Legislator Case Law & Legislation
1241/2018 AI generated

1241/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1241/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1241/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την προσβαλλομένη απόφαση, εξαφανίστηκε η εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, ως άνω απόφαση του Πρωτοδικείου, ακολούθως δε διακρατήθηκε η υπόθεση, και απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, ΑΠ 311/2009 ).

Keywords

AI generated
benefit for course attendance work education measure government programme child-raising credit leave for youth work educational training allowances
AI generated
1444/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
693/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/2013 αγωγή των υπό στοιχεία 1-13 ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 569/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 5301/2008 και 3959/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/10/2013 αίτησή του.
253/2014
Επειδή, κατά το άρθρο 135 παράγραφος 1 ΚΠολΔ, αν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 134 και συγχρόνως δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, από τις οποίες η μία πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα και η άλλη στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά και η άλλη πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα, ύστερα από υπόδειξη του Εισαγγελέα στον οποίο γίνεται η επίδοση, περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε.
796/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
181/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/12/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21977/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1529/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28/11/2011 αίτησή τους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1241 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1241/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Ι. Ν. του Δ., και 2)Γ. Ν. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βασιλείου, ο οποίος δήλωσε ότι παραιτείται ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΡΤΑΙΩΝ" που εδρεύει στην Άρτα και εκπροσωπείται νόμιμα. Η 1η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και το 2ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τζουμάκα, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/10/2007 αγωγή της αρχικής διαδίκου Α. Σ., δικαιοπαρόχου των αναιρειόντων και λοιπών προσώπων που δεν διάδικοι στην δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1331/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 6324/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/12/2016 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 και 557 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης αποτελεί η ενεργητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος και το έννομο συμφέρον αυτού για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, πρέπει να επικαλείται ο αναιρεσείων στην αίτησή του για αναίρεση.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 1710 παρ. 1 ΑΚ, το οποίο, ως προσδιοριστικό της έννοιας της κληρονομίας και του κληρονόμου, αναγκαίως συνδυάζεται με κάθε άλλη περί αυτών διάταξη και το οποίο ορίζει ότι κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομία) περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1813, 1820, 1846, 1847 και 933 ιδίου κώδικα, προκύπτει ότι η κληρονομία, ως σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του κληρονομουμένου, μεταβιβάζεται από της επαγωγής στους κληρονόμους του αποβιώσαντος, είτε εκ διαθήκης είτε εξ αδιαθέτου, κατά το αναλογούν, στην περίπτωση της εξ αδιαθέτου διαδοχής, ποσοστό, επιφυλασσομένου σ` αυτούς του δικαιώματος της αποποίησης της επαχθείσας κληρονομίας, οι οποίο καθίστανται άμεσοι και καθολικοί διάδοχοι του κληρονομουμένου.

Από αυτά παρέπεται ότι, για το παραδεκτό τη αίτησης αναίρεσης των κληρονόμων του αποβιώσαντος διαδίκου, αρκεί αυτοί να επικαλούνται το θάνατο του διαδίκου και τη συνδέουσα αυτούς και τον αποβιώσαντα συγγενική σχέση, δυνάμει της οποίας αυτοί καθίσταται, κατά το νόμο, κληρονόμοι του αποβιώσαντος (ΑΠ 311/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα και ειδικότερα από το από 01.10.2015 απόσπασμα Ληξιαρχικής Πράξης θανάτου του Δήμου Αρταίων προκύπτει ότι η ενάγουσα Α. Σ. πέθανε κατά την 29.05.2015, δηλαδή μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (19.12.2013). Οι αναρεσείοντες, άσκησαν την ένδικη αναίρεση εμπροθέσμως, επικαλούμενοι ότι είναι τέκνα της ως άνω αποβιωσάσης και νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής κατά ποσοστό 50% ο καθένας.

Επομένως, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, οι ως άνω κληρονόμοι της αποθανούσης παραδεκτά ασκούν την ένδικη αίτηση αναίρεσης.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1, 97, 98 περ. β, 188 παρ. 1, 189 παρ. 2, 190, 191 παρ. 2, 294, 295 παρ. 1, 297, 299 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων μπορεί, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του, εφόσον δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο αναιρεσίβλητος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με την έκδοση οριστικής απόφασης (ΑΠ 733/2015).

Η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση απόφασης που να κηρύσσει την κατάργησή της (ΑΠ 381/2017). Στη προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, πριν τη συζήτηση της ουσίας της αναίρεσης, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της αναίρεσης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη Εταιρεία με την επωνυμία "...

Α.Ε"., η οποία όπως προκύπτει από την 9094 Γ/21.06.2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Α. Μ. του Εφετείου Αθηνών κλητεύθηκε νόμιμα. Επομένως, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα ως προς την ως άνω αναιρεσίβλητη εταιρεία (ΑΠ 796/2018) Κατά τα λοιπά, με την από 16.12.2016 αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε μετά τον θάνατο της αρχικώς ενάγουσας Α.

Σ. από τους αναιρεσείοντες, νόμιμους εξ αδιαθέτου κληρονόμους κατά ποσοστό 50% ο καθένας, προσβάλλεται η 6324/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν αντιθέτων εφέσεων κατά της 1331/2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη εταιρεία και έγινε δεκτή αυτή εν μέρει ως προς τον δεύτερο εναγόμενο, επιδικάζοντας σε καθένα από τους ενάγοντες το ποσό των 2.025,15 ευρώ.

Με την προσβαλλομένη απόφαση, εξαφανίστηκε η εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, ως άνω απόφαση του Πρωτοδικείου, ακολούθως δε διακρατήθηκε η υπόθεση, και απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, ΑΠ 311/2009 ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

Στο άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση (μεταξύ συγκεκριμένων περιπτώσεων) και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ( ΑΠ 84/2016, ΑΠ 796/2018).

Κατά την διάταξη του άρθ. 90 § 3 ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 56 ν.δ. 496/1974, 3 ν.δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το ΠΔ 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από την γένεσή της, ενώ κατά την διάταξη του άρθρ. 91 εδ.

α' του ίδιου νόμου με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού η παραγραφή οποιοσδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της. Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι με την πρώτη απ' αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης.

Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιοσδήποτε αξίωσης κατά του δημοσίου κλπ. από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από την ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων που διατυπώνεται στο άρθρ. 91 εδ.

α', και, επομένως, κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/ 2006, ΑΠ 771/2016). Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρ. 90 § 3 ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που ισχύει κατ' άρθρ. 250 αριθ. 6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρ. 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων ( ΟλΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003) και συγκεκριμένα, από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων (του Δημοσίου και των ΟΤΑ), η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ αυτών επιβαρύνσεων (πρβλ.

ΟλΑΠ 38/2005) και, συνεπώς, η διάταξη αυτή δεν αντίκειται: α) στην κατά το άρθρ. 4 § 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (πρβλ. ΑΕΔ 9/2009 ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθ. 48 § 3 ν.δ. 496/1974 που θεσπίζει επίσης διετή παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. κατ' αυτών) και β) στις διατάξεις του άρθρ. 1 του κυρωθέντος με το ν.δ. 53/1974 και υπερνομοθετική ισχύ έχοντος Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης που επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, ενώ εξάλλου και από την διάταξη του άρθρ. 1 § 2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για την διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου και των ΟΤΑ (Ολ ΑΠ 2/2011, ΟλΑΠ 31/2007, ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθ. 48 § 3 ν.δ. 496/ 1974, ΑΠ 224/2011).

Ακόμη, κατά το άρθρο 93 του ίδιου, ως άνω, νόμου (2362/1995), η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, με την υποβολή στην αρμόδια αρχή αιτήσεως για πληρωμή της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής, αν δε η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως.

Για να διακοπεί δε η παραγραφή με την υποβαλλόμενη στο νομικό πρόσωπο αίτηση, θα πρέπει να ζητείται με αυτή η πληρωμή ορισμένης απαίτησης, της οποίας δεν απαιτείται να προσδιορίζεται στην αίτηση το ακριβές ποσό ή να αναφέρονται λεπτομερώς τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν, απαιτείται όμως να καθορίζονται σαφώς τα στοιχεία που προσδιορίζουν την "ταυτότητα" της συγκεκριμένης απαίτησης και τη διακρίνουν από άλλες απαιτήσεις, ώστε να έχουν τη δυνατότητα τα αρμόδια όργανα του ν.π.δ.δ.

να αντιληφθούν για ποια απαίτηση πρόκειται και να εξετάσουν τη βασιμότητά της, προκειμένου να απαντήσουν θετικά ή αρνητικά στην αίτηση ( ΑΠ 1938/2008, ΑΠ 1643/2017, ΑΠ 796/2018 ). Στη προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 26.10.2007 αγωγή οι ενάγοντες εξέθεσαν, ότι δυνάμει συμφωνητικών συνεργασίας 11 μηνης διάρκειας, που συνήψαν κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες στην αγωγή για τον καθένα ημεροχρονολογίες με την πρώτη και τον δεύτερο των εναγομένων, σε εκτέλεση των από 09.12.1999 και 05.01.2000 προγραμματικών συμβάσεων, που υπογράφηκαν μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, του ΟΑΕΔ, της ΚΕΔΚΕ και της Ε.Ε.Τ.Α.Α.

στο πλαίσιο εφαρμογής της ΥΑ 34100/24.11.1999 για την κατάρτιση προγράμματος προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων στη φύλαξη σχολικών κτιρίων και παρατάθηκαν διαδοχικά με όμοια συμφωνητικά ορισμένης χρονικής διάρκειας μέχρι 13.07.2006, ανατέθηκε σε αυτούς η άσκηση καθηκόντων σχολικού φύλακα σε σχολικά συγκροτήματα του δευτέρου των εναγομένων.

Ότι με βάση αυτά τα συμφωνητικά, παρείχαν τις υπηρεσίες τους ως σχολικοί φύλακες στο δεύτερο των εναγομένων, επί 22 ημέρες το μήνα και 8 ώρες ημερησίως, σε εναλλασσόμενες βάρδιες, λαμβάνοντας ως αμοιβή το ποσό των 35,22 ευρώ την ημέρα. Ότι κατά την εκτέλεση των παραπάνω καθηκόντων τους τελούσαν σε σχέση εξαρτημένης εργασίας και ως εκ τούτου οι εναγόμενοι οφείλουν σε καθέναν από αυτούς τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, ως αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας των ετών 2002, 2003, 2004 και 2005, ως επιδόματα εορτών Πάσχα των ίδιων ετών και ως επιδόματα εορτών Χριστουγέννων των ετών 2001, 2002, 2003, 2004 και 2005, συνολικού ποσού 10.962,22 ευρώ για τον καθένα.

Ενόψει αυτών, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ο καθένας εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον καθένα από αυτούς το ως άνω συνολικό ποσό με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο αυτού κατέστη απαιτητό. Επί της παραπάνω αγωγής εκδόθηκε η 1331/2009 απόφαση, με την οποία το Ειρηνοδικείο Αθηνών, αφού απέρριψε την αγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε αυτήν ως προς τον δεύτερο εναγόμενο, επιδικάζοντας σε καθένα από τους ενάγοντες το ποσό των 2.025,15 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατόπιν ασκήσεως των από 02.09.2010 και 28.09.2010 εφέσεων των εναγόντων (ανάμεσα στους οποίους παριλαμβάνονταν και η κληρονομηθείσα από τους αναιρεσείοντες Α. Σ.) και των 2ου εναγομένου και ήδη 2ου αναιρεσιβλήτου αντίστοιχα, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία: α) απορρίφθηκε η από 28.09.2010 έφεση και β) έγινε δεκτή η από 02.09.210 έφεση και ακολούθως μετ'εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης και διακράτηση της υπoθέσεως απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθ. 34100/1999 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 2131 Β'), που εκδόθηκε μετά την υπ' αριθ. 2701/1999 απόφαση του ΔΣ του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) και κατ' εφαρμογή των προβλεπόμενων στο άρθρο 20 παρ. 1 και 15 του ν. 2639/1998, καταρτίσθηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στη φύλαξη σχολείων 2.700 ανέργων, αποφοίτων λυκείου, ηλικίας 25-64 ετών.

Η διάρκεια του προγράμματος, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 και 10 της ως άνω ΥΑ, ήταν 24 μηνών, διαιρούμενο σε δύο φάσεις, της πρώτης φάσης διάρκειας 11 μηνών, από τους οποίους ο ένας μπορούσε να αφορά θεωρητική και πρακτική ενημέρωση, ενώ οι υπόλοιποι αφορούσαν στην τοποθέτηση σε θέσεις για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, κατά την οποία η χρηματοδότηση του προγράμματος, θα γινόταν από τον ΟΑΕΔ και της δεύτερης φάσης, διάρκειας δεκατριών μηνών, με αντικείμενο την απασχόληση των καταρτισθέντων στη φύλαξη των σχολικών κτιρίων, κατά την οποία η χρηματοδότηση του προγράμματος θα γινόταν από το ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α..

Δικαιούχοι φορείς του παραπάνω προγράμματος ήταν οι πρωτοβάθμιοι ΟΤΑ των νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης, των πρωτευουσών νομών και των μεγάλων αστικών κέντρων. Στην ανωτέρω ΥΑ ορίσθηκαν μεταξύ άλλων: α) ότι το πρόγραμμα θα υλοποιηθεί με τη συνεργασία των Υπουργείων Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Δημόσιας Τάξης, του ΟΑΕΔ, της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδας (ΚΕΔΚΕ) και της Ελληνικής Εταιρίας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (ΕΕΤΑΑ), οι οποίοι θα συμβληθούν με προγραμματική σύμβαση, ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για την υλοποίηση προγράμματος, αφενός για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων που πλήττονται ιδιαίτερα από την ανεργία, με πιθανότητα μόνιμης απασχόλησης, στη φύλαξη σχολικών κτιρίων και κοινόχρηστων χώρων στους ΟΤΑ, στην αρμοδιότητα των οποίων ανήκει η φύλαξη των σχολικών κτιρίων και αφετέρου για την επίλυση ενός σοβαρού προβλήματος όπως αυτού της φύλαξης των σχολικών κτιρίων, του εξοπλισμού τους, της επίβλεψης του περιβάλλοντος χώρου και της προστασίας των μαθητών (άρθρο 5), β) το αντικείμενο του έργου, το οποίο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων τη δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος προς τους ΟΤΑ και επιλογή των ΟΤΑ που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα, καθώς και τη συνεχή υποστήριξη και παρακολούθηση του έργου των ΟΤΑ που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα (άρθρο 6), γ) ότι ο συντονισμός όλων των ενεργειών που απαιτούνται για την επίτευξη του σκοπού του προγράμματος ανατίθεται στην Επιτροπή Παρακολούθησης που θα αποτελείται από έναν εκπρόσωπο καθενός των ανωτέρω επτά αναφερόμενων εμπλεκόμενων φορέων, η οποία θα αποφασίζει για τα ειδικά κριτήρια επιλογής των ανέργων, τη διαδικασία που θα ακολουθηθεί για την επιλογή και για κάθε αναγκαία ενέργεια, η οποία κρίνεται απαραίτητη για την ορθή υλοποίηση του προγράμματος και θα συντάσσει εκθέσεις ελέγχου της προόδου του έργου και καλής εκτέλεσης αυτούς και δ) οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα καθενός από τους επτά συνεργαζόμενους φορείς, για την υλοποίηση του έργου, και ειδικότερα της ΕΕΤΑΑ και των ΟΤΑ, οι οποίοι εκτός των κοινών με τους λοιπούς φορείς αρμοδιοτήτων, ήτοι παρακολούθηση του έργου και συμμετοχή στην επιτροπή του άρθρου 9 της ΥΑ, επελήφθησαν η μεν ΕΕΤΑΑ της οικονομικής διαχείρισης του προγράμματος, της εκπαίδευσης των επιλεγέντων ατόμων για την υλοποίηση της ενέργειας, της δημιουργίας κι εφαρμογής πληροφοριακού συστήματος παρακολούθησης του έργου για την τακτή ενημέρωση της Επιτροπής Παρακολούθησης και της έγκαιρης λήψης διορθωτικών αποφάσεων, της παροχής τεχνικής και επιστημονικής υποστήριξης στα επιλεγέντα νομικά πρόσωπα κατά τη διάρκεια υλοποίησης του έργου, της παραγωγής υλικού με πλήρη περιγραφή υποχρεώσεων των συμμετεχόντων στο πρόγραμμα, της παρακολούθησης των υποχρεώσεων των φυλάκων, της διοργάνωσης ενημερωτικών συζητήσεων για τον τρόπο υλοποίησης του προγράμματος και παράδοσης τελικής έκθεσης αναφοράς προόδου στην Επιτροπή Παρακολούθησης, με την ολοκλήρωση του έργου (άρθρο 7ζ), οι δε, ΟΤΑ, της υποστήριξης για τον σχεδίασμά του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας φύλαξης σχολικών κτιρίων (άρθρο 7ε).

Στο πλαίσιο της προαναφερόμενης ΥΑ καταρτίστηκαν η από 9.12.1999 προγραμματική σύμβαση και στη συνέχεια η από 5.1.2000 τροποποιητική όμοιά της, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, του ΟΑΕΔ, της ΚΕΔΚΕ και της ΕΕΤΑΑ, με τις οποίες συμφωνήθηκε η υλοποίηση του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας και απασχόλησης συνολικά 3.300 ανέργων για τη φύλαξη σχολικών κτιρίων.

Επιπλέον, και στις δύο προγραμματικές συμβάσεις, προσδιορίστηκαν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις καθενός των εμπλεκόμενων φορέων, καθώς και των απασχολουμένων στο πρόγραμμα. Ακολούθως, οι ίδιοι ως άνω φορείς εκπόνησαν κανονιστικό πλαίσιο εφαρμογής του προγράμματος, στο οποίο μεταξύ άλλων, όρισαν: α) ότι στο πλαίσιο των προγραμματικών συμβάσεων τα συμβαλλόμενα μέρη συγκρότησαν Επιτροπή Παρακολούθησης του προγράμματος,

η οποία αποτελείται από εκπροσώπους των φορέων του εταιρικού σχήματος και ότι η Επιτροπή Παρακολούθησης του προγράμματος έχει την ευθύνη για την παρακολούθηση του έργου και τη λήψη αποφάσεων εντός των ορίων που ορίζονται από τις προγραμματικές συμβάσεις για την εύρυθμη και άρτια υλοποίησή του και την επίλυση τυχόν προβλημάτων, που θα ανακύψουν από τη διαδικασία αυτή (άρθρο 31 του κανονιστικού πλαισίου) και β) ότι τα σχολεία που θα επιλέξουν οι δικαιούχοι ΟΤΑ πρέπει να είναι της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και η φύλαξη των σχολείων θα γίνεται σε εικοσιτετράωρη βάση, σε τρεις βάρδιες, και Σαββατοκύριακα και αργίες, ορίζοντας ταυτόχρονα ότι η πρώτη βάρδια θα διαρκεί από 07:00 έως 15:00, η δεύτερη βάρδια από 15:00 έως 23:00 και η τρίτη βάρδια από 23:00 έως 07:00 και ότι ο κάθε ασκούμενος είναι υποχρεωμένος σε καθημερινή οκτάωρη παρουσία στο σχολικό κτίριο, στο οποίο έχει τοποθετηθεί σύμφωνα με το πρόγραμμα που θα του δοθεί από τον οικείο ΟΤΑ.

Παράλληλα, προβλέφθηκε, όπως και στην άνω ΥΑ, το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης των δικαιούχων ανέργων που θα συμμετείχαν στο πρόγραμμα και η καταβολή της για είκοσι δύο ημέρες το μήνα. Κατόπιν τούτων, αφού επιλέχθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 5 των προγραμματικών συμβάσεων, οι 145 δικαιούχοι ΟΤΑ, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος - εκκαλών ΟΤΑ "Δήμος Αρταίων" και οι δικαιούχοι άνεργοι, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες - εφεσίβλητοι, καταρτίστηκαν μεταξύ αφενός της ΕΕΤΑΑ, πρώτης εναγόμενης και του ΟΤΑ "Δήμος Αρταίων", δεύτερου εναγομένου και αφετέρου των εναγόντων τα από 19-02-2001 συμφωνητικά συνεργασίας για τους 1°, 2η, 4η, 5°, 6°, 7°, 9°, 10, 11°, 12η, 13η, 14η, 15η και 16η από αυτούς και τα από 24-03- 2001 και 10-03-2001 συμφωνητικά συνεργασίας για τους 3η και 8η από αυτούς, αντίστοιχα, με ισχύ έως 31-01- 2002.

Με αυτά τα συμφωνητικά οι ενάγοντες ανέλαβαν την υποχρέωση να συμμετάσχουν σε επιμορφωτική συνάντηση για θέματα φύλαξης σχολικών κτιρίων και στη συνέχεια να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία, απασχολούμενοι ως φύλακες, σε βάρδιες επί 8 ώρες την ημέρα και 22 ημέρες το μήνα, που μπορεί να εμπίπτουν σε αργίες και Σαββατοκύριακα.

Με τα ίδια συμφωνητικά ο δεύτερος εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση: 1) να προβεί στην επιλογή των σχολικών κτιρίων στο πλαίσιο του προγράμματος και να ενημερώσει εγγράφως την πρώτη εναγόμενη και να κατανείμει τους ασκούμενους σ' αυτά, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που θέτει το πρόγραμμα, 2) να προμηθευτεί τον αναγκαίο εξοπλισμό, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που τέθηκαν από την Επιτροπή Παρακολούθησης του προγράμματος και να τον διαθέσει στους ασκούμενους φύλακες, 3) να διενεργεί τακτικούς ελέγχους για να διαπιστώνεται η παρουσία των ασκουμένων κατά τις ημέρες και ώρες που τελούνται οι βάρδιες στο πλαίσιο του προγράμματος, 4) να ορίσει ένα μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου και ένα στέλεχος αυτού που θα έχουν την ευθύνη παρακολούθησης του προγράμματος, και ειδικότερα το μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου, προκειμένου να παρακολουθεί την εφαρμογή του προγράμματος στα διοικητικά όρια αυτού και να ενημερώνει τον δεύτερο εναγόμενο, ενώ το στέλεχος του τελευταίου να συντονίζει και να οργανώνει τις προγραμματισμένες ενημερωτικές συναντήσεις στο πλαίσιο των προδιαγραφών της πρώτης εναγόμενης, να αποστείλει στην τελευταία αρχικά πίνακα με τα στοιχεία των ασκούμενων φυλάκων και στη συνέχεια, ανά δίμηνο, πρόγραμμα σχετικά με τις βάρδιες που θα ακολουθήσει κάθε σχολικό κτίριο, όπου θα αναγράφονται τα ονοματεπώνυμα των φυλάκων και οι βάρδιες, τις οποίες είναι υποχρεωμένοι να τηρήσουν και να συντάσσει καθημερινά τα "ημερήσια δελτία παρουσιών" που θα συμπληρώνουν οι ασκούμενοι, καθώς και το μηνιαίο δελτίο παρουσίας ασκουμένων, το οποίο θα αποστέλλει εντός πέντε ημερών από τη λήξη κάθε διμήνου στην πρώτη εναγόμενη, να έχει τακτική επικοινωνία με τους Διευθυντές των σχολείων για την ορθή εφαρμογή του προγράμματος και συνεχή συνεργασία με τους ασκούμενους φύλακες για την επίλυση τυχόν προβλημάτων και την παροχή των υπηρεσιών τους, 5) να αναπτύξει και να εφαρμόσει ενέργειες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης των εμπλεκομένων φορέων και των κοινωνικών ομάδων που ωφελούνται από το πρόγραμμα, το δε πρόγραμμα δράσης των συγκεκριμένων ενεργειών θα πρέπει να κοινοποιηθεί στην πρώτη εναγόμενη.

Οι συμβάσεις αυ,τές ανανεώθηκαν μετά τη λήξη τους με όμοιες, , όπως αυτές αναλυτικά αναφέρονται στην υπό κρίση αγωγή. Το ημερομίσθιο των εναγόντων καθορίστηκε στο ποσό των 35,22 ευρώ. Με βάση τα παραπάνω, φορέας της εργασιακής σχέσης, με τον οποίο συνδέονταν οι ενάγοντες στο πλαίσιο εφαρμογής του συγκεκριμένου προγράμματος, είναι ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος και αποτελεί τον αντισυμβαλλόμενο του καθενός των εναγόντων φυλάκων, τόσο κατά την κατάρτιση όσο και κατά τη λειτουργία των συμβάσεων εργασίας τους.

Ειδικότερα, σ' αυτόν πρόσφεραν πραγματικά τις υπηρεσίες τους οι ενάγοντες καθ' όλο το διάστημα της εργασίας τους, απασχολούμενοι κάθε ημέρα επί οκτώ ώρες, σε μία από τις τρεις βάρδιες, υπό τις εντολές και την εποπτεία των ορισθέντων από τον δεύτερο εναγόμενο Δήμο οργάνων του, για τον συντονισμό και την παρακολούθηση της εργασίας τους και στα όργανα αυτά αναφέρονταν για οποιοδήποτε πρόβλημα ανέκυπτε.

Η σχέση που συνέδεε τους παραπάνω διαδίκους ήταν σχέση εξαρτημένης εργασίας, αφού προέχων σκοπός των επίδικων συμβάσεων ήταν η παροχή εργασίας από τους ενάγοντες προς τον δεύτερο εναγόμενο Δήμο και τον σκοπό αυτόν απέβλεψαν τα συμβαλλόμενα μέρη, ενόψει και του ότι η απασχόληση με τη φύλαξη των σχολικών κτιρίων, από τη φύση της, δεν απαιτεί ούτε απόκτηση ειδικών γνώσεων και ικανοτήτων, ούτε ιδιαίτερη εκπαίδευση, οι δε ενάγοντες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στον δεύτερο εναγόμενο Δήμο έναντι αμοιβής (μισθού) και υπόκειντο σε προσωπική εξάρτηση από αυτόν, που εκδηλωνόταν με το δικαίωμα του να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία τους και να τους δίνει δεσμευτικές οδηγίες, ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της.

Αντίθετα, οποιαδήποτε άλλη σχέση εξάρτησης των εναγόντων από την πρώτη εναγόμενη δεν υφίστατο, δεδομένου ότι ως προς αυτήν λείπουν στη συγκεκριμένη σχέση τα στοιχεία της ιδιότητας του εργοδότη, δηλαδή η από μέρους της άσκηση διευθυντικού δικαιώματος στους εργαζόμενους - ενάγοντες και η αντίστοιχη αποδοχή της εργασίας τους, η δε συμμετοχή της στις επίδικες συμβάσεις περιοριζόταν στη χρηματοδότηση του σχετικού προγράμματος στα πλαίσια της δέσμευσής της από τα οριζόμενα στην 34100/1999 ΥΑ.

Ενόψει όλων των παραπάνω ο μόνος εργοδότης των εναγόντων ήταν ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος άλλωστε, είχε και τα οφέλη από την παροχή της εργασίας τους, μεταξύ δε των διαδίκων (εναγόντων - εναγομένου) καταρτίστηκαν εξαρχής, για τα πιο πάνω χρονικά διαστήματα, μη απαγορευμένες αλλά επιτρεπόμενες από το νόμο συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, παραταθείσες με παρόμοιες συμβάσεις και όχι συμβάσεις έργου ή μαθητείας, και μάλιστα γνήσιας .....οπότε οι ενάγοντες δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου, επιδόματα εορτών, τα οποία δεν τους καταβλήθηκαν, καθώς και αποζημίωση λόγω μη λήψης της κανονικής άδειας τους.

Σημειώνεται ότι, οι συμβάσεις των εναγόντων έχουν μετατραπεί σε αόριστης διάρκειας, με βάση το άρθρο 1 του π.δ. 164/2004 και την υπ' αριθ. 6/2005 απόφαση της Ολομέλειας του ΑΣΕΠ, ενώ με την υπ' αριθ. 10505/25.07.2006 απόφαση του Δημάρχου Αρταίων κατετάγησαν σε συσταθείσες με την υπ' αριθ. 13853/9.6.2006 Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ 843/7.7.2006, τεύχος Β') οργανικές θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του κλάδου ΔΕ Σχολικών Φυλάκων.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε όμοια, κάνοντας δεκτό ότι οι ενάγοντες τελούσαν σε σχέση εξαρτημένης εργασίας και ότι ο εργοδότης αυτών ήταν ο δεύτερος εναγόμενος και μόνον αυτός, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις... Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στον δεύτερο εναγόμενο στις 28-11-2007, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 11385/2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Άρτας, Χ.

Β.. Είχε προηγηθεί όμως στις 30-12-2005 και 27-12- 2006 η κατάθεση στον δεύτερο εναγόμενο από τους ενάγοντες των υπ' αριθ. πρωτ. …24 και ….736 αιτήσεων διαμαρτυρίας, αντίστοιχα, με τις οποίες ζητούσαν την καταβολή των μέχρι το χρονικό σημείο εκείνο αξιώσεών τους από την παροχή της εργασίας τους για όλες τις πιο πάνω αιτίες.

Επομένως,... οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων των ετών 2002 και 2003 για επίδομα εορτών Πάσχα, που ήταν καταβλητέο την 30η Απριλίου του αντίστοιχου έτους, του έτους 2002 για αποζημίωση άδειας, που ήταν καταβλητέα την τελευταία το αργότερο ημέρα του αντίστοιχου έτους και των ετών . 2001 και 2002 για επίδομα εορτών Χριστουγέννων, που ήταν καταβλητέο την 31η Δεκεμβρίου του αντίστοιχου έτους, έχουν υποπέσει κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, της οποίας χρονικό σημείο έναρξης είναι η γένεση κάθε αντίστοιχης αξίωσης.

Επομένως, οι ενάγοντες, δικαιούνται να λάβουν από τον δεύτερο εναγόμενο ως αποζημίωση άδειας των ετών 2003, 2004 και 2005, το ποσό των (1.100,63 + 1.144,65 + 1.144,65 =) 3.389,93 ευρώ ο καθένας, ως δώρο Χριστουγέννων των ετών 2003, 2004 και 2005 το ποσό των (880,50 X 3=) 2.641,50 ευρώ ο καθένας και ως δώρο Πάσχα των ετών 2004 και 2005 το ποσό των (528,30 X 2 =) 1.056,60 ευρώ ο καθένας και συνολικά το ποσό των (3.389,93 + 2.641,50 + 1.056,60 =) 7.088,03 ευρώ ο καθένας.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι το γεγονός της κατάθεσης από τους ενάγοντες των πιο πάνω αναφερόμενων αιτήσεων διαμαρτυρίας τους προς τον δεύτερο εναγόμενο ως διακοπτικό της παραγραφής γεγονός, προβλήθηκε αορίστως από αυτούς κι ως εκ τούτου τον απέρριψε, εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε και ο πρόσθετος λόγος της από 02-09-210 έφεσης των εναγόντων, με τον οποίο ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την καθ' υποφοράν προβληθείσα από αυτούς αντένσταση διακοπής της παραγραφής, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Πλην όμως οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων και συγκεκριμένα η αποζημίωση άδειας των ετών 2003, 2004 και 2005, το δώρο Χριστουγέννων των ετών 2003, 2004 και 2005 και το δώρο Πάσχα των ετών 2004 και 2005, έχουν ήδη παραγραφεί εν επιδικία, δεδομένου ότι η παραγραφή αυτών διακόπηκε αρχικά με την άσκηση της αγωγής στις 28.11.2007, διακόπηκε εκ νέου στις 30.12.2008 με την επίδοση της από 11.12.2008 κλήσης των εναγόντων προς τον δεύτερο εναγόμενο, εν συνεχεία διακόπηκε στις 29.04.2009 με την συζήτηση της αγωγής στο πρωτόδικο Δικαστήριο, στις 26.08.2009 με την δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης και στις 03.09.2010 με την κατάθεση της εφέσεως των εναγόντων στη γραμματεία του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

Από την τελευταία όμως ως άνω διαδικαστική πράξη έως και την κατάθεση της εφέσεως στην γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 13.03.2013 έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πέραν της διετίας και συνεπώς σύμφωνα με τα παραπάνω η αξίωση των εναγόντων παραγράφηκε εν επιδικία κάτι που σύμφωνα με το άρθρο 94 ν. 2362/95 περί δημοσίου λογιστικού λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι μεσολάβησαν προγενέστερα, διακοπτικά της παραγραφής γεγονότα, ούτε άλλωστε οι ενάγοντες προσκομίζουν με επίκληση στοιχεία από τα οποία να προκύπτει η διακοπή της παραγραφής σε προγενέστερο της κατάθεσης της εφεσής τους στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου χρόνο. ....." Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες (νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά ποσοστό 50% ο καθένας της αποβιωσάσης κατά την 29.05.2015, μητέρας αυτών, αρχικής ενάγουσας Α.

Σ.) προσάπτουν στον προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι με την παραδοχή της ως άνω διετούς παραγραφής των αξιώσεων παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα τα άρθρα 4 παρ.1, 22 παρ.1 και 28 του Συντάγματος καθώς επίσης και το άρθρο 1 περ.1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών.

Σύμφωνα όμως με τα όσα εκτέθηκαν αναλυτικά παραπάνω στη μείζονα σκέψη, η ως άνω διετής παραγραφή δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ.1, 22 παρ.1 και 28 του Συντάγματος καθώς επίσης και το άρθρο 1 περ.1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως και γι' αυτό ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος (βλ. ΑΠ 1643/2017).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 93 περ. α' και β' του ως άνω Ν. 2362/1995, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται, μεταξύ άλλων, και με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου [μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, εκτός από την άσκηση της αγωγής, η συζήτηση της υπόθεσης, η κλήση για προσδιορισμό δικασίμου, η έκδοση, η δημοσίευση και η κοινοποίηση οριστικής απόφασης αναβλητικής απόφαση, η άσκηση ενδίκου μέσου κ.λπ.

καθώς και με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αίτησης για την πληρωμή της απαίτησης, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαίτησης αρχής. Εάν, στην τελευταία περίπτωση, η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αίτησης.

Τέλος, η παραγραφή των κατά του Δημοσίου και των νπδδ αξιώσεων των υπαλλήλων του λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως για λόγους δημοσίου συμφέροντος, εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι κρίσιμα για τον προσδιορισμό του χρόνου έναρξης της παραγραφής, την πρόοδο και την συμπλήρωση του χρόνου αυτής (άρθρο 94 εδ.

γ' Ν. 2362/1995, ΣτΕ 4024/2010, ΣτΕ 2418/2005 ). Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας ούτε στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου δεν παραβλάπτει το δικαίωμα των αντιδίκων να προβάλουν όλες τις αντενστάσεις που τους παρέχει το ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο για την απόκρουση της παραγραφής (ΑΠ 135/2011, ΑΠ 1117/2007 ).

Συνεπώς, η παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου ή των νπδδ λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δηλαδή και χωρίς να προταθεί από το Δημόσιο ή το νπδδ με τις προτάσεις του, σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και ενώπιον του εφετείου, αρκεί η συμπλήρωσή της, είτε πριν από την άσκηση της αγωγής είτε κατά τη διάρκεια της επιδικίας, να προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους δικόγραφα και λοιπά έγγραφα (ΑΠ 433/1992).

Εξάλλου, η παραπάνω παραγραφή ισχύει και για όσους απασχολούνται σε Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 304 του κυρωθέντος με το π.δ. 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα , η οποία ορίζει ότι οι ΟΤΑ έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο - διάταξη που επαναλαμβάνεται στο άρθρο 276 παρ. 1 του ν. 3463/2006 (Νέος Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων) - όπου δε ο νόμος παραπέμπει υπέρ άλλου νομικού προσώπου στα δικαστικά, διοικητικά και λοιπά προνόμια του Δημοσίου, εκτιμάται ότι στην εξομοίωση του νομικού αυτού προσώπου με το Δημόσιο περιλαμβάνονται και τα ουσιαστικού περιεχομένου προνόμια του τελευταίου (ΟλΑΠ 21/2008).

Εξάλλου, με το άρθρο 29 παρ. 5 του ν. 3202/2003 προστέθηκε παράγραφος στο άρθρο 304 του π.δ. 410/1995, με την οποία ορίστηκε ρητώς πλέον ότι για την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου καταργείται πλέον κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ. Η διάταξη αυτή επαναλαμβάνεται με το ίδιο περιεχόμενο και στο άρθρο 276 παρ. 2 του ν. 3463/2006 (Νέος Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων).

Αντίθετα, η διακοπή της κατά το άρθρο 93 εδ. γ' του Ν. 2362/1995 παραγραφής για αξιώσεις κατά του Δημοσίου, με ανάλογη εφαρμογή των όσων γίνονται δεκτά και με τις παρομοίου περιεχομένου διατάξεις του ΝΔ 321/1969, συνιστά αντένσταση, της οποίας πρέπει να γίνει επίκληση από το διάδικο που αποκρούει την παραγραφή και δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΟλΑΠ 11/2003, ΑΠ 1579/2010).

Κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το Ν.4129/2013, "Την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου". Σύμφωνα με το άρθρο 261 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ. 1 Ν.4139/2013 (ΦΕΚ Α 74/20.03.2013), "1.

Την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ` άλλον τρόπο περάτωση της δίκης. 2. Στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.

Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης. 3. Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση" Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στον προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι παραβιάσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 261 ΑΚ, 52 ΝΔ 496/1974 και 4 και 20 του Συντάγματος, με την παραδοχή ότι υπήρξε παραγραφή των αξιώσεων αυτών "εν επιδικία".

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε " οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων και συγκεκριμένα η αποζημίωση άδειας των ετών 2003, 2004 και 2005, το δώρο Χριστουγέννων των ετών 2003, 2004 και 2005 και το δώρο Πάσχα των ετών 2004 και 2005, έχουν ήδη παραγραφεί εν επιδικία, δεδομένου ότι η παραγραφή αυτών διακόπηκε αρχικά με την άσκηση της αγωγής στις 28.11.2007, διακόπηκε εκ νέου στις 30.12.2008 με την επίδοση της από 11.12.2008 κλήσης των εναγόντων προς τον δεύτερο εναγόμενο, εν συνεχεία διακόπηκε στις 29.04.2009 με την συζήτηση της αγωγής στο πρωτόδικο Δικαστήριο, στις 26.08.2009 με την δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης και στις 03.09.2010 με την κατάθεση της εφέσεως των εναγόντων στη γραμματεία του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

Από την τελευταία όμως ως άνω διαδικαστική πράξη έως και την κατάθεση της εφέσεως στην γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 13.03.2013 έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πέραν της διετίας και συνεπώς σύμφωνα με τα παραπάνω η αξίωση των εναγόντων παραγράφηκε εν επιδικία κάτι που σύμφωνα με το άρθρο 94 ν. 2362/95 περί δημοσίου λογιστικού λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι μεσολάβησαν προγενέστερα, διακοπτικά της παραγραφής γεγονότα, ούτε άλλωστε οι ενάγοντες προσκομίζουν με επίκληση στοιχεία από τα οποία να προκύπτει η διακοπή της παραγραφής σε προγενέστερο της κατάθεσης της έφεσής τους στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου χρόνο".

Με την παραδοχή αυτή, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ουδόλως παραβίασε τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 261 ΑΚ, 52 ΝΔ 496/1974 και 4 και 20 του Συντάγματος (ΑΠ 796/2018). Σημειώνεται ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες προς αντίκρουση της ενστάσεως παραγραφής ισχυρίζονται ότι, κατά την διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 του Ν. 4129/2013, οι αξιώσεις αυτών δεν παραγράφηκαν καθόσον για αυτές δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, ούτε είχε περατωθεί με άλλο τρόπο η δίκη και συνακόλουθα η διακοπείσα με την άσκηση της ένδικης αγωγής παραγραφή τελούσε σε αναστολή.

Ότι ειδικότερα η προκειμένη υπόθεση, που συζητήθηκε στις 28.3.2013 ενώπιον του δικάσαντος ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ήταν εκκρεμής στις 20.3.2013 (χρόνος δημοσίευσης του ως άνω Ν. Ν.4139/2013) και συνεπώς, κατ' εφαρμογή της νέας διάταξης του άρθρου 261, η παραγραφή τελούσε σε αναστολή και δεν είχε επέλθει παραγραφή εν επιδικία.

Όμως , στην προκείμενη περίπτωση, πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 261 του ΑΚ, όπως αυτή ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της με το άρθρο 101 § 1 του ν. 4139/2013, παρά το γεγονός ότι στη διάταξη του άρθρου 261 § 3 του ΑΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ορίζεται ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση.

Ειδικότερα, η νέα διάταξη του άρθρου 261 του ΑΚ, μετά από τελολογική συστολή του γράμματος της και προς την κατεύθυνση της σύμφωνη προς το Σύνταγμα ερμηνείας της διάταξης αυτής θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν καταλαμβάνει τις εκκρεμείς υποθέσεις, στις οποίες δεν έχει μεν εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, πλην όμως η παραγραφή της απαίτησης σε επιδικία έχει ήδη επέλθει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 261 του ΑΚ, όπως ίσχυε.

Τούτο δε διότι υπό την αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή (ότι δηλαδή η νέα αυτή διάταξη καταλαμβάνει όλες ανεξαιρέτως τις εκκρεμείς υποθέσεις, στις οποίες δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, ανεξάρτητα από το ζήτημα εάν σε ορισμένες από τις υποθέσεις αυτές η παραγραφή σε επιδικία έχει ήδη συμπληρωθεί, κατ` εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 261 του ΑΚ όπως αυτή ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα), η αναδρομικότητα της ρύθμισης θα οδηγούσε στην επαναφορά της απαίτησης στην αρχική και πλήρη μορφή της, ενώ ήδη αυτή υφίσταται μόνον ως φυσική ή ατελής ενοχή λόγω της παραγραφής.

Η αποκρουόμενη δε από το Δικαστήριο αυτό εκδοχή αυτή, όχι μόνο δεν θα ήταν δογματικά δόκιμη και θα περιήγαγε αιφνιδιαστικά τον αντίδικο του φορέα της -παραγεγραμμένης- απαίτησης σε δυσμενή θέση, αλλά κυρίως θα ήγειρε και ζητήματα συνταγματικότητας της ρύθμισης, αφού θα συνιστούσε συνταγματικά ανεπίτρεπτη επέμβαση της νομοθετικής εξουσίας στο έργο της Δικαιοσύνης (ΑΠ 796/2018).

Υπό την εκδοχή αυτή ως προς το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 261 § 3 του ΑΚ, ότι δηλαδή καταλαμβάνει όλες τις υποθέσεις ανεξαρτήτως αν οι αξιώσεις παρεγράφησαν ή όχι, θα επρόκειτο για αναβίωση παραγεγραμμένων ήδη απαιτήσεων που θα επερχόταν μέσω της αναδρομικής "παράτασης" του χρόνου παραγραφής τους, με αποτέλεσμα η ρύθμιση να αντίκειται στην αρχή του κράτους δικαίου που πηγάζει από το Σύνταγμα και ειδικότερα στην αρχή της ασφάλειας του δικαίου., η οποία απορρέει ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ.

α` του Συντάγματος [( βλ. Ολ ΣτΕ 1738/2017, πρβλ. ΑΕΔ 14/2013, ΣτΕ 2034/2011 Ολ., 4731/2014, 640/2015 κ.ά.• βλ. και το ν. 4048/2012 "Ρυθμιστική Διακυβέρνηση: Αρχές, Διαδικασίες και Μέσα Καλής Νομοθέτησης", Α` 34, στο άρθρο 2 παρ. 1 του οποίου προβλέπεται ότι μεταξύ των αρχών καλής νομοθέτησης περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η ασφάλεια δικαίου (περ.

η)] και ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου (πρβλ. ΑΕΔ 11/2003, ΣτΕ 2034/2011 Ολ., 3777/2008, 4731/2014, 640/2015 κ.α.), επιβάλλει, ιδίως, τη σαφήνεια και την προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε θεσπιζομένων κανονιστικών ρυθμίσεων (πρβλ. ΣτΕ 2811/2012 7μ., 144, 1976/2015) και πρέπει να τηρείται με ιδιαίτερη αυστηρότητα, όταν πρόκειται για διατάξεις που μπορούν να έχουν σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις στους ενδιαφερόμενους (Ολ ΣτΕ 1738/2017, ΑΠ 796/2018).

Κατά συνέπεια, οι ως άνω απαιτήσεις των αναιρεσειόντων, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, έχουν υποκύψει σε παραγραφή σε επιδικία και δεν καταλαμβάνεται από τη νέα διάταξη του άρθρου 261 του ΑΚ, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα (ΑΠ 796/2018) Δοθέντος όμως ότι το Τμήμα τούτο, που δικάζει την υπόθεση, κρίνει ότι η διάταξη του άρθρου 101 § 1 ν. 4139/2013, κατά το μέρος, που ρυθμίζει το θέμα των εκκρεμών υποθέσεων για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση είναι αντισυνταγματική στις περιπτώσεις που περιλαμβάνει και τις ήδη παραγεγραμμένες αξιώσεις, υποχρεούται σύμφωνα με τα άρθρα 100 παρ. 5 του Συντάγματος και 563 παρ. 2 εδ.

γ' ΚΠολΔ, να παραπέμψει τον πρώτο αναιρετικό λόγο στην Τακτική Ολομέλεια (ΑΠ 1290/2017, ΑΠ 796/2018)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί ότι δεν ασκήθηκε η ως άνω από 16.12.2016 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 6324/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη Εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε".

Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου το ζήτημα της συνταγματικότητας ή μη της διάταξης του άρθρου 101 παρ.1 ν. 4139/2013, κατά το μέρος και μόνο που αναφέρεται στο σκεπτικό και τον αντίστοιχο πρώτο λόγο της από 16.12.2016 αίτησης για αναίρεση της 6324/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ