Supreme Court allows appeal against second-instance dismissal of inheritance fraud claim due to improper service of process to tax authority.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Third Instance Court's dismissal of the plaintiff's action for invalidating a sham inheritance acceptance. The plaintiff argued the action was inadmissible because the tax authority was not properly served, while the state contended service to the local tax office was sufficient. The Court ruled that service must be directed to the Minister of Finance or the Independent Revenue Authority to produce legal effects, finding the lower court erred in declaring the action inadmissible based on this procedural defect.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564 para.3, 566 para.1, 577 para.1, 577 para.3 of the Code of Civil Procedure; The service of a lawsuit against the State must be effected on the Minister of Finance or the Director of the Independent Revenue Authority to produce legal consequences, and failure to do so renders the service incomplete and the action voidable ex officio.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1241 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1241/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου-Εισηγήτρια, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ολυμπία Βλασοπούλου, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Κοινοποιούμενη προς τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Χαλκίδας, που εδρεύει στη Χαλκίδα Ν. Ευβοίας, περιοχή "Δύο Δένδρα", οδός Δημάρχου Σκούρα, και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 225/2020 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-6-2021 (με ΓΑΚ: 445/2023) αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 01-06-2021 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 225/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία έκανε δεκτή την από 31-10-2019 έφεση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 16-02-2018 αναγνωριστική αγωγή ακύρωσης πλασματικής αποδοχής κληρονομίας, και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη.
Η παραπάνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με τον ν. 4389/2016 συστήθηκε ανεξάρτητη αρχή όπου ειδικώς στα άρθρ.1 αυτού ορίζεται : "1.
Συνιστάται Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή χωρίς νομική προσωπικότητα με την επωνυμία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) (στο εξής η "Αρχή"), με σκοπό τον προσδιορισμό, τη βεβαίωση και την είσπραξη των φορολογικών, τελωνειακών και λοιπών δημοσίων εσόδων, που άπτονται του πεδίου των αρμοδιοτήτων της"... "4.
Από την έναρξη λειτουργίας της Αρχής καταργείται η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών [...]", στο άρθρο 2 ορίζεται ότι "1. Η Αρχή ασκεί όλες τις αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων (Γ.Γ.Δ.Ε.) του Υπουργείου Οικονομικών,", στο άρθρο 17 ότι "1. Η Αρχή συγκροτείται από όλες τις οργανικές μονάδες που υπάγονται, κατά την ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας της, στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 111/2014 (Α` 178, διορθ.
σφαλμ. Α` 25/24-2-2015) "Οργανισμός του Υπουργείου Οικονομικών" .....]",.... στο άρθρο 41 ότι "1. [...] 2. Από την έναρξη λειτουργίας της Αρχής: α) Οι οργανικές μονάδες Κεντρικές, Ειδικές Αποκεντρωμένες και Περιφερειακές, που υπάγονται στη Γ.Γ.Δ.Ε., όπως καθορίζονται στις διατάξεις του π.δ. 111/2014 (Α` 178 και 25) και τα συλλογικά όργανα της Γ.Γ.Δ.Ε.
μεταφέρονται στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων και αποτελούν στο σύνολό τους υπηρεσίες και συλλογικά όργανα της Αρχής. [...]", ....στο δε άρθρο 43 ότι "Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου [άρθρα 1-43] ισχύουν από 1η Ιανουαρίου 2017, εκτός και αν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις του". Από τις παραπάνω διατάξεις και από τα όσα αναλύονται στην Αιτιολογική 'Εκθεση του ιδρυτικού της νόμου, προκύπτει ότι μετά την ίδρυση της (Αρχής), ΑΑΔΕ και για την απρόσκοπτη συνέχεια της φορολογικής διοίκησης μέσω της άμεσης λειτουργίας των υπηρεσιών της ΑΑΔΕ, αυτή συγκροτείται από όλες τις οργανικές μονάδες που υπάγονται, κατά την ημερομηνία έναρξη της λειτουργίας της, στην Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων (ΓΓΔΕ), (άρθρ. 17), ενώ προκειμένου να εξασφαλιστεί η άμεση λειτουργία των υπηρεσιών της ΑΑΔΕ προβλέφθηκε η μεταφορά σε αυτή όλων των οργανικών μονάδων (Κεντρικές, Ειδικές Αποκεντρωμένες και Περιφερειακές) που υπάγονται στην ΓΓΔΕ (άρθρ. 41 παρ.2).
Κατά συνέπεια η Δ.Ο.Υ. ως περιφερειακή υπηρεσία της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικής Διοίκησης της Γ.Γ.Δ.Ε. (άρθρα 2 παρ. 2 περ. γ υποπερ. ιι, 69 παρ. 2 περ. Γ, 80 π.δ. 111/2014, Α' 178) αποτελεί πλέον περιφερειακή υπηρεσία της Α.Α.Δ.Ε., στην οποία υπάγεται και με την οποία (ΑΑΔΕ) αποτελούν οργανική ενότητα. Για τον ίδιο λόγο (της απρόσκοπτης λειτουργίας της Αρχής), προβλέφθηκε στην παρ. 4 του ίδιου άρθρ. 41, ότι η ΑΑΔΕ υπεισέρχεται αυτοδικαίως και χωρίς καμία άλλη διατύπωση στα δικαιώματα, στις απαιτήσεις, στις υποχρεώσεις και στις πάσης φύσεως έννομες σχέσεις και στις εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις της καταργούμενης ΓΓΔΕ, και συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες, χωρίς να επέρχεται βιαία διακοπή αυτών και χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη ενέργεια για την συνέχισή τους.
Ενώ με την παρ. 5 του ίδιου άρθρ. 41 προβλέπεται η αυτοδίκαιη μεταφορά στην ΑΑΔΕ των φυσικών αρχείων των Υπηρεσιών της ΓΓΔΕ και των υποθέσεων που εκκρεμούν στα δικαστήρια.
Κατά το άρθρο 126 παρ.1 εδ. δ` ΚΠολΔ, η επίδοση για το Δημόσιο γίνεται σε εκείνους που το εκπροσωπούν σύμφωνα με το νόμο, ενώ στη διάταξη του άρθρου 5 του Κώδικα των νόμων περί Δικών του Δημοσίου (Διάταγμα 26.6/10.7.1944) ορίζεται ότι μόνο οι κοινοποιήσεις προς τον Υπουργό Οικονομικών οποιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Δημοσίου παράγουν νόμιμες συνέπειες και ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιο εκπροσωπείται δικαστικώς από άλλον, εκτός του Υπουργού των Οικονομικών, είτε από τους διευθυντές των ταμείων ή Οικονομικούς εφόρους ή τελώνες ή άλλο οποιοδήποτε κρατικό όργανο, οπότε η επίδοση προς τον Υπουργό των Οικονομικών απαιτείται προσθέτως, με συνέπεια, στην περίπτωση παράλειψής της, την ακυρότητα, που ερευνάται αυτεπαγγέλτως.
Από τις ως άνω διατάξεις, προκύπτει ότι η επίδοση προς τον Υπουργό των Οικονομικών, ως εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου γίνεται στο οίκημα που εδρεύει το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και το αποδεικτικό επίδοσης υπογράφεται από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή από τον εξουσιοδοτημένο από αυτόν για να υπογράφει τα αποδεικτικά επίδοσης προς το Δημόσιο Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου, εξ αυτών που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία αυτού (ΑΠ 1309/2015).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 85 παρ.1 του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974), όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 85 παρ.5 του ν.4798/2022, επί δικών του νομοθετήματος αυτού το Δημόσιο εκπροσωπεί ο Διευθυντής του Δημόσιου Ταμείου (ήδη Προϊστάμενος Δ.Ο.Υ.), κατά του οποίου στρέφεται και κοινοποιείται κάθε δικόγραφο με ποινή απαραδέκτου.
Σε κάθε, όμως περίπτωση, με την ίδια ως άνω κύρωση, απαιτείται κοινοποίηση του δικογράφου και στον Υπουργό των Οικονομικών. Ήδη, μετά την σύσταση της ΑΑΔΕ με το ν. 4389/2016, στο άρθρο 36 αυτού ορίζεται ότι "1. Η Αρχή εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από τον Διοικητή της και παρίσταται αυτοτελώς, εκπροσωπώντας το Δημόσιο, σε κάθε είδους δίκες που έχουν ως αντικείμενο πράξεις ή παραλείψεις της ή τις έννομες σχέσεις που την αφορούν.
Οι επιδόσεις των δικογράφων στις δίκες αυτές γίνονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις προς τον Διοικητή αντί του Υπουργού των Οικονομικών. Ειδικώς για την εκπροσώπηση και την επίδοση των δικογράφων σε δίκες που αφορούν σε φορολογικές εν γένει διαφορές και σε διαφορές που αναφύονται κατά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων, εφαρμόζονται, κατά περίπτωση, οι διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 περίπτωση α', σε συνδυασμό προς το άρθρο 49 (παράγραφοι 2 και 4) και 219 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α' 97) και 85 παρ. 1, εδάφιο πρώτο του ν.δ. 356/1974 (Α' 90).
Η προβλεπόμενη στο άρθρο 85 παρ. 1 εδάφιο δεύτερο του ν.δ. 356/1974 κοινοποίηση στον Υπουργό Οικονομικών γίνεται προς τον Διοικητή, στην Κεντρική Υπηρεσία του ΝΣΚ". Από την τελολογική ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων, όπως αυτή προκύπτει από τις αντίστοιχες αιτιολογικές εκθέσεις, προκύπτει ότι οι σχετικές περί την επίδοση διατάξεις, τέθηκαν με σκοπό την έγκαιρη ενημέρωση του Δημοσίου για την ανοιγείσα εναντίον του δίκη, προκειμένου αυτό, να ετοιμάσει εγκαίρως τον φάκελο της υπόθεσης και να μετάσχει στη δίκη υπερασπιζόμενο τα έννομα συμφέροντά του.
Έχει κριθεί (ΣτΕ 761/2014) ότι ο σκοπός του νόμου εκπληρώνεται ακόμη κι αν δεν τηρηθεί αυστηρά η υποχρέωση της επίδοσης με τον τρόπο που τίθεται από τις παραπάνω διατάξεις, εάν το Δημόσιο λάβει πράγματι και με οποιονδήποτε τρόπο γνώση του δικογράφου και ασκήσει τα δικονομικά του δικαιώματα, χωρίς να επικαλεστεί και να αποδείξει δικονομική του βλάβη από την μη επίδοση, η οποία στην περίπτωση αυτή δεν οδηγεί σε απαράδεκτο.
Περαιτέρω, η αγωγή με την οποία διώκεται η αναγνώριση της ακύρωσης, λόγω πλάνης, της πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας, η οποία επήλθε στο πρόσωπό του κληρονόμου, με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας αποποίησης, (στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1711, 1846 1847, 1848, 1849, 1850, 1851, 1856, 1857 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ), αφορά σε έννομες σχέσεις που στηρίζονται στις διατάξεις του κληρονομικού δικαίου και δη την οριοθέτηση του κληρονομικού δικαιώματος του διάδικου - κληρονόμου, με έμμεσες συνέπειες που άπτονται του πεδίου των αρμοδιοτήτων της ΑΑΔΕ. Τούτο δε, διότι, η τυχόν ευδοκίμηση σχετικής αγωγής θα έχει ως συνέπεια, την απάλειψη της ιδιότητας του οφειλέτη του δημοσίου από το πρόσωπο του ενάγοντα, η τυχόν δε απόρριψη αυτής την επιδίωξη από το Δημόσιο της είσπραξης της απαίτησής του εις βάρος του ενάγοντα οφειλέτη στην οποία θα προβεί αρμοδίως η ΑΑΔΕ.
Συνεπώς, στην περίπτωση της αγωγής περί αναγνώρισης ακυρότητας πλασματικής αποδοχής κληρονομίας σύμφωνα με όσα παραπάνω αναφέρονται, λόγω του ως άνω χαρακτήρα του αντικειμένου της, ανεξάρτητα αν ο διάδικος έλαβε γνώση της ιδιότητάς του ως κληρονόμου με αφορμή την είσπραξη της απαίτησης από την αρμόδια ΔΟΥ του Δημοσίου, γίνεται είτε στον Υπουργό Οικονομικών (άρθρ. 5 του Κώδικα των νόμων περί Δικών του Δημοσίου (Διάταγμα 26.6/10.7.1944) είτε στον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, άρθρ. 1 παρ. 1 και 4, 17 παρ. 1, 36 παρ. 1. 41 παρ. 1, 43 του ν. 4389/2016, 85 του ν.δ. 356/1974, άρθρα 2 παρ. 2 περ. γ υποπερ. ιι, 69 παρ. 2 περ. Γ, 80 π.δ. 111/2014, Α' 178), χωρίς να απαιτείται διπλή επίδοση, διότι με τη διάταξη του άρθρου 36 παρ. 1 του ν. 4389/2016 δεν καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 5 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (Διάταγμα 26.6/10.7.1944).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η ελαττωματικότητα της επίδοσης προς το Δημόσιο στα πλαίσια της παραπάνω δίκης, όπου αυτό ενεργεί ως ιδιώτης (jure gestiones), και όχι ως φορέας δημόσιας εξουσίας (jure imperii), επί ποινή απαραδέκτου της αγωγής, έχει την έννοια ότι η παράλειψη της επίδοσης αυτής εκ μέρους του ενάγοντος δεν άγει κατ' ανάγκη σε απαράδεκτο της αγωγής του, παρά μόνον εφόσον το εναγόμενο Δημόσιο, δεν έλαβε πράγματι εγκαίρως γνώση της αγωγής, με συνέπεια να μην μπορέσει να ανταποκριθεί στην υποχρέωσή του συμμετοχής στη δίκη προς υπεράσπιση των συμφερόντων του (ΣτΕ 761/2014).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ ΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανίσχυρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 1608/2022, ΑΠ 1222/2022).
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η, κατ` αποτέλεσμα, ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018). Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχεται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 647/2022, ΑΠ 1515/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείον με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. συνισταμένη στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κήρυξε το απαράδεκτο της από 16-02-2018 ως άνω αγωγής του κατά του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, περί αναγνώρισης της ακυρότητας της πλασματικής αποδοχής κληρονομιάς, του αποβιώσαντος στις 27-11-2009 πατρός του, διότι αντίγραφο αυτής επιδόθηκε στον Υπουργό των Οικονομικών (και δη μέσω του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.
Χαλκίδας) και όχι και στον Διοικητή της ΑΑΔΕ. Από την παραδεκτή για τις ανάγκες της αναιρετικής διαδικασίας επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), και δη από την υπ' αρ. ....2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Ευβοίας Γ. Π. προκύπτει ότι η ένδικη αγωγή αναγνώρισης ακυρότητας πλασματικής αποδοχής κληρονομίας του ενάγοντος- εφεσιβλήτου- αναιρεσείοντος, επεδόθη εμπρόθεσμα, τουλάχιστον στον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ.
Χαλκίδας, η οποία (Δ.Ο.Υ) κατά τα προεκτεθέντα αποτελεί περιφερειακή υπηρεσία της ΑΑΔΕ, με την οποία αποτελεί οργανική ενότητα, χωρίς κατά τα προεκτεθέντα να απαιτείται διπλή επίδοση, λόγω της φύσης της αγωγής. Επομένως, με τον παραπάνω τρόπο επίδοσης της αγωγής, πληρώθηκε ο σκοπός του νόμου που είναι, η με οποιονδήποτε τρόπο έγκαιρη ενημέρωση του Δημοσίου για την ανοιγείσα σε βάρος του δίκη, επιπλέον το τελευταίο μετείχε σε κάθε διαδικαστική στάση αυτής και άσκησε όλα τα δικονομικά δικαιώματα που του παρέχει ο νόμος, χωρίς να επικαλείται, ούτε, άλλωστε, προκύπτει ότι έχει υποστεί δικονομική βλάβη.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο μοναδικός αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος και το Εφετείο υπέπεσε στην παραπάνω πλημμέλεια του αρ. 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, διότι με τον τρόπο που έλαβε χώρα η επίδοση προς το διάδικο Ελληνικό Δημόσιο, δεν οδήγησε σε απαράδεκτο, καθόσον έλαβε εμπροθέσμως γνώση της σε βάρος του αγωγής και άσκησε όλα τα δικονομικά του δικαιώματα χωρίς να επικαλείται και να αποδεικνύει δικονομική βλάβη, χωρίς να απαιτείται διπλή επίδοση λόγω της φύσης της αγωγής.
Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα της Προεδρεύουσας Αγάπης Τζουλιαδάκη, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Και τούτο διότι από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και ιδίως των κάτωθι, οι οποίες ως ειδικότερες κατισχύουν των περί επιδόσεως διατάξεων του Κ.Πολ.Δ., ήτοι α) του άρθρου 5 του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου (Διάταγμα 26.6/10-7-1944) με το οποίο ορίζεται ότι μόνον οι κοινοποιήσεις προς τον Υπουργό Οικονομικών οποιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Δημοσίου παράγουν νομικές συνέπειες, ακόμη και αν το Δημόσιο εκπροσωπείται από άλλον, εκτός του Υπουργού Οικονομικών, οπότε η επίδοση προς τον Υπουργό Οικονομικών απαιτείται προσθέτως, με συνέπεια, στη περίπτωση παραλείψεώς της, την ακυρότητα που ερευνάται αυτεπαγγέλτως β) του άρθρου 6 παρ. 1 του ίδιου νομοθετικού δι/τος ότι οι επιδόσεις προς τον Υπουργό Οικονομικών γίνονται στο οίκημα που εδρεύει το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και το αποδεικτικό επίδοσης υπογράφεται από τον Πρόεδρο του ΝΣΚ ή από τον εξουσιοδοτημένο προς τούτο Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο του ΝΣΚ γ) του άρθρου 85 παρ. 1 του ΚΕΔΕ (ν.σ. 356/1974) κατά το οποίο επί δικών του νομοθετήματος αυτού το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπεί ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου κατά του οποίου στρέφεται και κοινοποιείται κάθε δικόγραφο με ποινή απαραδέκτου και ότι σε κάθε περίπτωση, με την ίδια ως άνω κύρωση, απαιτείται κοινοποίηση του δικογράφου και στον Υπουργό των Οικονομικών, και δ) του άρθρου 36 παρ. 1 του ν. 4389/2016, με το οποίο ορίζεται ότι η Αρχή (δηλαδή η ΑΑΔΕ) εκπροσωπείται δικαστικών και εξωδίκως από τον Διοικητή της και παρίσταται αυτοτελώς εκπροσωπώντας το Δημόσιο, σε κάθε είδους δίκες που έχουν ως αντικείμενο πράξεις ή παραλείψεις της ή τις έννομες σχέσεις που την αφορούν, ότι οι επιδόσεις των δικογράφων στις δίκες αυτές γίνονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις προς τον Διοικητή, αντί του Υπουργού Οικονομικών, ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 85 παρ. 1 εδάφιο δεύτερο του ν.δ. 356/1974 κοινοποίηση στον Υπουργό Οικονομικών γίνεται προς τον Διοικητή, στην Κεντρική Υπηρεσία του ΝΣΚ, προκύπτει ότι ειδικώς η επίδοση της αγωγής με την οποία διώκεται η ακύρωση λόγω πλάνης της πλασματικής αποδοχής της κληρονομιάς, η οποία επήλθε στο πρόσωπο του κληρονόμου με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας αποποιήσεως και η αναγνώριση της εγκυρότητας της γενομένης εκ των υστέρων δηλώσεως αποποιήσεως της κληρονομίας, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1711, 1846, 1847, 1848, 1849, 1850, 1851, 1856, 1857, 140 επ.
του ΑΚ και 70 του Κ.Πολ.Δ., με την οποία επιδιώκεται η οριοθέτηση του κληρονομικού δικαιώματος του διαδίκου - κληρονόμου και το καταληκτικό της δίκης πόρισμα έχει ως συνέπειες, μεταξύ άλλων, και την απάλειψη της ιδιότητας του οφειλέτη του Ελληνικού Δημοσίου από το πρόσωπο του διαδίκου ως κληρονόμου, ανεξάρτητα αν αυτός έλαβε γνώση της ιδιότητάς του ως κληρονόμου με αφορμή την είσπραξη της απαιτήσεως από την αρμόδια ΔΟΥ του Ελληνικού Δημοσίου, γίνεται είτε στον Υπουργό Οικονομικών, είτε στο Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΠ 503/2024, 361/2024, 1498/2023).
Στην αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή δεν επιδοθεί το δικόγραφο είτε στον Υπουργό Οικονομικών είτε στον Διοικητή της ΑΑΔΕ, η επίδοση θεωρείται μη ολοκληρωθείσα και ως εκ τούτου δεν παράγει έννομες συνέπειες, με αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως βλάβης του Δημοσίου, να επέρχεται ακυρότητα, η οποία μάλιστα εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης (Ολ.ΑΠ 34/1988, ΑΠ 239/2016, 1309/2015, 498/2011, 1105/2005).
Μάλιστα, έχει κριθεί ότι οι ανωτέρω ειδικές ρυθμίσεις περί επίδοσης στο Δημόσιο, η ratio των οποίων έγκειται στη μεγαλύτερη δυνατή εξασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου, δεν παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας, ούτε αντίκεινται στα άρθρα 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και τα άρθρα 6 παρ. 1, 8 παρ. 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ΑΕΔ 27/2004, ΑΠ 1274/2014).
Κατόπιν αυτών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η γενόμενη επίδοση της υπ'αρ.719/24/2018 αγωγής του αναιρεσείοντος περί ακύρωσης, λόγω πλάνης, της πλασματικής αποδοχής κληρονομίας, μόνον προς τον προϊστάμενο της ΔΟΥ Χαλκίδας, δεν παράγει τις σκοπούμενες έννομες συνέπειες που επέρχονται με την άσκηση αυτής και ότι ως εκ τούτου συντρέχει περίπτωση ακυρότητας, η οποία ερευνάται ανεξαρτήτως δικονομικής βλάβης του εναγομένου - εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου και ακολούθως, αφού δέχθηκε την έφεση και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει αντίθετα, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ως προς το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, που του αποδίδεται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία για το λόγο αυτό κρίνεται κατά τη γνώμη της μειοψηφίας απορριπτέα ως αβάσιμη.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή κατά πλειοψηφία η αίτηση για αναίρεση της υπ`αριθμ. 225/2020 απόφασης Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη αυτή απόφαση το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές διαφορετικούς από εκείνους που την εξέδωσαν (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, ως ηττηθής διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ.1 και 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987 και 2 της Υ.Α. 134.423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 225/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ