όλου του τραπεζικού συστήματος και εκείνου των άλλων πιστωτικών οργανισμών, αλλά και γνώση των όρων χρηματοδοτήσεως των διαφόρων επιχειρήσεων και του ελέγχου αυτών.

Αντιθέτως, οι με αυτόν συγκρινόμενοι ανέλαβαν καθήκοντα και εξελίχθηκαν σε αναπληρωτές προϊσταμένους τμήματος ή και σε προϊσταμένους τμήματος σε συγκεκριμένες υπηρεσιακές λειτουργίες της εναγομένης Τράπεζας, στις οποίες και υπηρέτησαν συνεχώς. Ειδικότερα ο πρώτος ορίσθηκε αναπληρωτής προϊστάμενος τμήματος από το έτος 1993 στο Τμήμα Υπηρεσιακής Εξελίξεως Προσωπικού, στο οποίο υπηρετούσε από το έτος 1981, ο δεύτερος ορίσθηκε αναπληρωτής προϊστάμενος από το έτος 1993 και προϊστάμενος Τμήματος από το έτος 1995 στο Τμήμα Καταθέσεων στο οποίο υπηρετούσε από το έτος 1975, ο τρίτος από της προσλήψεώς του το έτος 1971 υπηρέτησε μόνο στη Διεύθυνση Συναλλάγματος και στα ειδικότερα τμήματα της Διευθύνσεως αυτής μέχρι την εξέλιξή του σε αναπληρωτή προϊστάμενο Τμήματος μόλις από τον Ιούλιο του έτους 1994, ο τέταρτος ορίσθηκε αναπληρωτής προϊστάμενος τμήματος από το έτος 1994 στο Τμήμα Συναλλάγματος και Συναλλαγματικής Πολιτικής της Διευθύνσεως Συναλλάγματος, στην οποία και υπηρετούσε από της προσλήψεως του το έτος 1971, ο πέμπτος ορίσθηκε προϊστάμενος τμήματος στο Τμήμα Ταμείων του Υποκαταστήματος ......

από το έτος 1992, ενώ από την προσλήψεώς του το έτος 1965 υπηρέτησε στο ίδιο Τμήμα του κεντρικού Καταστήματος της εναγόμενης Τράπεζας, εκτός από διάστημα δύο ετών κατά το οποίο υπηρέτησε στα συναφή τμήματα Ταμειακών Συναλλαγών, Διαλογής και Καταμέτρησης και Ελέγχου Διαχειρίσεων του Κεντρικού καταστήματος ως απλός όμως υπάλληλος.

Η υπεροχή αυτή του ενάγοντος ως προς το ουσιαστικό προσόν της ασκήσεως υπευθύνων καθηκόντων υπό την έννοια της συναρτώμενης προς αυτά γνώσεως του όλου αντικειμένου των εργασιών της εναγόμενης Τράπεζας, προκύπτει περαιτέρω και από το ότι αυτός μετείχε ως Γραμματέας- Εισηγητής στην Επιτροπή Βιομηχανικών Πιστώσεων .....

με αντικείμενο την έγκριση των προτάσεων των Εμπορικών Τραπεζών των Νομών ...... και ......, για τη χορήγηση δανείων προς τις βιομηχανικές επιχειρήσεις της περιοχής, εκπροσώπησε την εναγομένη στο εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αρκαδίας ως μέλος του Διοικητικού του Συμβουλίου και επελέγη από τους λοιπούς υπαλλήλους της για να διενεργήσει, κατόπιν αποφάσεως του Δημοτικού Συμβουλίου της Τριπόλεως, τον οικονομικό και διαχειριστικό έλεγχο του Ραδιοφωνικού Σταθμού Τριπόλεως, γεγονότα που υποδηλώνουν την ευρύτητα των γνώσεων του ενάγοντος ως προς το αντικείμενο όλων των τραπεζικών και επιχειρηματικών εργασιών.

Σε αναγνώριση των γνώσεων αυτών του ενάγοντος η εναγομένη τον τοποθέτησε από τις 3-11-1991 ως πράκτορα του πρακτορείου της στο Ναύπλιο, θέση εκπροσωπήσεως αυτής στην περιοχή σε όλες τις σχετικές με εκείνη συναλλαγές των εμπορικών τραπεζών, των λοιπών πιστωτικών Οργανισμών και των χρηματοδοτούμενων επιχειρήσεων.

Πέραν αυτών ο ενάγων υπερέχει των συγκρινόμενων συναδέλφων του και ειδικότερα του δευτέρου, τρίτου, πέμπτου και έκτου και ως προς τη βαθμολογία, με ελαφρά υπεροχή έναντι τούτου ως προς το εν λόγω στοιχείο του πρώτου και του τετάρτου, η οποία όμως δεν είναι αξιολογήσιμο στοιχείο, ενόψει του ότι ο πρώτος απ' αυτούς υπηρέτησε μόνο στη Διεύθυνση υπηρεσιακής εξελίξεως του προσωπικού της εναγομένης, υπηρεσία που οπωσδήποτε δε σχετίζεται άμεσα με τραπεζικές εργασίες και στην οποία ο υπάλληλος έχει την ευθύνη της απλής εκτελέσεως των αποφάσεων του εκάστοτε αρμοδίου οργάνου της εναγόμενης Τράπεζας ως προς την υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων της, χωρίς συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων αυτών, ο δε δεύτερος απασχολήθηκε μόνο στην Διεύθυνση Συναλλάγματος και η καλύτερη αξιολόγησή του μόνο για το έτος 1988 (ο ενάγων κατά το έτος αυτό βαθμολογήθηκε με 1 σε επτά προσόντα και 2 σε ένα προσόν και εκείνος κατά το ίδιο έτος με 1 και στα οκτώ προσόντα, ενώ κατά τα λοιπά έτη έχουν τον ίδιο βαθμό αξιολογήσεως) δεν κρίνεται ως στοιχείο ιδιαίτερης αξιολογήσεως του τελευταίου.

Έτσι, το μόνο στοιχείο υπεροχής των συγκρινομένων δευτέρου, τρίτου, πέμπτου και έκτου είναι αυτό της γενικής υπηρεσιακής αρχαιότητας, το οποίο όμως, πέραν του ότι δεν αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τις κατ' απόλυτη εκλογή προαγωγές, αντισταθμίζεται από την υπεροχή του ενάγοντος έναντι των ίδίων ως προς την ειδική στο βαθμό αρχαιότητα, η οποία υποδηλώνει ακόμα περισσότερο την σε ουσιαστικά προσόντα υπεροχή αυτού, αφού και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας η προαγωγή του νεοτέρου υπαλλήλου σε ανώτερο βαθμό καταδεικνύει ακριβώς την υπεροχή αυτή.

Ενόψει όλων των ανωτέρω κατέληξε το Εφετείο, ο ενάγων υπερείχε καταφανώς έναντι όλων των προς σύγκριση προτεινομένων συναδέλφων του και συνεπώς, η κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 1997 παράλειψη της προαγωγής αυτού από 1-1-1997 στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου και η αντ' αυτού προαγωγή εκείνων στον εν λόγω βαθμό συνιστά παρεμπόδιση εναντίον της καλής πίστεως εκ μέρους της εναγομένης Τράπεζας της πληρώσεως της αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του ενάγοντος σύμφωνα με τις διατάξεις του οργανισμού του προσωπικού της και η σχετική κρίση του Γενικού Συμβουλίου, ως αρμοδίου για τις προαγωγές οργάνου της, παρίσταται κατάφωρα άδικη.

Η προηγηθείσα των προαγωγών γνωμοδότηση της αρμόδιας επιτροπής, που συνεστήθη για την κατ' αρχήν αξιολόγηση των υποψηφίων προς προαγωγή στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη- προϊσταμένου και τη σύνταξη των σχετικών πινάκων, στην οποία διαλαμβάνονται ευμενέστερες κρίσεις ως προς τους προαχθέντες έναντι της αντίστοιχης κρίσεως που αναφέρεται στον ενάγοντα, αποσκοπεί να προπαρασκευάσει και να διευκολύνει την κρίση του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης και δεν υποκαθιστά ούτε δεσμεύει την κρίση αυτή, ούτε συγκαταλέγεται μεταξύ των στοιχείων του άρθρου 12 του Οργανισμού της εναγομένης, με βάση τα οποία κρίνονται τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των υποψηφίων προς προαγωγή, επιπλέον δε δεν αποτελεί αντικειμενικό δεδομένο, αλλ' αντίθετα αποτελεί προϊόν υποκειμενικής κρίσεως της Επιτροπής αυτής, που εντάσσεται στην όλη διαδικασία των προαγωγών.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201 και 207 Α.Κ., αφού με βάση τα προεκτεθέντα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του αναιρεσιβλήτου και των άνω προαχθέντων συναδέλφων του προέκυπτε κατάδηλη υπεροχή αυτού έναντι των τελευταίων. Επομένως ο μοναδικός από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.

λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-9-2002 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2556/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιουνίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ