Legislator Case Law & Legislation
1241/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against dismissal of payment offset claim due to lower court's failure to consider proposed evidence.

Case Number 1241/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a payment offset claim, ordering a retrial for specific defendants. The appellant had submitted detailed evidence proving partial payments against outstanding wages and leave allowances, which the lower court failed to consider. The Court ruled that the offset claim was sufficiently defined by the comparison of claimed versus paid amounts, and the lower court erred by rejecting it on grounds of vagueness.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1)(b), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal must be allowed if the lower court fails to consider evidence submitted by the appellant that has a decisive influence on the outcome, even if the claim is not explicitly labeled as 'offset' but is substantiated by a clear comparison of debts and payments.

Keywords

AI generated
payment offset claim insufficient evidence appeal admissibility lower court error retrial procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 143(1) of the Code of Civil Procedure
Article 568(4) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 553(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 321 of the Code of Civil Procedure
Article 495(1) of the Code of Civil Procedure
Article 560(5) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 178(1) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1241 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1241/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "MAREBLUE HELLAS Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης" και το διακριτικό τίτλο "MAREBLUE HOTELS AND RESORTS", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Νέα Σμύρνη Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Σακελλαριάδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1)Α. Κ. του Σ., 2)Ε. Σ. του Α.,3) Σ. Α. του Γ., 4)Σ. Κ. του Γ., 5) Μ. Κ. του Γ., 6)Β. Φ. του Γ., 7) Φ. Π. του Σ., 8) Γ. Μ. του Α., 9) Μ. Κ. του Μ., 10) Π. Κ. του Κ., 11)Λ. Ρ. του Ρ.,12) Α. Κ. του Δ., 13)Σ. Α. του Π. και 14) Β. Κ. του Ι., κατοίκων απάντων νήσου Κέρκυρας που δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-8-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν η 444/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 886/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-5-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ'αριθμ. 3480/4-5-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Κερκύρας Δ. Τ. προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης και κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με φροντίδα της ήδη αναιρεσείουσας, στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Γεώργιο Παλαιολόγο, ως αντίκλητο αυτών (άρθρ. 143 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 2 του άρθρου πρώτου του άρθρου 1 του Ν.4335/2015). Κατά την εκφώνηση όμως της υπόθεσης από τη σειρά της, από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να δικαστούν ερήμην, η διαδικασία όμως θα συνεχισθεί ωσάν να ήταν και αυτοί παρόντες (αρθρ. 568 παρ.4, 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του εν λόγω ένδικου μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Τελεσίδικη είναι η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας τον δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει την δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκεινται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης. Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 503 ΚΠολΔ η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε (15) ημέρες, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.

Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην αποφάσεως, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως ή από το ασκηθέν ένδικο μέσο της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε καθίσταται αυτή τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β ΚΠολΔ (ΑΠ 241/2015, ΑΠ 1466/2010, ΑΠ 54/2009).

Η απόδειξη της τελεσιδικίας της πληττόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με τη προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΑΠ 769/2019, ΑΠ 845/2018). Αν δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία με την προσκόμιση των εγγράφων αυτών από τον παριστάμενο διάδικο, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1185/2018).

Περαιτέρω, η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται και σιωπηρά από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος που ερημοδικάστηκε άσκησε αναίρεση χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας, για το κύρος όμως μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του δικηγόρου που υπογράφει την αίτηση αναίρεσης (άρθρο 98 περ.

β' ΚΠολΔ), η έλλειψη της οποίας ερευνάται αυτεπάγγελτα, μπορεί όμως να καλυφθεί με έγκριση (εκ των υστέρων) του διαδίκου που άσκησε την αναίρεση (ΑΠ Ολομ. 17/2013, ΑΠ 769/2019). Τέλος, σύμφωνα με το άρθ. 254 παρ. 1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (άρθ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, που έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση.

Η παρεχόμενη από την παραπάνω διάταξη ευχέρεια περιλαμβάνει τη δυνατότητα του δικαστηρίου να διατάξει, πλην άλλων, την προσκομιδή των αναγκαίων για το σχηματισμό της κρίσεως του εγγράφων ή άλλων αποδεικτικών στοιχείων που δεν προσκομίστηκαν (ΑΠ 528/2020, ΑΠ 412/2020, ΑΠ 1212/2017, ΑΠ 1094/2019, ΑΠ 243/2017). Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα:

Επί της από 21-8-2013 (υπ αριθμ. καταθ. 189/22-8-2013) αγωγής σαράντα εννέα (49) αρχικά εναγόντων κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία ζητούσαν την καταβολή των αναφερομένων σ' αυτή ποσών, που αντιστοιχούσαν σε δεδουλευμένες αποδοχές, αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας, εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών η υπ' αριθμ. 444/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας, ερήμην της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως προς τους τριανταπέντε (35) εκ των εναγόντων και έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς τους υπόλοιπους δέκα τέσσερις (14) ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στους ανωτέρω τα αναφερόμενα για τον καθένα αναλυτικά ποσά.

Ακολούθως μετά την άσκηση της από 29-10-2015 (υπ' αριθμ. καταθ. 77/30-11-2015) εφέσεως κατά της αποφάσεως αυτής εκ μέρους της εναγομένης- αναιρεσείουσας, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 886/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, ερήμην των έβδομης (7ης), ένατης (9ης) και δωδέκατου (12ου) των εφεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, η οποία απέρριψε την έφεση ως κατ'ουσίαν αβάσιμη.

Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης η ηττηθείσα εκκαλούσα άσκησε την ένδικη από 29-5- 2019 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 1/2008) αίτηση αναίρεσης, πλην όμως δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς τους ερημοδικασθέντες ως άνω τρεις εφεσίβλητους (7η, 9η και 12ο) και ήδη αναιρεσίβλητους, καθόσον δεν αποδεικνύεται από τα έγγραφα της δικογραφίας, ούτε άλλωστε γίνεται σχετική επίκληση από την παριστάμενη αναιρεσείουσα, επίδοση προς αυτούς της προσβαλλόμενης ως άνω εφετειακής απόφασης (με τη προσκόμιση της σχετικής έκθεσης επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης) και παρέλευση της προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας προθεσμίας, ούτε γίνεται αναφορά στην άσκηση ή μη ανακοπής ερημοδικίας κατ' αυτής ή παραίτησης κατά νόμιμο τρόπο από το δικαίωμα αυτό και σε κάθε περίπτωση δεν προσκομίζεται σχετική βεβαίωση του αρμόδιου Γραμματέα του εκδώσαντος την απόφαση δικαστηρίου για το ότι δεν ασκήθηκε μέσα στην δεκαπενθήμερη προθεσμία ανακοπή ερημοδικίας κατ' αυτής για την απόδειξη της τελεσιδικίας, ούτε αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής έγκυρης παραίτησης της αναιρεσείουσας από το σχετικό δικαίωμά της, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.

Περαιτέρω, δε μπορεί να γίνει λόγος ούτε περί σιωπηρής έγκυρης παραίτησης με την άσκηση της ένδικης αναίρεσης και την επιγενόμενη έγκριση εκ μέρους του έχοντος την ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα υπογράφοντος το δικόγραφο της αναίρεσης πληρεξούσιου δικηγόρου, αφού όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο υπ' αριθμ…/…-7-2019 ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Οικονόμου, τέτοια πληρεξουσιότητα εκ μέρους του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας δε χορηγήθηκε.

Επομένως, εφόσον κατά τη μελέτη και διάσκεψη της υπόθεσης παρουσιάσθηκαν τα ως άνω κενά και αμφίβολα σημεία, τα οποία χρειάζονται συμπλήρωση και διευκρίνιση, πρέπει, υφιστάμενης απλής ομοδικίας μεταξύ των αναιρεσιβλήτων, να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους ανωτέρω μη εμφανισθέντες εξ' αυτών και να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης ως προς αυτούς, προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, τα αναφερόμενα πιο πάνω στοιχεία, σχετικά με τη συνδρομή της προαναφερόμενης προϋπόθεσης και να προχωρήσει η έρευνα ως προς τους λοιπούς διαδίκους, ως προς τους οποίους η ένδικη αναίρεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ).

Επομένως, εφόσον η ένδικη αναίρεση είναι παραδεκτή ως προς τους λοιπούς ως άνω διαδίκους (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ'αυτή λόγων (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, άλλως απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 416 του ΑΚ, που ορίζει ότι η ενοχή αποσβέννυται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία της ενστάσεως εξοφλήσεως είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής.

Επομένως, για να είναι σαφής και ορισμένη, ειδικότερα, η υποβαλλόμενη από τον εναγόμενο εργοδότη ένσταση εξοφλήσεως των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από την σχέση εργασίας, με την επίκληση σχετικών έγγραφων στοιχείων (αποδείξεων πληρωμής, μισθοδοτικών καταστάσεων) περί πληρωμής όλων των απαιτήσεών του, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον μισθωτό για την εργασία του, εκτός αν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά πρέπει να αναφέρονται αναλυτικά και τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για την κάθε μία αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, γιατί μόνο με αυτές τις διευκρινίσεις είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος και η προστασία έτσι του εργαζομένου από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελαχίστων ορίων αποδοχών (άρθρα 3, 174, 679 ΑΚ, 8 του Ν. 2112/1920, 8 παρ. 4 του Ν. 4020/1959).

Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, με τα άρθρα 18 του Ν. 1082/1980 και 20 παρ. 2 του Ν. 1469/1984 (με την οποία παρ. 2 προστέθηκε εδάφιο ε' στο τέλος της παρ. 9 του άρθρου 26 του Α.Ν. 1846/1951) επιβάλλεται στους εργοδότες η υποχρέωση να χορηγούν, εφόσον πρόκειται περί φυσικών ή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού τους, εκκαθαριστικό σημείωμα ή, σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος, ανάλυση μισθοδοσίας.

Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει να απεικονίζονται αναλυτικά οι πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού, καθώς και οι κρατήσεις που έγιναν σ' αυτές (ΑΠ 123/2020, ΑΠ 953/2018, ΑΠ 447/2015, ΑΠ 1069/2014). Επιπλέον, η νομική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ (του αντίστοιχου 559 αρ.1 ΚΠολΔ), εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ένστασης κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη γέννηση και θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998).

Η δε ποιοτική αοριστία δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από το άρθρο 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ (αντίστοιχου άρθρου 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα που αναφέρονταν σ' αυτήν (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1170/2017, ΑΠ 45/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, παραδεκτώς επισκοπούμενα (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Με την από 21-8-2013 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας οι ενάγοντες και εδώ αναιρεσίβλητοι ισχυρίστηκαν ότι κατά την έναρξη της τουριστικής περιόδου τους έτους 2012 προσλήφθηκαν από την εναγομένη εταιρεία προκειμένου να προσφέρουν την εργασία τους στην ξενοδοχειακή επιχείρηση αυτής με τις αναφερόμενες στην αγωγή ειδικότητες.

Ότι παρότι παρείχαν την εργασία τους στην ως άνω επιχείρηση έως τη λήξη της προαναφερόμενης τουριστικής περιόδου, η εναγόμενη δεν τους κατέβαλε τις δεδουλευμένες αποδοχές για τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του έτους 2012, αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας, όπως τα ποσά αυτά αναλύονται για κάθε αιτία και έκαστο εξ' αυτών στο δικόγραφο της αγωγής.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλλει σε καθένα εξ' αυτών τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, (προσδιορίζοντας αναλυτικά τα ποσά που αντιστοιχούν στις οφειλόμενες αποδοχές, αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας καθενός), με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επομένη επίδοσης της αγωγής μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 444/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας, ερήμην της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε εκ μέρους της δικασθείσας ερήμην στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, η από 29-10- 2015 (υπ' αριθμ.

καταθ. 60/30-10-2015) έφεση, με το μοναδικό λόγο της οποίας η εκκαλούσα ισχυρίστηκε ότι η εκκαλουμένη απόφαση, μη εκτιμώντας ορθά τις προσκομισθείσες από τους ενάγοντες αποδείξεις, έσφαλε ως προς το ύψος των επιδικασθέντων σ' αυτούς ποσών και πρότεινε τον ισχυρισμό περί εξόφλησης των ένδικων αξιώσεων των εναγόντων - εφεσιβλήτων, με την καταβολή των αναφερομένων σε καθένα από αυτούς ποσών.

Επί της ως άνω έφεσης, εκδόθηκε ερήμην των έβδομης, ένατης και δωδέκατου των εφεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 886/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, με την οποία απορρίφθηκε ο λόγος αυτός έφεσης ως αόριστος, διότι δε διελάμβανε για τη θεμελίωση του τα συγκεκριμένα ποσά που καταβλήθηκαν σε κάθε ένα εκ των εναγόντων για κάθε αιτία χωριστά, ήτοι για τακτικές αποδοχές, αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας και στη συνέχεια απορρίφθηκε η έφεση στο σύνολο της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, η εκκαλούσα προς θεμελίωση του ως άνω λόγου της έφεσης, με τον οποίο πρότεινε όπως προαναφέρθηκε την ένσταση εξόφλησης, αφού παρέθεσε αναλυτικά τα οφειλόμενα κατ' αυτήν σε καθένα εκ των εναγόντων-εφεσιβλήτων επί μέρους ποσά για αποδοχές, επιδόματα αδείας και αποζημίωση αδείας και το χρόνο στον οποίο αντιστοιχούν οι οφειλές αυτές, στη συνέχεια παρέθεσε αναλυτικά τις γενόμενες εκ μέρους της επιμέρους καταβολές των επίσης αναφερομένων αναλυτικά επιμέρους για καθένα εκ των εναγόντων ποσών, καθώς και το χρόνο καταβολής κάθε ποσού.

Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη ένσταση εξοφλήσεως, υπό την παραπάνω διατύπωσή της, είναι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ορισμένη, εφόσον περιέχει όλα απαραίτητα για τη θεμελίωσή της στοιχεία, που καθιστούν εφικτό τον δικαστικό έλεγχο της βασιμότητάς της, αλλά και την άμυνα των εναγόντων. Το γεγονός ότι δεν αναφέρεται ρητά η αιτία (τακτικές αποδοχές, αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας) για την οποία καταβλήθηκαν τα συγκεκριμένα επιμέρους ποσά σε καθένα εκ των εναγόντων, δεν καθιστά την ένσταση αυτή αόριστη, αφού η αιτία, κατά τα εκτιθέμενα στον ως άνω λόγο, συνάγεται από την αντιπαραβολή των κατά την εναγομένη παρατεθέντων ως οφειλομένων ποσών αναλυτικά για κάθε αιτία (αποδοχές, επιδόματα αδείας, αποζημίωση αδείας) και των κατά την ίδια παρατεθέντων αναλυτικά ως καταβληθέντων ποσών, τα περισσότερα από τα οποία ταυτίζονται αριθμητικά.

Σημειωτέον ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν ισχυρίστηκαν ότι οι καταβολές αυτές αφορούσαν την εξόφληση άλλων απαιτήσεων αυτών. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα με το μοναδικό λόγο έφεσής της ως άνω ένσταση, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, της μη λήψεως δηλαδή υπόψη στοιχείων που προτάθηκαν για τη θεμελίωση αυτής και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Κατόπιν αυτών η υπό κρίση αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο δικαστήριο με διαφορετική σύνθεση. Επιπλέον πρέπει να καταδικαστούν οι παρόντες αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις (αρθρ. 176, 178 παρ.1 και 183 ΚΠοΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους αναιρεσίβλητους Φ. Π. (7η), Μ. Κ. (9η) και Α. Κ. (12°).

Διατάσσει ως προς τους παραπάνω αναιρεσίβλητους την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο της από 31-5-2019 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 686/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας τα αναφερόμενα στο σκεπτικό έγγραφα.

Αναιρεί ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους την υπ' αριθμ. 686/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας.

Παραπέμπει κατά το μέρος αυτό την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Και

Καταδικάζει τους ως άνω αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ