Supreme Court dismisses appeal in labor dispute over group insurance benefit calculation method.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision rejecting the claimant's labor dispute. The appellant argued against the interpretation of a group insurance clause regarding benefit calculation, but the court found the lower courts correctly applied the law based on evidence showing consistent payment practices. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; The Supreme Court will not overturn a lower court's interpretation of a contract term if the reasoning is sound and consistent with the evidence presented.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1241 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1241/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Λ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ελευθέριου Λεβέντη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "G. H. Α. Α. Ε." ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "G. H. I. Α. Α. Ε." (λόγω συγχώνευσης των ανωνύμων εταιρειών "G. H. Μ. Α. Α. Ε." και "G. H. I. Α. Α. Ε." με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη), πρώην ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Α. Α. Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρήστου Θεοδώρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1369/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2646/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-10-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 29-10-2021 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 8532/ 1060/2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 2646/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 1369/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 10-12-2015 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 117072/4277/ 2015) αγωγή αυτού κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. Α. Α. Ε.", στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει η ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "G. H. A. Α. Ε.", κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 10-12-2015 αγωγή κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. Α. Α. Ε.", με την οποία ισχυρίστηκε ότι στις 13-7-1988 προσελήφθη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Ε.
Α. Α. Ε.", στη θέση της οποίας υπεισήλθε ακολούθως, ως οιονεί καθολική διάδοχος αυτής, η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "A. Α. Α.Ε.", στη συνέχεια δε, στη θέση της τελευταίας υπεισήλθε, κατά τον ίδιο τρόπο, η εναγομένη. Ότι καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής του από 13-7-1988 έως 22-1-2010, οπότε απολύθηκε κατόπιν έγγραφης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του από την εναγομένη, παρείχε στην τελευταία τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος γραφείου, κατέχοντας κατά τον χρόνο της απόλυσής του τη θέση του Διευθυντή Ασφαλίσεων κατά Ζημιών.
Ότι η εργασιακή σχέση του με την εναγομένη διεπόταν από τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών, την επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας και τον από 8-3-1991 Οργανισμό Προσωπικού της αρχικής εργοδότριας εταιρείας, σύμφωνα με σχετικό όρο της σύμβασης εργασίας του.
Ότι την 6-5-1994 η αρχική εργοδότρια εταιρεία με την επωνυμία "Ε. Α. Α. Ε." συνήψε με την ασφαλιστική εταιρεία "G. L. AEAZ" τα αναφερόμενα στην αγωγή δύο ομαδικά ασφαλιστήρια - συνταξιοδοτικά προγράμματα χορήγησης εφάπαξ παροχών, τα οποία λειτουργούσαν παράλληλα υπέρ των υπαλλήλων της και αποτελούσαν οικειοθελή πρόσθετη παροχή της προς αυτούς, δικαίωμα δε συμμετοχής σε αυτά είχαν όλοι οι μόνιμοι υπάλληλοί της, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος.
Ότι με βάση το δεύτερο από τα ως άνω ομαδικά ασφαλιστήρια, αυτός δικαιούνταν να λάβει ως εφάπαξ παροχή, κατά τον χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, το συνολικό ποσό των 544.686,48 ευρώ, αντ' αυτού όμως η εναγομένη, στην οποία είχαν ήδη μεταφερθεί τα εν λόγω ασφαλιστήρια κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, του κατέβαλε το ποσό των 43.996,77 ευρώ και συνεπώς του οφείλει το υπόλοιπο, το οποίο ανέρχεται σε 500.689,48 ευρώ.
Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι η εναγομένη του είχε χορηγήσει από 21-10-2006 έως 11-1-2007 εκπαιδευτική άδεια μετ' αποδοχών ποσού 2.863,02 ευρώ, το οποίο κατ' απαίτηση της τελευταίας απέδωσε σ' αυτήν μετά την εκ μέρους της καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, μολονότι δεν υποχρεούνταν προς τούτο, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή.
Ζητούσε δε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη έχει την υποχρέωση να του καταβάλει με βάση τη σύμβαση εργασίας του, επικουρικά δε με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, το συνολικό ποσό των (500.689,48 + 2.863,02 =) 503.552,50 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, ήτοι από 23-1-2010, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 1369/2018 οριστική απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ενάγων με την από 30-9-2018 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 91692/6246/2018) έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2646/2021 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο ενάγων και ήδη αναρεσείων με την από 29-10-2021 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 8532/1060/2021) αίτησή του.
Σημειωτέον ότι μετά την άσκηση της αγωγής έλαβαν χώρα οι κατωτέρω μεταβολές, όσον αφορά το πρόσωπο της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. Α. Α. Ε.", ήτοι: α) Με την από 31-5-2021 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της τροποποιήθηκε το άρθρο 1 του καταστατικού της ως εξής "Συνιστάται ανώνυμος ασφαλιστική εταιρεία υπό την επωνυμία "G.
H. I. Α. Α. Ε." και στην αγγλική γλώσσα "G. H. I. I. C. S.A." και τον διακριτικό τίτλο "G. I"". Η ως άνω τροποποίηση εγκρίθηκε από τη Γενική Γραμματεία Εμπορίου & Προστασίας Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων με την υπ' αριθ. ... σχετική απόφαση, η οποία καταχωρίστηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. στις 3-6-2021 με Κ.Α.Κ. ... και β) με τις από 17-11-2021 αποφάσεις των έκτακτων γενικών συνελεύσεων των εταιρειών "G.
H. Μ. Α. Α. Ε." και "G. H. I. Α. Α. Ε." αποφασίστηκε η συγχώνευση αυτών με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, η οποία έκτοτε μετονομάστηκε σε "G. H. Α. Α. Ε." κατόπιν σχετικής τροποποίησης του άρθρου 1 του καταστατικού της. Η ως άνω συγχώνευση και τροποποίηση εγκρίθηκε από τη Γενική Γραμματεία Εμπορίου & Προστασίας Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων με την υπ' αριθ. ...
σχετική απόφαση, η οποία καταχωρίστηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. στις 30-12-2021 με Κ.Α.Κ. .... Κατ' αυτόν τον τρόπο, η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "G. H. Α. Α. Ε." υπεισήλθε στη θέση της αρχικώς εναγομένης ως οιονεί καθολική διάδοχος αυτής. Με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εισάγονται γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες, οι οποίοι αλληλοσυμπληρούμενοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 925/2015, ΑΠ 3/2015), διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία ως προς την έννοια των δηλώσεων βούλησης των μερών.
Ειδικότερα, η πρώτη από τις διατάξεις αυτές εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος, και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, όπως όμως αυτή εξωτερικεύθηκε και δεν παρέμεινε ενδόμυχη, ενώ η δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη γενικώς των συναλλασσομένων, και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.
Κατά την έννοια αυτή, καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται να υπάρχει στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, αντικειμενικά σκεπτόμενου, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας, που προσιδιάζουν είτε σε ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών είτε σε ορισμένο επαγγελματικό κύκλο ή τοπική περιοχή.
Στο πλαίσιο αυτό το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης του και εκτιμά, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τον δικαιοπρακτικό σκοπό και τη φύση της σύμβασης, τις συνθήκες και τις εν γένει συνήθειες (τοπικές, χρονικές, γλωσσικές) υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά αυτών, καθώς και τα συμφέροντα των μερών και ιδιαίτερα του μέρους που αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος κάθε φορά συμβατικός όρος (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 1360/ 2017, ΑΠ 220/2016).
Αυτό σημαίνει ότι οι δηλώσεις βούλησης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη με την έννοια που μπορούν στη συγκεκριμένη περίπτωση να γίνουν αντιληπτές κατά τη συναλλακτική ευθύτητα και από κάθε καλόπιστο τρίτο (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 1345/2012, 1588/2013), μέσα δε διαπίστωσης της βούλησης ενδέχεται κατά περίπτωση να αποτελούν και οι διαπραγματεύσεις των μερών, μαρτυρίες τρίτων ή σχετικά έγγραφα.
Περαιτέρω, στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων των δικαιοπραξιών υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη προς τούτο κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι, ανέλεγκτα επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 13/2022).
Επομένως, δεν παραβιάζονται οι ως άνω κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, χωρίς κενά (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 13/2022, ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 1164/2015, ΑΠ 115/2013). Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 3/2015, ΑΠ 1588/2013, ΑΠ 1345/2012).
Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από τον σκοπό της (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 84/2020, ΑΠ 557/2004, 1258/2004). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχάς παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 832/2009, 715/2010).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 519/2022, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 2/2022).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 519/2022).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε ιδρύεται, εξάλλου, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 519/2022, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2646/2021 απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος, τα εξής: "Ο ενάγων την 13-7-1988 προσλήφθηκε δυνάμει έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του ως ασφαλιστικός υπάλληλος από 13-7-1988 έως την 31-12-1989, η οποία μετά τη σύναψη της από 2-1-1990 σύμβασης κατέστη αορίστου χρόνου, από την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Ε.
Α. Α. Ε.", της οποίας καθολική διάδοχος κατέστη η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "A. Α. Α.Ε." όπως αυτή ακολούθως μετονομάστηκε με τη με αριθμό ... απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ ΤΑΕ ΚΑΙ ΕΠΕ ...) σε "Α. Α. Α. Ε." και ήδη εναγόμενη, υπαχθείς στον από 8.3.1991 Οργανισμό Προσωπικού της αρχικής εργοδότριάς του.
Σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης εργασίας του ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος γραφείου (ασφαλιστικές εργασίες-υπάλληλος Α) και κατά την απόλυση του την 22.1.2010 ως Διευθυντής Ασφαλίσεων και Ζημιών, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, με τους ειδικότερους όρους, που προβλέπονταν από τις εκάστοτε συλλογικές συμβάσεις ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιριών, της επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιριών, της επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας και τον από 8.3.1991 Οργανισμό Προσωπικού.
Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι η εναγόμενη προέβη την 8.1.2010 σε έγγραφη καταγγελία της ως άνω σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, την οποία κοινοποίησε στον τελευταίο την 22.1.2010, ενώ του κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, συστήνοντας και επιδίδοντας σ' αυτόν το με αριθμό ... γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, το οποίο και εισέπραξε.
Επιπλέον, η εναγόμενη κατέβαλε στον ενάγοντα και τις αντίστοιχες χρηματικές παροχές που προβλέπονταν σε δύο ομαδικά ασφαλιστικά συνταξιοδοτικά προγράμματα και συγκεκριμένα του κατέβαλε το ποσό των 43.996,77 ευρώ για το πρόγραμμα I - Καθορισμένης Παροχής, καθώς και το ποσό των 21.935,97 ευρώ, για το πρόγραμμα IΙ - Καθορισμένης Εισφοράς.
Ειδικότερα η ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Ε. Α. Α. Ε." που αποτελούσε ασφαλιστική εταιρία του ομίλου της ανώνυμης εταιρίας ..., στερούμενη ειδικής άδειας του κλάδου συνταξιοδοτικών κεφαλαίων, είχε συνάψει το έτος 1994 με την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία G. L. ΑΕΑΖ, στο αντικείμενο της οποίας ενέπιπταν ασφαλιστικές συμβάσεις "κλάδου ζωής", υπέρ των υπαλλήλων της δύο ομαδικά συνταξιοδοτικά προγράμματα και συγκεκριμένα το με αριθμό ... "Συμβόλαιο Διαχείρισης Κεφαλαίου" - Πρόγραμμα I (Καθορισμένης Παροχής) και το με αριθμό ... "Συμβόλαιο Διαχείρισης Κεφαλαίου" - Πρόγραμμα
ΙΙ (Καθορισμένης Εισφοράς) με έναρξη ισχύος την 1.1.1994 και διάρκεια αόριστη. Αντικείμενο και σκοπός των ως άνω συμβάσεων αποτελούσε η χορήγηση παροχής συνταξιοδότησης είτε με τη μορφή καταβολής εφάπαξ κεφαλαίου παροχής είτε με τη μορφή παροχής δικαιώματος μετατροπής της εν λόγω εφάπαξ καταβολής σε ισόβια σύνταξη, ενώ ασφαλιζόμενα μέλη των εν λόγω προγραμμάτων και ως εκ τούτου δικαιούχοι λήψης των προβλεπόμενων με αυτά παροχών ήταν όλοι οι υπάλληλοι της, που υπάγονταν στον από 8.3.1991 Κανονισμό Προσωπικού της και δεν ήταν ασφαλισμένοι στον Κανονισμό Ειδικής Ασφαλιστικής Σύμβασης του έτους 1984.
Ακολούθως, κατόπιν συγχωνεύσεως δια απορροφήσεως της Ε. Α. Α. Ε., οιονεί καθολική διάδοχος της ανωτέρω εταιρίας κατέστη η "A. Α. Α.Ε.", η οποία στη συνεχεία μετονομάστηκε σε Α. Α. Α. Ε. (εναγόμενη), όπως προαναφέρθηκε. Μετά δε την παραπάνω συγχώνευση, που είχε ως αποτέλεσμα την έναρξη δραστηριοποίησης της εναγόμενης, ως μικτής εταιρίας, ασκούσας τόσο τους κλάδους ζωής όσο και τους κλάδους ζημιών, πραγματοποιήθηκε μεταφορά μεταξύ άλλων και των ομαδικών επίδικων συνταξιοδοτικών ασφαλιστηρίων από την G.
L. ΑΕΑΖ στην εναγόμενη, η οποία τότε έφερε την επωνυμία "Α. Α.Ε.". Υπό αυτά τα δεδομένα και με τη διττή πλέον ιδιότητα του εργοδότη και της ασφαλιστικής εταιρίας, η εναγόμενη εξέδωσε το έτος 2000 σε αντικατάσταση των ανωτέρω συνταξιοδοτικών προγραμμάτων με αριθμούς ... και ..., αλλά με περιεχόμενο παντελώς ταυτόσημο, νέα ασφαλιστήρια συμβόλαια διαχείρισης κεφαλαίου μετά των επ' αυτών παραρτημάτων.
Τα εν λόγω προγράμματα όσο και τα προηγούμενα είχαν καταστεί αντικείμενο επιχειρησιακής Σ.Σ.Ε., η οποία καταρτίστηκε μεταξύ της εναγόμενης εταιρίας, υπό την τότε επωνυμία της και του Συλλόγου των εργαζομένων μελών της, όπως ήταν και ο ενάγων, στην οποία γίνεται ρητή αναφορά στην προγενέστερη από 8.7.1994 επιχειρησιακή Σ.Σ.Ε.
και ως εκ τούτου η ως άνω ομαδική ασφάλιση επεκτάθηκε σε όλο το προσωπικό της εναγόμενης και αποτέλεσε κατά τον τρόπο αυτόν αναπόσπαστο μέρος της ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος. Εξάλλου, σύμφωνα με το πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής του χαρτοφυλακίου ζωής του έτους 1999 για το "ομαδικό συμβόλαιο διαχείρισης κεφαλαίου" DA 535.466 (Πρόγραμμα I), μέλη του οποίου ήταν και είναι ασφαλιστικοί υπάλληλοι που προέρχονται από την Ε.
Α. Α. Ε.", μεταξύ δε αυτών και ο ενάγων, η G. L. ΑΕΑΖ μετέφερε στην ανώνυμη εταιρία A. απόθεμα 46.526.721 δραχμών (που αποτελούσε μέρος του συνόλου των αποθεμάτων των "ομαδικών συμβολαίων διαχείρισης κεφαλαίων" που ανέρχονταν στο ποσό των 928.986.010 δραχμών) και το οποίο προορίζονταν για τις υποχρεώσεις πληρωμών από το συμβόλαιο.
Το εν λόγω απόθεμα των 46.526.721 δραχμών, δημιουργήθηκε σύμφωνα με τον νόμο στη βάση αναλογιστικών μελετών και αντιστοιχούσε στις εκ του συμβολαίου αυτού υποχρεώσεις εφάπαξ συνταξιοδότησης ή την παροχή δικαιώματος μετατροπής της εν λόγω εφάπαξ καταβολής ισόβιας σύνταξης προς το προσωπικό της Ε. Α. Α. Ε..
Αφού ανέλαβε η A. το εν λόγω χαρτοφυλάκιο, στο πλαίσιο αυτό εκδόθηκε το με αριθμό 71 ασφαλιστήριο/ομαδικό συμβόλαιο διαχείρισης κεφαλαίου, με ημερομηνία έναρξης την 1.1.2000, το οποίο περιλάμβανε το πρόγραμμα συνταξιοδότησης (για το προσωπικό που προερχόταν από την Ε. Α. Α. Ε.) του Προγράμματος I της G. L. ΑΕΑΖ και αφορούσε 53 υπαλλήλους και μετά τη συγχώνευσή της με τη Ελληνοβρετανική Ανώνυμη Εταιρία Ασφαλίσεως Ζωής 61 υπαλλήλους.
Εξάλλου, στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο 71, που εξέδωσε η διάδοχος A., προβλέπεται ότι το Πρόγραμμα χρηματοδοτείται αποκλειστικά από εισφορές του εργοδότη, το ύψος των οποίων προσδιοριζόταν και προσδιορίζεται μέχρι σήμερα σύμφωνα με την αναλογιστική μελέτη που συντάσσεται ετησίως, με βάση την κατάσταση μισθοδοσίας, της επιχείρησης /εργοδότη.
Τα ποσοστά των εισφορών που έχουν καταβληθεί διαχρονικά από τον εργοδότη για τη χρηματοδότηση των ως άνω ασφαλιστηρίων είναι της τάξης του 5% μέχρι 7% επί του μικτού μηνιαίου μισθού κάθε μέλους του συνταξιοδοτικού προγράμματος/υπαλλήλου της εταιρίας. Εξάλλου, οι όροι για το Πρόγραμμα Συνταξιοδότησης περιλαμβάνονται στο Παράρτημα του ως άνω με αριθμό 71 συμβολαίου με τίτλο "Όροι Προγράμματος Συνταξιοδοτήσεως".
Το άρθρο 2 του Παραρτήματος του ως άνω με αριθμό 71/2000 συμβολαίου, αλλά και του όμοιου περιεχομένου αυτού με αριθμό .../1994 προγράμματος, προβλέπει την καταβολή εφάπαξ ή περιοδικής σύνταξης ή ισόβιας μηνιαίας σύνταξης στα μέλη του Προγράμματος λόγω κανονικής ή πρόωρης συνταξιοδότησης και με την προϋπόθεση συμπλήρωσης συγκεκριμένου, κατά περίπτωση, χρόνου υπηρεσίας στην εναγόμενη.
Σύμφωνα με τον όρο 2.1 του Παραρτήματος, ως παροχή κατά την Κανονική Ηλικία Συνταξιοδότησης (ΚΗΣ), που είναι σύμφωνα με τον όρο 1.2 του Παραρτήματος το 55° έτος για τους άνδρες και το 50° έτος για τις γυναίκες, νοείται η εφάπαξ παροχή που αντιστοιχεί στον "τελικό συντάξιμο μισθό επί τη συντάξιμο υπηρεσία", ενώ, σύμφωνα με τον όρο 2.2.
του Παραρτήματος, η παροχή κατά την πρόωρη ηλικία συνταξιοδότησης (ΠΗΣ) που γίνεται από οποιαδήποτε αιτία πριν από την Κανονική Ηλικία Συνταξιοδότησης και εφόσον το μέλος έχει συμπληρώσει 11 έτη υπηρεσίας, με τον εργοδότη, αντιστοιχεί στο "30% του τελικού συντάξιμου μισθού επί τη συντάξιμο υπηρεσία". Περαιτέρω, σύμφωνα με τον όρο 1.2 του ως άνω Παραρτήματος (α) ως Τελικός Συντάξιμος Μισθός κατά την έννοια του συμβολαίου ορίζεται "ο κατά μέσον όρον Ετήσιος Συντάξιμος Μισθός κατά τα τελευταία τρία έτη υπηρεσίας προ της συνταξιοδότησης", (β) ως Ετήσιος Συντάξιμος Μισθός νοείται "το 14πλάσιο του Μηνιαίου Συντάξιμου Μισθού" και (γ) ως Μηνιαίος Συντάξιμος Μισθός νοούνται "οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές του μέλους συμπεριλαμβα-νομένων των τακτικών μηνιαίων επιδομάτων".
Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με τη γραμματική διατύπωση των ως άνω όρων έπρεπε να λάβει το ποσό των 544.686,25 ευρώ, το οποίο αναλύεται ως εξής: Ποσό 29.765,26 ευρώ (που αποτελεί σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς το μέσο όρο του ετήσιου συντάξιμου μισθού των 3 τελευταίων ετών, ο δε ετήσιος συντάξιμος μισθός αποτελεί το γινόμενο των 14 μηνιαίων συντάξιμων μισθών, δηλαδή 2.126,09 ευρώΧ14 μήνες) Χ 21,5287 ο χρόνος της συντάξιμης υπηρεσίας του Χ 85% (αναλυόμενο σε αρχικό ποσοστό 30% + 5% για κάθε έτος πέραν των 11 ετών υπηρεσίας), αντί δε του ποσού αυτού έλαβε από την εναγόμενη το ποσό των 43.996,77 ευρώ και ως εκ τούτου η τελευταία του οφείλει το υπόλοιπο, ήτοι το ποσό των 500.689,48 ευρώ.
Ισχυρίζεται δηλαδή ο ενάγων ότι η οφειλόμενη βάσει του προγράμματος παροχή αντιστοιχεί στον μέσο όρο του αθροίσματος των 14 μηνιαίων μισθών κατά τα τελευταία τρία (3) έτη. Αντίθετα, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι στην έννοια του "ετήσιου μισθού" πρέπει να αποδοθεί εκείνος του "ετησιοποιημένου μισθού", δηλαδή η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο "ετήσιος μισθός", που λαμβάνεται ως βάση υπολογισμού των παροχών, αφορά τον μισθό, όχι όπως διαμορφώνεται και αντιστοιχεί σε κάθε μήνα, αλλά όπως αυτός προκύπτει με συνυπολογισμό του γεγονότος ότι ετησίως καταβάλλεται επίσης 13ος και 14ος μισθός.
Ως εκ τούτου γεννάται αμφιβολία για την έννοια του όρου "ετήσιος συντάξιμος μισθός", που αποτελεί τη βάση υπολογισμού της επίδικης εφάπαξ παροχής. Επομένως, πρέπει να αναζητηθεί η αληθινή βούληση των συμβαλλόμενων μερών κατά τον χρόνο της σύναψης του επίδικου συμβολαίου, ως προς τον ανωτέρω όρο, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, εκ των οποίων η μεν πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, η δε δεύτερη το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνευθεί όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.
Με τα δεδομένα αυτά προκύπτουν τα ακόλουθα : α) Η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων μερών ήταν η χορήγηση της επίδικης εφάπαξ παροχής, συναρτώμενης με τον μηνιαίο μισθό του κάθε εργαζόμενου, επί τα χρόνια υπηρεσίας του, και όχι με το σύνολο των ετησίων αποδοχών επί τα αντίστοιχα έτη υπηρεσίας, β) σύμφωνα με την καλή πίστη η χορήγηση της εν λόγω εφάπαξ παροχής έχει ως σκοπό την απόληψη βοηθήματος συνταξιοδοτικού χαρακτήρα και όχι τη χορήγηση υπέρογκων χρηματικών ποσών που ισοδυναμούν με τις συνολικές αποδοχές του εργαζόμενου καθόλο το χρονικό διάστημα υπηρεσίας στον εργοδότη και γ) ότι στη συναλλακτική πρακτική, σε συναφείς συμβάσεις διαχείρισης κεφαλαίου ομαδικής ασφάλισης, προβλέπεται η εφάπαξ καταβολή ενός ποσού-ασφαλίσματος κατά την αποχώρηση του εργαζόμενου, η οποία διαφοροποιείται ανάλογα με τον λόγο αποχωρήσεως (π.χ.
καταγγελίας της σύμβασης λόγω οικειοθελούς αποχώρησης, λόγω συνταξιοδότησης κλπ.) και συνίσταται στην καταβολή ενός τελικού μέσου μισθού, που αποτελεί μέσο όρο μηνιαίων μισθών σε ετήσια βάση επί τα αντίστοιχα έτη υπηρεσίας, συνήθως μάλιστα με ανώτατο όριο (πλαφόν) το σύνολο κάποιων μισθών. Τούτο δε σε συνάρτηση και με το γεγονός ότι ο μισθός δεν καταβάλλεται σε ετήσια βάση, μετά δηλαδή την επί δωδεκάμηνο παροχή εργασίας, αλλά μετά από την επί ένα μήνα ή 15 ημέρες παροχή εργασίας, γι' αυτό και χρησιμοποιείται συνήθως στη συναλλακτική πρακτική και στην ασφαλιστική αγορά ο όρος "ετήσιος μισθός", προκειμένου να γίνεται η διάκριση του απλού μηνιαίου μισθού από τον "ετησιοποιημένο" μηνιαίο μισθό που περιλαμβάνει τον σε ετήσια βάση (14 μισθοί-μερικές φορές και περισσότεροι).
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές ο όρος "τελικός συντάξιμος μισθός" δεν αντιστοιχεί στον μέσο όρο αθροίσματος 14 μισθών που δόθηκαν κατ' έτος τα τελευταία τρία έτη πριν από τη συνταξιοδότηση, αλλά στον μέσο όρο των "ετησιοποιημένων" μηνιαίων μισθών που δόθηκαν τα τελευταία τρία χρόνια. Εξάλλου, η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων μερών, αναφορικά με την έννοια του "ετήσιου συντάξιμου μισθού", που τίθεται ως βάση υπολογισμού της επίδικης χορηγούμενης παροχής, αποτυπώθηκε ήδη από το έτος 1994 σε μηχανογραφική κατάσταση αναλογιστικής υπόθεσης της αρχικής εργοδότριας, με τα στοιχεία των συμμετεχόντων και ενδεικτικών προβολών των συνταξιοδοτικών παροχών, την οποία επικαλείται και προσκομίζει η εναγόμενη, σύμφωνα με την οποία ο ενάγων μετά από τριάντα (30) έτη υπηρεσίας και με βάση τον μηνιαίο μισθό, όπως αυτός θα προέκυπτε μετά των προσαυξήσεών του, με βάση τα έτη υπηρεσίας, θα εδικαιούτο το ποσό των 32.206,948 δραχμών και ήδη 94.517,82 ευρώ.
Επομένως, ο όρος "ετήσιος συντάξιμος μισθός" δεν έχει την έννοια του αθροιστικού υπολογισμού των 14 μηνών συντάξιμων μισθών για τον προσδιορισμό του και ο όρος "Το 14πλάσιο του μηνιαίου συντάξιμου μισθού" σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη δεν ισοδυναμεί με το γινόμενο των 14 μηνιαίων μισθών, αλλά ο όρος αυτός ισοδυναμεί στην προκειμένη περίπτωση κατά την κρίση του Δικαστηρίου αναγωγικά με το μέσο όρο των 14 μισθών που λαμβάνει ο εργαζόμενος ετησίως, δηλαδή τα 14/12 του μηνιαίου μισθού.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της εναγόμενης Σ. Μ., Αναλογιστή της εναγόμενης, και Ά. Μ., Διευθύντριας Ανθρωπίνου Δυναμικού της εναγόμενης, που περιέχονται στις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις. Επιπροσθέτως, η ίδια ερμηνεία στον επίδικο όρο αποδίδεται και στην από 9.5.2018 ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη, που διενήργησε με επιμέλεια της εναγόμενης ο πραγματογνώμων Ε.
Χ., Αν. Καθηγητής του Τμήματος Στατιστικής και Ασφαλιστικής Επιστήμης. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η εναγόμενη έχει καταβάλλει σε 38 από τα 61 συνολικά μέλη της, τα οποία έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία της, την επίδικη παροχή, για τον υπολογισμό της οποίας εφάρμοσαν τον ίδιο τρόπο, με αυτόν που εφάρμοσαν και στην περίπτωση του ενάγοντος.
Με τα δεδομένα αυτά η κρίση του Δικαστηρίου περί της ως άνω ερμηνείας του επίδικου όρου δεν αναιρείται ούτε από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ούτε και από τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στις τρεις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις.
Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, που έκρινε τα ίδια, και απέρριψε την αγωγή ως προς το εν λόγω αγωγικό αίτημα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ορθώς τον νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος έφεσης τυγχάνει ουσία αβάσιμος....... Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές και ενόψει του ότι δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι έφεσης προς έρευνα πρέπει η ένδικη έφεση να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη".
Με αυτές τις παραδοχές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους ως άνω κανόνες δικαίου, ως προς το ζήτημα του τρόπου υπολογισμού της παροχής που δικαιούται να λάβει ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη λόγω της συμμετοχής του στο υπ' αριθ.
DA 535.466 ομαδικό ασφαλιστήριο (Πρόγραμμα Ι).
Συνεπώς, είναι αβάσιμοι αμφότεροι οι λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 αντίστοιχα του ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτού, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-10-2021 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 8532/ 1060/2021 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 2646/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Αυγούστου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ